Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Μαζί τα Φάγαμε

   "Μαζί τα φάγαμε". Η ρήση που κυριάρχησε στην αρχή των χρόνων της οικονομικής κρίσης. Καθώς ο κλοιός στένευε και τα μαύρα σύννεφα στην πολιτική σκηνή πλησίαζαν απειλητικά, αυτή ήταν μια άτεχνη προσπάθεια να πειστεί ο λαός πως φταίει. Να νιώσουμε πως είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα και μάλιστα πως φταίμε εξίσου που βουλιάζει, ενώ στην πραγματικότητα οι μεν είναι σε μια βάρκα που βουλιάζει, οι δε σ' ένα κρουαζιερόπλοιο που πλέει αμέριμνο τριγύρω και οι μακάριοι ταξιδιώτες του τρώνε χαβιάρι κοιτώντας αδιάφορα τους ναυτιλομένους. Η ρήση αυτή κοροϊδεύτηκε όσο λίγες αλλά έγινε και κτήμα του Έλληνα όσο λίγες. Γιατί όμως έπιασε τόπο;
   Επειδή ο Έλληνας αγαπά τη γενίκευση. Του αρέσουν οι απλές, οι εύκολες λύσεις. Όταν θέλει να βγάλει ένα συμπέρασμα, θα πει "όλοι μας", "μαζί", "πάντα" ή "ποτέ". Οι περιπτώσεις, οι υποπεριπτώσεις, η διαίρεση, η εξέταση, η ενδελεχής σκέψη που βγάζει ζόρικα αλλά καίρια συμπεράσματα, αυτά είναι σπορ για άλλους. Στην περίπτωση του "μαζί τα φάγαμε" η λέξη-κλειδί είναι το "μαζί". Δεν ορίζεται επακριβώς: υπονοείται πως ΟΛΟΙ μαζί φταίνε, κάτι που είναι πέρα για πέρα λάθος. Δε φταίνε όλοι μαζί. Φταίνει πολλοί, όχι όμως όλοι. Αυτό κάνει τη διαφορά.
   Ποιο θα ήταν το πρόβλημα στο "πολλοί μαζί τα φάγαμε" αντί του "όλοι μαζί τα φάγαμε"; Μα φυσικά ότι στην τωρινή περίπτωση, όποιος νιώθει ενοχή νιώθει και την ανακούφιση του πλήθους. Μπορεί να φταίω, σκέφτεται, όμως φταίνε το ίδιο και οι υπόλοιποι. Άρα όλα καλά. Αν η απληστία και η κακοδιαχείριση ετών συνοψιζόταν στο "πολλοί μαζί τα φάγαμε" κάποιοι ανάμεσά μας θα έβγαιναν αθώοι. Φυσικά αυτή είναι η αλήθεια. Υπήρξαν και υπάρχουν πολλοί αθώοι, τίμιοι, εργατικοί, ανιδιοτελείς Έλληνες. Υπήρχαν πριν την κρίση, στα παλιά και καλά χρόνια, υπάρχουν και σήμερα, παρά τα όποια ζόρια. Αυτοί χαλάνε την κλίκα.
   Η μεγαλύτερη μερίδα του ελληνικού πληθυσμού νιώθει ενοχές. Το πλήθος έχει μάθει να δείχνει με το δάχτυλο τον φταίχτη πριν κοιτάξει τον εαυτό του αλλά βαθιά μέσα του ξέρει πως φταίει. Οπότε κάνει πως αυτοί που δεν έφταιξαν δεν υπάρχουν. Με αυτό το τρικ αποποιείται το μερίδιο ευθύνης που ξέρει πως του αναλογεί και κάνει τον ανήξερο σχετικά με όσους ποτέ δεν έβαλαν το χέρι στο βάζο με το μέλι. Έτσι νιώθει καλύτερα.
   Οπότε δεν είναι επόμενο να αγαπάει ρήσεις σαν την επίμαχη; Φυσικά, αφού στηρίζουν τη σαθρή του νοοτροπία. Ανακουφίζουν τις ενοχές του. Τον κάνουν να νιώθει ένοχος μέσα στους ενόχους, άρα αθώος. Αφού οι άλλοι κλέβουν, σκέφτεται, μπορώ να κάνω κι εγώ το ίδιο χωρίς ενοχές. Μπορώ να συνεχίσω να κάνω ό,τι κάνω. "Μαζί τα φάγαμε" σκέφτεται και το πιστεύει "και μαζί θα συνεχίσουμε να τρώμε ό,τι υπάρχει". Εδέσματα, ψίχουλα ή αποφάγια. Δεν έχει σημασία. Η κακή νοοτροπία και η έλλειψη ήθους δεν αλλάζουν με τις εποχές. Υπάρχουν στις εποχές ευμάρειας, υπάρχουν και σε περιόδους κρίσης.
    Ένας ακόμα τρόπος να καθησυχάσει ο φταίχτης το αίσθημα ενοχής του είναι να νιώσει μέρος μιας ακόμα ευρύτερης ομάδας. Να τη χρησιμοποιήσει ως προτείχισμα προς οποιονδήποτε προσπαθήσει να του πει την αλήθεια, πως είναι ένα άξεστο και άπληστο πλάσμα χωρίς ηθική. Αφού έχει φροντίσει λοιπόν να πείσει τον εαυτό του για τα παραπάνω, έπειτα θυμάται τον πατριωτισμό. Ή μάλλον τον ψευτοπατριωτισμό. Προσπαθεί να χτίσει μια έννοια ιερότητας και μοναδικότητας για την πατρίδα του. Στηρίζεται σε γλωσσικούς μύθους, σε λαοπλάνους και φανφαρολόγους. Τελικά πείθεται πως η ομάδα στην οποία ανήκει είναι άγια, αξίζει τα πάντα και της φταίνε όλοι οι υπόλοιποι (το όλοι πιάνει τόπο φυσικά).
