Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

Seedship: Παίζοντας τον Θεό

   Χάρη στην ιντερνετική εκπομπή SciTalksGr ανακάλυψα το διαδικτυακό παιχνίδι Seedship. Είναι εύκολο, γρήγορο, με αρκετά δεδομένα, πολλές επιλογές και άμεσα, αναπάντεχα αποτελέσματα. Ξεκινάει περιγράφοντας ένα σκάφος που φεύγει από μια γη στα όρια της καταστροφής. Μεταφέρει 1000 επιβάτες έτοιμους για εποίκιση άλλων πλανητών, όμως ευρισκόμενους σε ψύξη. Ένα ανεπτυγμένης νοημοσύνης ρομπότ ελέγχει το σκάφος και κάνει τις αναλύσεις βασισμένο στα εξελιγμένης τεχνολογίας ανιχνευτικά εργαλεία του σκάφους. Τον ρόλο αυτού του ρομπότ καλείται να παίξει ο παίκτης.
   Συνολικά θα έλεγα πως είναι ένα παιχνίδι αξιολόγησης δεδομένων, λήψης διαδοχικών σωστών αποφάσεων μέσα από ένα φάσμα με τελικό σκοπό την επιλογή του κατάλληλου σπιτιού για τη Νέα Εποχή των Ανθρώπων. Ένα παιχνίδι βιοηθικής που εγείρει πολλά φιλοσοφικά ερωτήματα. Επειδή το έπαιξα για πάρα πολλές ώρες, ενδεικτικά θα πω πως το τρίτο καλύτερο σκορ μου το κατάφερα οδηγώντας την ανθρωπότητα σε μια καινούρια Νεολιθική Εποχή, όπου όμως οι άνθρωποι κατάφεραν να ζήσουν αρμονικά και να απολαμβάνουν τη ζωή τους. Άλλες αποστολές, που κατέληξαν σε καλύτερη τεχνολογική ανάπτυξη, έφεραν άπληστες κυβερνήσεις ή μεγάλες εταιρείες να ελέγχουν τον πληθυσμό και, συνεπώς, κατώτερο σκορ.
   Η εμπειρία μου στην αρχή είχε τον ρόλο του ανιχνευτή ή και του σωτήρα: ένιωθα πως πρέπει να διαλέξω προσεκτικά κι ένιωθα μια κάποια ευθύνη, αν και επρόκειτο για παιχνίδι. Εξάλλου ήταν ανθρώπινες ζωές αυτές με τις οποίες έπαιζα. Έμεινα ευχαριστημένος από αρκετές επιλογές μου και συνέχισα σ' αυτόν τον ρυθμό, κάνοντας σωστές επιλογές, μέχρι που κάποια στιγμή σκέφτηκα να δοκιμάσω άλλους δρόμους.
   Μπήκα στη διαδικασία να αφήνω να θυσιαστούν άνθρωποι σε επικίνδυνες στιγμές της διαστημικής αποστολής αντί για θυσίες άλλου είδους ή από καθαρή περιέργεια επέλεγα να προσεδαφιστεί το σκάφος σε εντελώς ακατάλληλους πλανήτες με χείριστες συνθήκες, έτσι απλά για να δω τι θα γίνει. Τα αποτελέσματα μου φάνηκαν διασκεδαστικά: οι άνθρωποι κατέληγαν σε φριχτές δυστοπίες, χωρίς δυνατότητα ανέλιξης, αναπλήρωσης του χαμένου πολιτισμού ή κάτω από μιλιταριστικές ή αυταρχικές μορφές διοίκησης.
   Αυτό μου έμαθε πολλά για τον εαυτό μου: η περιέργεια είναι αυτή που με οδήγησε στο να παίζω ξανά και ξανά αυτό το υπέροχο, καλοσχεδιασμένο και εθιστικό παιχνίδι! Η περιέργεια, η οποία με ωθούσε στις καλύτερες αλλά και στις χειρότερες αποφάσεις. Κάποια στιγμή άρχισα να προσπαθώ να φτάσω το χειρότερο σκορ που μπορούσα, κάνοντας όλο και χειρότερες επιλογές. Όντας συνηθισμένος πια στο είδος του παιχνιδιού, "έπαιζα" με τις ζωές των ανθρώπων αυτών χωρίς να νοιάζομαι. Περίεργο το πόσο σαδιστική μπορεί να γίνει η φύση ακόμα κι ενός φιλειρηνιστή από ένα παιχνίδι!
   Τελικά το seedship με έκανε να νιώθω σαν ένας μικρός θεός. Μ' έκανε να σκεφτώ, πλήρως επιστημονικά και τεκμηριωμένα, την πιθανότητα ο Αδάμ και η Εύα να έχουν υπάρξει πραγματικά! Ποιος μας λέει πως είναι αδύνατον το ανθρώπινο είδος να έχει έρθει από ένα πολύ μακρινό πλανητικό σύστημα για να εποικίσει αυτόν τον υπέροχο πλανήτη; Ίσως το ότι ζούμε εδώ δεν είναι τυχαίο αλλά μία πολύ σοφή επιλογή, την οποία έκανε ο "θεός", δηλαδή μία μορφή νοημοσύνης στην οποία εμπιστεύτηκε η ανθρωπότητα την επιλογή νέου σπιτιού! Τέτοιου είδους σκέψεις περνάνε απ' το μυαλό κάποιου που παίζει ένα τέτοιο παιχνίδι, εύλογα ή όχι.
   Συμπερασματικά, δε μετανιώνω γι' αυτό το διασκεδαστικό ταξίδι. Το παιχνίδι αυτό διδάσκει το βάρος και την ποικιλία των επιλογών, τις αντίστοιχες συνέπειές τους και κάνει τον χρήστη να καταλαβαίνει καλύτερα τον εαυτό του. Μέσα στο χάος των επιλογών βρίσκει τις επιλογές που θεωρεί ανεκτές, καλές ή κακές, ανυπόφορες ή ελπιδοφόρες. Στο τέλος βρίσκει ποιο τέλος ευχαριστεί τον ίδιο, ποιες προσδοκίες δηλαδή έχει από την ευτυχία, και τι σημαίνει να είσαι ο θεός για λίγο, έστω και σε μια διαδικτυακή πλατφόρμα. Ενδεικτικά εκθέτω το καλύτερο σκορ μου:

Top score in Seedship: 11232
                                                  Με αυτό ένιωσα ικανοποιημένος!

Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

Δίλημμα: Ταξίδι ή Προορισμός;

   Πολλοί γύρω μας εκφράζουν τις επιθυμίες και τους διακαείς πόθους τους μπροστά μας: "Θα ήθελα να ξέρω βιολί", "θα ήθελα να μιλάω ισπανικά", "θα ήθελα να είμαι πρωταθλητής στο σκάκι/στο ποδόσφαιρο/στο τάε κβον ντο" κτλ. Θα έλεγε κανείς πως είναι εκπληκτικό το πόσο πολλοί από αυτούς δεν πραγματοποιούν ποτέ αυτούς τους πόθους τους. Είναι, όμως, επόμενο κι αναμενόμενο. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν μπερδέψει το ταξίδι με τον προορισμό.
   Ας σκεφτούμε λίγο τι έκανε τον Α φίλο μας να επιθυμεί να "ξέρει βιολί". Πιθανότατα άκουσε έναν επαγγελματία βιολιστή να εκτελεί υπέροχα ένα κομμάτι. Θα ήθελε να είναι στο επίπεδο εκείνου αμέσως, την επόμενη στιγμή. Αν του ζητηθεί όμως να περάσει όλη τη διαδικασία από το στάδιο του αρχάριου μέχρι αυτό του αναγνωρισμένοι επαγγελματία, οπωσδήποτε θα δειλιάσει, επειδή μιλάμε για χιλιάδες ώρες εξάσκησης, λαθών, απογοήτευσης, στιγμές που ο βιολιστής έχει την παρόρμηση να τα παρατήσει, να πετάξει το βιολί του απ' το παράθυρο, μέρες που φθονεί όσους έχουν πετύχει και θεωρεί τον εαυτό του αποτυχημένο...
   Σίγουρα ο δρόμος προς την επιτυχία είναι σκληρός. Δεν έρχεται από τη μία μέρα στην άλλη. Εμείς, οι απλοί παρατηρητές, δεν έχουμε ιδέα για έναν άνθρωπο μέχρι να γίνει γνωστός. Τότε επιθυμούμε αυτή του την επιτυχία χωρίς όμως να είμαστε διατεθειμμένοι να περάσουμε όσα πέρασε. Ονειρευόμαστε τον προορισμό χωρίς να θέλουμε να κάνουμε το ταξίδι.
   Το ίδιο κι όταν βλέπουμε ένα διάσημο πρόσωπο στην τηλεόραση. Εκεί, θα πει κανείς, ο άνθρωπος μπορεί να μην έχει κάποια ιδιαίτερη ικανότητα που ήθελε χρόνια εξάσκησης: απλώς έκανε κάποιες σωστές κινήσεις. Αν τις έκανα κι εγώ, αν είχα τις ευκαιρίες του, θα ήμουν πρόθυμος να ζήσω το "ταξίδι" προκειμένου να φτάσω στον "προορισμό".
   Εγώ διαφωνώ. Θεωρώ πως από τη ζωή ενός διάσημου δεν ξέρουμε παρά το 1/10 κι αυτό με επιφύλαξη. Αυτό που ζητάμε, όλοι εμείς που στη ζωή μας νιώθουμε κοινοί και μας ξέρουν μια χούφτα άνθρωποι, είναι η διασημότητα. Η αναγνώριση. Να μας κοιτούν άγνωστοι με θαυμασμό, να μας σταματούν στον δρόμο για αυτόγραφο και να ελκύουμε τους άλλους με τη γοητεία της διασημότητας. Όλα τα υπόλοιπα όμως δεν τα ξέρουμε ή κάνουμε πως δεν τα βλέπουμε.
   Μέρος του ταξιδιού προς τη διασημότητα είναι ο αυτοσαρκασμός και η αυτοκριτική. Κανείς δεν μπορεί να γίνει πραγματικά διάσημος αν δεν μπορεί να τιθασεύσει τον εαυτό του και να μάθει τα όριά του. Η διασημότητα, σε όσο ανάξια χέρια κι αν μοιάζει πως χαρίζεται καμιά φορά, έχει ως βασική προϋπόθεση την τιθάσευση του Εγώ. Αν δεν μπορώ να αποδεχτώ τον εαυτό μου, δε θα αντέξω ούτε πέντε λεπτά στο σανίδι. Οι περισσότεροι δεν μπορούν, πράγμα που αποδεικνύεται από τον θυμό που τους διακατέχει από μία και μόνο κακή κριτική, δικαιολογημένη ή μη. Ένας διάσημος όμως δέχεται βολές κατά ριπάς από αγνώστους: αδικαιολόγητους κι απαράδεκτους ισχυρισμούς για πράγματα που συνήθως δεν είναι, δεν έχει κάνει ή δεν έχει υποχρέωση να δικαιολογηθεί. Αυτό θα οδηγούσε πολλούς στην κατάθλιψη ή στην αυτοκτονία.
   Επίσης, στη διασημότητα δεν υπάρχει γυρισμός. Από άγνωστος μπορεί κάποιος να γίνει γνωστός. Το αντίθετο όχι. Μπορεί μόνο να ξεχαστεί απ' το κοινό αν πασχίσει πολύ, αλλά ακόμα κι αυτό όχι εντελώς. Η προσωπική του ζωή, όπως επίσης και η ζωή του πολύ στενού του κύκλου, είναι θέαμα και παιχνίδι των δημοσιογράφων και του κοινού: θέλει πολύ αγώνα για να την κρατήσει κανείς κρυφή.
   Οπότε πολλές φορές ονειρευόμαστε τον προορισμό και νομίζουμε πως ξέρουμε για τις κακοτοπιές του ταξιδιού, όμως κάνουμε λάθος. Εκείνος που θα καταφέρει να φτάσει στο Ελ Ντοράντο του, στην προσωπική του Γη της Επαγγελίας, πρέπει πρωτίστως να αγαπήσει το ταξίδι προς τα εκεί. Αν το θεωρήσει ένα απαραίτητο εμπόδιο για να φτάσει στον προορισμό, αργά ή γρήγορα θα απελπιστεί και θα τα παρατήσει. Συμπερασματικά, ο Καβάφης δικαιώνεται: σημασία δεν έχει ο προορισμός αλλά το ταξίδι. Διότι χωρίς αγάπη για το ταξίδι, ο προορισμός μένει για πάντα μακρινός κι άπιαστος κι εμείς ριζωμένοι στο εδώ και στο τώρα.

