Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Το Σαράκι του Ρεμπώ

   Ένα τραγούδι σε στίχους Άλκη Αλκαίου, αναμφισβήτητα δύσκολο στην κατανόηση. Το ένιωσα από την πρώτη φορά που το άκουσα, πιστεύω ότι ο καθένας θα συμφωνούσε. Το ότι υπάρχει μια μεγάλη δόση πάθους κι ανεκπλήρωτου έρωτα διάχυτη στο τραγούδι, αυτό είναι ξεκάθαρο. Αλλά ας δούμε τα πράγματα διεξοδικά.
   Ο νεοσύλλεκτος στο στρατό, ο δύτης στο βυθό: από τους πρώτους δυο κιόλας στίχους, μας δίνεται η ευκαιρία να νιώσουμε στο πετσί μας το χαοτικό συναίσθημα της έκπληξης που νιώθει ο αναφερόμενος ερωτευμένος του τραγουδιού: η δυσάρεστη έκπληξη, αυτός ο κόμπος στο στομάχι που έχει αυτός που πρωτοαντικρίζει την αγχωτική στρατιωτική κοινωνία, αυτή η ανείπωτη από την άλλη έκπληξη του δύτη, τη στιγμή που ανοίγεται μπροστά του η αμύθητη μαγεία του βυθού: αρνητική και θετική έκπληξη, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Γιατί στον κεραυνοβόλο έρωτα υπάρχουν και οι δυο μορφές έκπληξης. Έπειτα, ο στίχος προχωράει βαθύτερα στη σκέψη του ανθρώπου αυτού, όπου το ερώμενο πρόσωπο έχει "θεοποιηθεί", και έχει ενσταλαχθεί το αγωνιώδες αίσθημα της ματαιότητας. Η "κρυμμένη εικόνα" είναι ουσιαστικά η εικόνα που έχει στο μυαλό του ο ερωτευμένος για το αντικείμενο του έρωτά του, μια προσωπικά πλασμένη εικόνα, καθώς και μια απαγορευμένη, κατά κάποιον τρόπο, εικόνα. Αινιγματική και ομιχλώδης. Οι σκέψεις που δημιουργούνται, οι φαντασιώσεις και τα σενάρια, οι απορίες και οι αμφιβολίες, όλα αυτά μαζί είναι το "καινούριο παραμύθι" που βρίσκεται μπροστά του.
   Η δεύτερη στροφή αφορμάται από καθημερινές σκηνές μας βόλτας στην πόλη. Τα ερεθίσματα από την καθημερινότητα είναι δυνατές άγκυρες που τον τραβάνε πίσω στον έρωτά του, εναύσματα που αφυπνίζουν το παρελθόν σε λεπτομέρειες. Αυτό γίνεται φανερό στον τρίτο στίχο, καθώς το τέρας της νοσταλγίας έχει ξυπνήσει και βρυχάται μανιασμένο. Μάλιστα, φαίνεται και το πέρασμα του χρόνου, καθώς το ερωτικό παιχνίδι παίζεται πιθανότατα εδώ και καιρό. Το ερώμενο πρόσωπο έχει γίνει τέτοια εμμονή, που έχει τη διπλή δύναμη από έναν πυρετό! (Τύφλα να χουν τα αναβράζοντα depon!)
   Στην τρίτη στροφή εισαγόμαστε στην κύρια σκηνή, αυτήν του κινηματογράφου. Υπάρχει πιθανότατα, αν δούμε το σκηνικό από απλουστευμένη γωνία, μια αντίθεση μεταξύ της φρίκης που παρουσιάζεται στο σινεμά (ποιος ξέρει, κάποια ταινία τρόμου;) και στην ανέμελη, ξέγνοιαστη καθημερινότητα που εκτυλίσσεται έξω από την αίθουσα. Σε έναν παραλληλισμό με τον ψυχικό κόσμο του "πρωταγωνιστή" του τραγουδιού, "η φρίκη στην οθόνη" είναι η εσωτερική καταιγίδα, ενώ η ανέμελη ζωή έξω είναι η ψευδαίσθηση της γαλήνης που βγαίνει προς τα έξω. Με μια άλλη οπτική γωνία, ο πρωταγωνιστής "τρώει φρίκη" από τα αισθήματά του, στα οποία προφανώς δεν υπάρχει ανταπόκριση, ενώ ο έξω κόσμος αδιαφορεί. Παρακάτω, πολύ δυνατή παρομοίωση γίνεται με την έκφραση "μελισσολόι ζωντανό". Όντως, κάπως έτσι μοιάζει ο κόσμος αν τον κοιτάξουμε ψυχρά και λογικά: μια συνεχής ροή, άνθρωποι αφοσιωμένοι στη ζωή και στα προβλήματά τους, μια κοινωνία με ταχύτατους ρυθμούς και αδιαφορία για οτιδήποτε αλτρουιστικό και φυσικά στον πόθο που καίει τον άνθρωπο αυτόν. Επιστρέφοντας στην αίθουσα του σινεμά, η κοπέλα (που πιθανότατα είναι και το αντικείμενο του έρωτα) βρίσκεται με το φόβο ζωγραφισμένο στα μάτια της. Ο επίδοξος εραστής της από την άλλη, πάντα με το βλέμμα πάνω της, αναρωτιέται τι την τρώει, αν υπάρχει κάτι άλλο που εκείνος δεν μπορεί να ελέγξει: αναρωτιέται πώς να κατακτήσει τον εσωτερικό της κόσμο και να καταλάβει όσο γίνεται περισσότερα, με στοιχεία και ενδείξεις που βρίσκει στο βλέμμα της (φιλτράρισμα του καπνού, δηλαδή της αινιγματικότητας, στο βλέμμα της).