   Πατριώτης όμως δεν είναι όποιος πιστεύει πως η πατρίδα του είναι ένα τέλειο κι αλάνθαστο δημιούργημα. Η Ελλάδα δεν είναι διαφορετική από τις άλλες χώρες. Είναι ένα κράτος, μια οργάνωση όπως όλες οι άλλες: έχει τους πολιτικούς της, τους εργάτες της, τους υπαλλήλους της. Έχει τους κλέφτες της, τους άπληστους και τους τυχοδιώκτες της. Με το να εξωραΐζουμε και να εκθειάζουμε φεύγουμε ακόμα μακρύτερα απ' την πραγματικότητα. Ποιος είναι ο πατριώτης λοιπόν;
   Πατριώτης είναι όποιος αγαπάει την Ελλάδα παρά τα λάθη της. Αυτός που τα καταδεικνύει αντί να τα κρύβει και σκοπό έχει να τα αλλάξει. Σε αντίθεση με τον ψευτοπατριώτη, που τάχα ξεχνά τα λάθη με πραγματικό σκοπό να τα διαιωνίσει, ο πατριώτης κοιτάζει κατάματα το πρόβλημα, δέχεται την κριτική και ψάχνει τρόπους (πρώτα ο ίδιος) να αλλάξει και να αλλάξει μαζί του τους υπόλοιπους προς το καλύτερο. Δε μας φταίνε οι Γερμανοί ή οι Γάλλοι ή οι Αμερικάνοι για την οικονομική κατάσταση. Ναι, υπάρχουν και Γερμανοί και Γάλλοι και Αμερικάνοι φταίχτες. Όχι όλοι όμως, όχι σαν σύνολο. Επίσης υπάρχουν ΚΑΙ Έλληνες φταίχτες, πάλι όμως συγκεκριμένοι, όχι συνολικά.
   Κλείνοντας, θα πω ότι πιστεύω στο μέλλον της Ελλάδας. Πρέπει όμως να γίνει η απαραίτητη καμπή: να πάψουμε να γενικεύουμε. Η γενίκευση είναι η αρχή του ψέματος, η αρχή της συγκάλυψης. Να σκεφτόμαστε πιο περίπλοκα κι ας είναι δυσκολότερο. Να αφήσουμε τις εύκολες λύσεις, αν δε θέλουμε να είμαστε οι εύκολες λύσεις τρίτων. Να κοιτάξουμε το πρόβλημα κατάματα, να αποδεχτούμε τα λάθη μας και να πάψουμε να κρυβόμαστε πίσω απ' το δάχτυλό μας. Όχι, δεν τα φάγαμε μαζί. Για το ποιος "τα έφαγε" ίσως είναι αργά πια να κάνουμε κάτι. Ό,τι έμεινε πρέπει να προστατέψουμε.

Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Διάσπαση Προσοχής

   Ειδικός παιδαγωγός δεν είμαι ούτε σκοπεύω να κάνω ενδελεχή ανάλυση της διάσπασης προσοχής σε σχολικό περιβάλλον. Στο άρθρο αυτό θα εστιάσω στους παράγοντες που προκαλούν διάσπαση προσοχής στην καθημερινότητα των ενηλίκων και στον ρόλο της τεχνολογίας στο ζήτημα.
   Για αρχή ας ξεκαθαρίσω κάτι. Η διάσπαση προσοχής, πέρα από μόνιμη πάθηση, μπορεί να είναι και παροδική, προσωρινή. Μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε και αιτία μπορούν να αποτελούν πολλά ερεθίσματα. Κάποιος που μιλά επίμονα όταν προσπαθείς να σκεφτείς, κάποιος που σε διακόπτει όταν υπολογίζεις κτλ. Πολλά καμένα τοστ, πολλοί ξεχασμένοι θερμοσίφωνες και πολλά χαμένα κλειδιά είναι αποτελέσματα περισσότερο έλλειψης προσοχής παρά έλλειψης μνήμης. Απλώς κάποιο ισχυρό ερέθισμα απέσπασε την προσοχή του ατόμου τη στιγμή που σκεφτόταν να κλείσει τον θερμοσίφωνα ή να σβήσει τον φούρνο.
   Η τεχνολογία πάλι έχει παίξει τρομερά μεγάλο ρόλο στη συνολική διάσπαση προσοχής ενός ατόμου. Στην εποχή του multitasking γινόμαστε όλο και καλύτεροι στο να μοιράζουμε την προσοχή μας σε πολλά πράγματα αλλά όλο και χειρότεροι στο να συγκεντρωνόμαστε: επαγγέλματα όπως καθηγητές, τροχονόμοι, υπάλληλοι σε πύργους ελέγχου κτλ. επωφελούνται από αυτό, ενώ αντίθετα καλλιτέχνες και αθλητές, που πρέπει να είναι συγκεντρωμένοι σε ένα μόνο πράγμα, πιθανώς να ζημιώνονται.
   Η τεχνολογία γενικά χρησιμοποιεί έντονα ερεθίσματα που δύσκολα μπορεί το άτομο να αγνοήσει ή που έχει συνηθίσει να βάζει σε προτεραιότητα. Ας φέρω κάποια παραδείγματα.
   Η τηλεόραση είναι ένας συνεχόμενος παράγοντας ήχων και θορύβων στο σπίτι. Τα οπτικά ερεθίσματα υπονομεύουν την ποιότητα των συζητήσεων στο σαλόνι, καθώς λίγη από την προσοχή μας είναι πάντα στραμμένη εκεί. Αλλά ακόμη κι εκτός σαλονιού τα ηχητικά ερεθίσματα λειτουργούν σαν παράσιτα σε οποιαδήποτε δραστηριότητα: τα παιδιά δεν μπορούν να διαβάσουν ποιοτικά, οι μεγάλοι δεν μπορούν να συζητήσουν και συνολικά, αν υπήρχε η δύναμη να κλείσει η τηλεόραση, η καθημερινότητα θα βελτιωνόταν αισθητά!
   Τα πράγματα χειροτερεύουν με το κινητό τηλέφωνο. Σε αντίθεση με το σταθερό τηλέφωνο, το οποίο πλέον χτυπά σπάνια, το κινητό δονείται και ηχεί για τα πάντα: τηλεφωνήματα, μηνύματα, ειδοποιήσεις από εφαρμογές και social media, μέχρι και διάφορα παιχνίδια προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή μας σε ανύποπτο χρόνο.
   Οφείλουμε να πολεμήσουμε αυτή τη μάστιγα. Είναι μια διαρκής μάχη ανάμεσα στην πνευματική μας διαύγεια και στα ερεθίσματα που προσπαθούν να μας αποσυγκεντρώσουν. Πρώτα πρέπει να βάλουμε προτεραιότητες: ό,τι δεν είναι αναγκαίο δεν πρέπει να έχει ειδοποιήσεις. Το άτομο πρέπει να μπαίνει σε εφαρμογές και παιχνίδια οπότε θέλει, όχι όποτε η εφαρμογή διατάζει...