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

Η Χειρότερη Προδοσία

   Τους τιμημένους νεκρούς μας, αυτούς που σκοτώθηκαν για να είμαστε εμείς ελεύθεροι, τους θυμόμαστε συνήθως τις κεγόμενες ιστορικές μέρες. Κρίμα, διότι θα έπρεπε να τους έχουμε πάντα στον νου μας. Ανθρώπους που υπερασπίζονται την ελευθερία οφείλουμε να τους τιμάμε έμπρακτα και καθημερινά: όχι για το θεαθήναι ή τις μέρες που συνηθίζεται. Διότι η τιμή και η ευγνωμοσύνη δεν έχουν πρόγραμμα ούτε ημερομηνίες.
   Πέρα από αυτό, συνήθως αυτές τις θυσίες ανώνυμων ηρώων, που άφησαν οικογένειες, φίλους και δικούς, καθώς και την ελπίδα για την ίδια τους τη ζωή, τις θυμόμαστε και τις μνημονεύουμε ως επιχείρημα για να στηρίξουμε την πολιτική μας θέση. Κάνουμε μια επίκληση στο συναίσθημα, υπονοώντας πως μόνο εμείς και οι ομοϊδεάτες μας -και όχι οι πολιτικοί μας αντίπαλοι- έχουμε αίσθημα ευγνωμοσύνης και συνεχίζουμε την πορεία που χάραξαν αυτοί οι ήρωες. Αυτό είναι πατριδοκαπηλία. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να εκμεταλλεύεται θυσίες ηρώων για το προσωπικό ή το πολιτικό του συμφέρον. Βέβαια αυτό συνεχίζει να γίνεται κατά κόρον.
   Αν θέλουμε όμως να ερευνήσουμε καλύτερα το τι σήμαιναν (και συνεχίζουν να σημαίνουν) αυτές οι θυσίες, απαραίτητο είναι να δούμε ποιοι είναι αυτοί που σκοτώθηκαν και γιατί. Απλοί άνθρωποι ήταν, σαν εμάς. Άνθρωποι που έτρεμαν, όπως κι εμείς, όπως κάθε λογικός άνθρωπος, τον πόλεμο. Άνθρωποι που δεν ήθελαν να πάνε κι αν μπορούσαν να διαλέξουν, θα διάλεγαν την ειρήνη, διότι μόνο με ειρήνη υπάρχει πολιτισμός, ανάπτυξη, μέλλον. Όσοι δεν φοβούνται και δε μισούν τον πόλεμο είναι μόνο όσοι δεν καταλαβαίνουν το μέγεθος της θηριωδίας του. Όσοι έχουν πλήρη άγνοια κινδύνου ή βλέπουν αδιάφορα τις μαζικές εκτελέσεις και δολοφονίες, τους βιασμούς, τους αποκεφαλισμούς και την αποκτήνωση και πιστεύουν πως είναι για το καλύτερο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι τρομακτικοί για το μέλλον της ανθρωπότητας.
   Οι ήρωες σκοτώθηκαν, λένε, για την πατρίδα. Και τι είναι η πατρίδα; Το χώμα; Οι πόλεις; Οι κοινωνικές δομές; Κάτι αφηρημένο ίσως; Ίσως είναι λίγο απ' όλα. Πιο πολύ, θα έλεγα, η πατρίδα είναι ένα σπίτι, ένα τείχος ασφαλείας απέναντι στη σκληρότητα του κόσμου. Ένα τείχος που προστατεύει την ελευθερία και τη ζωή και ο άνθρωπος είναι το βαρόμετρό της. Χωρίς ελευθερία και χωρίς σεβασμό προς τη ζωή δεν υπάρχει πατρίδα και κανείς δεν αξίζει να υπερασπίζεται ένα κράτος που περιφρονεί αυτά τα ιδανικά. Το να θυσιάζεται κάποιος για ένα κράτος που περιφρονεί τη ζωή του είναι ό,τι πιο αντιφατικό, ό,τι πιο οξύμωρο.
   Πώς μπορούμε όμως έμπρακτα να υποστηρίξουμε τον σεβασμό προς τη ζωή και την ελευθερία; Είμαστε μικροί ως μονάδες, με ελάχιστη πολιτική και κοινωνική δύναμη. Το κράτος όμως από εμάς, τις μικρές μονάδες, αποτελείται. Ο καλύτερος τρόπος, θα έλεγα, είναι να επιζητούμε την ειρήνη. Όταν μνημονεύουμε τους νεκρούς μας, τους ήρωες που θυσιάστηκαν για την ελευθερία πρέπει να θυμόμαστε τι σημαίνει ελευθερία: ειρήνη, όχι πόλεμος. Ίσως κάποιες φορές ο πόλεμος, το απόλυτο κακό της ανθρωπότητας, να είναι αναπόφευκτος. Ποτέ όμως δεν είναι αρεστός, ποτέ δεν είναι ευπρόσδεκτος. Και η χειρότερη μορφή προδοσίας προς τους νεκρούς που θυσιάστηκαν είναι να επιζητούμε τον πόλεμο, να περιφρονούμε και να ξεχνάμε τις κραυγές απελπισίας του άμαχου πληθυσμού ή των επίστρατων που σκοτώθηκαν εν καιρώ πολέμου.
   Οπότε το επόμενο βήμα είναι η επιθυμία για ειρήνη. Η ειρήνη μπορεί να φέρει συνεργασία και ανάπτυξη και μόνο αυτά μπορούν να φέρουν την ειρήνη. Το μίσος, ο διαχωρισμός και η επακόλουθη περιφρόνηση της ζωής των άλλων (αφού είναι υποτίθεται διαφορετική από τη δική μας) μόνο πόλεμο και θηριωδία μπορούν να φέρουν. Για να θέλει, πάλι, κάποιος διακαώς τον πόλεμο, σημαίνει πως στην ειρήνη δε βρίσκει τον εαυτό του, δε βρίσκει μία θέση για τον ίδιο. Κι αυτό είναι μάστιγα.
   Η χειρότερη προδοσία λοιπόν είναι η προδοσία απέναντι στην ειρήνη. Η αγάπη και η προσδοκία για πόλεμο. Ο χειρότερος τρόπος για να τιμήσεις του νεκρούς ήρωες είναι να ονειρεύεσαι κι άλλους νεκρούς ήρωες, διότι δεν καταλαβαίνεις τον πόνο και τη θυσία τους. Αν υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε για να μην υπάρξουν άλλοι πόλεμοι είναι να βγάλουμε την ιδέα του πολέμου από μέσα μας. Η παγκόσμια ειρήνη είναι ένα μακρινό, άπιαστο ίσως, όνειρο αλλά κάθε μας βήμα πρέπει απαραιτήτως να οδεύει προς τα εκεί. Η ιδέα της συνεργασίας και της αλληλοκατανόησης, της εμπιστοσύνης και του οραματισμού πρέπει να υπερνικούν το σκοτάδι που υπάρχει μέσα μας. Ποιος δε θα ήθελε, αν μπορούσε, να φέρει την ειρήνη; Ε λοιπόν, το χρέος μας είναι να εργαστούμε γι' αυτό, πρώτα με τον εαυτό μας κι έπειτα με το κοινωνικό περιβάλλον μας. Χωρίς τέτοιου είδους θέληση, δεν υπάρχει ελπίδα.