   Στο ρεφρέν, εν συνεχεία, υπάρχει μια οξεία μνεία σε ένα άγνωστο γ' πληθυντικό πρόσωπο. Μας κλέβουν το αύριο και το βλέμμα. Ποιοι; Μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι μια επίθεση στο σύστημα, ότι δίνεται μια πολιτική χροιά στο στίχο. Μια άλλη προσέγγιση μπορεί να είναι καθαρά ερωτική: οι έρωτες μας κλέβουν το αύριο, διότι χάνουμε την ελεύθερή μας βούληση, και μας κλέβουν το βλέμμα διότι "δεν έχουμε μάτια για αλλού". Σε κάθε περίπτωση, ο στιχουργός είναι κάθετα ενάντιος προς "αυτούς". Συνεπώς, με την παραπάνω κατάσταση να ισχύει, για την κοπέλα είναι κάτι μικρό το να του δώσει την συγκατάθεσή της. Εδώ εισαγόμαστε σε μια αγωνιώδη και παρακλητική σκηνή, όπου ο απελπισμένος ερωτευμένος θέλει πάση θυσία να κερδίσει την εύνοια και την αγάπη. Πρώτα δηλώνοντας ότι το "σ' αγαπώ" είναι κάτι μικρό κι ασήμαντο γι' αυτήν σε σχέση με όσα γίνονται έξω. Μετά, παρακαλάει ακόμα και για ένα "ανόρεχτο" και ψεύτικο ναι και κλείνει με την σταθερή και βέβαιη πεποίθηση πως το δέσιμο είναι παντοτινό και παρόν, έναν δηλαδή τρόπο να κάνει την κοπέλα να νιώσει ασφάλεια και να της αποσπάσει το πολυπόθητο ναι. Αυτός ο τελευταίος τρόπος συμπληρώνει το τρίπτυχο των προσπαθειών του πρωταγωνιστή.
   Στο δεύτερο μισό του τραγουδιού, βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου ο ερωτευμένος έχει υποστεί την ήττα και παλεύει πια με τις αναμνήσεις του. Αυτό συνοδεύεται από την παρόμοια κατάσταση της φύσης, τη δύση του ήλιου δηλαδή και τον παγερό αέρα. Περνώντας μέσω αυτών των εικόνων στις αναμνήσεις του, παρουσιάζεται και πάλι η σκηνή του κινηματογράφου, όπου κάποτε η κοπέλα τον είχε ρωτήσει τι είναι "το σαράκι του Ρεμπώ", φανερώνοντας έτσι την άγνοιά της για το ερωτικό αυτό ζήτημα. Υπάρχει μια ειρωνεία εδώ, καθώς το πρόσωπο που είναι αντικείμενο τέτοιου έρωτα του κάνει μια ερώτηση για τον Ρεμπώ και συνεπώς για τον πόνο του έρωτα.
   Με αυτή την παρατήρηση εισαγόμαστε στο βασικό θέμα του τραγουδιού, τη λέξη-κλειδί. Ρεμπώ. Ο κατατρεγμένος, καταραμένος ποιητής, ο τόσο πολυπράγμων και κοσμογυρισμένος, που ποτέ δε στέριωσε σε έναν τόπο. Αυτός που έζησε την καταφρόνια λόγω της αναρχικής και ομοφυλόφιλης φύσης του στα μέσα και τέλη του 19ου αιώνα. Τι είναι το σαράκι του Ρεμπώ; "Σαράκι" χαρακτηρίζεται ο ερωτικός πόθος που κατατρώει τα σωθικά, όπως ένα σαράκι κατατρώει το ξύλο. Το σαράκι του Ρεμπώ παρόλα αυτά μπορεί να αναφέρεται και στην ανήσυχη φύση του γενικότερα, να ταυτίζει την ανησυχία στην ψυχή του ερωτευμένου με τις ατέρμονες περιπλανήσεις του Ρεμπώ: το σαράκι λοιπόν μετατρέπεται στην κατάρα που δεν επιτρέπει στον Ρεμπώ (ή στην περίπτωση μας στον πρωταγωνιστή) να βρει γαλήνη και λιμάνι. Πιθανώς με την αναφορά στον Ρεμπώ ο Αλκαίος ήθελε να "δέσει" τον στίχο με έναν τρόπο που να θυμίζει Ρεμπώ: ένας έρωτας θυελλώδης, που αλλάζει μορφή, κατατρέχεται τοπικά και χρονικά και είναι μοιραίο να μην καρποφορήσει...