   Τι είναι σημαντικό; Το τηλεφώνημα; Το μήνυμα; Μόνο αυτά ας έχουν ήχο, ενώ τα υπόλοιπα ας μείνουν στην αφάνεια μέχρι ο χρήστης να τα επιθυμήσει. Πρέπει να μάθει να λέει όχι. Αν έχει μια σημαντική εργασία, μελέτη ή δημιουργική έμπνευση ας πει όχι στο τηλεφώνημα. Ας πει όχι στο μήνυμα που προσκαλεί για καφέ. Ας βάλει στο αθόρυβο το τηλέφωνο για όση ώρα εργάζεται. Όλα στην ώρα τους.
   Ορισμένες φορές έχουμε την εντύπωση πως άλλοι ελέγχουν τη ζωή μας. Έχουμε δίκιο: αν αφήσουμε τα πράγματα ή τους άλλους να μας διατάζουν, τότε όντως δεν έχουμε τον έλεγχο. Είναι όμως στο χέρι μας να το αλλάξουμε αυτό. Μάλλον είναι υποχρέωση μας. Δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Αν παρατήσω το διάβασμα για να μιλήσω στο τηλέφωνο, εγώ φταίω που το επέτρεψα. Αν αφήσω τη δημιουργία και τον πολύτιμο προσωπικό μου χρόνο επειδή η εφαρμογή μου ζήτησε να την ανοίξω, τότε είμαι άξιος της μοίρας μου. Είμαι ο μοναδικός υπαίτιος για την ολιγωρία και την αποτυχία μου. Αν θέλω διάλειμμα, ας το διαλέξω εγώ.
   Οπότε την επόμενη φορά που η ειδοποίηση του messenger εμφανίζεται στην άκρη της οθόνης τη στιγμή που διαβάζετε άρθρο, όταν έρχεται ειδοποίηση στο facebook την ώρα που ασχολείστε με μια δημοσίευση, όταν ένα μήνυμα σας διακόπτει απ' το διάβασμα, δράστε ενσυνείδητα. Ρωτήστε τον εαυτό σας: "Τι έχει περισσότερη σημασία;", "τι είναι σε προτεραιότητα;", "τι είναι πιο σημαντικό;" και μετά επιλέξτε. Έτσι θα γίνετε κυρίαρχοι της ζωής σας.

Η συγκέντρωση είναι αδύνατη όταν υπάρχουν πολλά ερεθίσματα γύρω μας

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Η ελληνική λογοτεχνία του σήμερα: Λένα Μαντά και Χρυσηίδα Δημουλίδου

   Η ελληνική λογοτεχνία του σήμερα απογοητεύει πολύ κόσμο, διότι έχει συνηθίσει σε άλλα πρότυπα. Πολλοί κατηγορούν τη Χρυσηίδα Δημουλίδου και τη Λένα Μαντά, τις δύο κατεξοχήν συγγραφείς ευπωλήτων, για το περιεχόμενο των βιβλίων τους. Τα χαρακτηρίζουν άρλεκιν, χαμηλής ποιότητας και με κάθε είδους αρνητικό χαρακτηρισμό. Έπειτα επιτίθενται στις ίδιες τις συγγραφείς προσωπικά με πρόφαση αυτό. Έχω περάσει κι ο ίδιος από αυτό το στάδιο αλλά έχω αναθεωρήσει, καθώς έκανα 2-3 σκέψεις για τις ανωτέρω συγγραφείς.
   Πρώτον, αρνούμαι να αφήνω τον φθόνο να καθορίζει τη σκέψη μου. Αν και δε μου αρέσει το είδος της λογοτεχνίας που αντιπροσωπεύουν, οφείλω να παραδεχτώ πως έχουν κατακτήσει ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού αναγνωστικού κοινού. Κι αυτό επειδή κατέκτησαν πρώτα τη γυναίκα αναγνώστρια, μια κίνηση ματ.
   Οι γυναίκες διαβάζουν πολύ περισσότερο από τους άντρες. Αυτή είναι μια μεγάλη αλήθεια. Οποιοσδήποτε ασχολείται με λογοτεχνία και εκπαίδευση μπορεί να δει ξεκάθαρα πως, από τα σχολικά κιόλας χρόνια, τα κοριτσάκια έχουν καλύτερη σχέση με το βιβλίο και την ανάγνωση. Αυτό συνεχίζεται και στη μετέπειτα ζωή: οι γυναίκες κατά κύριο λόγο διαβάζουν κι ενδιαφέρονται για λογοτεχνία, ψυχολογία, αυτοβελτίωση κτλ. Οπότε οι παραπάνω συγγραφείς ανακάλυψαν την κότα με τα χρυσά αυγά και πλούτισαν. Πού είναι το κακό;
   Δευτερον, ο πιο βασικός λόγος που πρέπει να παραδεχτούμε την επιτυχία τους είναι επειδή κέρδισαν τον δύσκολο αγώνα του Έλληνα λογοτέχνη με τον Έλληνα εκδότη. Κέρδισαν σε έναν βαθμό που ελάχιστοι λογοτέχνες έχουν καταφέρει. Πλέον σε κάθε βιτρίνα βιβλιοπωλείου βλέπει κανείς να φιγουράρουν καμία δεκαριά βιβλία τους. Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Ειδικά όταν κάποιος έχει περάσει από την ψυχοφθόρα διαδικασία της συγγραφής, της απόρριψης από εκδότες και της προσπάθειας ξανά απ' την αρχή οφείλει να καταλαβαίνει την αξία του best seller.
   Αν δούμε τις κοινωνικές προεκτάσεις του ζητήματος, τελικά η πλειοψηφία φθονεί αυτό που δεν μπορεί να φτάσει. Το λέω και το ξαναλέω: εφόσον δεν τα καταφέρνουμε, νιώθουμε την ανάγκη να ρίξουμε και τους άλλους στο βούρκο. Αυτοί είμαστε. Κάτι που πρέπει κάποτε να αλλάξει. Να αισθανθούμε την ανάγκη να απαγκιστρωθούμε από το εσωτερικό μας τέλμα, να γίνουμε καλύτεροι και να καλοτυχίζουμε όσους πέτυχαν προσπαθώντας να τους φτάσουμε. Όχι να τους φθονούμε και να γινόμαστε χειρότεροι λόγω αισθημάτων κατωτερότητας.
   Αυτό το λέω εγώ πρώτος, μολονότι το είδος των βιβλίων αυτών δε με συγκινεί. Το λέω αν και οι ίδιες οι συγγραφείς, ο τρόπος ζωής τους και όσα θέλουν να προβάλλουν με βρίσκουν πολλές φορές αντίθετο. Δεν έχει σημασία. Παραδέχομαι πως όσα έκαναν τα έκαναν με την αξία τους. Τουλάχιστον απ' όσο ξέρω δεν έκαναν κάτι περισσότερο ή λιγότερο από το να γράψουν βιβλία, να τα δώσουν σ' έναν εκδότη ελπίζοντας να εκδοθούν και να κάνουν καριέρα. Σε μια χώρα που το βύσμα, το μέσον και η αναξιοκρατία καλά κρατούν, τουλάχιστον το αναγνωστικό κοινό είναι ένας αρκετά αμερόληπτος και αντικειμενικός κριτής.
   Βέβαια δε μου αρέσει που η πλειοψηφία του αναγνωστικού κοινού στρέφεται προς το ρομαντικό, αισθηματικό μυθιστόρημα. Δε με γεμίζει. Θεωρώ πως τα περισσότερα από αυτά τα βιβλία είναι ένα αναμάσημα των παλαιοτέρων ή χρησιμοποιούν μια συγκεκριμένη μέθοδο, τις ίδιες μεταβλητές με ελάχιστες διαφοροποιήσεις. Αλλά ας είναι. Αφού πουλάνε, αξίζουν να είναι εκεί που είναι.
   Προσωπικά θα ήθελα το είδος της φαντασίας, επιστημονικής και μη, να ανέβει και να πουλάει στην Ελλάδα. Να μην κλείνουν πόρτες σε συγγραφείς επειδή η λογοτεχνία του φανταστικού δεν πουλάει. Συγγραφείς με ικανοποιητική εργογραφία όπως ο Μανώλης Σιμιτσάκης ή ο Φώτης Κατσιμπούρης να είναι στη θέση των Μαντά και Δημουλίδου. Για το τελευταίο δε χάνω τις ελπίδες μου, γιατί πιστεύω στο μέλλον της Ελλάδας και στη λογοτεχνία του φανταστικού. Όσο ο χρόνος κυλά, οι νέες γενιές (ένα μέρος τους τουλάχιστον) θα ξεφύγει από τη ρηχότητα και θα ψάξει το εναλλακτικό και το παράξενο.
   Τα παραπάνω ίσως είναι ευσεβείς πόθοι, επειδή ζω τη λογοτεχνία φαντασίας. Τη γράφω και τη διαβάζω. Βλέπω ότι σηκώνει μεγάλη έρευνα και πολλή τέχνη για να γραφτεί. Χρειάζεται το κατάλληλο μείγμα ιστορικών και γεωγραφικών γνώσεων, καθώς και τρόμου, μυστηρίου και μιας δόσης ρεαλισμού για να πετύχει. Επίσης χρειάζεται τη δημιουργία ενός νέου κόσμου, αρκετά αληθοφανούς κι ελκυστικού, ή τον επαναπροσδιορισμό του δικού μας, του ήδη υπάρχοντος κόσμου, υπό το πρίσμα της φαντασίας. Είναι μια συνταγή πολύ δυσκολότερη αλλά αρκετά πιο εντυπωσιακή από τη ρεαλιστική λογοτεχνία. Ακόμα και το ιστορικό μυθιστόρημα, το οποίο στην Ελλάδα βασίζεται κυρίως στην παράδοση κι έχει πολλά να πει (έχω εντυπωσιαστεί από το "Η Νύφη που Φορούσε Μαύρα" της Σόφης Θεοδωρίδου), είναι ίσως πιο εύκολο να γραφτεί, μιας και πατάει σε σταθερό έδαφος και βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία.
   Πάντως, όσο κι αν πιστεύω στην Ελλάδα του αύριο, η Ελλάδα του σήμερα, η Ελλάδα των κλειστών οριζόντων και του χαμηλού πνευματικού επιπέδου με απογοητεύει. Η προσκόλληση σε reality shows, όπως το Survivor και Power of Love, μου δίνει την εντύπωση πως το δύσκολο -διότι η ανάγνωση είναι μια δραστηριότητα ενεργητική και ίσως επίπονη- το αποφεύγει ο Έλληνας. Κατ' εμέ η λογοτεχνία, ακόμα και τα είδη που δε διαβάζω, είναι το αποκούμπι του Έλληνα και θα πρέπει να προτρέπουμε τους άλλους προς τα εκεί, ακόμα και σε συγγραφείς που δε μας εκφράζουν. Ας είναι ελαφριά λογοτεχνία. Ή τουλάχιστον, αν δε θέλουμε να δίνουμε συμβουλές και προτροπές, ας μην υποτιμούμε τους/τις συγγραφείς με ευτελείς χαρακτηρισμούς κι ας μην αφήνουμε τον φθόνο να κυριαρχεί στις σκέψεις μας. Υπάρχουν πολύ χειρότερα πρότυπα και η λογοτεχνία του σήμερα, όσο κι αν έχει απομακρυνθεί από τη γενιά του '30 και τους μεταπολεμικούς, έχει να προσφέρει. Και το κάνει.


   

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Ο αντρικός φθόνος απέναντι στις γυναίκες

   Στις μέρες μας η λεγόμενη μάχη των φύλων καλά κρατεί. Άντρες και γυναίκες, έχοντας πολύ διαφορετικές νοοτροπίες και κατανοώντας με πολύ διαφορετικό τρόπο τις σχέσεις, τη φιλία και την κοινωνία γενικότερα, αναπτύσσουν μεταξύ τους τη σχέση των σκαντζόχοιρων: όσο έρχονται πιο κοντά, πληγώνουν ο ένας τον άλλον με τα αγκάθια τους. Έτσι, λίγο-πολύ φθονούν ο ένας τον άλλον λόγω των ιδιαιτεροτήτων και των προνομίων που έχει το αντίθετο φύλο. Στο παρόν άρθρο θα αναλύσω την πλευρά του "στρατοπέδου" που ξέρω προσωπικά, του αντρικού.
   Πρώτον, οι κοινωνικές επιταγές δίνουν κάποια ελεύθερα στη γυναίκα τα οποία ο άντρας στερείται (συμβαίνει και το αντίστροφο βέβαια αλλά αυτό είναι άλλη πονεμένη ιστορία). Ο άντρας παραδείγματος χάρη διδάσκεται από μικρός να μην κλαίει, να μην εκφράζει τη λύπη του και να την πνίγει μέσα του. Η κοινωνία του δημιουργεί την υποχρέωση να είναι δυνατός και να μη φανερώνει τις αδυναμίες του: αν το κάνει, το αντίτιμο είναι να τον μειώσουν και να αμφισβητηθεί ο ανδρισμός του, ο οποίος λειτουργεί σαν μια δαμόκλειος σπάθη. Αντίθετα, η γυναίκα έχει κάθε ελευθερία να το κάνει χωρίς να δεχτεί την κατακραυγή ή να θεωρηθεί πλήγμα κατά της θηλυκότητάς της. Μάλιστα πολλάκις εκμεταλλεύεται τη φαινομενική αδυναμία της για να αποσπάσει τη συμπόνοια, τη συμπάθεια και πολλά ανταλλάγματα...
   Κατόπιν, ο άντρας έχει πολύ ψηλά τον εγωισμό του. Καθημερινά όμως στην κοινωνική του ζωή δίνει πολλές χαμένες μάχες με τον γυναικείο πληθυσμό. Χαρίζει συνεχώς το βλέμμα του σε πολλές γυναίκες, ρίχνοντας τον εγωισμό του κι ανεβάζοντας τον δικό τους, συνήθως χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Εδώ ας προσθέσω πως εξαιρούνται οι εκ φύσεως γόηδες, οι οποίοι έχουν γνωρίσει ελάχιστες αποτυχίες και δε δυσκολεύονται στο επικοινωνιακό παιχνίδι. Η παραπάνω συνδιαλλαγή πάντως είναι κάτι που στον αντρικό εγκέφαλο θεωρείται ασυγχώρητο.
   Το αντίθετο δε συμβαίνει σχεδόν ποτέ. Πρώτον, η γυναίκα δεν κοιτάει δημόσια τόσο αδιάκριτα την αντρική ομορφιά ούτε δείχνει τον θαυμασμό της απροκάλυπτα όπως εκείνος. Ή μάλλον, ακόμα κι όταν το κάνει, ο άντρας πολύ σπάνια θα το καταλάβει. Οπότε ο γυναικείος εγωισμός ελάχιστα τραυματίζεται δημόσια, ενώ η ύπαρξη πολλών αντρικών βλεμμάτων τριγύρω τον ενισχύει καθημερινά. Αυτό ο άντρας επίσης δεν το συγχωρεί: όχι τόσο στους άλλους άντρες, όσο στις γυναίκες και στο, ας πούμε, προνόμιο αυτό.
   Υποπτεύομαι πως υπάρχουν πάρα πολλοί άντρες, θα έλεγα μια συντριπτική πλειοψηφία, των οποίων η ερωτική ζωή και η σχέση με το γυναικείο φύλο θα βελτιωνόταν αισθητά αν δέχονταν αρκετά κομπλιμέντα από γυναίκες. Δεν το παραδεχόμαστε αλλά τα έχουμε ανάγκη. Έχουμε την έμφυτη ανάγκη να νιώσουμε ποθητοί όσο αυτές, όμορφοι κι αποδεκτοί από το σύνολο του πληθυσμού, σε μια κοινωνία που πλέον έχει ενοχοποιήσει την αντρική ερωτική επιθυμία σε βαθμό ίσως μεγαλύτερο από ότι έχει ενοχοποιήσει η συντηρητική κοινότητα την γυναικεία επιθυμία.
   Ο άντρας από το ξεκίνημα κιόλας της επαφής με τη γυναίκα δίνει τα 95 για να πάρει τα 5. Δίνει το βλέμμα του, την προσοχή του και τον εγωισμό του και, μετά από χρόνια στο ερωτικό παιχνίδι, έχει κερδίσει πάρα πολύ λιγότερες φορές από όσες έχει χάσει. Οι επιτυχίες των περισσότερων αντρών είναι ελάχιστες σε σχέση με τις αποτυχίες τους. Αυτό δεν το υπολογίζουν συνειδητά αρκετοί εξ αυτών: είναι μια αλήθεια την οποία ελάχιστοι καταλάβουν πραγματικά. Οι περισσότεροι νιώθουν έντονο φθόνο για το γυναικείο φύλο χωρίς να ξέρουν επακριβώς το γιατί. Αυτόν τον φθόνο, που τολμώ να ονομάσω ακόμα και μίσος ενίοτε, το αποδέχονται έκπληκτες οι κοπέλες που λένε το μοιραίο ναι. Δεν ξέρουν το γιατί, όμως δέχονται την κρυφή πικρία και απογοήτευση του άνδρα, ο οποίος συνειδητοποιεί πως το συνεχές αρνητικό σκορ που έχει στο παθητικό του δεν ισοφαρίζεται ούτε στο ελάχιστο από την μια του νίκη.
   Πραγματικά, για να συγχωρήσει μέσα του ο άντρας συνολικά τον γυναικείο πληθυσμό θα έπρεπε να έχει κάποια στιγμή στη ζωή του καμιά εικοσαριά απανωτές επιτυχίες. Να τονωθεί ο εγωισμός του και η αίσθηση της ήττας μέσα του να εξαλειφθεί. Αυτό βέβαια σπάνια συμβαίνει. Κι όταν συμβαίνει, τα αποτελέσματα είναι απρόβλεπτα και πολύ σπάνια τα επιθυμητά. Μπορεί κάποιος να παραλληλίσει την περίπτωση με ένα είδος νεοπλουτισμού και τις αντίστοιχες υπερβολές.
   Όσον αφορά τη συμβίωση, μετά από χρόνια γάμου πολλές σύζυγοι δέχονται μια μεγάλη καταπίεση και μισογυνισμό. Απορούν πού έχουν φταίξει, ενώ στην ουσία πληρώνουν τα σπασμένα ενός χρόνια πληγωμένου εγωισμού. Πιθανότατα δεν έχουν σχέση με την εσωτερική απογοήτευση του άντρα τους ούτε μπορούν να καταλάβουν την πηγή της.
    Αν πρέπει να ρίξω ένα μερίδιο ευθύνης στο γυναικείο φύλο θα πω το εξής: ένα μεγάλο μέρος των γυναικών δεν καταλαβαίνει τους άντρες. Μυρίζει σαν λαγωνικό την ερωτική επιθυμία τους αλλά τίποτα παραπάνω. Δεν μπορεί να συλλάβει το μέγεθος της τραγωδίας που υπάρχει μέσα σε πολλούς από αυτούς και δεν κάνει τίποτα για να το μάθει. Ακόμα και στη συνέχεια της σχέσης προσπαθεί να πάρει: να αποσπάσει κομπλιμέντα, να γίνει στόχος προσοχής και να είναι το επίκεντρο, ενώ θα έβλεπε μεγάλη διαφορά αν, προσεκτικά φυσικά για μη φανεί σαν οίκτος, τόνωνε αργά και σταθερά τον εγωισμό και την αυτοπεποίθηση του άντρα της.
   Και τι μένει στο τέλος; Σε μια μακροχρόνια σχέση η καλή περίπτωση είναι η εξής: είτε ο αντρικός εγωισμός έχει απομακρυνθεί από έναν μεγαλόψυχο άντρα είτε έχει θεραπευτεί από μια πραγματικά δοτική γυναίκα. Στις κακές περιπτώσεις, που δυστυχώς είναι πολύ περισσότερες, ο άντρας ξεσπά βίαια σε μια άτυχη ή πολλές άτυχες γυναίκες. Η μάστιγα της φαλλοκρατίας, αν και συνήθως γεννημένη με αθώο τρόπο, εφαρμόζεται βάναυσα κι απάνθρωπα. Βιασμοί, ξυλοδαρμοί, ακόμα και φόνοι, από φθόνο ή απελπισία, έχουν αμαυρώσει τις ανθρώπινες κοινωνίες και συνεχίζουν να το κάνουν.
   Πιστεύω πως οι περισσότερες γυναίκες, μετά την ανάγνωση αυτού του άρθρου, θα μπορούν πλέον να καταλάβουν κάτι από αυτήν την ατελείωτη, σκληρή εσωτερική μάχη του άντρα. Θα μπορούν να καταλάβουν το θυμωμένο ξέσπασμα του άντρα στην περίπτωση, για παράδειγμα, μιας απιστίας, έστω και νοητής. Όταν ο άντρας μετά από χρόνια ήττας έχει πετύχει μια νίκη, αρνείται κατηγορηματικά να αποδεχτεί ότι κι αυτή του τη νίκη την έχασε κι αντιδρά δυστυχώς με τρομερή σκληρότητα...
   Καταλαβαίνω όμως δε σημαίνει συγχωρώ ή συναινώ. Αυτό θέλω να το ξεκαθαρίσω. Το παρόν άρθρο δεν αποτελεί ξέπλυμα του αντρικού φθόνου ούτε υπεράσπιση της φαλλοκρατίας, την οποία μισώ. Ο λόγος που το γράφω είναι για να δράσει προληπτικά: μακάρι να το διαβάσουν αρκετές γυναίκες και να θεραπεύουν την ανδρική ψυχοσύνθεση προτού βρεθούν προ εκπλήξεως απέναντι σε αδικαιολόγητες και ανεξήγητες -τουλάχιστον για τις ίδιες- συμπεριφορές.

Άνδρες και γυναίκες, διαφορές των δύο φύλων

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Το Φαινόμενο "Power of Love"

   Στο εκπληκτικό βιβλίο της Ελπίδας Σ. "Τα φύλα χωρίς φύλλα" διάβασα την εξής άποψη, η οποία με εντυπωσίασε: "Στην εποχή μας ασχολούμαστε πολύ με το σεξ, κι αυτό αποτελεί σημάδι ότι δεν το ευχαριστιόμαστε. Είναι όπως με τη γαστρονομία: από τότε που το σπιτικό φαγητό άρχισε να γίνεται όλο και πιο σπάνιο στα νοικοκυριά, η τηλεόραση γέμισε με εκπομπές γύρω από τη μαγειρική". 
   Πέρα από την ευστοχία της παρατήρησης, μπορούμε να δούμε και την αντιστρόφως ανάλογη σχέση ανάμεσα στα δύο τινά: έλλειψη ενός στοιχείου και μαζικό ενδιαφέρον για αυτό. Όσον αφορά τον πρώτο τομέα, θα επεκτείνω τη σκέψη μου πέρα από το σαρκικό κομμάτι και συγκεκριμένα στο επικοινωνιακό: στην ίδια τη διαπροσωπική ερωτική σχέση, η οποία περνάει κρίση.
   Πρώτ' απ' όλα, θεωρώ πως η ερωτική σχέση δεν είναι ποτέ ανεξάρτητη ούτε αποκομμένη από τις άλλες σχέσεις και συνήθειες του ανθρώπου. Όπως μεγάλωσε κάποιος, έτσι θα πορευτεί. Κι επειδή ο κάθε άνθρωπος μεγαλώνει με διαφορετικό, μοναδικό τρόπο, υπάρχουν πολύ διαφορετικές συμπεριφορές εντός σχέσης. Μιας και δεν υπάρχει η πολυτέλεια να περιγράψουμε όλα τα μοτίβα της ελληνικής οικογένειας, θα πάρουμε το κυρίαρχο, το οποίο στην Ελλάδα είναι συνήθως το εξής (χοντροκομμένα βέβαια): τα παιδιά μαθαίνουν στην καλοπέραση, διότι τα χρόνια μας (όσο κι μας έχει επηρεάσει η οικονομική κρίση) είναι πολύ καλύτερα από αυτά των παππούδων μας, αν όχι και των πατεράδων μας. Συνήθως από το παιδί δε λείπει τίποτα: έχει φαγητό, ρουχισμό, παιχνίδια, δραστηριότητες και, κυρίως, την προσοχή των γονέων του. Κοινώς, παίρνει πολλά χωρίς να νιώθει την ανάγκη να δώσει τίποτα. Όταν ένα παιδί ζει έτσι μέχρι να μεγαλώσει, η συνήθεια αυτή το ακολουθεί και στη μετέπειτα ζωή του, την ενήλικη.
   Οπότε τι ακριβώς περιμένουμε να συμβεί στις ερωτικές σχέσεις; Όταν συναντιούνται δύο νεαρά άτομα, τα οποία ελάχιστη επαφή είχαν μέχρι στιγμής με την κοινωνία, ακόμα οι κυριότερες επιρροές τους είναι το σπίτι και το σχολείο. Έχουν συνηθίσει να παίρνουν χωρίς να δίνουν, όχι ισόποσα τουλάχιστον. Λογικό είναι στις σχέσεις να μπαίνει πρώτα το Εγώ, η απαίτηση και το παράπονο, διότι φυσικό είναι να μην υπάρχει η αντιμετώπιση που το άτομο περίμενε. Η κοπέλα του δεν είναι η μαμά του, που τον αγαπάει ανιδιοτελώς ό,τι κι αν κάνει. Το αγόρι της δεν είναι ο μπαμπάς της που ανέχεται τα νάζια και τις υπερβολικές απαιτήσεις της...
   Η ερωτική σχέση λοιπόν περνάει κρίση επειδή η κοινωνική συμπεριφορά περνάει κρίση. Σ' αυτό συμβάλλει και η τεχνολογία: όσο βασιζόμαστε όλο και περισσότερο σε μέσα, ηλεκτρονικά κυρίως, για να επικοινωνούμε, η άμεση και προσωπική επικοινωνία γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Είναι δυσκολότερο να βρούμε ταιριαστούς, πραγματικούς συντρόφους επειδή ο τρόπος γνωριμίας κι επικοινωνίας είναι υποτυπώδης. Αν προσθέσουμε και το στοιχείο του καλομαθημένου παιδιού, καταλαβαίνουμε γιατί οι χωρισμοί πληθαίνουν. Οπότε έτσι έχουμε την έλλειψη στις αληθινές, ρομαντικές και ανιδιοτελείς σχέσεις, όπου το ένα μέλος θέλει να δώσει πρώτα κι έπειτα να πάρει.
   Όσο μεγαλώνει όμως η έλλειψη ενός αγαθού, τόσο μεγαλώνει το ενδιαφέρον μας, η ανάγκη μας γι' αυτό ή και η αγωνιώδης προσπάθεια για αναπλήρωσή του. Δεν είναι τυχαίο που το ριάλιτι Power of Love είναι στην κορυφή της τηλεθέασης, κι απ' ό,τι πληροφορούμαι, ετοιμάζεται και το Game of Love. Άρα όχι μόνο δεν υπάρχει κορεσμός στο ζήτημα αλλά ο λαός διψάει για περισσότερα τέτοιου είδους θεάματα. Ό,τι δεν ζει τουλάχιστον θέλει να το βλέπει.
   Βέβαια ουδεμία σχέση με την αγάπη ή τον έρωτα έχουν τα παραπάνω. Όπως μπορεί ο οποιοσδήποτε νοήμων άνθρωπος να καταλάβει, εντός της οθόνης προβάρουν εντυπωσιακές καλλονές, βαμμένες και φτιασιδωμένες όσο δεν πάει, ενώ παράλληλα φιγουράρουν νεαροί (ή και όχι) με μακριά γένια και τατουάζ παντού. Είναι ένα είδος προώθησης του lifestyle, μια απόπειρα (πολύ επιτυχημένη φοβάμαι) δημιουργίας προτύπων. Η αγάπη κι ο έρωτας, όπως περνάνε μέσα από αυτά τα σόου, δεν σχετίζονται με πραγματική επικοινωνία, με καλή γνωριμία και με τριβή στην καθημερινότητα. Αντίθετα, βασίζονται στον εντυπωσιασμό μέσω της εμφάνισης, στους επιφανειακούς, επιδερμικούς διαλόγους και στη διασημότητα/δημοφιλία.
   Εδώ μπορεί κανείς να αντιτείνει πως το κανάλι είναι ιδιωτικό και η παρακολούθηση εθελοντική: αν δε θέλεις, κύριε αρθρογράφε που μας κουνάς το δάχτυλο, να μη βλέπεις! Σύμφωνοι. Δεν είναι η ίδια η ύπαρξη των σόου αυτών που με ανησυχεί και με ενοχλεί. Είναι η μανιώδης τηλεθέαση. Δεν τα βάζω με τους λίγους που παρουσιάζουν έτσι τον έρωτα και την αγάπη. Τα βάζω με τους πολλούς που αποδέχονται αδιαμαρτύρητα αυτά τα στοιχεία σαν πραγματικά χωρίς αμφιβολίες, κριτική και λογική. Αν κρίνουμε από το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και τη μαζική παρακολούθηση, κατανοούμε ότι έτσι ορίζεται ο έρωτας στα μάτια και στο μυαλό των περισσοτέρων.
   Οπότε τι περιμένουμε από σχέσεις που βασίζονται στην εμφάνιση και το κουτσομπολιό, παρά γκρίνια και παράπονα; Διότι η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται φυσικά στην αψεγάδιαστη εικόνα του Power of Love. Πολλές φορές υπάρχει ο καβγάς, η ασυνεννοησία, υπάρχει και η βία, λεκτική ή και σωματική. Αν δε μου κάνεις φταις. Αν δε ζεις κι αναπνέεις για μένα (όπως έμαθα απ' το σπίτι) θα το πληρώσεις. Τα τραγούδια "Χειρότερη να είναι η κάθε σου ημέρα", "Πουτάνα στην ψυχή", "Καργιόλα σε μισώ" (νέο hit!) και άλλα παρεμφερή φυσικά οργιάζουν και μια μεγάλη πλειοψηφία του λαού ταυτίζεται με αυτά. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη πως οι σχέσεις περνούν κρίση; Πως οι άνθρωποι αποκτηνώνονται αντί να εξελίσσονται, και μάλιστα στη λεγόμενη "εποχή της επικοινωνίας";  

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Εσύ θα Έλεγες Όχι;

   Η κριτική είναι το εθνικό μας σπορ. Η κριτική απ' τον καναπέ μας, άνετα κι αβίαστα. Έχουμε γνώμη για οτιδήποτε συμβεί, για οποιονδήποτε κλάδο και οποιαδήποτε κατάσταση περάσει μπροστά απ' τα μάτια μας κι έχουμε την απαίτηση η άποψή μας να έχει αξία. Συνηθίζουμε οι Έλληνες να χαρακτηρίζουμε πολύ εύκολα και να βάζουμε ταμπέλες στους υπολοίπους. Μία από τις χειρότερες είναι η ταμπέλα του "ξεπουλημένου".
   Όσο κάποιος διάσημος είναι της αρεσκείας μας στο στυλ, την εμφάνιση και το περιεχόμενο, όλα εντάξει. Τον θαυμάζουμε, τον υποστηρίζουμε και λέμε τα καλύτερα. Μόλις όμως αποκτήσει φήμη, διασημότητα και περισσότερο κοινό και αλλάξει το στυλ του, αρχίζει το κράξιμο. Λέμε πως ξεπουλήθηκε για τα λεφτά, πως πια δεν αξίζει ή πως εξαρχής δεν έλεγε και πολλά. Δηλαδή υποθέτουμε πως αυτός που βλέπαμε αρχικά ήταν ο πραγματικός του εαυτός και ο μετέπειτα αποτελεί την ξεπουλημένη του εικόνα. Εδώ όμως διαπράττουμε δύο μεγάλα φάουλ.
   Πρώτον, δεν τον ξέρουμε το ίδιο καλά όσο ο ίδιος ξέρει τον εαυτό του. Εμείς αρχικά βλέπουμε τον ήπιο, δειλό ίσως και άπειρο καλλιτέχνη -τραγουδιστή, ηθοποιό, τηλεπερσόνα, youtuber- κι έχουμε την εντύπωση πως γνωρίσαμε τον πραγματικό του εαυτό. Δεν είναι έτσι. Στην αρχή ο καθένας κρύβει λίγο πολύ τα θέλω του και την προσωπικότητά του για να δώσει μια ουδέτερη εικόνα, ενώ αργότερα, όταν δει πως πετυχαίνει, βγάζει προς τα έξω περισσότερα στοιχεία της προσωπικότητάς του, πιο πολλά απωθημένα και όσα δεν τολμούσε να πει παλιότερα. Αυτό εμείς οι παντογνώστες τηλεθεατές, το κοινό του δηλαδή, το εκλαμβάνουμε σαν προδοσία. Λες και είχε την υποχρέωση να μείνει όπως εμείς συνηθίσαμε ή λες και χρειάζεται την άδεια και την έγκρισή μας για να κάνει αυτό που γουστάρει. Δεν πάει έτσι όμως.
   Δεύτερον, μόνο εκείνος ξέρει πόση δουλειά έχει κάνει και πόσο μεγάλες αποτυχίες και πίκρες έχει δεχτεί για να φτάσει όπου έφτασε. Το τι αξίζει να κάνει με την επιτυχία του είναι δική του δουλειά, όχι δική μας. Εμείς βλέπουμε έναν άνθρωπο σχεδόν σαν να γεννήθηκε τη στιγμή που έγινε γνωστός. Μέχρι εκείνην τη στιγμή αγνοούσαμε την ύπαρξή του. Δεν ξέρουμε τους πραγματικούς λόγους που βγήκε στο γυαλί, δε γνωρίζουμε το μέγεθος της φιλοδοξίας του ούτε πόσες ώρες ξόδεψε πριν καν φανταστεί ότι μπορεί να γίνει διάσημος. Οπότε όταν του γίνεται μία καλή επαγγελματική πρόταση, ας πούμε μία χορηγία ή μια πρόταση για διαφημιστική καμπάνια ενός προϊόντος, μόνο εκείνος μπορεί να καταλάβει το αν αξίζει. Η δουλειά του απέδωσε καρπούς και μια εταιρεία αναγνωρίζει τη φήμη του και θέλει να τον πληρώσει γι' αυτό. Εσύ που τον κράζεις, αν σου δινόταν η ίδια ευκαιρία -ακόμα και χωρίς τη σκληρή δουλειά του- θα έλεγες όχι;
   Ένας φίλος μου έγραψε ένα πολύ ωραίο τσιτάτο καθώς υπερασπιζόταν μία φίλη του λογοτέχνιδα που τιμήθηκε πέρυσι με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για ένα ποίημά της. Ένα άλλο άτομο έγραφε πως η συγκεκριμένη λογοτέχνιδα έπρεπε να αρνηθεί το βραβείο από το κράτος που τόσο έχει βλάψει τους πολίτες κτλ. κτλ. Ο φίλος μου έγραψε: "είναι πολύ εύκολο να αρνηθεί κάποιος ένα βραβείο που δεν του δόθηκε". Αυτό νομίζω τα λέει όλα. Μέχρι να βρεθεί κάποιος στη θέση να αναγνωριστεί η προσπάθειά του και να του προταθεί το βραβείο, δεν έχει ιδέα τι σημαίνει αυτό. Δεν μπορεί καν να φανταστεί τι σημαίνει π.χ. η ποίηση για την ποιήτρια ή πόσες ώρες έχει φάει γράφοντας πριν το ποίημά της κερδίσει την αγάπη του κόσμου. Το τι πρέπει ή δεν πρέπει να κάνει μόνο η ίδια έχει το δικαίωμα να το πει, κανείς άλλος. 
   Βέβαια υποπτεύομαι τι κάνει τον απλό Έλληνα καναπεδοκένταυρο (είναι συγγενικό είδος με τον καρεκλοκένταυρο, της ίδιας συνομοταξίας) να κράζει και να βάζει ταμπέλες. Ζηλεύει. Η ζήλια και ο φθόνος του που κάποιος άλλος έχει πετύχει είναι πολύ μεγάλοι. Ξέρει ότι ο ίδιος δεν έχει πετύχει σ' αυτό που έκανε οπότε, αντί να καλοτυχίσει εκείνον που πέτυχε, τον φθονεί και τον κράζει. Τα έχουμε ξαναπεί αυτά. Αντί να θέλει να εξελίσσεται, προτιμά να μένει πνιγμένος στον βούρκο και να τραβά και τους άλλους μέσα για να μη νιώθει μοναξιά.
   Το συμπέρασμά μου είναι το εξής: ας αφήσουμε τους άλλους να είναι ο εαυτός τους. Ας τους αφήσουμε να παίρνουν οι ίδιοι αποφάσεις για τη ζωή τους, να εκτιμούν το τι και πόσο αξίζει η δουλειά τους αντί να νομίζουμε πως ξέρουμε εμείς μόνο το καλύτερο για εκείνους. Εφόσον το αξίζουμε, ας προσπαθήσουμε να είμαστε κι εμείς εξίσου καλοί και πετυχημένοι. Ίσως τότε βρεθούμε στην ίδια θέση και, αν είμαστε τόσο συνεπείς και κατασταλαγμένοι, ίσως πούμε το όχι για να μην "ξεπουληθούμε". Κι αν δε φτάσουμε ποτέ στην περίοπτη θέση εκείνων, τουλάχιστον ας έχουμε δυο καλά πράγματα να πούμε απ' τον καναπέ μας αντί να προωθούμε την αρνητική κριτική. Δεν τσαλακώνει τη δική τους εικόνα αλλά τη δική μας.