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2018

Έτσι Είναι η Ζωή

   Έτσι είναι η ζωή. Μια έκφραση που ακούει κάθε άνθρωπος σε κάθε γλώσσα και κάθε γωνιά της γης. Μια έκφραση που κρύβει μέσα της αλήθειες και παράλληλα είναι μια μεγάλη παγίδα. Πώς όμως  γίνεται αυτό το σχεδόν οξύμωρο;
   Ανάλογα του πώς ορίζει κανείς τη ζωή. Αν βάλω στον ορισμό τα στοιχεία της φύσης, τις πιθανότητες και τυχαία περιστατικά, τότε έχω ένα απρόβλεπτο και αχανές μέλλον, για το οποίο όντως δεν μπορώ να σχεδιάσω. Συνήθως όμως το "έτσι είναι η ζωή" σχετίζεται με τις ανθρώπινες κοινωνίες, με τις ανθρώπινες σχέσεις και πάθη. Κι εδώ είναι που έρχεται η παγίδα.
   Θεωρώ λοιπόν την έκφραση αυτή την αρχή της μοιρολατρίας. Αν δεχτούμε πως το "έτσι είναι η ζωή" κατάλληλο συμπέρασμα κάθε γεγονότος, τότε τα πάντα μπορούν να δικαιολγηθούν. Ήρθαν κουρσάροι και ξεκλήρισαν ένα χωριό; Έτσι είναι η ζωή. Φανατικοί θρησκόληπτοι σπέρνουν την τρομοκρατία με βάση τις εσχατολογικές τους παραδοξολογίες; Έτσι είναι η ζωή. Πατέρας κακοποιεί σεξουαλικά τα παιδιά του επί σωρεία ετών; Τι τα θες, έτσι είναι η ζωή.
   Κι αναρωτιέμαι: γιατί είναι έτσι η ζωή; Πώς είναι αυτό το έτσι; Εκφράσεις σαν κι αυτήν είναι εγκληματικές, κατά τη γνώμη μου. Προσπαθούν να μας πείσουν να αποδεχόμαστε τα πάντα ως φυσιολογικά, να μην αντιδρούμε και να μην αναρωτιόμαστε πώς θα ήταν ο κόσμος χωρίς όλα αυτά. Απλά τα δεχόμαστε και προχωράμε. Αυτό όμως κρύβει την παγίδα, όπως είπα και παραπάνω, να γινόμαστε μοιρολάτρες. Να μη βάζουμε όρια και να μην παλεύουμε για έναν καλύτερο κόσμο, πράγμα που είναι θαρρώ ο απώτερος σκοπός της ανθρώπινης κοινωνίας.
   Σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν εν μέσω μιας ανθρώπινης τραγωδίας ακούτε αυτή την έκφραση, έχετε μπροστά σας έναν άνθρωπο που έχει αποδεχτεί τις θηριωδίες του σήμερα. Που τις θεωρεί φυσιολογικές. Που δεν ονειρεύεται έναν κόσμο χωρίς αυτές: απλά προσεύχεται μοιρολατρικά να μην τύχουν στον ίδιο. Έναν άνθρωπο που έχει χάσει κάθε έννοια σκοπού και προσπαθεί να παρηγορηθεί μέσα στην ασχήμια.
   Εγώ προτρέπω τον καθένα σε τέτοιες περιπτώσεις να σκέφτεται: γιατί είναι έτσι η ζωή; Γιατί να μην είναι αλλιώς, πολύ καλύτερη, ασφαλέστερη; Αυτό είναι το πρώτο βήμα. Έπειτα να σκεφτείτε: τι πρέπει να γίνει για να αλλάξει η ζωή προς το καλύτερο; Και τέλος, τι μπορώ εγώ να κάνω για να αλλάξει προς το καλύτερο; Είναι η αρχή μιας φιλοσοφικής σκέψης που ακυρώνει τη μοιρολατρία και λειτουργεί ως εφαλτήριο της ελεύθερης βούλησης. Αλλά ας φέρω ένα απλούστερο παράδειγμα.
   Έτσι είναι ο στρατός. Αυτό μας έλεγαν κατά τη στρατιωτική μου θητεία για να δικαιολογήσουν κάθε παράλογο στοιχείο του. Αδικούνταν κάποιος άξιος; Έτσι είναι ο στρατός. Ταλαιπωρούνταν κάποιος και έπαιρνε τα εύσημα ένας ανάξιος; Έτσι είναι ο στρατός. Τιμωρούνταν με φυλακή και στέρηση εξόδου ένα φιλότιμο παιδί, ενώ έπαιρνε τιμητική άδεια ένας κηφήνας; Έτσι είναι ο στρατός.
   Ο στρατός είναι όμως μια μικρογραφία της έξω κοινωνίας. Κι αυτό που κατάλαβα από τα πρώτα βήματα της 14μηνης θητείας μου είναι πως ο στρατός είναι "έτσι" ανάλογα με τους ανθρώπους που υπάρχουν μέσα του. Αν τύχεις σε στραβό διοικητή, τότε έτσι είναι ο στρατός. Αν τύχεις σε σωστό άνθρωπο, τότε δεν "είναι έτσι". Τότε όλα κυλάνε ρολόι. Άρα επιστρέφουμε στον ανθρώπινο παράγοντα, που είναι ελέγξιμος.
   Τι μπορεί να να γίνει για να μην "είναι έτσι ο στρατός"; Μα φυσικά ο στρατιώτης, ο υπαξιωματικός και ο αξιωματικός να γίνουν πιο φιλότιμοι και πιο τίμιοι. Από αυτούς εξαρτάται. Στη θητεία μου γνώρισα πολλούς εξαιρετικούς ανθρώπους, οι οποίοι πάσχιζαν για το δίκαιο και το τίμιο σε ένα σάπιο σύστημα. Αν ο καθένας λοιπόν βολεύεται με το "έτσι είναι ο στρατός" τότε όλα δικαιολογούνται. Μπορεί να δεχτεί την αδικία, ακόμα και να την προκαλέσει, με τον ισχυρισμό πως "έτσι είναι ο στρατός".
   Ε, ας μην είναι έτσι! Ποιος μας υποχρεώνει να το δεχτούμε; Όσο το δεχόμαστε, τόσο γίνομαστε πιο ανεκτικοί στην αδικία, τόσο πιο πολύ μοιάζουμε στο τέρας που μισούμε. Όχι, δεν είναι έτσι ο στρατός. Έτσι κάνουν τον στρατό κάποιοι κλειστόμυαλοι στρατιωτικοί, οι οποίοι πρέπει να είναι η εξαίρεση, όχι ο κανόνας!
   Ας επιστρέψουμε στο μεγάλο και χαοτικό στοιχείο της ζωής, της ανθρώπινης κοινωνίας. Πάλι ο ανθρώπινος παράγοντας είναι στο στόχαστρο. όσο λέμε πως "έτσι είναι η ζωή" ή "έτσι είναι τα πράγματα", τότε δεχόμαστε την αδικία και είμαστε έτοιμοι να την πράξουμε κι εμείς με την πρώτη ευκαιρία και την ίδια άθλια, ανήθικη δικαιολογία. Για να αλλάξει όμως το σύστημα πρέπει να αλλάξει το κάθε άτομο. Και για να αλλάξει το κάθε άλλο άτομο, οφείλουμε εμείς οι ίδιοι να είμαστε πιο ενεργητικοί, πιο δραστήριοι, πιο ευαισθητοποιημένοι. Είναι καθήκον μας. Μόνο έτσι θα πάψει να "είναι έτσι η ζωή".

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

Βόρεια και Νότια Κορέα: Δύο Κόσμοι Αντίθετοι

   Στο σημερινό άρθρο θα αναφέρω το θέμα της Κορέας. Η χώρα μετά το 1945 χωρίστηκε σε δύο μέρη, τη Βόρεια και τη Νότια Κορέα. Τώρα πια, μετά από 7 δεκαετίες είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι, ανάμεσα στους οποίους υπάρχουν απροσπέλαστα σύνορα. Δε θα το αναλύσω από άποψη ιστορική ή πολιτική, επιγραμματικά μόνο θα αναφέρω πως στη Βόρεια υπάρχει κομμουνισμός και στη Νότια καπιταλισμός. Αυτό που με ενδιαφέρει στο άρθρο είναι τι ρυθμούς και τρόπο ζωής έχει ο απλός κόσμος. Κοντολογίς, πώς ζει ο πληθυσμός.
   Στη Βόρεια Κορέα, τα πάντα είναι στρατιωτικοποιημένα. Όλοι δουλεύουν για το καθεστώς, ενώ ο απλός άνθρωπος είναι ένας αριθμός χωρίς ουσιαστικά δικαιώματα, πέρα από το δικαίωμα στη ζωή και καμία διαφοροποίηση δεν επιτρέπεται. Υπάρχουν συγκεκριμένα στυλ κουρέματος, συγκεκριμένα είδη ενδυμασίας, χρειάζονται άδειες για να ταξιδέψει κανείς στο εξωτερικό (ή ακόμα και σε άλλες περιοχές του εσωτερικού) και αγαθά δεδομένα για εμάς, όπως το ίντερνετ και η μουσική, για τους Βορειοκορεάτες είναι κατά βάση απρόσιτα.
   Στη Νότια Κορέα πάλι, τα πράγματα είναι άκρως αντίθετα. Υπάρχει τεράστια τεχνολογική ανάπτυξη, μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, πολύ τουρισμός. Οι άνθρωποι έχουν πολλά ενδιαφέροντα και ζούνε με μια σχετική αρμονία. Υπάρχουν πολλών ειδών ελευθερίες και θυμίζει σε πολλά τον δυτικό πολιτισμό. να αναφέρω μόνο πως η Κ-pop, η νοτιοκορεάτικη μουσική, είναι διαδεδομένη σε παγκόσμια εμβέλεια και ανταγωνίζεται αυτές της Ευρώπης και της Αμερικής. Αλλά το σημαντικότερο είναι πως οι άνθρωποι χαμογελάνε.
   Θα μου πείτε, έχουμε κάμερα στα σπίτια τους για να αποδείξουμε πως χαμογελάνε; Όχι. Έχοντας παρακολουθήσει όμως αρκετές εκπομπές της τηλεόρασης, βλέπω πως το χιούμορ είναι βασικό στοιχείο τους. Δημιουργούν πρότυπα στον τηλεθεατή και τον προτρέπουν να περάσει καλά. Αν δει κανείς κάτι αντίστοιχο στη Βόρεια Κορέα, ας με ενημερώσει. Οπότε στον Βορρά κυριαρχεί ο κλειστός, αφιλόξενος, εχθρικός τρόπος ζωής ως προς τις εξωτερικές σχέσεις (και κατά συνέπεια και ως προς τις εσωτερικές) ενώ στον Νότο ο ανοιχτός, ελεύθερος και ξέγνοιαστος, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.
   Όλοι μας έχουμε στον εσωτερικό μας κόσμο "δύο Κορέες". Μέσα μας ζει ο φόβος για το διαφορετικό, η περιθωριοποίηση, η αναδίπλωση προς τον εαυτό μας και όλα αυτά μαζί μας κάνουν φοβικούς, κλειστόμυαλους και εχθρικούς προς τους άλλους. Επίσης, μέσα μας υπάρχει η ανάγκη για επικοινωνία, για ελευθερία, για να γευτούμε πολλές διαφορετικές γεύσεις αυτής της ζωής και να ντυθούμε σε πολλά διαφορετικά χρώματα. Ανάλογα με το πώς μεγαλώνουμε, με τα διδάγματά μας, διαλέγουμε (ή διαλέγουν άλλοι για εμάς) ποιον δρόμο θα ακολουθήσουμε. Αυτή η πρώτη επιλογή καθοδηγεί και τις λεπτομέρειες στον τρόπο ζωής και τη νοοτροπία μας.
   Πολλές φορές αναρωτιέμαι: οι άνθρωποι που ζουν με τον κλειστό τρόπο σκέψης, άραγε δεν κουράζονται; Δε νιώθουν την ανάγκη να ανοιχτούν, να αναπνεύσουν την ελευθερία; Υποθέτω πως αυτό συμβαίνει, ακόμα κι αν δεν το παραδέχονται. Διότι πρέπει να υπάρχει αέναος εσωτερικός πόλεμος ώστε να εξωτερικεύονται εχθρικές και φιλοπόλεμες ιδέες κατά βούληση. Κατ' ανάγκη ίσως, σε δύσκολες εποχές, να μην υπάρχει χρόνος για ελευθερία και αυτοβελτίωση. Ο αρνητισμός όμως συνήθως είναι κάτι λιγότερη από επιλογή: είναι στο μυαλό των κλειστόμυαλων ένας μονόδρομος, διότι ποτέ δεν έστρεψαν το βλέμμα τους τριγύρω για να δουν με πόσο όμορφα χρώματα είναι βαμμένος ο κόσμος. Όταν το καθεστώς προσπαθεί να πείσει τον λαό πως τίποτα δεν υπάρχει έξω και φιμώνει κάθε προσπάθεια επικοινωνίας του με τον έξω κόσμο, τότε ο λαός αναγκαστικά πιστεύει πως όλος ο κόσμος είναι γκρίζος. Ας μην κάνουμε αυτό το λάθος εμείς που ζούμε με μια σχετική ελευθερία και μπορούμε να επιλέξουμε.

Πολυχρωμία, ελευθερία

Στρατιωτικοποίηση, ανελευθερία

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Μαζί τα Φάγαμε

   "Μαζί τα φάγαμε". Η ρήση που κυριάρχησε στην αρχή των χρόνων της οικονομικής κρίσης. Καθώς ο κλοιός στένευε και τα μαύρα σύννεφα στην πολιτική σκηνή πλησίαζαν απειλητικά, αυτή ήταν μια άτεχνη προσπάθεια να πειστεί ο λαός πως φταίει. Να νιώσουμε πως είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα και μάλιστα πως φταίμε εξίσου που βουλιάζει, ενώ στην πραγματικότητα οι μεν είναι σε μια βάρκα που βουλιάζει, οι δε σ' ένα κρουαζιερόπλοιο που πλέει αμέριμνο τριγύρω και οι μακάριοι ταξιδιώτες του τρώνε χαβιάρι κοιτώντας αδιάφορα τους ναυτιλομένους. Η ρήση αυτή κοροϊδεύτηκε όσο λίγες αλλά έγινε και κτήμα του Έλληνα όσο λίγες. Γιατί όμως έπιασε τόπο;
   Επειδή ο Έλληνας αγαπά τη γενίκευση. Του αρέσουν οι απλές, οι εύκολες λύσεις. Όταν θέλει να βγάλει ένα συμπέρασμα, θα πει "όλοι μας", "μαζί", "πάντα" ή "ποτέ". Οι περιπτώσεις, οι υποπεριπτώσεις, η διαίρεση, η εξέταση, η ενδελεχής σκέψη που βγάζει ζόρικα αλλά καίρια συμπεράσματα, αυτά είναι σπορ για άλλους. Στην περίπτωση του "μαζί τα φάγαμε" η λέξη-κλειδί είναι το "μαζί". Δεν ορίζεται επακριβώς: υπονοείται πως ΟΛΟΙ μαζί φταίνε, κάτι που είναι πέρα για πέρα λάθος. Δε φταίνε όλοι μαζί. Φταίνει πολλοί, όχι όμως όλοι. Αυτό κάνει τη διαφορά.
   Ποιο θα ήταν το πρόβλημα στο "πολλοί μαζί τα φάγαμε" αντί του "όλοι μαζί τα φάγαμε"; Μα φυσικά ότι στην τωρινή περίπτωση, όποιος νιώθει ενοχή νιώθει και την ανακούφιση του πλήθους. Μπορεί να φταίω, σκέφτεται, όμως φταίνε το ίδιο και οι υπόλοιποι. Άρα όλα καλά. Αν η απληστία και η κακοδιαχείριση ετών συνοψιζόταν στο "πολλοί μαζί τα φάγαμε" κάποιοι ανάμεσά μας θα έβγαιναν αθώοι. Φυσικά αυτή είναι η αλήθεια. Υπήρξαν και υπάρχουν πολλοί αθώοι, τίμιοι, εργατικοί, ανιδιοτελείς Έλληνες. Υπήρχαν πριν την κρίση, στα παλιά και καλά χρόνια, υπάρχουν και σήμερα, παρά τα όποια ζόρια. Αυτοί χαλάνε την κλίκα.
   Η μεγαλύτερη μερίδα του ελληνικού πληθυσμού νιώθει ενοχές. Το πλήθος έχει μάθει να δείχνει με το δάχτυλο τον φταίχτη πριν κοιτάξει τον εαυτό του αλλά βαθιά μέσα του ξέρει πως φταίει. Οπότε κάνει πως αυτοί που δεν έφταιξαν δεν υπάρχουν. Με αυτό το τρικ αποποιείται το μερίδιο ευθύνης που ξέρει πως του αναλογεί και κάνει τον ανήξερο σχετικά με όσους ποτέ δεν έβαλαν το χέρι στο βάζο με το μέλι. Έτσι νιώθει καλύτερα.
   Οπότε δεν είναι επόμενο να αγαπάει ρήσεις σαν την επίμαχη; Φυσικά, αφού στηρίζουν τη σαθρή του νοοτροπία. Ανακουφίζουν τις ενοχές του. Τον κάνουν να νιώθει ένοχος μέσα στους ενόχους, άρα αθώος. Αφού οι άλλοι κλέβουν, σκέφτεται, μπορώ να κάνω κι εγώ το ίδιο χωρίς ενοχές. Μπορώ να συνεχίσω να κάνω ό,τι κάνω. "Μαζί τα φάγαμε" σκέφτεται και το πιστεύει "και μαζί θα συνεχίσουμε να τρώμε ό,τι υπάρχει". Εδέσματα, ψίχουλα ή αποφάγια. Δεν έχει σημασία. Η κακή νοοτροπία και η έλλειψη ήθους δεν αλλάζουν με τις εποχές. Υπάρχουν στις εποχές ευμάρειας, υπάρχουν και σε περιόδους κρίσης.
    Ένας ακόμα τρόπος να καθησυχάσει ο φταίχτης το αίσθημα ενοχής του είναι να νιώσει μέρος μιας ακόμα ευρύτερης ομάδας. Να τη χρησιμοποιήσει ως προτείχισμα προς οποιονδήποτε προσπαθήσει να του πει την αλήθεια, πως είναι ένα άξεστο και άπληστο πλάσμα χωρίς ηθική. Αφού έχει φροντίσει λοιπόν να πείσει τον εαυτό του για τα παραπάνω, έπειτα θυμάται τον πατριωτισμό. Ή μάλλον τον ψευτοπατριωτισμό. Προσπαθεί να χτίσει μια έννοια ιερότητας και μοναδικότητας για την πατρίδα του. Στηρίζεται σε γλωσσικούς μύθους, σε λαοπλάνους και φανφαρολόγους. Τελικά πείθεται πως η ομάδα στην οποία ανήκει είναι άγια, αξίζει τα πάντα και της φταίνε όλοι οι υπόλοιποι (το όλοι πιάνει τόπο φυσικά).
   Πατριώτης όμως δεν είναι όποιος πιστεύει πως η πατρίδα του είναι ένα τέλειο κι αλάνθαστο δημιούργημα. Η Ελλάδα δεν είναι διαφορετική από τις άλλες χώρες. Είναι ένα κράτος, μια οργάνωση όπως όλες οι άλλες: έχει τους πολιτικούς της, τους εργάτες της, τους υπαλλήλους της. Έχει τους κλέφτες της, τους άπληστους και τους τυχοδιώκτες της. Με το να εξωραΐζουμε και να εκθειάζουμε φεύγουμε ακόμα μακρύτερα απ' την πραγματικότητα. Ποιος είναι ο πατριώτης λοιπόν;
   Πατριώτης είναι όποιος αγαπάει την Ελλάδα παρά τα λάθη της. Αυτός που τα καταδεικνύει αντί να τα κρύβει και σκοπό έχει να τα αλλάξει. Σε αντίθεση με τον ψευτοπατριώτη, που τάχα ξεχνά τα λάθη με πραγματικό σκοπό να τα διαιωνίσει, ο πατριώτης κοιτάζει κατάματα το πρόβλημα, δέχεται την κριτική και ψάχνει τρόπους (πρώτα ο ίδιος) να αλλάξει και να αλλάξει μαζί του τους υπόλοιπους προς το καλύτερο. Δε μας φταίνε οι Γερμανοί ή οι Γάλλοι ή οι Αμερικάνοι για την οικονομική κατάσταση. Ναι, υπάρχουν και Γερμανοί και Γάλλοι και Αμερικάνοι φταίχτες. Όχι όλοι όμως, όχι σαν σύνολο. Επίσης υπάρχουν ΚΑΙ Έλληνες φταίχτες, πάλι όμως συγκεκριμένοι, όχι συνολικά.
   Κλείνοντας, θα πω ότι πιστεύω στο μέλλον της Ελλάδας. Πρέπει όμως να γίνει η απαραίτητη καμπή: να πάψουμε να γενικεύουμε. Η γενίκευση είναι η αρχή του ψέματος, η αρχή της συγκάλυψης. Να σκεφτόμαστε πιο περίπλοκα κι ας είναι δυσκολότερο. Να αφήσουμε τις εύκολες λύσεις, αν δε θέλουμε να είμαστε οι εύκολες λύσεις τρίτων. Να κοιτάξουμε το πρόβλημα κατάματα, να αποδεχτούμε τα λάθη μας και να πάψουμε να κρυβόμαστε πίσω απ' το δάχτυλό μας. Όχι, δεν τα φάγαμε μαζί. Για το ποιος "τα έφαγε" ίσως είναι αργά πια να κάνουμε κάτι. Ό,τι έμεινε πρέπει να προστατέψουμε.

Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Διάσπαση Προσοχής

   Ειδικός παιδαγωγός δεν είμαι ούτε σκοπεύω να κάνω ενδελεχή ανάλυση της διάσπασης προσοχής σε σχολικό περιβάλλον. Στο άρθρο αυτό θα εστιάσω στους παράγοντες που προκαλούν διάσπαση προσοχής στην καθημερινότητα των ενηλίκων και στον ρόλο της τεχνολογίας στο ζήτημα.
   Για αρχή ας ξεκαθαρίσω κάτι. Η διάσπαση προσοχής, πέρα από μόνιμη πάθηση, μπορεί να είναι και παροδική, προσωρινή. Μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε και αιτία μπορούν να αποτελούν πολλά ερεθίσματα. Κάποιος που μιλά επίμονα όταν προσπαθείς να σκεφτείς, κάποιος που σε διακόπτει όταν υπολογίζεις κτλ. Πολλά καμένα τοστ, πολλοί ξεχασμένοι θερμοσίφωνες και πολλά χαμένα κλειδιά είναι αποτελέσματα περισσότερο έλλειψης προσοχής παρά έλλειψης μνήμης. Απλώς κάποιο ισχυρό ερέθισμα απέσπασε την προσοχή του ατόμου τη στιγμή που σκεφτόταν να κλείσει τον θερμοσίφωνα ή να σβήσει τον φούρνο.
   Η τεχνολογία πάλι έχει παίξει τρομερά μεγάλο ρόλο στη συνολική διάσπαση προσοχής ενός ατόμου. Στην εποχή του multitasking γινόμαστε όλο και καλύτεροι στο να μοιράζουμε την προσοχή μας σε πολλά πράγματα αλλά όλο και χειρότεροι στο να συγκεντρωνόμαστε: επαγγέλματα όπως καθηγητές, τροχονόμοι, υπάλληλοι σε πύργους ελέγχου κτλ. επωφελούνται από αυτό, ενώ αντίθετα καλλιτέχνες και αθλητές, που πρέπει να είναι συγκεντρωμένοι σε ένα μόνο πράγμα, πιθανώς να ζημιώνονται.
   Η τεχνολογία γενικά χρησιμοποιεί έντονα ερεθίσματα που δύσκολα μπορεί το άτομο να αγνοήσει ή που έχει συνηθίσει να βάζει σε προτεραιότητα. Ας φέρω κάποια παραδείγματα.
   Η τηλεόραση είναι ένας συνεχόμενος παράγοντας ήχων και θορύβων στο σπίτι. Τα οπτικά ερεθίσματα υπονομεύουν την ποιότητα των συζητήσεων στο σαλόνι, καθώς λίγη από την προσοχή μας είναι πάντα στραμμένη εκεί. Αλλά ακόμη κι εκτός σαλονιού τα ηχητικά ερεθίσματα λειτουργούν σαν παράσιτα σε οποιαδήποτε δραστηριότητα: τα παιδιά δεν μπορούν να διαβάσουν ποιοτικά, οι μεγάλοι δεν μπορούν να συζητήσουν και συνολικά, αν υπήρχε η δύναμη να κλείσει η τηλεόραση, η καθημερινότητα θα βελτιωνόταν αισθητά!
   Τα πράγματα χειροτερεύουν με το κινητό τηλέφωνο. Σε αντίθεση με το σταθερό τηλέφωνο, το οποίο πλέον χτυπά σπάνια, το κινητό δονείται και ηχεί για τα πάντα: τηλεφωνήματα, μηνύματα, ειδοποιήσεις από εφαρμογές και social media, μέχρι και διάφορα παιχνίδια προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή μας σε ανύποπτο χρόνο.
   Οφείλουμε να πολεμήσουμε αυτή τη μάστιγα. Είναι μια διαρκής μάχη ανάμεσα στην πνευματική μας διαύγεια και στα ερεθίσματα που προσπαθούν να μας αποσυγκεντρώσουν. Πρώτα πρέπει να βάλουμε προτεραιότητες: ό,τι δεν είναι αναγκαίο δεν πρέπει να έχει ειδοποιήσεις. Το άτομο πρέπει να μπαίνει σε εφαρμογές και παιχνίδια οπότε θέλει, όχι όποτε η εφαρμογή διατάζει...
   Τι είναι σημαντικό; Το τηλεφώνημα; Το μήνυμα; Μόνο αυτά ας έχουν ήχο, ενώ τα υπόλοιπα ας μείνουν στην αφάνεια μέχρι ο χρήστης να τα επιθυμήσει. Πρέπει να μάθει να λέει όχι. Αν έχει μια σημαντική εργασία, μελέτη ή δημιουργική έμπνευση ας πει όχι στο τηλεφώνημα. Ας πει όχι στο μήνυμα που προσκαλεί για καφέ. Ας βάλει στο αθόρυβο το τηλέφωνο για όση ώρα εργάζεται. Όλα στην ώρα τους.
   Ορισμένες φορές έχουμε την εντύπωση πως άλλοι ελέγχουν τη ζωή μας. Έχουμε δίκιο: αν αφήσουμε τα πράγματα ή τους άλλους να μας διατάζουν, τότε όντως δεν έχουμε τον έλεγχο. Είναι όμως στο χέρι μας να το αλλάξουμε αυτό. Μάλλον είναι υποχρέωση μας. Δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Αν παρατήσω το διάβασμα για να μιλήσω στο τηλέφωνο, εγώ φταίω που το επέτρεψα. Αν αφήσω τη δημιουργία και τον πολύτιμο προσωπικό μου χρόνο επειδή η εφαρμογή μου ζήτησε να την ανοίξω, τότε είμαι άξιος της μοίρας μου. Είμαι ο μοναδικός υπαίτιος για την ολιγωρία και την αποτυχία μου. Αν θέλω διάλειμμα, ας το διαλέξω εγώ.
   Οπότε την επόμενη φορά που η ειδοποίηση του messenger εμφανίζεται στην άκρη της οθόνης τη στιγμή που διαβάζετε άρθρο, όταν έρχεται ειδοποίηση στο facebook την ώρα που ασχολείστε με μια δημοσίευση, όταν ένα μήνυμα σας διακόπτει απ' το διάβασμα, δράστε ενσυνείδητα. Ρωτήστε τον εαυτό σας: "Τι έχει περισσότερη σημασία;", "τι είναι σε προτεραιότητα;", "τι είναι πιο σημαντικό;" και μετά επιλέξτε. Έτσι θα γίνετε κυρίαρχοι της ζωής σας.

Η συγκέντρωση είναι αδύνατη όταν υπάρχουν πολλά ερεθίσματα γύρω μας