   Μια άλλη σκέψη, ίσως όχι τόσο πιθανή, που συνδέει όμως τον Ρεμπώ με τις σκηνές σινεμά που περιγράφονται, παρουσιάζεται με αφορμή την ταινία "Total Eclipse" του 1995, που είναι συνυφασμένη με τον έρωτα του Ρεμπώ και του ποιητή Πωλ Βερλαίν. Πιθανώς κι ο ίδιος ο στιχουργός να επηρεάστηκε απ' την ταινία για να γράψει τους στίχους. Ποιος ξέρει;
   Μια άλλη προσέγγιση, σχεδόν απίθανη, αφορμώμενη από την αναφορά στον Ρεμπώ, θέλει τους στίχους να αναφέρονται στον έρωτα του ίδιου του Ρεμπώ με τον Βερλαίν και στις δυσκολίες της σχέσης τους.
   Σε κάθε περίπτωση, το τραγούδι κλείνει με την επιστροφή στη σκηνή του σινεμά και αναφορά στην ενοχλητική "καζούρα της γαλαρίας στην πλατεία". Οι άνθρωποι δηλαδή που δε σταματάνε να μιλάνε στο σινεμά, δημιουργούν έναν ενοχλητικό βόμβο και χαλάνε την ιερότητα της στιγμής που έχει ο πρωταγωνιστής με την κοπέλα που αποζητά. Η εικόνα αυτή ταιριάζει με το "ζωντανό μελισσολόι" των αδιάφορων ανθρώπων, που αναφέρεται πιο πάνω. Έπειτα αναφέρεται η "σύνοδος Αφροδίτης-Ουρανού", η οποία, σύμφωνα με την αστρολογία, είναι οιωνός ευχάριστων, ξαφνικών εκπλήξεων στον ερωτικό τομέα. Το ότι η σύνοδος είναι η τρίτη (δηλαδή τα δυο ουράνια σώματα βρέθηκαν σε σύνοδο σε τρίτη συνεχόμενη επανάληψη) κάνει ακόμα πιο ασυνήθιστο το φαινόμενο. Άρα, ο έρωτάς τους έχει σκοπό να πετύχει; Ή μήπως ο στιχουργός αυτοσαρκάζεται; Μήπως η φασαρία των αδιάφορων ανθρώπων είναι κάτι σαν παράσιτο που απαγορεύει, ακόμα και με τόσο θετικούς οιωνούς, τους δυο ανθρώπους να βρεθούν στο ίδιο μήκος κύματος; Τα άστρα δε μας το διασαφηνίζουν αυτό.
   Τελικά, ο ερωτευμένος έχει βρεθεί σε ένα αδιέξοδο, "φυλακισμένος" στους τέσσερις τοίχους, ένας ασκητής προς την αδιάφορη ζωή των έξω (που την περιφρονεί εξάλλου καθ' όλη τη διάρκεια του τραγουδιού), να παλεύει με Χίμαιρες, δηλαδή τις ίδιες του τις αναμνήσεις. Κι όπως συμβαίνει σε κάθε αγνό έρωτα, το φταίξιμο δεν πέφτει στην κοπέλα. Αυτό το χαρακτηριστικό εξάλλου τον κάνει αγνό και τον ξεχωρίζει από τυχάρπαστους έρωτες. Ο πραγματικός φταίχτης είναι ο "κεραυνός", δηλαδή το αστροπελέκι μεταφορικά που δέχτηκε ο ίδιος και ερωτεύθηκε τόσο βαθιά. Ο κεραυνός δε λέει συγνώμη: μια έκφραση που παραπέμπει στο αναπότρεπτο του έρωτα, καθώς και στην έλλειψη αιτιών και συνεπειών για οποιονδήποτε άλλο, παρά μόνο για αυτόν που τον δέχεται...

Παραπομπή σε live του Μίλτου Πασχαλίδη στο "Σαράκι του Ρεμπώ"
https://www.youtube.com/watch?v=4aGbhSE2ZVY


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου