Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

Φιλήμων, ο ερευνητής του μεταφυσικού

   Το παρόν άρθρο έχει ουσιαστικό σκοπό να συγκεντρώσω ό,τι σχετίζεται με το βιβλίο μου, "Φιλήμων, ο ερευνητής του μεταφυσικού", σ' ένα σημείο: αφιερώματα, παρουσιάσεις, συνεντεύξεις, αλλά και να καταγράψω κάποιες σκέψεις μου σχετικά με αυτό.
   Σχετικά με το περιεχόμενό του, μοιάζει με συλλογή διηγημάτων. Είναι 25 κείμενα, όχι πάνω από 2500 λέξεις το καθένα, που σχετίζονται με τις περίεργες υποθέσεις του Φιλήμονα, του άλαλου ερευνητή. Εκείνος επιλέγει να ασχολείται με υποθέσεις που έχουν κάτι το αλλόκοτο εντός τους: εκεί που ο κοινός νους δε βρίσκει ίχνη, συνοχή ανάμεσα στα στοιχεία ή λογική, ο Φιλήμων ψάχνει να βρει τη λύση. Κι αυτό τον κάνει μοναδικό.
   Ιδιαίτερη χαρά μου έδωσαν οι συνεντεύξεις που έδωσα επί τη ευκαιρία. Στην αρχή πίστευα πως θα είναι κάτι τυπικό, που δεν έχει ουσιαστική σημασία. Κι όμως, τις απόλαυσα. Παρακάτω τις παραθέτω μία προς μία.
1) Συνέντευξη στο blog Ταξίδι Ιδεών, του Θεόφιλου Γιαννόπουλου. Μια συνέντευξη πολύ καλύτερη απ' ότι περίμενα αρχικά. Ο Θεόφιλος έκανε πολύ καλές ερωτήσεις, μου έδωσε την ευκαιρία να αναπτύξω θεματικές που ένιωθα πως πρέπει να ξέρει το κοινό και μάλιστα για τα επόμενα βιβλία μου.
2) Συνέντευξη στη σελίδα Ματομπούκαλο, της Αλεξάνδρας Τσούκια. Ήταν μια πραγματική πρόκληση, μιας και έπρεπε να απαντήσω συνοπτικά. Δεν το συνηθίζω! Την απόλαυσα, διότι η επιλογή λέξεων ήταν πιο καίρια από κάθε άλλη φορά.
3) Συνέντευξη στη σελίδα Κουκιδάκι, της Τζένης Κουκίδου. Οι ερωτήσεις με ξάφνιασαν αυτή τη φορά. Έδιναν πιο πολλές επιλογές από κάθε άλλη συνέντευξη. Ήταν μια διακριτική παρουσία που με ωθούσε να μιλήσω. Και το έκανα!
4) Συνέντευξη στη σελίδα tovivlionet, του Θεόφιλου Γιαννόπουλου. Μία συνέντευξη διαφορετική, όπου απαντώ γενικά για τον κόσμο της λογοτεχνίας.

   Πέρα από τις συνεντεύξεις, ιδιαίτερα διαφωτιστικές σχετικά με το έργο μου ήταν οι δύο παρουσιάσεις που έγιναν με αφορμή την έκδοσή του. Η πρώτη έγινε στη Θεσσαλονίκη και η δεύτερη στη Δράμα. Στη Δράμα μάλιστα, την ιδιαίτερη πατρίδα μου, υπήρξαν πολλές εκπλήξεις, ανάμεσα στις οποίες κι ένα διαδραστικό παιχνίδι με το κοινό, δικής μου παραγωγής!
   Βοηθός και αρωγός σε όλα τα παραπάνω οι Εκδόσεις Ελκυστής και η όμορφη δουλειά τους σχετικά με το βιβλίο μου, το οποίο συγκαταλέγεται στη σειρά βιβλίων Παράξενος Ελκυστής.
   Βαγγέλης Ιωσηφίδης


Προσθήκη 13/4/2019: Το βίντεο από τη διπλή παρουσίαση στο φεστιβάλ του φανταστικού Fantasmagoria στη Θεσσαλονίκη, μαζί με τον συγγραφέα Βασίλη-Νίκολα Συράκη.

ΝΕΟ: 3/6/2019: Υπάρχει διαθέσιμο στο youtube το μονόλεπτο βίντεο για το βιβλίο μου! Είναι ιδιαίτερο, ατμοσφαιρικό και κατατοπιστικό. Σας προτρέπω να το παρακολουθήσετε!


Βαγγέλης Ιωσηφίδης εκδόσεις παράξενος ελκυστής

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

Νίκος Καββαδίας το μαχαίρι - Το τίμημα της οπλοφορίας

Ο Νίκος Καββαδίας στην ποιητική του συλλογή Μαραμπού, που εκδόθηκε το 1933, περιλαμβάνει το πολύ γνωστό πια ποίημα "Ένα μαχαίρι", που γνώρισε μεγάλη επιτυχία ως τραγούδι κι έχει ερμηνευτεί από μεγάλους μουσικούς, όπως ο Κώστας Μυλώσης, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου κι ο Γιάννης Κούτρας. Το ποίημα είναι ιδιαίτερα περιγραφικό, όπως συνηθίζει ο Καββαδίας, έχει έντονο το ναυτικό στοιχείο και περιστρέφεται γύρω από ένα μαχαίρι και την καταραμένη χρήση του.
   Ιδιαίτερα γοητευτικό για μένα είναι το στοιχείο του απόκοσμου που αποπνέει το συγκεκριμένο αντικείμενο: ο παράξενος τρόπος που αποκτήθηκε, τα ίδια του τα χαρακτηριστικά και κυρίως η μοιραία του χρήση. Μέσα στο ποίημα δίνονται πολλές λεπτομέρειες, τις οποίες θα ερμηνεύσω εγώ καταπώς ξέρω, απ' τη δική μου οπτική γωνία.
Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
   Το ποίημα ξεκινάει με ένα δίστιχο έντονο: απ' τον πρώτο στίχο κρατάω δύο λεπτομέρειες. Πρώτον, το πάντοτε, το απόλυτο αυτό χρονικό επίρρημα. Πάντοτε: στη δουλειά, σε κάθε λογής βάρδια, στην ξεκούραση, στο φαγητό, στον ύπνο. Δεύτερον, το μαχαίρι είναι σφιγμένο, μιας και δεν υπάρχει πουθενά χαλάρωση. Δηλώνει προφανώς μια ανάγκη για ασφάλεια, ένα αποκούμπι σ' έναν κόσμο που δεν εμπνέει ασφάλεια πουθενά. Μόνο ένα μαχαίρι πάντοτε σφιγμένο πάνω του μπορεί να δώσει αυτοπεποίθηση στον ποιητή.
   Στον δεύτερο στίχο υπάρχει η περιγραφή: παλιό μαχαίρι σημαίνει χρησιμοποιημένο μαχαίρι, που γνώρισε πολλούς ιδιοκτήτες και πιθανότατα ευρύτατη χρήση. Αφρικάνικο: το στοιχείο της αφρικανικής ηπείρου δίνει στο αντικείμενο μια αύρα αγριότητας, πρωτόγονης δύναμης και μυστικισμού. Είναι ένα μαχαίρι που έχει εξυπηρετήσει πρωτόγονη οργή και ανθρώπους μακριά απ' τον πολιτισμό. Ατσάλινο: δίνει την έννοια της αλύγιστης δύναμης και της σκληρότητας.
όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ' Αλγέρι.
   Είναι ένα μαχαίρι που δείχνει πρακτικότητα, καθώς οι αραπάδες μια -κατά τη γνώμη πολλών- άγρια κι αδάμαστη φυλή συνηθίζουν να χρησιμοποιούν τέτοια μαχαίρια. Συμπέρασμα; Είναι αποτελεσματικό στη χρήση του. 
   Στον δεύτερο στίχο ξεκινάει ο θρύλος για την απόκτηση του αντικειμένου, καθώς πια ο ποιητής αφηγείται τις ειδικές συνθήκες κάτω απ' τις οποίες αποκτήθηκε. Το Αλγέρι κάνει το σκηνικό εξωτικό, ενώ η εικόνα του γέρου έμπορου φέρνει στο μυαλό το παρατημένο, το ήσυχο μαγαζί στο οποίο μπορεί να κρύβονται θησαυροί ξεχασμένοι και καταραμένα κειμήλια. Ένα μέρος στο οποίο ένας ναυτικός που έπιασε λιμάνι μπορεί να βρει αυτό που ψάχνει...
Θυμάμαι, ως τώρα να 'τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια,
   Μαθαίνουμε πως η αγορά του μαχαιριού δεν ήταν συνηθισμένη: είχε τόση σημασία, που ο ποιητής τη θυμάται ακόμα. Όσον αφορά την αινιγματική αναφορά στον Γκόγια: ο Φρανθίσκο Γκόγια ήταν ένας Ισπανός ζωγράφος και χαράκτης που έζησε τα χρόνια 1746-1828. Θεωρείται κορυφαίος καλλιτέχνης αλλά η ζωή του σημαδεύτηκε από μια βαριά ασθένεια (πιθανότατα σύφιλη) που του άφησε παντοτινές συνέπειες. Οι επονομαζόμενοι Μαύροι Πίνακές του είχαν ιδιάζουσα λεπτομέρεια στα ανθρώπινα πρόσωπα και σε τρομερά, φρικιαστικά χαρακτηριστικά. Η σύνδεση λοιπόν του σκηνικού της αγοράς με έναν καταραμένο, μακάβριο καλλιτέχνη φέρνει ανάλογους συνειρμούς.
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:
   Η εικόνα του παλαιοπώλη "δεμένου" με τα κειμήλια που πουλάει σε μια ενιαία εικόνα δίνει μια άλλη διάσταση μυστικισμού στη σκηνή της διαλογής και της αγοράς του μαχαιριού. Η βραχνή του φωνή μάλιστα δυσοίωνα πράγματα μονάχα μπορεί να σημαίνει...
Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν' αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει,
   Η παρουσίαση των πράξεων του μαχαιριού από τον παλαιοπώλη έρχεται αντίθετη με την τυπική τακτική των καταστηματαρχών. Αυτό έχει μεγάλη σημασία: ο παλαιοπώλης δυσφημεί το ίδιο του το εμπόρευμα, αποτρέποντας τον πελάτη από το να το αγοράσει. Από το ρήμα "θέλεις" σημαίνει πως ο ποιητής μπήκε στο μαγαζί με συγκεκριμένο σκοπό, αποφασισμένος.
   Στον δεύτερο στίχο, ο παλαιοπώλης φανερώνει πως γνωρίζει πολύ καλά τι ακριβώς έχει κάνει αυτό το μαχαίρι και έχει λόγους που δε θέλει να το πουλήσει. Η προφανής ερώτηση "τότε γιατί το έχει για πούλημα;" μου φέρνει την εξής απάντηση: το έχει για να βάζει σε πειρασμό τους ανθρώπους, να τους δίνει την επιλογή να το πάρουν, έχοντας επίγνωση των συνεπειών της αγοράς αυτής. Γι' αυτό έχει κι έτοιμο τον μονόλογο που τον κάνει να αποποιείται των ευθυνών για το αντικείμενο που θα πουλήσει. 
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το 'χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.
   Οι "ιστορίες αλλόκοτες" που αναφέρονται παραπάνω φαίνεται πως είναι πασίγνωστες. Η πιάτσα ξέρει γι' αυτό το μαχαίρι. Μάλιστα είναι, φαίνεται, κοινό γνώρισμα των κατόχων του να σκοτώνουν κάποιο δικό τους πρόσωπο, πράξη ειδεχθή. Σημειωτέον πως η συζυγοκτονία, η πατροκτονία, η αδερφοκτονία, η μητροκτονία και η παιδοκτονία θεωρούνταν ανέκαθεν οι χειρότερες πράξεις και σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία υπήρχε ο καυτός ποταμός Πυριφλεγέθων, στον οποίον καίγονταν οι ένοχοι για τέτοια εγκλήματα. Το κοινό χαρακτηριστικό των ιδιοκτητών του μαχαιριού φέρνει έναν τόνο μοιραίου σε όποιον το αποκτήσει από εδώ και πέρα (χαρακτηριστικό παράδειγμα που συσχετίζεται με το μαχαίρι του ποιήματος είναι το ραβδί από κουφοξυλιά στο 7ο βιβλίο του Χάρι Πότερ).Το αντικείμενο, που είναι άψυχο, ορίζει την τύχη του έμψυχου κατόχου, αντί να γίνεται το αντίθετο. Αυτή είναι όμως και η ουσία που κάνει ένα αντικείμενο καταραμένο...
Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
   Η πρώτη γνωστή αναφορά συζυγοκτονίας είναι από έναν ευγενή, που πραγματοποίησε ένα έγκλημα πάθους. Το μαχαίρι βάφτηκε, δηλαδή, με αίμα ευγενών, που υποτίθεται πως απέχουν από τη φυσική αυτουργία εγκλημάτων και συνήθως δίνουν εντολές σε κατώτερης τάξης ανθρώπους να εκτελέσουν τους εχθρούς τους.
ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.
   Η δεύτερη αναφορά επιβεβαιώνει τον κανόνα, πως το μαχαίρι αυτό κάνει τον χρήστη αδίστακτο. Ένας ακόμα ευγενής, κόμης αυτή τη φορά, προβαίνει σε αδελφοκτονία, χωρίς να αναφέρεται η αιτία. Πιθανώς λοιπόν να γίνεται αναφορά σε φόνο εν ψυχρώ, κάτι που καθιστά το μαχαίρι ακόμα πιο δυσοίωνο.
Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
   Οι αναφορές πια γίνονται ανώνυμες, καθώς και απλοί άνθρωποι προβαίνουν σε αντίστοιχα εγκλήματα πάθους ή αντιζηλίας. Στο πρώτο παράδειγμα, φανερώνεται η έλλειψη δισταγμών, καθώς ένας αράπης, δηλαδή ένας άνθρωπος πιθανότατα με μεγάλη σωματική διάπλαση, φόνευσε τη μικρή ερωμένη του, ένα πλάσμα προφανώς πιο αδύναμο κι ανυπεράσπιστο. Στο δεύτερο παράδειγμα, ο Ιταλός ναύτης φαίνεται πως είτε είχε πρόβλημα με τον ανώτερό του ναυτικό είτε πως επρόκειτο για ρατσιστικό έγκλημα, γεγονός που δίνει μια μακάβρια ποικιλία στις χρήσεις του μαχαιριού...
Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.
   Η αφήγηση και η απαρίθμηση των φόνων κλείνει με μια σοκαριστική πληροφορία: πως αυτός ο παλαιοπώλης, γνώστης και κάτοχος τόσων και τόσων κειμηλίων, εργαλείων κι αντικειμένων, που βρίσκεται καθημερινά "πλάι σε μακριά σπαθιά", τρομάζει από ένα μαχαίρι, ένα αντικείμενο δηλαδή λιγότερο φονικό. Είναι εύλογο πως όταν κάποιος που εμπνέει τρόμο φανερώνει τους φόβους του, αυτοί οι φόβοι έχουν πολύ μεγαλύτερη σοβαρότητα.
Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
   Επιστροφή στις περιγραφές. Ο παλαιοπώλης ξαφνικά αλλάζει στάση: λες και θυμήθηκε πως έχει απέναντί του αγοραστή, τον βάζει σε πειρασμό να το αγοράσει περιγράφοντάς το. Τον φαντάζομαι να έχει πιάσει το αντικείμενο και να το γυροφέρνει στα χέρια του, δείχνοντας τις λεπτομέρειές του στον υποψήφιο αγοραστή. Αυτή η αλλοπρόσαλλη, οξύμωρη στάση του παλαιοπώλη κάνει την αγορά ακόμα πιο ασυνήθιστη.
   Όσον αφορά τα ίδια τα χαρακτηριστικά του μαχαιριού: η άγκυρα φανερώνει πως το μαχαίρι αυτό ταιριάζει σε ναυτικό. Ίσως συμβολίζει και το τελεσίδικο του πράγματος, πως εφόσον αγοραστεί, το μαχαίρι "αγκυροβολεί" στον κάτοχο μέχρι εκείνος να πραγματοποιήσει το μοιραίο έγκλημά του. Το οικόσημο πάλι φανερώνει λεπτοδουλειά: το αντικείμενο κατασκευάστηκε κατά παραγγελία από ευγενείς και είναι πιο θελκτικό στα μάτια ενός συλλέκτη. Το γεγονός πως είναι ελαφρύ ευνοεί την πρακτική του αξία, καθώς μοιάζει ιδανικό για εύκολη και γρήγορη χρήση. Όπως -τυχαίο παράδειγμα!- για έναν φόνο.
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις.
Πόσο έχει; Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ'το.
   Μετά την, τυπική μάλλον, διαφήμιση του προϊόντος, ο παλαιοπώλης επιστρέφει στην αρχική του στάση: αποτρέπει τον πελάτη του από την αγορά. Τον φαντάζομαι να παίρνει το αντικείμενο απ' το βλέμμα του ποιητή, κρύβοντάς το επιμελώς πίσω απ' τον πάγκο του.
   Στον δεύτερο στίχο φαίνεται ξεκάθαρα η επιθυμία του ποιητή να το αγοράσει. Ρωτά την τιμή κι αφού είναι ικανοποιημένος, απαιτεί να το αγοράσει. Ο παλαιοπώλης τελικά νικημένος δίνει το αντικείμενο και σφραγίζει τη συμφωνία του ποιητή με το καταραμένο μαχαίρι.
Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ' έκαμε και το 'καμα δικό μου,
   Ο ποιητής έχει φύγει απ' το αλγερινό παλαιοπωλείο, έχοντας βάλει το νεοαποκτηθέν αντικείμενο στη ζώνη του. Το μαχαίρι, στιλέτο εδώ (αντικείμενο ιδανικό για δολοφόνους), χαρακτηρίζεται μικρό: οξύμωρο σχήμα, μιας κι έχει κάνει μεγάλες και τρομερές πράξεις. Ο τωρινός κάτοχος αποκαλύπτει πως δεν ήταν η ανάγκη αλλά η ιδιοτροπία που τον έβαλε να το αγοράσει, κάτι που αποκαλύπτει αστάθεια στον χαρακτήρα του. Ποιος ξέρει τι έχει στο μυαλό του;
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου.
   Οι σκέψεις του ποιητή αποκαλύπτονται στο τελευταίο δίστιχο του ποιήματος: για πρώτη φορά, το μαχαίρι έχει πέσει στα χέρια ενός ανθρώπου που δεν έχει εχθρούς. Οπότε, η επιλογή που μένει, προκειμένου να επιβεβαιωθεί ο θρύλος, είναι η αυτοκτονία... Ένας μόνιμος φόβος, που κάνει το αντικείμενο να μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα.

   Μετά την ανάλυση και τον σχολιασμό των στίχων, μου γίνεται φανερό πως το βασικό θέμα του ποιήματος, πέρα απ' το απόκοσμο στοιχείο του καταραμένου αντικειμένου, είναι το τίμημα της οπλοφορίας. Ο κάθε άνθρωπος έχει δύσκολες στιγμές, τα πάνω του και τα κάτω του. Μόνο που όταν έχει ένα όπλο πάντοτε διαθέσιμο, είναι προορισμένος να το χρησιμοποιήσει σε στιγμές συναισθηματικής έντασης. Αυτή η συναισθηματική αστάθεια κάνει την οπλοφορία απαράδεκτη κι επικίνδυνη.
   Ζούμε σ' έναν κόσμο γεμάτο πάθη, ανθρώπους που δεν εκτιμούν τη ζωή, τη δική τους και των άλλων, και η οπλοφορία μοιάζει ένας εφιάλτης: το να είμαι υπέρ της θα σήμαινε πως εμπιστεύομαι απόλυτα όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους γύρω μου, κάτι αδύνατο. Οι θιασώτες υπέρ της οπλοφορίας δεν το σκέφτονται έτσι: σκέφτονται εντελώς επιπόλαια, σκεπτόμενοι πως το όπλο σημαίνει δύναμη υπέρ τους, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια δαμόκλειος σπάθη που κρέμεται πάνω απ' τον καθένα μας. 
   Βέβαια, μιας και είμαι λάτρης του συμβολισμού, θα ήθελα να δώσω άλλη μια οπτική γωνία στο καταραμένο αντικείμενο του ποιήματος. Αυτό που χαρακτηρίζεται μοιραίο όπλο θα μπορούσε να είναι η ίδια η λογοτεχνία. Επιβεβαιώνοντας το ρητό "η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει", ο ποιητής ίσως αναφέρει τη σκηνή της αγοράς ως την πρώτη του επαφή με την έμπνευση και την ποίηση και ως ιδιοτροπία την επιθυμία του να ασχοληθεί με αυτήν. Είναι ένας δρόμος για τους λίγους, γι' ανθρώπους ιδιόρρυθμους και μοναχικούς, συνήθως αυτοκαταστροφικούς. Ίσως ο ποιητής, παρομοιάζοντας την ποίηση/λογοτεχνία με το μαχαίρι -αν όντως το είχε έτσι στο μυαλό του-, ταυτίζει τη γλώσσα με όπλο που μπορεί να προκαλέσει κακό στους άλλους αλλά και στον ίδιο τον λογοτέχνη.

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο

ένα μικρό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι