Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Μεσάζοντες

   Η ροή της σκέψης που θα αναπτύξω τώρα δεν προέρχεται από βιβλία ούτε από ανθρωπιστικοκοινωνιοπολιτικοσυνειρμικές ιδέες. Είναι μια παρατήρηση για την φύση των ανθρώπων που την έζησα, την ζω και θα την ζω καθημερινά μέχρι να αποδημήσω εις Κύριον. Και έχει να κάνει με το πόσο δύσκολες είναι οι ανθρώπινες σχέσεις (μεγάλο το θέμα, μόνο ένα μέρος του θα πιάσω).
   Αυτό το μέρος εγώ το αποκαλώ ""μεσάζοντες". Μεσάζοντες στην επαφή που έχουμε με τους γύρω μας, είτε αυτοί είναι αγαπημένα μας πρόσωπα είτε είναι γνωστοί-άγνωστοι για μας. Ο λόγος που διάλεξα τον όρο είναι επειδή από τη μία δεν είναι συγκεκριμένος (θα αναφερθώ σε ευρεία γκάμα μεσαζόντων) κι από την άλλη επειδή η εικόνα  που φαντάζομαι είναι δύο ή παραπάνω συνομιλητές με "κάτι" που βρίσκεται ανάμεσά τους και τους αποτρέπει από ουσιαστική επικοινωνία!
   Κάποτε όμως φτάνει η μοιραία ώρα όπου αραδιάζω παραδείγματα, για να βγάλετε κι εσείς κάποια άκρη. Να το πρώτο, επίκαιρο και τρανταχτό. Ισχυρότατος μεσάζων είναι η τηλεόραση: διευκολύνει την κατάσταση και διώχνει την αμηχανία. Πάντα ανοιχτή και τα βλέμματα στραμμένα πάνω της με τρόπο που διώχνει από πάνω μας το βάρος του να μιλήσουμε με τους παρευρισκόμενους ή έστω να τους κοιτάξουμε! Ώρα να σας εξετάσω με μια ερώτηση κρίσεως: φανταστείτε να κλείνετε ξαφνικά μια τηλεόραση ανοιχτή για ώρες. Πόσο άνετα θα νιώσετε με τους γύρω σας ώστε να μιλήσετε, χωρίς την παρουσία της;
   Μεσάζον μπορεί να είναι και ένα τρίτο πρόσωπο που "συνδέει" δύο άλλα κι όταν φεύγει το μόνο που μένει είναι η σιωπή, η συστολή και οι τυπικότητες. Ή και τα τρία μαζί. Γιατί άραγε; Ας μην τα θέλουμε βέβαια κι όλα δικά μας. Δεν γίνεται να έχουμε άνεση κι ενδιαφέροντα θέματα συζήτησης με όλους. Αλλά και πάλι είναι ένδειξη δειλίας και έλλειψης χαρακτήρα όταν γίνεται συνήθεια: να απευθύνεσαι στον συνομιλητή σου μέσω ενός τρίτου παρόντος προσώπου ή να βάζεις κι ένα απόν πρόσωπο στην κουβέντα για να αποφύγεις να μιλήσεις για σένα.
   Αλλά δεν χρειάζεται ο μεσάζων να είναι κάτι μεγάλο και ενδιαφέρον. Η ανθρώπινη δειλία βρίσκει διεξόδους και σε μικρά, αν αυτό είναι απαραίτητο. Όπως λέει κι ένας φίλος: "πας στην καφετέρια, βάζεις μπροστά την φραπεδούρα και σταματάς να μιλάς". Ακόμα κι αυτό βάζουμε ως προκάλυμμα για να αποφύγουμε την αμεσότητα!
   Δεν ξέρω αν χρειάζεται να επεκταθώ κι άλλο με παραδείγματα. Όλα παίρνουν τον δρόμο τους και ο καθένας έχει δικά του παραδείγματα στο μυαλό. Εξάλλου τέτοιοι μεσάζοντες υπάρχουν παντού και πάντα, μιας και δεν είναι θεωρία αλλά μέρος της καθημερινής ζωής.
   Δεν θέλω να πω (κι άλλα) μεγάλα λόγια. Την αμαρτία μου όμως θα την ομολογήσω: όταν νιώσω άβολα κι εγώ το ίδιο κάνω, και τολμώ να πω πως είμαι εξαιρετικά εφευρετικός στο να βρίσκω μεσάζοντες! Ακόμα και το ίντερνετ και ο ιστότοπος που χρησιμοποιώ είναι ένας μεσάζων, με αποτέλεσμα ο διάλογος που θέλω να ανοίξω να είναι εμμεσότατος! Δυστυχώς δεν μπορώ να αναπτύξω άμεσα και ξεχωριστά στον καθένα τα θέματά μου οπότε αρκεστείτε και (γιατί όχι;) βολευτείτε στην εν διαδικτύω ανάγνωση...
   Συμπερασματικά, η ουσία είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι οι μεσάζοντες είναι εργαλεία κι όχι δυνάστες μας! Να τους χρησιμοποιούμε εκεί που χρειάζεται αλλά να ξέρουμε πως η κατάχρηση θα μας κάνει ανασφαλείς και αβέβαιους για την προσωπικότητά μας. Μέτρον άριστον...
   

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Νοερά Ραντεβού

   Ήρθε νομίζω η ώρα να γίνω λίγο ρομαντικός. Και γιατί όχι; Εφόσον το θέμα το απαιτεί. Σκεφτόμουν, που λέτε, το πόσο άρρηκτα δεμένοι είμαστε με το παρελθόν μας, είτε αυτό μεταφράζεται ως άτομα που ανήκουν εκεί είτε ως ολόκληρες καταστάσεις γύρω από αυτό. Ποιος είναι τόσο ανόητος που να πιστεύει πως μπορεί να απαλλαγεί από τις παρελθοντικές του σκέψεις και εμπειρίες;
   Για να γίνω κάπως πιο συγκεκριμένος θα φέρω κάποια παραδείγματα. Πρώτο είναι αυτό του απόστρατου. Μπορεί να ησυχάσει εν καιρώ συνταξιοδοτήσεως χωρίς να περνάει από την λέσχη αξιωματικών; Ή χωρίς να εξιστορεί (όπου σταθεί κι όπου βρεθεί) στους νεότερους τις ιστορίες του απ' τον στρατό; Η τριβή μου με στρατιωτικούς μου λέει πως όχι. Αυτός ο άνθρωπος ξαναζεί το παρελθόν του μέσα στο στρατιωτικό περιβάλλον της λέσχης και μέσα από τις συζητήσεις του. Αυτό εγώ το έχω στο μυαλό μου σαν ένα ραντεβού, έναν τρόπο για να προσεγγίσει τον παλιό καλό καιρό. Άλλο παράδειγμα είναι αυτό των καθηγητών. Ακόμα και μετά από χρόνια, η συνήθεια του διδάσκειν δεν χάνεται. Νιώθουν την ατμόσφαιρα της τάξης και συναντιούνται μαζί της όταν συμβουλεύουν κάποιον νεαρό.
   Αλλά αυτά τα φανταστικά ραντεβού δεν περιορίζονται εκεί. Έχω πιάσει για παράδειγμα τον εαυτό μου να ψάχνει συγκεκριμένα άτομα από το παρελθόν μου σε συγκεκριμένα μέρη. Πηγαίνω εκεί που βρισκόμουν με ένα άτομο απ' τα παλιά είτε συχνάζει πια εκεί είτε όχι. Για μένα αυτό έχει αρκετή σημασία ώστε να πηγαίνω χωρίς να έχω κάποιον ιδιαίτερο πρακτικό λόγο, απλά και μόνο για να θυμηθεί ο μικρός μου νους αυτά που θέλει και να κατακλυστεί από θύμησες (και η Θεσσαλονίκη συγκεκριμένα βρίθει από τέτοια μέρη). Πολλές φορές πάλι το νοερό ραντεβού δίνεται ακριβώς επειδή θα βρούμε στο μέρος εκείνο κάποιο άτομο που θέλουμε πολύ να δούμε αλλά δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε πλέον!
   Όλα τα παραπάνω θα σκεφτείτε πως είναι λίγο έως πολύ αυτονόητα. Δεν είναι κάτι καινούριο και πάνω κάτω όλοι μας το κάνουμε. Εγώ αναρωτιέμαι όμως: γιατί υπάρχουν άτομα που δεν το παραδέχονται και θεωρούν πως άφησαν πίσω το παρελθόν τους; Επειδή πιστεύουν πως το να απαλλαγούν από αυτό τους κάνει ανεξάρτητους; Επειδή φοβούνται αυτό το δέσιμο; Για μένα αυτοί οι άνθρωποι είναι δειλοί. Δεν είναι πως δεν δίνουν ραντεβού με το παρελθόν (φυσικά και το έχουν ανάγκη). Απλώς το κάνουν έμμεσα και με τρόπους αντιληπτούς μόνο από τους ίδιους για να μην δείξουν αδύναμοι στους γύρω τους. Αλλά η άλλοτε περίπλοκη κι αβυσσαλέα ψυχολογία του ανθρώπου κάποτε είναι απλούστατη. Όπως σ' αυτή την περίπτωση. Ο δολοφόνος δηλαδή επιστρέφει πάντα στον τόπο του εγκλήματος...      

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Γιατί Τα Τραγούδια Κράζουν

    Χαιρετώ μετά από καιρό απουσίας. Ο τίτλος είναι κάπως παραπλανητικός μιας και είναι ένα δευτερεύον μέρος του άρθρου αλλά συγχωρήστε με, τον βρήκα ωραίο και πιασάρικο. Είχα λοιπόν μια τυχαία συζήτηση για την ψυχολογία της νέας γενιάς (αυτής του '90 και έπειτα περίπου) και συνεπώς καλωσορίζω τους αναγνώστες μου στο νέο μου προβληματισμό: τι τρέχει με τη γενιά μας;
   Εκ πρώτης όψεως όποιος το σκεφτεί ίσως να μη βρει διαφορά με τις προηγούμενες. Πρώτο λάθος. Πάντα η μια γενιά διαφέρει με την επόμενη. Η ουσία όμως βρίσκεται στο να βρούμε το γιατί διαφοροποιηθήκαμε και μετά το πώς. Πιστεύω πως γίναμε συνολικά διαφορετικοί από τους προηγούμενους λόγω της επιρροής μας από αυτούς! Μπερδεμένο; Κι όμως...
   Οι γονείς μας, επηρεασμένοι από την ιδεολογία της δεκαετίας του 40-50' (κάτι που καλλιεργήθηκε από την γενιά των παππούδων μας), θεωρούσαν πως, επειδή στερήθηκαν οι ίδιοι πολλά στην παιδική τους ηλικία, έπρεπε να μας δίνουν όσα περισσότερα μπορούν (μιας και οικονομική κατάσταση το επέτρεπε περισσότερο από παλιά). Κι όσο ζητούσαμε τόσο έδιναν, αγόγγυστα και χωρίς να μας βάζουν μέτρο. Δεν θα πω πως αυτό συνέβη και συμβαίνει 100%. Υπάρχουν παιδιά συνειδητοποιημένα που δουλεύουν και ξέρουν το πώς βγαίνουν τα παιχνίδια, τα γλυκά, τα ρούχα και τα ταξίδια που απολαμβάνουμε. Ως επί το πλείστον πάντως για εμάς αυτά ήταν ουρανοκατέβατα! Δώρα από τους γονείς που ποτέ δεν σκεφτήκαμε πως αυτοί μόχθησαν για να τα έχουμε...
  Επομένως, αν η προηγούμενη γενιά ήταν αυτή των νεοευρωπαίων, η δική μας είναι αυτή των κακομαθημένων. Μαζί κι εγώ κι εσείς και όλοι μας. Διότι η οικογενειακή θαλπωρή και απλοχεριά μας έδωσε τα πάντα και δεν μας ζήτησε σχεδόν τίποτα ως αντάλλαγμα... Έτσι μάθαμε κι έτσι βγαίνουμε κι έξω από το σπίτι μας ως ενήλικες. Χωρίς να κοιτάμε λίγο τι συμβαίνει γύρω μας, φορώντας τις φοβερές παρωπίδες του εγωισμού. Έτοιμοι να τα απαιτήσουμε όλα και απρόθυμοι να δώσουμε έστω και το ελάχιστο. Είναι μήπως τυχαίο που παντού βασιλεύει το παράπονο και σε κάθε σχέση μας, όποια κι αν είναι αυτή, πιστεύουμε πως αδικούμαστε; Μα επόμενο είναι! Αφού μάθαμε να παίρνουμε, είναι αυτονόητο πως το να δίνουμε μας φαίνεται περίεργο και άδικο....
   Κι αν θεωρείτε πως έχω άδικο, θα σας παρουσιάσω τον καθρέφτη της κοινωνίας και ειδικά της δικής μας γενιάς: τα νέα τραγούδια που εδώ και χρόνια βγαίνουν και αφορούν εμάς, κοινώς αυτά που παίζουν σωρηδόν στο ραδιόφωνο. Έχουν στίχο που βρίθει από αδικημένους και παρεξηγημένους, ανθρώπους που είναι μόνοι και κανείς δεν τους καταλαβαίνει. Οι άνθρωποι της μουσικής έχουν αφουγκραστεί τα κόμπλεξ μας και ιδού το αποτέλεσμα. Τέτοια ακούγονται παντού και όλοι πιστεύουμε πως γράφτηκαν για εμάς: είτε αξίζουν την δημοτικότητά που έχουν είτε όχι. Δεν έχω σκοπό να "κράξω" κάτι συγκεκριμένο, απλώς θέλω να βάλω ιδέες και (γιατί όχι;) λίγα φιτίλια. Ούτε έχω πρόβλημα με την ίδια την μουσική, μόνο με ανησυχεί ο λόγος που ο στίχος που αγαπάμε πρέπει να μας παρουσιάζει αδικημένους από τη ζωή...
   Αν ήμασταν πιο φιλότιμοι λοιπόν και δεν είχαμε μάθει στα έτοιμα από μικροί, ίσως το αίσθημα του υπέρμετρου εγωισμού μας να μην ήταν τόσο έντονο: ίσως να καταλαβαίναμε τους άλλους χωρίς πρώτα να πρέπει να περάσουν από το φίλτρο του "γιατί δεν είναι οι άλλοι στο δικό μου ρυθμό". Και το βασικό είναι να συνειδητοποιήσουμε πως δεν είμαστε εμείς το κέντρο του κόσμου. Αυτή είναι μια λανθασμένη ιδέα, ιδέα που μας εμφύτευσε το ντάντεμα των μεγαλύτερων και την οποία χρειάζεται να αλλάξουμε, για να μην είμαστε 20 και 30 χρονών ακόμα ανώριμοι. Όταν το καταφέρουμε θα δούμε και το δικό μας άδικο, και το δίκιο των άλλων προς εμάς, όπου υπάρχει.
   Αλλά ούτε να σας μαυρίσω την ψυχή θέλω! Καλά παιδιά είμαστε κι εμείς και θα βρούμε τον δρόμο μας... Ούτε ο εγωισμός μας πρέπει να εξαφανιστεί από προσώπου γης. Μόνο να ελαττωθεί και να βάλουμε και τον εαυτό μας να απολογηθεί και όχι μόνο να δέχεται συγγνώμες άλλων. Καλή καρδιά λοιπόν...