Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Η τριμερής διαίρεση των στιγμών

   Πολλοί άνθρωποι που συνηθίζουν να φιλοσοφούν καταλήγουν σε δικά τους συμπεράσματα για τη ζωή με βάση την εμπειρία τους. Υπάρχουν εκείνοι που, εμποτισμένοι με ένα αίσθημα σκοπού και φιλοδοξίας, σκέφτονται και πράττουν αποκλειστικά για τη μελλοντική τους ζωή. Άλλοι, επηρεασμένοι από την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, καταλήγουν να ζούνε μόνο για το παρόν. Οι μεν λένε "ζήσε για το αύριο", οι δε "ζήσε για το τώρα". Λάθος και τα δύο, κατά τη γνώμη μου. Τουλάχιστον από μόνα τους.
   Η ζωή δεν πρέπει να συλλαμβάνεται σαν μια μονοκόμματη κατάσταση. Δεν υπάρχει καμία υποχρέωση που μας δένει είτε να ζούμε αποκλειστικά για το παρόν είτε αποκλειστικά για το μέλλον. Είτε ο χρόνος υπάρχει είτε είναι μια ανθρώπινη σύμβαση, εμείς οι άνθρωποι έτσι αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο κι οφείλουμε να σεβόμαστε και τις τρεις χρονικές βαθμίδες. Συνεπώς, η ζωή μας πρέπει να χωρίζεται σε τρία είδη στιγμών, για τις οποίες δε χρειάζεται ενοχή.
   Οι στιγμές που απολαμβάνουμε το παρόν. Είναι λογικό, μιας και διακατεχόμαστε απο ανάγκη για διασκέδαση, ψυχαγωγία και απόλαυση, να αφιερώνουμε κάποιες στιγμές μας -ο καθένας όσο επιλέξει- για να τις ικανοποιήσουμε. Η ενοχοποίηση της επιθυμίας και της απόλαυσης είναι ενοχοποίηση της ίδιας της ζωής: πρέπει να ξεριζωθεί από μέσα μας και να υπάρξει ελευθερία στο παρόν. Αγνή, γαλήνια και συνεπής συμπεριφορά όσον αφορά τις στιγμές που απολαμβάνουμε το τώρα, διότι το εφήμερο είναι μέρος του παντοτινού. Θέλει τον χρόνο του και τον σεβασμό του.
   Οι στιγμές που αφιερώνουμε στο παρελθόν. Εξυπνάδες του τύπου "δεν κοιτάζω ποτέ πίσω" είναι πλήρως αφιλοσόφητες. Το παρελθόν μας είναι κομμάτι μας. Οι σημερινές μας πράξεις και σκέψεις καθορίζονται σε τεράστιο βαθμό από την αχανή βάση δεδομένων που έχουμε στη μνήμη μας, σε σημείο που είναι αδύνατον να υπάρξουμε χωρίς το παρελθόν μας. Ζωντανή απόδειξη οι άνθρωποι που ταλαιπωρούνται από παθήσεις που τους στερούν τη μνήμη: είναι χαμένοι στο παρόν χωρίς το παρελθόν τους να τους φωτίζει τον δρόμο. Φυσικά υπάρχει απόλαυση και στις στιγμές που αφιερώνουμε στο παρελθόν: η αναπόληση και ο ρεμβασμός αποτελούν ανθρώπινη ανάγκη, την οποία επίσης οφείλουμε να σεβόμαστε.
   Οι στιγμές που δουλεύουμε για το μέλλον. Έχοντας αποφασίσει πως θα αφιερώσουμε χρόνο και για το παρόν και για το παρελθόν, θα ήταν ασυνεπές να μη σκεφτόμαστε το μέλλον μας. Επίσης, θα ήταν ανεύθυνο. Είμαστε υπεύθυνοι πάνω απ' όλα για την ύπαρξή μας και, εφόσον επιθυμούμε να μη γίνουμε βαρίδιο στους άλλους, οφείλουμε να εργαζόμαστε για το αύριο, για να έχουμε ένα καλύτερο μέλλον όσο ζούμε: να στρώσουμε δηλαδή τον δρόμο για να έχουμε κι αργότερα την ευκαιρία να ζούμε για το παρόν και το παρελθόν. Βέβαια υπάρχει και το θέμα της υστεροφημίας: ο άνθρωπος, αργά ή γρήγορα, συνειδητοποιεί το εφήμερο της ύπαρξής του, πως κάποτε θα πάψει να υπάρχει σ' αυτόν τον κόσμο. Ενάντια στον απόλυτο τρόμο της ανυπαρξίας, ένα από τα πολλά είδη άμυνας, ίσως το πιο συνεπές, είναι η εργασία για το μέλλον: να δημιουργήσουμε κάτι το οποίο θα είναι ορόσημο της ύπαρξής μας, ακόμα κι αφού θα έχουμε πεθάνει. Ένα μνημείο που θα φωνάζει, σε μια αέναη ηχώ, την ποιότητα της ύπαρξής μας. Αν αυτή η συνειδητοποίηση έρθει πολύ αργά, ίσως να μην έχουμε την ευκαιρία να πραγματοποιήσουμε αυτή τη φιλοδοξία μας. Αν έρθει νωρίς, τότε, ανάμεσα στις στιγμές τις αφιερωμένες στο παρόν και στο παρελθόν, θα αφιερώσουμε στιγμές για την υστεροφημία μας.
   Κλείνω με την εξής σκέψη: κανείς δε μας υποχρεώνει να διαλέξουμε μία από τις τρεις χρονικές βαθμίδες. Καθεμία από αυτές έχει σημαντική θέση στη ζωή μας και δεν πρέπει να υποτιμάται για χάρη των άλλων δύο. Οπότε ελεύθερα, χωρίς ενοχές, ας ζούμε και για τις τρεις, εκμεταλλευόμενοι τις ευκαιρίες που μας δίνονται.

Παρόν, παρελθόν και μέλλον


Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

Αφιέρωμα: Σπύρος Παπαλέξης - Έντγκαρ Χέβενσκαρ

   Στον παρόν αφιέρωμα θα αναφερθώ σ' έναν ανερχόμενο συγγραφέα του φανταστικού, τον Σπύρο Παπαλέξη. Ήρθα σε επαφή με τη συγγραφική του δουλειά μέσω του πρώτου του μυθιστορήματος, το οποίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Παράξενος Ελκυστής. Το βιβλίο λέγεται Έντγκαρ Χέβενσκαρ, Οι Πρώτες Περιπέτειες και αναμένεται να αποτελείται από περισσότερα μέρη.
   Όσον αφορά τα στοιχεία που το κάνουν ξεχωριστό, είναι η δουλειά που έχει γίνει από τον συγγραφέα στη δημιουργία του κόσμου. Ισχυρίζεται πως δούλεψε για χρόνια το έργο κι αυτό φαίνεται στο πάνθεον του σύμπαντος αυτού (Κόσμος του Ναρός): υπάρχει μια πληθώρα θεοτήτων, οι συγγενικές σχέσεις των οποίων περιπλέκονται μεταξύ τους σε τεράστιο βαθμό. Αν και δημιουργήθηκε από έναν άνθρωπο, η συνέπεια στην περιγραφή των θεοτήτων είναι εκπληκτική, σε βαθμό που θα μπορούσε να ανταγωνίζεται πραγματικές μυθολογίες. 
   Επίσης, υπάρχει χάρτης του κόσμου του Ναρός με μια ιδιαιτερότητα: είναι αρκετά κατατοπιστικός ώστε να καταλαβαίνει ο αναγνώστης πού εκτυλίσσεται η δράση σε κάθε σημείο του βιβλίου αλλά όχι τόσο λεπτομερής ώστε να στερεί τη δυνατότητα του αναγνώστη να φαντάζεται δικές του λεπτομέρειες και να κάνει εικασίες για τοποθεσίες που δεν αναφέρονται σε αυτόν. 
   Στο θέμα της ιστορίας του κόσμου εκείνου, υπάρχει χρονολόγηση της αυτοκρατορίας στην οποία εκτυλίσσεται η περισσότερη δράση από τη δημιουργία της μέχρι το χρονικό παρόν της ιστορίας. Μπορεί, συνεπώς, ο αναγνώστης να εντρυφήσει -αν είναι από αυτούς που ασχολούνται με λεπτομέρειες- στην ιστορία από πολλές απόψεις.
   Η γραφή του έχει κάποιες ιδιαιτερότητες: είναι αρκετά γκρίζα, κατά την άποψή μου. Ο συγγραφέας δε δίνει πολλές απαντήσεις και κρατάει αρκετά στο μανίκι του για αργότερα. Ακροβατεί ανάμεσα σε δύο απαντήσεις σε πολλά θέματα, χωρίς να επιτρέπει στον αναγνώστη να διαλέξει τη μία ή την άλλη απάντηση. Βέβαια αυτό ίσως να είναι ό,τι εισέπραξα εγώ, χωρίς να είναι συνειδητή προσπάθεια του συγγραφέα...
   Είναι φανερές κάποιες ομοιότητες με έργα σταθμούς στον κόσμο του Φανταστικού, όπως Lord of the Rings και -ακόμα περισσότερο- Game of Thrones. Το βιβλίο ταξιδεύει σε κόσμους όπου η μαγεία και οι θεότητες μπλέκονται με τις ζωές των θνητών, των βασιλιάδων, των ιερέων και των πολεμιστών.
   Ευτυχώς ή δυστυχώς, το βιβλίο έχει πολλά ονοματεπώνυμα -δύσκολα μάλιστα!- κάτι που κάνει την παρακολούθηση της πλοκής και των χαρακτήρων λίγο δυσκολότερη, όμως δίνει παραπάνω αξία στα ίδια τα πρόσωπα, πρωταγωνιστικά και μη. Σε τελική ανάλυση, πώς να μη συμπαθήσεις έναν πρωταγωνιστή που λέγεται Έντγκαρ Χέβενσκαρ;

Σπύρος Παπαλέξης, Ελκυστής

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

10 Στοιχεία της καθημερινότητας που εξάπτουν τη Φαντασία

   Οι περισσότερες ιδέες και σενάρια που σχετίζονται με το μυστήριο και ίσως με το μεταφυσικό βασίζονται σε απλές, καθημερινές λειτουργίες, ενέργειες ή καταστάσεις. Μπορεί γι' αυτόν τον λόγο να εξάπτουν τόσο πολύ τις αισθήσεις: ακριβώς επειδή τις συναντάμε καθημερινά, όμως στην περίπτωση του βιβλίου ή της ταινίας τρόμου ή μυστηρίου παίρνουν άλλη μορφή...

Ανάπτυξη: Η ανάπτυξη, η διαδικασία που ο άνθρωπος ξεκινά τη ζωή του και καταλήγει στα βαθιά γεράματα, έχει προξενήσει πολλές παράξενες ιδέες στο μυαλό των δημιουργών/καλλιτεχνών. Ειδικά η αρχή και το τέλος, δηλαδή η βρεφική και η γεροντική ηλικία, προκαλούν την ανθρώπινη σκέψη. Η παιδική αθωότητα και η γεροντική σοφία, άλλωστε, αντιστρέφονται σε ταινίες τρόμου: βλέπουμε παιδιά με δολοφονικές τάσεις ή γέροντες/γερόντισσες παρανοϊκούς, με παροξυσμούς βίας και μακάβριες προφητείες ή δηλώσεις. Ίσως επειδή αυτές οι ηλικίες είναι στο κατώφλι της ζωής και του θανάτου αντίστοιχα να τους αποδίδονται αυτές οι μυστήριες ιδιότητες.
Τροφή: Αφού μιλήσαμε για την ανάπτυξη, επόμενο είναι να αποτελεί μυστήριο και η ίδια η κατανάλωση τροφής που οδηγεί στην ανάπτυξη. Πολλά σενάρια σχετικά με μεταλλάξεις, κατάρες και μεταμορφώσεις ξεκινούν από την κατανάλωση "μιας μυστηριώδους ουσίας", ενός βοτάνου, ενός μανιταριού, ενός φίλτρου κτλ. Επίσης, το ίδιο το στόμα και οι εκφράσεις του, η στοματική κοιλότητα και το μαύρο χάος που υπάρχει από πίσω αλλά και τα κοφτερά δόντια προξενούν έναν αρχέγονο τρόμο στον άνθρωπο, ο οποίος νιώθει ξαφνικά θήραμα. Επιπλέον, η λαιμαργία, η απόλυτη έκφραση πείνας, προκαλεί πολλές φορές τον φόβο, ειδικά αν σχετίζεται με κάτι που δεν ταιριάζει στις διατροφικές μας συνήθειες...
Αναπνοή: Η αναπνοή, όσο ασθενική ή αθόρυβη κι αν είναι, είναι το βασικό σημάδι ζωής. Είναι το πρώτο που αναζητά ένας διασώστης σ' ένα θύμα στον δρόμο. Χωρίς αυτήν, η ζωή παύει να υπάρχει. Γι' αυτόν τον λόγο, η αναπνοή είναι κάτι το ελπιδοφόρο για τη ζωή. Εκτός αν βρίσκεται κανείς σ' ένα μέρος που δε θα ήθελε να συναντήσει κάτι ζωντανό. Σκοτεινά δάση τη νύχτα, νεκροταφεία και μαυσωλεία ή έρημα σπίτια είναι μέρη που η ανάσα δεν προμηνύει κάτι καλό...
Καρδιοχτύπι: Όπως και η αναπνοή, το καρδιοχτύπι είναι μια αυτόματη, ανεξέλεγκτη διαδικασία που δείχνει ζωή. Είναι ένα όμορφο ακουστικό ερέθισμα, ειδικά όταν ακούγεται από βρέφη, ασθενείς που φοβηθήκαμε πως χάσαμε ή μετά από μία ανάνηψη. Είναι άλλη ιστορία όμως όταν ακούγεται χωρίς προφανή πηγή, σε δυσανάλογα μεγάλη ένταση, σε αυξανόμενο ρυθμό που προκαλεί στρες ή μέσα από ένα άψυχο αντικείμενο που δε διαθέτει κυκλοφορικό σύστημα. Εκεί, όπου η ανθρώπινη αυτή λειτουργία παντρεύεται με το απόκοσμο,  η φαντασία μπορεί να καλπάσει ελεύθερη...
Περπάτημα: Η διαδικασία του περπατήματος είναι μηχανική για τους περισσότερους. Ούτε καν το σκέφτονται. Είναι ένα δείγμα που προδίδει ζωή, κίνηση. Και πάλι, όπως τα προηγούμενα παράδειγμα, δεν αφήνει την ίδια αίσθηση όταν συμβαίνει σε έρημους δρόμους... Πρώτον, αν προέρχεται από κάποια άγνωστη πηγή, το σταθερό βάδισμα μπορεί να προκαλέσει τρόμο επειδή δηλώνει αυτοπεποίθηση, αίσθηση σκοπού και έλλειψη φόβου. Δεύτερον, το αλαφροπάτητο βάδισμα, αυτό που δείχνει μια ανάγκη για απόκρυψη, φανερώνει μια πονηρές και κακόβουλες προθέσεις, αν όχι δείγμα μεταφυσικής δραστηριότητας. Τρίτον, το πανίσχυρο και βαρύ βάδισμα, αυτό που σείει τη γη, είναι δείγμα υπεράνθρωπης, βάρβαρης και ωμής δύναμης. Σε ένα δάσος ένα τέτοιο είδος βαδίσματος προμηνύει την εμφάνιση κάποιου πανίσχυρου και πιθανώς τρομακτικού πλάσματος. 
Βλέμμα: Ένα βλέμμα μπορεί να έχει πολλά νοήματα. Τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής, λένε εξάλλου. Μια αίσθηση πολύ ισχυρή στον άνθρωπο, μπορεί να προκαλέσει έντονο άγχος ή και τρόμο όταν είναι παρατεταμένη χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Άλλωστε, ένας άνθρωπος σε ένα έρημο στενό τα βράδια νιώθει ένα αόρατο μάτι να τον παρακολουθεί. Αν δεν υπάρχει φανερό πρόσωπο, το βλέμμα γίνεται ακόμα πιο τρομακτικό: μέσα από μια μάσκα, μέσα από ζωγραφισμένα μάτια σε τοίχους ή, ακόμα χειρότερα, όταν δε βλέπουμε τα ίδια τα μάτια. Ξυπνάνε μέσα μας αισθήματα αρχέγονα, ο ανείπωτος τρόμος του θηράματος και η αίσθηση πως πουθενά δεν είμαστε ασφαλείς...
Ομιλία: Η διαδικασία που βοηθάει στην επικοινωνία, αυτή που μας ξεχωρίζει από τα ζώα. Σιγά-σιγά, καθώς τα μυστήρια του εγκεφάλου γνωστοποιούνται στην επιστημονική κοινότητα, όλο και περισσότερες από τις λεκτικές λειτουργίες του ανθρώπου αποκωδικοποιούνται. Υπάρχουν όμως στοιχεία της διαδικασίας που την κάνουν μυστήρια και τρομακτική. Πρώτη είναι η ακατάληπτη ομιλία: όταν κάποιος μιλάει χωρίς να βγαίνει λογικός ειρμός απ' τα λόγια του, μας δίνει την εντύπωση της παραφροσύνης. Επίσης, το παραμιλητό κάποιου δίνει την αίσθηση της παραφυσικής δραστηριότητας, σαν να μην είναι ο ίδιος που μιλάει. Τέλος, σε θρησκευτικού θέματος ταινίες, πολλές φορές ένα κακόβουλο πνεύμα χρησιμοποιεί το στόμα ενός ανθρώπου για να μιλήσει, με τη φωνή να γίνεται υπόκωφη, τσιριχτή και γενικώς απάνθρωπη ενώ το νόημα των λέξεων τρομάζει...
Μνήμη: Η μνήμη είναι ένα ακόμα μυστήριο από μόνη της. Τι μένει στο μυαλό μας και τι όχι; Οι αναμνήσεις μας υπάρχουν ή όχι; Τι συμβαίνει όταν νιώθουμε πως κάτι το έχουμε ήδη ζήσει ή το αντίθετο, όταν ξέρουμε ότι κάτι το ζήσαμε αλλά δεν το θυμόμαστε; Πολλάκις η έλλειψη μνήμης ως θεματική έχει παρακινήσει τους δημιουργούς να εξερευνήσουν τα όρια της πραγματικότητας, καθώς ο άνθρωπος συχνά δεν μπορεί να την εξηγήσει με φυσιολογικό τρόπο. Μια ανάμνηση, για παράδειγμα, που θα έπρεπε να έχουν δύο άτομα αλλά το ένα δεν την έχει για κάποιο λόγο... Κάποιοι αποδίδουν τις παράξενες αναμνήσεις τους με προηγούμενες ζωές τους, με πρόβλεψη του μέλλοντος ή με άλλες διαστάσεις. Η φαντασία οργιάζει εδώ! Έπειτα, οι τεχνητές αναμνήσεις, εμφυτευμένες τυχαία ή για να εξυπηρετήσουν κάποια κακόβουλη σκοπιμότητα, γίνονται κοινό θέμα σε φουτουριστικές ταινίες και προκαλούν αλλοίωση της πραγματικότητας στο μυαλό κάποιου, ο οποίος δεν ξέρει τι είναι πραγματικό και τι όχι...
Ύπνος: η φυσιολογική αυτή διαδικασία εγείρει το μυστηριακό για πολλούς λόγους. Ο απλούστερος είναι επειδή στην κατάσταση ύπνου ο άνθρωπος είναι ανυπεράσπιστος και συνήθως στο σκοτάδι. Γι' αυτό πολλές φορές απεικονίζονται αλλόκοτες και τρομακτικές μορφές να βρίσκονται κοντά στον κοιμισμένο άνθρωπο. Έπειτα, στη φάση του ύπνου κάποιος μπορεί να κάνει παράξενες κινήσεις, να παραμιλήσει ή να υπνοβατήσει, λειτουργίες που προκαλούν την περιέργεια, αν όχι κάτι χειρότερο. Βέβαια, υπάρχουν και τα όνειρα, που θα μπορούσαν να είναι μια κατηγορία από μόνα τους. Αυτή η βουτιά στο υποσυνείδητο ή και στο ασυνείδητο έχει παρασύρει την ανθρωπότητα σε πολλές εικασίες: τα όνειρα έρχονται από θεούς, είναι προφητικά, προειδοποιήσεις και προβλέψεις κτλ. Η διαδικασία του ύπνου επίσης έχει συνδεθεί με τη μακροζωία και την αθανασία, καθώς πολλοί μύθοι μιλούν για άτομα που κοιμήθηκαν και ξύπνησαν σε άλλη εποχή, όπως ο Επιμενίδης ο Κρητικός. Τέλος, επειδή συσχετίζεται με τον θάνατο. Λένε πως ο ύπνος είναι ένα είδος ζωντανού θανάτου, το κατώφλι για τον θάνατο ή μια απομίμησή του.
Θάνατος: Η αντίθετη όψη της ζωής. Θάνατος, το μεγαλύτερο μυστήριο απ' όλα, αυτό που έχει εξάψει τη φαντασία όσο κανένα. Άλλοι τον παρομοιάζουν με ταξίδι, κάποιοι με πύλη για κάποια άλλη ζωή ή διάσταση και πολλές θρησκείες έχουν εκμεταλλευτεί τον φόβο του θανάτου για να πουλήσουν τις δικές τους μεταφυσικές θεωρίες. Υπάρχουν πάμπολλα μυθικά πλάσματα που σχετίζονται με τον θάνατο: είτε είναι στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου, νεκροζώντανα δηλαδή, είτε έχουν περάσει κάποιο είδος μεταμόρφωσης με τον θάνατο κι έχουν επιστρέψει, όπως τα φαντάσματα και οι βρικόλακες. Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες για την επικοινωνία με τον λεγόμενο κόσμο των νεκρών και υπάρχουν τεχνικές, τελετές και αντικείμενα που λέγεται πως φέρνουν μηνύματα από εκεί. Λόγω της φύσης του, είναι ένα μυστήριο που θα παραμείνει πιθανότατα άλυτο.

Απόκοσμο, Μυστηριακό

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

Ζακ Κωστόπουλος και Κωνσταντίνος Κατσίφας: Δυο Κόσμοι Ενώνονται

   Προσφάτως η Ελλάδα συγκλονίστηκε από δύο τραγικούς θανάτους νέων ανθρώπων: αυτούς του Κωνσταντίνου Κατσίφα, κατοίκου της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία, και του Ζακ Κωστόπουλου στην Αθήνα. Έγιναν σε σχετικά κοντινή ημερομηνία, σε απόσταση ενός μήνα περίπου το ένα περιστατικό από το άλλο, και προκάλεσαν τεράστιο σάλο, για διαφορετικούς -ίσως- λόγους το καθένα.
   Ας ξεκινήσουμε με τον 33χρονο Ζακ Κωστόπουλο, του οποίου ο θάνατος προηγήθηκε χρονικά. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2018 λοιπόν, ημέρα Παρασκευή, ο άνθρωπος αυτός έχασε τη ζωή του. Είχε μπει σε ένα κοσμηματοπωλείο βιαστικά για λόγους που αμφισβητούνται. Ακούγεται πως μπήκε για ληστεία κρατώντας ένα μαχαίρι στο χέρι του. Αυτό αργότερα αμφισβητήθηκε. Αργότερα ακούστηκε πως μπήκε στο κατάστημα για να γλιτώσει από έναν καβγά σε διπλανό μαγαζί. Δε θα τοποθετηθώ διότι δεν ξέρω λεπτομέρειες. Όπως και να 'χει, κατά την προσπάθειά του να διαφύγει μέσα από μια βιτρίνα από το κατάστημα, που σε βίντεο δείχνει κλειδωμένο, μετά από πολλαπλά χτυπήματα δύο ανθρώπων, ένας εκ των οποίων ήταν ο ιδιοκτήτης του καταστήματος, ο Ζακ Κωστόπουλος έπεσε κάτω αναίσθητος. Αργότερα διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
   Από εκείνο το σημείο και μετά, οι δράσεις και οι ιδιότητες του θανόντος έγιναν θέμα στα κανάλια: ήταν οροθετικός, ήταν μέλος της LGBTQ κοινότητας, ομοφυλόφιλος ο ίδιος, ακτιβιστής και γνωστός στον χώρο του. Λέγεται πως ήταν τοξικομανής. Σύσσωμη η κοινότητα του χώρου της τέχνης -ειδικά όσοι πρόσκεινται στην αριστερά και στα θέματα των μειονοτήτων- έσπευσαν να ταχθούν ανοιχτά υπέρ του. Αντίθετα, οι πολίτες που διακατέχονται από περιφρόνηση και μίσος απέναντι στα παραπάνω έσπευσαν να υπερασπιστούν το δίκιο του κοσμηματοπώλη και να εκφράσουν την άγρια χαρά τους με τον θάνατο του Ζακ. Το θέμα έγινε καυτό, κυρίως χάρη στην παρουσία του επίμαχου βίντεο που δείχνει όλη τη σκηνή. Κρατούσε μαχαίρι; Είχε μπει για ληστεία ή όχι; Ήταν υπό την επήρεια ουσιών ή όχι; Βρίσκονταν σε στάση άμυνας οι δύο που τον κλωτσούσαν μέχρι θανάτου;
   Πέρασε πάνω από μήνας μέχρι να γίνουν οι απαραίτητες εξετάσεις. Βρέθηκε καθαρός στις τοξικολογικές εξετάσεις, οι κατηγορίες για ληστεία και για κατοχή μαχαιριού ξεθώριασαν και οι άνθρωποι που είχαν ταχθεί υπέρ του ξαναβρήκαν την ευκαιρία να δηλώσουν τον αποτροπιασμό τους για το έγκλημα. Ο Ζακ, μετά τον βίαιο θάνατό του, έγινε σύμβολο για τους ανθρώπους που νιώθουν την ίδια καταπίεση λόγω των ιδιαιτεροτήτων τους, αλλά και από ανθρώπους του ακροαριστερού χώρου, που είδαν το συμβάν σαν ταξική επίθεση ενός "νοικοκυραίου" προς έναν "περιθωριακό αλήτη".
   Ας περάσουμε τώρα στην υπόθεση του 35χρονου Κωνσταντίνου Κατσίφα. Σκοτώθηκε στους Βουλιαράτες, ένα χωριό στην αλβανική επικράτεια, ανήκον στα χωριά της λεγόμενης Βορείου Ηπείρου. Έλληνας στην καταγωγή, έχει γραφτεί πως γυρνούσε εκεί από την Αθήνα τακτικά, ειδικά στις εθνικές επετείους. Ήταν ιδιαίτερα ενεργός σε θέματα εθνικά, έχοντας μεγάλη αγάπη για την ελληνική σημαία κι έχοντας, σύμφωνα με δημοσιεύματα, διαπληκτιστεί πολλάκις με τις αρχές για το σύμβολο αυτό του ελληνισμού.
   Αυτή ήταν, λένε, η αφορμή για τον νέο διαπληκτισμό ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου 2018. Ο Κωνσταντίνος Κατσίφας είχε ζωγραφίσει την ελληνική σημαία στον τοίχο σχολείου του χωριού, όταν ένας αστυνομικός διαπληκτίστηκε έντονα μαζί του για τη σημαία. Λένε πως τον προειδοποίησαν να κατεβάσει τη σημαία. Ο ίδιος, φορτισμένος από το κλίμα της εθνικής επετείου και από την επιθετική στάση του Αλβανού αξιωματικού, επέστρεψε λίγο αργότερα με ένα όπλο (καλάζνικοφ για την ακρίβεια) κι άρχισε να πυροβολεί στον αέρα. Δεν υπήρξε κάποιος τραυματισμός, σύμφωνα με δημοσιεύματα, όμως η αλβανική αστυνομία κινητοποιήθηκε και απάντησε στους πυροβολισμούς με υπηρεσιακά περίστροφα.
   Μετά την ανταλλαγή πυροβολισμών, ο Κωνσταντίνος Κατσίφας ανηφόρισε προς την έξοδο του χωριού και η αλβανική τοπική αστυνομία άφησε τις επίλεκτες αερομεταφερόμενες δυνάμεις να συνεχίσουν το ανθρωποκυνηγητό. Στο βουνό Τσούκλισα η ομάδα τον αναζήτησε και τον βρήκε κατά την επιστροφή του προς το χωριό. Δεν είναι γνωστές λεπτομέρειες για το πώς ακριβώς σκοτώθηκε αλλά οι ιατροδικαστές κατέληξαν στο συμπέρασμα πως δύο σφαίρες εξ αποστάσεως στην περιοχή της καρδιάς είχαν επιφέρει τον θάνατό του. Λεπτομέρειες που ανακοινώθηκαν αργότερα ήταν πως τα τραύματά του ήταν ραμμένα και διαψεύστηκαν οι φήμες για πυροβολισμό εξ επαφής στο άψυχο σώμα του.
   Ο Κωνσταντίνος, μετά τον βίαιο θάνατό του, έγινε σύμβολο των ανθρώπων που συμμερίζονται τα πατριωτικά του αισθήματα, αλλά και από ανθρώπους του ακροδεξιού χώρου, που είδαν το συμβάν σαν επίθεση Αλβανών προς Έλληνα για εθνικιστικούς λόγους. Μαζική ήταν η παρουσία Ελλήνων στην κηδεία του άτυχου 35χρονου και υπήρξαν διπλωματικές αναταραχές ανάμεσα στα δύο κράτη.
   Ας επιστρέψουμε τώρα στον τίτλο του άρθρου: γιατί δύο κόσμοι ενώθηκαν με τα δύο περιστατικά;
Ας συνοψίσω τα κοινά σημεία τους: επρόκειτο για άτομα ενεργά, το καθένα προς τη δική του κατεύθυνση, και ιδιαίτερα αγαπητά στον κύκλο τους. Δολοφονήθηκαν βιαίως και κατηγορήθηκαν πως έφεραν όπλο. Ακολούθησε και στις δύο περιπτώσεις θρίλερ καθώς αναμένονταν τα πορίσματα των ιατροδικαστών. Έπειτα, έγιναν σύμβολα από μερίδα πολιτών και δημιουργήθηκε για άλλη μια φορά διχασμός στην κοινή γνώμη.
   Το χειρότερο όμως απ' όλα ήταν η προσβολή των νεκρών από αδίστακτους εχθρούς τους. Για προσωπικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς -κυρίως- λόγους, πολλοί βρήκαν την ευκαιρία να βγάλουν χολή απέναντι στους θανόντες, για τον μεν Ζακ επειδή ήταν οροθετικός, ομοφυλόφιλος και -το γράφω με επιφύλαξη- τοξικομανής, για τον δε Κωνσταντίνο επειδή ήταν πατριώτης, είχε όπλο στην κατοχή του παράνομα και ήταν -το γράφω με επιφύλαξη- εθνικιστής. Για άλλη μια φορά η κοινή γνώμη έδειξε το σκληρό της πρόσωπο, επικεντρώνοντας τα δηλητηριασμένη βέλη της στο θύμα και όχι στην πράξη.
   Αυτό είναι το επίμαχο σημείο, κατά τη γνώμη μου. Ο κόσμος δεν ασχολήθηκε με το ίδιο το τραγικό φαινόμενο της δολοφονίας και του λιντσαρίσματος, αλλά με το προφίλ των θυμάτων και με το κατά πόσο τους άξιζε ο θάνατος! Επαναλαμβάνω: το πόσο τους άξιζε ο θάνατος! Μια κοινωνία που φλερτάρει επικίνδυνα με την βαρβαρική αγάπη της για θύματα, δράμα κι αιματοχυσία, που σχολιάζει ανοιχτά πλέον για ένοπλη καταστολή, κρεμάλες και για την επιστροφή της θανατικής ποινής, χρησιμοποίησε -και συνεχίζει να χρησιμοποιεί- δύο τραγικούς θανάτους νέων ανθρώπων για να εξυπηρετήσει συμφέροντα.
   Οι δύο κόσμοι που ενώθηκαν είναι οι λεγόμενοι πατριώτες (εθνικιστές/φασίστες για τους αντιπάλους τους) και οι λεγόμενοι ανθρωπιστές (αναρχικοί/ανθέλληνες για τους αντιπάλους τους). Έδειξαν, δυστυχώς επιλεκτικά, να συμμερίζονται τον πόνο της οικογένειας του ενός θύματος και κατακεραύνωσαν τις πράξεις, την ιδιότητα και τη συνολική πορεία ζωής του άλλου.
   Αυτό είναι λάθος! Η κοινωνία μας, προκειμένου να προχωρήσει και να εξελιχθεί, πρέπει να κοιτάξει κατάματα και να αντιμετωπίσει το θέμα των δολοφονιών, των λιντσαρισμάτων και γενικώς των αιματοχυσιών και να το αποκηρύξει ανοιχτά. Είτε πρόκειται για θέματα εθνικά είτε για θέματα ταξικά, μια κοινωνία που διψά για αίμα -αθώων και ενόχων- απομακρύνεται όσο περισσότερο μπορεί από τον πολιτισμό. Κι αυτό είναι κακούργημα. Ο πολιτισμός δεν είναι κάτι δεδομένο: εξελίσσεται με κατακτήσεις αιώνων, καθώς λιθαράκι-λιθαράκι χτίζονται με πόνο και τραγωδίες τα δικαιώματα στη ζωή και την ελευθερία. Είναι τόσο απροσμέτρητα δύσκολο να αλλάξει ο κόσμος προς το καλύτερο και τόσο εξοργιστικά εύκολο να κυλήσει προς την κατηφόρα του οπισθοδρομισμού, που θα έπρεπε η κοινή γνώμη να σοκάρεται με τη μεθοδευμένη προσπάθεια καπήλευσης των θανάτων αυτών. Δε σοκάρεται όμως, κι αυτό είναι που σοκάρει. Κρεμόμαστε από μία κλωστή: η δαμόκλειος σπάθη της απανθρωπιάς κρέμεται επικίνδυνα από πάνω μας και μπαλαντζάρει κάθε φορά που ο θάνατος γίνεται παιχνίδι πολιτικής κι εξουσίας. Αν θέλουμε ένα ευοίωνο μέλλον, ας το βάλουμε καλά στο μυαλό μας κι ας διαδώσουμε τον καλύτερο εαυτό μας, αφήνοντας τα πρωτόγονα ένστικτα πίσω μας.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018

Αφιέρωμα: Μάριος Κουτσούκος

   Στο παρόν αφιέρωμα θα αναφερθώ σ' έναν Έλληνα λογοτέχνη, τον Μάριο Κουτσούκο. Έχοντας διαβάσει δύο βιβλία του, "Η Θεωρία του Μήλου" και "Η Πύλη", θεωρώ πως έχω πιάσει αρκετά καλά τον παλμό της γραφής του.
   Η θεματολογία των βιβλίων αυτών έχει κάποια πολύ πρωτότυπα χαρακτηριστικά: έχουν ως αρχή τον κόσμο του φανταστικού, σε μια μορφή μεσαιωνική όπου τα πλάσματα της λαογραφίας είναι υπαρκτά, όμως ο ρεαλισμός αγκαλιάζει και τα δύο έργα. Οι κόσμοι όπου διαδραματίζεται η πλοκή είναι ξεχωριστοί από τον δικό μας, αν και έχουν πολλά κοινά (και κυρίως αδυναμίες!) με αυτόν. Η μαγεία είναι πραγματική δύναμη και διαμορφώνει σε μικρό αλλά και μεγάλο βαθμό την όψη της πραγματικότητας.
   Στον τρόπο γραφής το βασικότερο στοιχείο του συγγραφέα είναι το μοναδικό κυνικό του χιούμορ και γενικά ο κυνικός τρόπος με τον οποίο περιγράφονται οι χαρακτήρες. Κανένας χαρακτήρας δε γλιτώνει από τον σαρκασμό και η υποτιθέμενη μεγαλοπρέπεια κάποιων από αυτούς γκρεμίζεται κάτω από γλαφυρές περιγραφές και ξεκαρδιστικές λεπτομέρειες. Τα έργα, χάρη στη γραφή, κυλάνε γρήγορα, χωρίς κουραστικά σημεία και "κοιλιές".
   Βέβαια η πλοκή και στα δύο έργα έχει συνέπεια. Παρά τη χιουμοριστική απόδοση των πραγμάτων παρατήρησα μια γραμμική, σταθερή πλοκή που οδηγεί σε απρόσμενο τέλος. Γίνεται φανερό πως η πλοκή είναι επηρεασμένη από παιχνίδια και ταινίες φάντασι κι αυτό δίνει στα έργα ενδιαφέρον και χαρακτήρα.
   Ας αναλύσω λίγο πιο διεξοδικά το κάθε έργο ξεχωριστά:

Η Θεωρία του Μήλου

Μάριος Κουτσούκος, Εκδόσεις Αέναον

   Όπως φαίνεται και στο οπισθόφυλλο, πρόκειται για μια περιπέτεια, μια ανακάλυψη του κόσμου μαζί με τον ίδιο τον εαυτό του πρωταγωνιστή. Ένας νεαρός πρωταγωνιστής καθώς προσπαθεί να εκπληρώσει το όνειρό του τρακάρει συνεχώς μπροστά σε αντιξοότητες της τύχης και απογοητεύσεις για γέλια και για κλάματα! Το βιβλίο υπόσχεται (και δεν απογοητεύει) περιπέτειες τραγελαφικών διαστάσεων, παράξενες, αστείες και μοναδικές. Χάρη στον κυνισμό που διακατέχει τα πρόσωπα ο αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί άφοβα με κάποιους από αυτούς και να αφεθεί στη δουλεμένη πένα του συγγραφέα. 

Η Πύλη

Μάριος Κουτσούκος

   Ένα βιβλίο πιο ογκώδες από το προηγούμενο, γραμμένο σε αρκετά νεανική ηλικία, σύμφωνα με τον συγγραφέα. Έχει αρκετά κοινά στοιχεία με την Θεωρία του Μήλου, αλλά και πολλά μοναδικά, τα οποία προσθέτουν στο έργο.
   Οι περιγραφές είναι γλαφυρότατες, οι χαρακτήρες κυνικοί, κάποιοι από αυτούς καρικατούρες, και η πλοκή περιλαμβάνει πολλά μέρη και ανθρώπους. Το μεσαιωνικό αρχέτυπο των δύο στρατών που συγκρούονται διατρέχει όλο το βιβλίο, όπως προδίδει το εξώφυλλο, και ο αναγνώστης χορταίνει να διαβάζει για μαγεία, βασίλεια, στρατούς και σφαγές. Μπορώ να πω πως ο συγγραφέας έχει επενδύσει πολύ στην περιγραφή της στρατιωτικής ζωής, με αποτέλεσμα να ταυτιστούν όσοι έχουν εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία.

Συνολικά
   Τα έργα συστήνονται ανεπιφύλακτα σε φίλους του φανταστικού, άτομα που ασχολούνται με παιχνίδια όπως Dungeons and Dragons, Warcraft και άλλα συναφή. Οπωσδήποτε επίσης σε άτομα που αγαπούν τους θρύλους και τον κόσμο του μεσαίωνα και που αρέσκονται σε χαρακτήρες που ξεφεύγουν από τα όρια του αψεγάδιαστου ήρωα.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Η Ζωή Συνεχίζεται...

   Πριν από ενάμιση περίπου χρόνο μια άτυχη οικογένεια καταστράφηκε. Η σύζυγος και το κοριτσάκι έχασαν τη ζωή τότε, ο Υπάτιος Πατιμάνογλου έχασε ό,τι πιο πολύτιμο είχε. Την οικογένειά του. Χωρίς δική του υπαιτιότητα. Απλώς του συνέβη, εξαιτίας της ηλιθιότητας ενός πλουσιόπαιδου. Έφταιγαν πολλοί, όμως όχι εκείνος.
   Θυμάμαι την είδηση σαν χτες, μέσα στον καταιγισμό τραγικών ειδήσεων που τόσο ευχαριστεί τον κόσμο των ΜΜΕ. Τη θυμάμαι διότι με συγκίνησε πραγματικά, σε μια εποχή που η αρνητική πληροφορία συνήθως αφήνει τον κόσμο ανέπαφο. Είναι, κατά τη γνώμη μου, ό,τι χειρότερο μπορεί να τύχει σε άνθρωπο. Αναρωτιόμουν τότε πώς αυτός ο άνθρωπος θα ορθοποδήσει, αν θα βρει τη δύναμη να συνεχίσει τη ζωή του. Και, προς τιμήν του, τα κατάφερε.
   Έχω ακούσει για αυτοκτονίες για πολύ λιγότερα. Έχω μάθει για ανθρώπους που έπεσαν σε βαριά κατάθλιψη για πολύ λιγότερα. Ο Υπάτιος, μόνο και μόνο από αυτό το γεγονός, έγινε σύμβολο ελπίδας. Πραγματικό παράδειγμα για το ότι η ζωή συνεχίζεται. Ένα ρητό που πραγματοποιήθηκε.
   Βέβαια υπάρχει και η άλλη πλευρά. Η πλευρά των ΜΜΕ που ξαναβρήκαν λαυράκι και δοκιμάζουν την κοινή γνώμη, η οποία γουστάρει όσο τίποτα να δοκιμάζεται. Τη βρίσκει με αυτό. Τη βρίσκει με το να παρακολουθεί αδιάκριτα τις ζωές των άλλων, τις πιο μύχιες λεπτομέρειες, και να νιώθει πως έχει κάθε δικαίωμα -υποχρέωση σχεδόν- να κρίνει. Παρέλαση λοιπόν κάνουν, ως συνήθως, "απόψεις" υποτιμητικές, υβριστικές, εξοργιστικές: ο καθένας λέει το μακρύ του και το κοντό του για το τι θα έπρεπε να κάνει αυτός ο άνθρωπος. Ξαναβρήκε γυναίκα σύντομα ή όχι; Πόσο ανήθικος είναι που πήρε την αποζημίωση για το τροχαίο και τώρα θα ζήσει με άλλη γυναίκα;
   Δε μας παρατάτε, λέω εγώ. Σιχαμερή η κοινή γνώμη. Μικρή και λίγη, μικρή όσο και η κοινωνία που γεννιέται από αυτήν. Αν είναι δυνατόν να κατηγορούν τον άνθρωπο ότι "προκαλεί με τις δημοσιεύσεις του". Διάλεξε ο ίδιος να γίνει θέμα; Ποιος στον κόσμο θα επιθυμούσε τέτοιου είδους διασημότητα; Όποιος κατακρίνει τις επιλογές του, το κάνει εκ του ασφαλούς από τον καναπέ του, σύμφωνα με το εθνικό σπορ του Έλληνα.
   Όποιος θέλει να τον κρίνει, έχει περάσει τα ίδια; Η μάλλον, έστω το ένα δέκατο, το ένα εκατοστό από όσα πέρασε αυτός; Έζησε το σκοτάδι και την απελπισία του; Όχι. Ζει κανονικά τη ζωούλα του, έχοντας πάντα ως προτεραιότητα να κρίνει τις ζωές των άλλων. Αλλά νιώθει αρκετός για να κοροϊδέψει έναν άνθρωπο που έχασε παιδί και γυναίκα με τον πιο τραγικό τρόπο. Είναι ένα θέμα, βλέπετε, ένα κουτσομπολιό, όπως το νέο φόρεμα της Μενεγάκη. Κι όπως κάθε θέμα πρέπει να σχολιαστεί, από ανθρώπους που έχουν μπερδέψει το γυαλί με την πραγματικότητα. Για να υπενθυμίσω, δεν έχασε την οικογένειά του στο τελευταίο επεισόδιο της σειράς, παιδιά. Στ' αλήθεια του συνέβη αυτό.
   Ο άνθρωπος αυτός πρέπει να απολογηθεί για το πόσο θα πενθήσει; Σε ποιον να απολογηθεί; Μετράμε τις εβδομάδες, τους μήνες και τα χρόνια που θα έπρεπε να πενθήσει πριν συνεχίσει τη ζωή του, λες και στη ζωή του ένα κι ένα κάνουν δύο. Λες κι έχει να λογοδοτήσει στον οποιονδήποτε για τη ζωή του. Λες και διάλεξε να γίνει θέμα με αυτόν τον τρόπο.
   Ένα ξέρω: ο κάθε άνθρωπος βαδίζει σε έναν δικό του δρόμο, από τον οποίο εμείς βλέπουμε λίγα μέτρα στην καλύτερη περίπτωση. Αν θέλει να συνεχίσει τη ζωή του, γούστο του καπέλο του. Μόνο να επικροτήσει μπορεί κανείς, αν αποφασίσει να ασχοληθεί, τη δύναμη ψυχής του. Οποιοδήποτε πικρόχολο σχόλιο δείχνει μόνο το ποιόν του λέγοντος, που πιάνει το θέμα σαν το τελευταίο επεισόδιο Σαρβάιβορ ή Γκέιμ οφ λαβ.
   Κατηγορώ την κοινή γνώμη για τη στάση της. Πάνω απ'όλα όμως την κατηγορώ για την αλαζονεία της. Έχει επηρεαστεί τόσο πολύ απ' τον κόσμο της τηλεόρασης που θέλει να έχει γνώμη -και να τη σέβονται όλοι- επί παντός επιστητού. Μπορεί να κρίνει ποιος θα γίνει ήρωας, ποιος είναι προφήτης, ποιος προδότης, ποιος πρέπει να πενθήσει, ποιος πρέπει να ξαναχτίσει τη ζωή του και ποιος πρέπει να αυτοκτονήσει. Μια κοινωνία μικρόψυχη κι επικίνδυνη. Αδίστακτη και χωρίς ηθική. Και δυστυχώς, σε τέτοιες κοινωνίες οτιδήποτε καλό θάβεται και οτιδήποτε κακό εξυψώνεται και του στήνεται και άγαλμα. Και η ζωή συνεχίζεται...

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Χάρι Πότερ: Κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα

   Ο κόσμος του Χάρι Πότερ, τον οποίο δημιούργησε η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, έχει αντιμετωπιστεί σαν ένας κόσμος "φτιαγμένος για παιδιά". Έχει μπει η ταμπέλα του παιδικού βιβλίου και οι ταινίες ενίσχυσαν τρομερά την ιδέα αυτή, παίρνοντας το παιδικό κοινό απ' το χεράκι, τουλάχιστον στην αρχή. Έτσι, δημιουργήθηκε η άποψη πως σ' εκείνον τον κόσμο όλα λύνονται εύκολα με ένα μαγικό ραβδάκι.
   Μέγα λάθος. Αν κάποιος έχει διαβάσει τα βιβλία σε μεγαλύτερη ηλικία, μπορεί να δει μια ακριβή απεικόνιση της δυναμικής της μαγείας και του πόσο σχετική είναι. Στο 3ο βιβλίο λέει: "Ο Χάρι κοίταξε το σκυθρωπό πρόσωπο του Ντάμπλντορ κι ένιωσε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Είχε συνηθίσει στην ιδέα ότι ο Ντάμπλντορ μπορούσε να λύσει όλα τα προβλήματα. Αρκεί να χτυπούσε το ραβδί του στον αέρα και οπ! να τη η λύση Αλλά όχι...". Επιπλέον, στο 6ο βιβλίο, ο πρωθυπουργός των Μαγκλ (των μη μάγων δηλαδή), με τις ανησυχίες του οποίου θα μπορούσαμε να ταυτιστούμε, λέει: "Μα είστε μάγοι! Μπορείτε να τα  λύσετε όλα!" και του απαντάει ο υπουργός Μαγείας: "Το κακό, κύριε πρωθυπουργέ, είναι πως και η αντίπαλη πλευρά κάνει μάγια".
   Αφού λοιπόν ξεπεραστεί η αφελής ιδέα πως στο σύμπαν του Χάρι Πότερ όλα λύνονται εύκολα με μαγεία, μπορούμε να ασχοληθούμε με τα πολιτικά και κοινωνικά (και ενίοτε φιλοσοφικά) μηνύματα που παρατίθενται. Θα τα πιάσω ένα-ένα από βιβλίο σε βιβλίο.
   Στο πρώτο βιβλίο (Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος), στο οποίο γίνεται η εισαγωγή στον κόσμο των μάγων, περιγράφεται η παιδική κακοποίηση (περίπτωση Χάρι Πότερ) (σε όλα τα βιβλία υπάρχει το θέμα αυτό αλλά στο πρώτο κάπως πιο έντονα). Είναι πιο φανερή μιας και η αφήγηση προέρχεται από την οπτική γωνία του παθόντα. Σημαντικό θέμα είναι και η χειραγώγηση και η ηθική αυτουργία σε ένα έγκλημα, όπου ο αφελής (καθηγητής Κούιρελ) γίνεται ένα πειθήνιο όργανο στα χέρια ενός αδίστακτου κι ανήθικου εγκληματία. Ο δεύτερος, ενώ έχει πείσει τον φυσικό αυτουργό των εγκλημάτων πως νοιάζεται, τον εγκαταλείπει στην τύχη του, δείχνοντας το πραγματικό του πρόσωπο. Στο αποκορύφωμα του βιβλίου αποτυπώνεται η δύναμη της γονεϊκής αγάπης και της δύναμης που δίνει στη συνέχεια της ζωής του ανθρώπου.
   Στο δεύτερο βιβλίο (Ο Χάρι Πότερ και η Κάμαρα με τα Μυστικά) περιγράφεται η αριστοκρατία, η άποψη πως μια μικρή ελίτ αξίζει να υπάρχει και να έχει δικαιώματα, ενώ οι κατώτεροι αξίζουν να τσαλαπατηθούν. Η ιδέα αυτή, που έχει ως βάση την καταγωγή, αποδομείται συστηματικά κατά τη διάρκεια των 7 βιβλίων. Επίσης, στο 2ο βιβλίο υπάρχει το θέμα της συνωμοσιολογίας και των θεωριών που εξάπτουν τη φαντασία. Ο κόσμος χάνει τη λογική του με βάση αυτές και οι αντιδράσεις τους γίνονται αντιδράσεις φόβου και πανικού. Ακόμα και στο τέλος, όπου η αλήθεια φανερώνεται και η θεωρία αποδεικνύεται, ο απλός κόσμος τη μαθαίνει μισή και διαδίδει νέες φήμες. Βέβαια φανερώνεται και η άποψη του κόσμου, που μετατρέπεται σε όχλο και καταδικάζει έναν άνθρωπο με βάση φήμες, προκαταλήψεις και σαθρά στοιχεία (ερπετοφωνία).
   Το τρίτο βιβλίο (Ο Χάρι Πότερ και ο Αιχμάλωτος του Αζκαμπάν) καταπιάνεται με την αδικία του δικαστικού συστήματος. Ένας άνθρωπος που βρέθηκε στη λάθος θέση τη λάθος στιγμή καταδικάζεται ομόφωνα από το σύστημα και την κοινωνία διότι η ένταση των εποχών συντομεύει τις διαδικασίες. Η αδυναμία του αθώου να αποδείξει την αθωότητά του (υπόθεση Μπλακ) δείχνει το πόσο ισχυρές είναι οι αρπάγες του συστήματος και πόσο μικρή είναι η ανοχή των πεπεισμένων ανθρώπων για ενδείξεις κι αποδείξεις πως έχουν άδικο. Επίσης, τίθεται έντονα το θέμα της θανατικής ποινής (φιλί των Παραφρόνων), που κρέμεται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω απ' το κεφάλι αθώων και ενόχων, και του μη αναστρέψιμού της: αν ένας αθώος καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη, έχει ακόμα τη δυνατότητα να αποδείξει την αθωότητά του. Ένας όμως καταδικασθείς σε θάνατο χάνει κάθε δυνατότητα. Φυσικά τίθεται και το θέμα της φιλίας, της εμπιστοσύνης και της προδοσίας σε μια παρέα: περιγράφεται πως σε δύσκολες εποχές είναι πολύ δύσκολο να πιστέψει κανείς ακόμα και τους φίλους του.
   Στο τέταρτο βιβλίο (Ο Χάρι Πότερ και το Κύπελλο της Φωτιάς) γίνεται λόγος για τον ρατσισμό και την άποψη που έχει η κοινή γνώμη για οποιονδήποτε έχει καταγωγή ύποπτη, αμφιλεγόμενη ή καταγωγή που δίνει τροφή σε προκαταλήψεις και φοβίες. Έχει γίνει μία νύξη στο προηγούμενο βιβλίο (με την περίπτωση των λυκανθρώπων) αλλά στο 4ο το φαινόμενο είναι εκτεταμένο. Έπειτα, υπάρχει το θέμα της ανηθικότητας στη δημοσιογραφία: ο κόσμος είναι έτοιμος να δεχτεί οποιοδήποτε ψέμα και οποιαδήποτε παραδοξολογία, αρκεί να γραφτεί στην εφημερίδα. Δεν υπάρχει καμία ηθική και τα προσωπικά στοιχεία κάποιου μπορούν να βγουν στη φόρα για να γίνουν βορά της κοινωνίας και του συμφέροντος. Γίνεται πάλι θέμα για το δικαστικό σύστημα και τα δραστικά μέτρα που παίρνει σε δύσκολες εποχές, καθώς και για τη μεροληπτική στάση ενός αξιωματούχου σε προσωπικές υποθέσεις, ενώ είναι αδέκαστος κι αμερόληπτος στις υπόλοιπες (υπόθεση Κρουτς). Στο τέλος του βιβλίου περιγράφεται το φαινόμενο του πολιτικού στρουθοκαμηλισμού, όπου ένας πολιτικός αποφεύγει την πραγματικότητα και προσπαθεί να βολευτεί με ψέματα, έχοντας την εντύπωση πως παντού υπάρχουν εχθροί που θέλουν τη θέση του (Κορνήλιος Φαντζ).
   Στο πέμπτο βιβλίο (Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα) κυριαρχεί το φαινόμενο της πολιτικής αδιαφορίας. Ο πολιτικός χώρος, για να μην αναγκαστεί να φανεί αδύναμος, συγκαλύπτει μια επικίνδυνη οργάνωση (Θανατοφάγοι) και την αφήνει στην ουσία να συνεχίσει ανενόχλητη τη δράση της, ενώ η κοινωνία εξαπατάται με μια φαινομενική νομιμότητα και σταθερότητα. Ο αναγνώστης βλέπει εκ των έσω την ανάγκη της αντίστασης, η οποία πρέπει να έρθει αντιμέτωπη ακόμα και με τον νόμο, όταν εκείνος δεν ακολουθεί τα συμφέροντα της κοινωνίας. Φαίνεται ο αμοραλισμός του πολιτικού κόσμου και η διάδοση ψεύτικων ειδήσεων για τη σπίλωση του ονόματος αυτών που φοβάται (Άλμπους Ντάμπλντορ, Χάρι Πότερ). Η κοινωνία βρίσκεται διχασμένη και υπάρχουν άνθρωποι που δυσπιστούν στις παράλογες πολιτικές αποφάσεις ενώ άλλοι υποστηρίζουν φανατικά ό,τι τους σερβίρεται από την κυβέρνηση.
   Στο έκτο βιβλίο (Ο Χάρι Πότερ και ο Ημίαιμος Πρίγκηψ) ασχολούμαστε με το θέμα του μεσσιανισμού. Σε μια περίοδο βαθιάς πολιτικής κρίσης ο κόσμος στρέφεται σε έναν μεσσία (Χάρι Πότερ ο Εκλεκτός), ο οποίος υποτίθεται πως θα ανατρέψει μόνος του μία κατάσταση, ενώ η πλειονότητα του απλού κόσμου περιμένει με σταυρωμένα τα χέρια την αλλαγή, δεχόμενη τα γεγονότα ως έχουν. Επίσης γίνεται λόγος για το θέμα του διπλού πράκτορα, για την ηθική που διέπει αυτόν τον ρόλο και για την έλλειψη αξιοπιστίας του. Καθ' όλη τη διάρκεια του βιβλίου παρουσιάζεται το παρελθόν ενός εγκληματία (Λόρδος Βόλντεμορτ) και του πόσο αναγκαία είναι η γνώση του παρελθόντος του για να γίνουν κατανοητά τα κίνητρά του. Φυσικά τονίζεται και η άποψη πως, όσο θρυλικό κι αν έχει γίνει το όνομα ενός εγκληματία και των πράξεών του, στην ουσία τα βαθύτερα κίνητρα είναι μια τραυματική παιδική ηλικία. Επιπλέον, σχολιάζεται η αγωνιώδης προσπάθεια ενός ανθρώπου να ξεφύγει απ' τον θάνατο.
   Στο έβδομο βιβλίο (Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου) τίθεται έντονα το θέμα του θανάτου, της υστεροφημίας και της προσβολής του νεκρού. Η κοινωνία για άλλη μια φορά παρουσιάζεται αδύναμη, έτοιμη να δεχτεί κάθε προσβολή, απειλή και καταπάτηση των δικαιωμάτων της από μια αριστοκρατική κυβέρνηση που έμεινε καιρό στην αφάνεια. Οι μέθοδοί αυτής, που είναι απάνθρωπες και άδικες, στρέφονται κατά της κοινωνίας και οι περιγραφές για το πώς αντιμετωπίζεται ο απλός πολίτης είναι άκρως λεπτομερείς. Ο καθένας προσπαθεί να σώσει τον εαυτό του και την οικογένειά του με δόλο ή δουλοπρέπεια και παρουσιάζονται τα προφίλ πολλών ανθρώπων που κάνουν κάθε είδους παρανομία για να ικανοποιήσουν τις φιλοδοξίες τους.Το φαινόμενο της τρομοκρατίας και του αντίκτυπου που έχει στην κοινωνία περιγράφονται σε βάθος. Η ιδέα της ένοπλης αντίστασης, ακόμα και όταν τα πράγματα φαίνονται απέλπιδα, είναι βασικό θέμα συζήτησης (Χάρι Πότερ - Άμπερφορθ Ντάμπλντορ), καθώς επίσης και η αξία της αυτοθυσίας. Θίγεται εκ νέου το θέμα της στρεψοδικίας και της ανηθικότητας του δημοσιογραφικού κόσμου, που χρησιμοποιείται ως μέσο προπαγάνδας και ως τρόπος εξαφάνισης των πολιτικών αντιπάλων. Ο αμοραλισμός μιας αριστοκρατικής, πεινασμένης για εξουσία, κυβέρνησης φαίνεται κι από τις κρυφές ή δευτερεύουσες ενέργειές της: χρησιμοποιούν στοιχεία του υποκόσμου, κυνηγούς κεφαλών και πληροφοριοδότες για να επεκταθεί η εξουσία τους και ανταμείβουν εγκληματίες με αμνηστία αν πρόσκεινται πολιτικά και συνειδησιακά στα πιστεύω της.
   Από τα παραπάνω στοιχεία -και πιθανώς από άλλα που παρέλειψα- γίνεται φανερό πως ένα βιβλίο φαντασίας μπορεί να έχει πολύ ισχυρά στοιχεία ρεαλισμού και πως μπορεί να αντικατοπτρίζει την κοινωνία μας λεπτομερώς. Ο διαφορετικός/φανταστικός κόσμος είναι απλά η βιτρίνα, πίσω από την οποία κρύβονται πραγματικά προβλήματα. Επίιπροσθέτως, πως ένα βιβλίο που χαρακτηρίζεται παιδικό μπορεί να διατίθεται για μια πιο εμβριθή ανάγνωση από ενήλικες, οι οποίοι μπορούν να το δουν από άλλη οπτική γωνία και να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα.

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018

Βυθισμένες Άγκυρες

   Στο σημερινό άρθρο θα προχωρήσω σε μια ανάλυση και σχολιασμό των στίχων του τραγουδιού Βυθισμένες Άγκυρες. Τους στίχους έχει γράψει ο Οδυσσέας Ιωάννου, ενώ τη μουσική ο Μίλτος Πασχαλίδης. Ο τελευταίος, επίσης, το ερμηνεύει και μάλιστα είναι από τα πιο γνωστά κι αγαπημένα του κομμάτια.
   Για αρχή ας αναφέρω πως είναι ένα πολύ ιδιαίτερο κομμάτι. Ιδιαίτερο μορφολογικά διότι οι στροφές είναι σε πεντάστιχα κι όχι σε τετράστιχα. Έπειτα, ιδιαίτερο νοηματικά, μιας και είναι από τα ελάχιστα μουσικά κομμάτια που ενώ μιλάνε για τον χωρισμό, δεν τον κοιτάνε από την οπτική γωνία του προσώπου που χωρίζεται αλλά από αυτήν του προσώπου που χωρίζει. Είναι σημαντικό φυσικά να υπάρχει κι αυτή η πλευρά, μιας και η υπεράσπισή της έχει υπάρξει πολύ φτωχή στη μουσική, ενώ η δαιμονοποίηση του προσώπου που χωρίζει απροσμέτρητη. Στο παρόν κομμάτι δίνεται η ανθρώπινη πλευρά της απόφασης για χωρισμό. Για να εξηγώ με απλούς όρους θα αναφέρομαι στο πρόσωπο που χωρίζει ως "ο χωριστής", του οποίου η ψυχολογία αναλύεται σε βάθος: 
    Θα κατεβάσω απ’ το ταβάνι σου τα αστέρια
κι όλο τον κόσμο σου θ’ αφήσω χτυπημένο
   Από τους πρώτους κιόλας στίχους ο στιχουργός μας προϊδεάζει για μια μεγάλη ανακοίνωση. Ο χρόνος μέλλοντας σε οριστική (θα κατεβάσω, θ' αφήσω) δεν αφήνει χώρο για αμφιβολία: η ανακοίνωση θα φέρει καταστροφή γιγαντιαίου μεγέθους, η οποία δίνεται με ποιητικό τρόπο: τα αστέρια στο ταβάνι μπορεί να σημαίνουν τις ελπίδες και τα όνειρα που έχει χτίσει το άτομο που αναμένεται ν' ακούσει την απόφαση. Είναι στο ταβάνι διότι τα όνειρά του είναι σε ψηλό και περίοπτο μέρος, εκεί που κοιτάμε όλοι μας όταν ελπίζουμε κι ονειρευόμαστε. Είναι αστέρια διότι φωτίζουν τη ζωή του. Η πτώση τους, δηλαδή η διάψευση όλων των ελπίδων και των ονείρων για το μέλλον, πρόκειται να συγκλονίσει τον κόσμο, τον εσωτερικό κόσμο, του αγαπημένου προσώπου.
ξέρω στα λόγια μου ακονίζονται μαχαίρια
νιώθω να σφίγγουν την ζωή μου κρύα χέρια
και με το θάρρος μου απ’ τα γόνατα κομμένο.
   Στον πρώτο από τους τρεις στίχους γίνεται φανερή η επίγνωση του πόση ζημιά θα κάνουν τα λόγια του χωριστή, αν και ακόμα δεν έχουν δοθεί λεπτομέρειες σχετικά με το περιεχόμενο. Το ακόνισμα του μαχαιριού γίνεται σε πολύ σκληρές επιφάνειες, οπότε αναμένεται να είναι σκληρότατα.
   Στον δεύτερο στίχο γίνεται μια στροφή προς το εσωτερικό του χωριστή. Φαίνεται το μούδιασμα που αισθάνεται με το κακό που πρόκειται να προκαλέσει σ' ένα άτομο που αγαπά. Τα κρύα χέρια που σφίγγουν τη ζωή του δείχνουν πως ξεροκαταπίνει και δυσκολεύεται ν' ανασάνει αλλά και πως το εγχείρημά του θα είναι δυσβάσταχτο και για τον ίδιο.
   Στον τρίτο φαίνονται οι αναστολές του. Δεν πάει με αίσθημα αποφασιστικότητας, αλλά νιώθοντας έτοιμος να καταρρεύσει.
Όμως απόψε πρέπει να τα καταφέρω
δεν έχω δύναμη τα πόδια μου να πάρω
   Υπάρχει νοηματική συνοχή με τους παραπάνω στίχους. Την απόφαση ο ίδιος δε θέλει να πάρει αλλά πρέπει. Έπειτα γίνεται δεύτερη αναφορά στα κάτω άκρα (πόδια) μετά τα γόνατα που αναφέρονται παραπάνω. Η αδυναμία κίνησης προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση είναι χαρακτηριστικό σημάδι απροθυμίας: τα πόδια αρνούνται να εκτελέσουν τις εντολές του εγκεφάλου όταν πρόκειται να οδηγηθούν σε μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση που δημιουργεί μεγάλο άγχος.
μακάρι να `τανε κάπως αλλιώς δεν ξέρω
μακάρι να `τανε και πάλι να σε θέλω
και να σου πω: "σήκω μαζί μου θα σε πάρω"
και να σου πω.....
   Στον πρώτο στίχο υπονοοείται πως, προς υπεράσπιση του χωριστή, δεν υπάρχουν άλλες επιλογές: τις έχει εξαντλήσει όλες προτού φτάσει στην απόφασή του. Μετά την επανάληψη της λέξης "μακάρι" δίνεται αντιφατικό νόημα στον επόμενο στίχο: η έννοια "σε θέλω", αταίριαστη με το "μακάρι", παρουσιάζεται σαν να είναι κάτι που δεν ελέγχει ο ίδιος, μιας και εύχεται να ήταν αλλιώς τα πράγματα. Γενικά η έννοια του "θέλω κάτι" είναι ταυτισμένη με τη βούληση του ενεργούντος προσώπου και τις επιλογές του, όμως εδώ δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Το τι θέλει και τι όχι μοιάζει να είναι εκτός των επιλογών του.
   Παρακάτω φαίνεται το πόσο διαφορετικά πράγματα θα ήθελε να πει αν δεν ήταν μοιραίο να επέλθει ο χωρισμός. Το "μαζί μου" είναι η φράση κλειδί, την οποία δε θα μπορέσει ο χωριστής να εκστομίσει. Σε αυτούς τους 4 στίχους πάντως, δίνονται για πρώτη φορά πληροφορίες σχετικά με το τι ακριβώς πρόκειται να πει το πρόσωπο και γιατί του είναι τόσο δύσκολο. 
Δεν ξέρω ποιον παλεύω να νικήσω
φτάνω στην πόρτα και ζυγίζω την ζωή μου
νιώθω τα μάτια σου να με τραβάνε πίσω
να μ’ αγαπάνε δυο φορές για να γυρίσω
σαν βυθισμένες άγκυρες επάνω στο κορμί μου
   Στο ρεφρέν του κομματιού έχει γίνει ένα χρονικό άλμα: ο χωριστής έχει ήδη πει τα πικρά μα απαραίτητα λόγια στο ερώμενο πρόσωπο, το οποίο έχει πάψει πια να είναι ερώμενο. Είναι ολοφάνερο πως η καταστροφή που αναμενόταν έχει έρθει και ο χωριστής δεν μπορεί να κοιτάξει το άλλο πρόσωπο στα μάτια.
   Στον πρώτο στίχο αναδεικνύεται η σύγχυση εντός του: άραγε ποιον ήθελε να νικήσει; Τον εαυτό του, του οποίου ένα μέρος ακόμα ίσως ήθελε να επιμείνει στη σχέση/αρνιόταν να πάρει την απόφαση ή το ερώμενο πρόσωπο, το οποίο θέλει ακριβώς τα αντίθετα από τον ίδιο; Ποιον νίκησε τελικά η απόφασή του; Και στο κάτω-κάτω ήταν νίκη αυτή;
   Στον δεύτερο ο χωριστής έχει φτάσει ήδη στην πόρτα κι έχει γυρισμένη την πλάτη του στο άλλο πρόσωπο, το οποίο προφανώς τον κοιτάει ανίσχυρο σε μια άθλια κατάσταση. Το σημείο είναι κομβικό: είτε θα περάσει το κατώφλι της πόρτας, το δύσκολο σημείο, και θα φύγει, επικυρώνοντας την απόφασή του, είτε θα επιστρέψει. Είναι συγκλονιστικό αλλά ακόμα και μετά την απόφασή του, ακόμα και μετά την επώδυνη ανακοίνωσή της, ακόμα υπάρχει η δυνατότητα επανόρθωσης και αυτή τον έχει κατακλύσει. Είναι μια απόφαση που αλλάζει ζωές: βρίσκεται σε φοβερό δίλημμα αν πρέπει να κάνει το επόμενο βήμα μπροστά ή ένα βήμα πίσω.
   Η δύναμη του βλέμματος εξαίρεται στον επόμενο στίχο. Ο χωριστής, που δεν έχει οπτική επαφή με τα (πιθανότατα δακρυσμένα) μάτια του ατόμου που πλήγωσε, νιώθει την αόρατη ελκτική τους δύναμη. Η ανάγκη του πρώην ερώμενου προσώπου για ανάκληση της απόφασης είναι σαν μια παρουσία ανάμεσά τους, μια δύναμη που δεν τον αφήνει να φύγει, κρατώντας τον καθηλωμένο στην πόρτα.
   Η δύναμη αυτή αποδίδεται με έναν πολύ όμορφο τρόπο παρακάτω: η αγάπη γίνεται μια δύναμη μετρήσιμη, υπολογίσιμη. Η αγάπη, δύο φορές ισχυρότερη, ίσως είναι αρκετή για να τον φέρει πίσω.
Σε μια μοναδική εικόνα, τα δυο μάτια έχουν γαντζωθεί πάνω του σαν άγκυρες και τον καλούν να επιστρέψει. Το επίθετο "βυθισμένες" δείχνει πόσο βαθιά τον έχουν επηρεάσει τα αισθήματα του ερώμενου προσώπου. Δεν είναι απλά ότι το άλλο πρόσωπο έριξε τις άγκυρες για να προσπαθήσει να τον αιχμαλωτίσει αλλά ότι έχουν βρει βυθό, δηλαδή τα βαθύτερα σημεία του είναι του. Αυτή η σκηνή που διαρκεί δευτερόλεπτα και μάλιστα είναι βουβή, γεμάτη προσμονή και πάθος, είναι εμβληματική: είναι η πεμπτουσία των στίχων και του νοήματος γενικότερα. Σημειωτέον ότι στο ίδιο το ρεφρέν δε δίνεται λύση στο δίλημμα.
Βγαίνω στο δρόμο και σκουπίζω τα αίματά σου
κι όσα σου είπα δεν μπορώ να τα πιστέψω
"να μην ξεχάσεις να πιαστείς απ’ τα όνειρά σου"
"να μην φοβάσαι η ζωή είναι μπροστά σου"
πόσες βλακείες είπα για να ξεμπερδέψω
   Στο δεύτερο κουπλέ γίνεται ξεκάθαρο το πού κατέληξε ο χωριστής. Έχει φύγει, αφήνοντας πίσω του τις ελπίδες για επανένωση. Η εικόνα του ρεφρέν είναι πια παρελθόν, ανάμνηση, και η επιστροφή στον δρόμο, στον έξω κόσμο τον απομακρύνει από εκείνο το κλειστό σύμπαν των δυο τους: έχει επανέλθει στην πραγματικότητα, όπου άλλοι άνθρωποι, αδιάφοροι για το δράμα που μόλις εκτυλίχθηκε, συνεχίζουν τη ζωή τους. Το ίδιο κάνει κι εκείνος, σκουπίζοντας -συμβολικά πάντα- τα αίματα που πετάχτηκαν στο πρόσωπό του όταν πλήγωσε το άτομο για το οποίο τρέφει τόση αγάπη.
   Η ανάμνηση της σκηνής αυτής μοιάζει πια σαν ένα κακό όνειρο. Αν και τα λόγια έχουν ειπωθεί, είναι δύσκολο να τα εκλάβει ως πραγματικά. Τα ανακαλεί στο μυαλό του και του μοιάζουν κενά, γενικόλογα κι ανούσια. Όμορφες λέξεις που δε σημαίνουν τίποτα, αφού ο ίδιος έριξε ταφόπλακα στη σχέση, οδηγώντας το άλλο πρόσωπο σε αδιέξοδο. Όλα αυτά κωδικοποιούνται στη λέξη "βλακείες" -ή μαλακίες, όπως ακούγεται στις ζωντανές εκτελέσεις του κομματιού. Και τώρα που ξεμπέρδεψε, όλα πια είναι παρελθόν. Το λεξιλόγιο αυτού του κουπλέ δείχνει πόσο σκλήρυνε κι ο ίδιος μετά την τόση συναισθηματική ένταση.

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018

Γιατί φανταζόμαστε έτσι τους εξωγήινους;

   Τις τελευταίες δεκαετίες στην παγκόσμια κουλτούρα υπάρχει ένα θέμα που έχει εμπνεύσει πολλούς συγγραφείς, καλλιτέχνες και παραγωγούς ταινιών: η ύπαρξη εξωγήινης ζωής. Αφού η ανθρωπότητα άρχισε να κοιτάζει ψηλά και να αναρωτιέται τι υπάρχει εκεί έξω, πολλές θεωρίες κι υποθέσεις έχουν διατρέξει τον πολυτάραχο νου των ανθρώπων σχετικά με τη μορφή και τη νοοτροπία των εξωγήινων μορφών ζωής.
   Μετά από πολλή σκέψη και συζήτηση, έχει εξαχθεί το εξής συμπέρασμα: οι εξωγήινοι που μας ενδιαφέρουν σ' αυτό το τεράστιο σύμπαν είναι όσοι έχουν τη νοημοσύνη και τις ικανότητες να έρθουν στη γη. Οπότε εγείρονται τα εξής ερωτήματα: εφόσον οι γήινοι δεν έχουν καταφέρει να βρουν εξωγήινη ζωή, πόσο πιο εξελιγμένοι μπορεί να είναι τυχόν εξωγήινοι που θα επισκεφτούν τον πλανήτη μας; Ποια είναι τα κίνητρά τους; Πώς μοιάζουν;
   Στο πρώτο ερώτημα η απάντηση είναι μάλλον εύκολη: για να έχει διασχίσει ένα εξωγήινο διαστημόπλοιο ηλιακά συστήματα και γαλαξίες και για να έχει εντοπίσει τον εύφορο και φιλόξενο πλανήτη μας, σίγουρα θα είναι αρκετά πιο προηγμένη φυλή από τη δική μας. Δεν αποκλείεται να έχουν καταφέρει να ελέγχουν τη βαρύτητα, να ταξιδεύουν με ταχύτητες κοντά σε αυτήν του φωτός και να διαθέτουν οπλικά συστήματα που εμείς ακόμα ούτε που φανταζόμαστε. Όλα αυτά πάντα με την προϋπόθεση πως υπάρχει τέτοιο είδος ζωής και πως έχουν γίνει επισκέψεις τέτοιου είδους στον πλανήτη μας.
   Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, τα κίνητρά τους ποικίλλουν, ανάλογα με την οπτική γωνία του ανθρώπου που φαντάζεται τους εξωγήινους. Υπάρχουν οι αθώοι, οι αισιόδοξοι και οι ονειροπόλοι που φαντάζονται όντα συναισθηματικά, τα οποία διαθέτουν ενσυναίσθηση, συμπόνοια και διάθεση επικοινωνίας και συνεργασίας. Σε άλλα μυαλά, πιο πρακτικά, μια φιλική προσέγγιση προϋποθέτει αμοιβαίο κέρδος, προφύλαξη από κάποιον κοινό εχθρό, μια ενδεχόμενη συμμαχία ή ικανοποίηση συμφερόντων. Όμως η κυρίαρχη άποψη (και κυρίαρχη παρουσίαση σε ταινίες και βιβλία) είναι πως οι εξωγήινοι έρχονται ως εισβολείς, με διάθεση να μας απαγάγουν, να μας μελετήσουν, να μας κατακτήσουν ή να μας ξεπαστρέψουν. Στα σενάρια επιστημονικής φαντασίας ποικίλλουν τα κίνητρα καθώς και η βιαιότητα και η αποφασιστικότητα των εξωγήινων φυλών που φιλοδοξούν να μας επιτεθούν. Υποθέτω πως αυτές οι απαισιόδοξες εικασίες προέρχονται από αισθήματα ενοχής που έχει ο άνθρωπος απέναντι σε άλλους οργανισμούς που έχει αδικήσει και φοβάται μια θεία δίκη.
   Πάμε τώρα στο τρίτο ερώτημα, που τόσο κινεί την περιέργεια: πώς φανταζόμαστε ότι μοιάζουν οι εξωγήινοι; Τρεις είναι οι κυρίαρχες απαντήσεις: Έντομα, χταπόδια, ανθρωποειδή. Γιατί συγκεκριμένα αυτές οι επιλογές;
   Όσον αφορά τα έντομα, είναι μια αρκετά παλιά υπόθεση. Η υπόθεση βασίζεται σίγουρα στην αλλόκοτη μορφή που έχουν τα έντομα, στους παράξενους τρόπους κίνησης κι αναπαραγωγής, καθώς επίσης και στις μορφές που δομούν τις κοινωνίες τους: θεωρείται δηλαδή ανώτερη νοημοσύνη η ιεραρχία στις κοινωνίες των μυρμηγκιών και των μελλισσών. Σίγουρα σ' αυτήν τη θεωρία προστίθεται η επιστημονική υπόθεση πως τα έντομα μένουν στο μικρό τους μέγεθος επειδή ο εξωσκελετός τους επιβαρύνεται από τη βαρύτητα, οπότε πολλοί υποθέτουν πως σε πλανήτες που η βαρύτητα είναι ευνοϊκή τα έντομα ίσως φτάνουν σε τεράστια μεγέθη. Η εξαιρετική τους αντοχή είναι ένας ακόμα παράγοντας που ενισχύει τη θεωρία: οι κατσαρίδες λέγεται πως είναι τα μοναδικά πλάσματα που μπορούν να αντέξουν ένα μαζικό πυρηνικό χτύπημα, ενώ υπάρχουν έντομα που μπορούν να επιβιώσουν χωρίς το κεφάλι τους. Συνεπώς, όλα αυτά τα στοιχεία για να μη θεωρηθούν τυχαία εντάσσονται στη θεωρία πως τα έντομα ανήκουν ή προέρχονται από έναν (ή και πολλούς) εξωγήινο πολιτισμό.
   Στο δεύτερο κομμάτι της θεωρίας, υπάρχει η επιστημονική υπόθεση πως ίσως τα χταπόδια να είναι εξωγήινα (https://www.youtube.com/watch?v=TDRB8lRrUTM, από το κανάλι του Weirdo). Λόγω της αλλόκοτης μορφής τους λοιπόν, του ιδιόμορφου γενετικού υλικού τους αλλά και διάφορων άλλων συνηθειών τους, τα χταπόδια δείχνουν να προέρχονται από αλλού. Τα χταπόδια αρέσκονται να εισέρχονται και να κοιμούνται σε θαλάμες, κάτι που ίσως σχετίζεται με μιας μορφής διαστημικές κάψουλες συντήρησης στο ταξίδι τους προς τη γη. Ίσως είναι παρανοϊκό, όμως αυτό το επιχείρημα εξάπτει τη φαντασία. Άρα, αφού υπάρχει η πιθανότητα να είναι εξωγήινα τα χταπόδια, μήπως υπάρχουν εξωγήινοι που μοιάζουν με χταπόδια κάπου εκεί έξω; Το κοινό μοτίβο με την παραπάνω θεωρία είναι ο μεγάλος αριθμός ποδιών, τα οποία ίσως δηλώνουν την ανώτερη νοημοσύνη.
   Το τελευταίο μέρος του άρθρου είναι αφιερωμένο στην πιο προσφιλή ίσως μορφή των εξωγήινων στην ανθρώπινη φαντασία: φυσικά εννοώ την ανθρώπινη. Οι εξωγήινοι παρουσιάζονται ως ανθρωποειδή στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Λογική υπόθεση, μιας και οι άνθρωποι είναι το πιο ανεπτυγμένο ον στον πλανήτη μας, είναι να υποτεθεί πως και σε άλλους πλανήτες κάπως έτσι μοιάζει η ζωή. Συνήθως παρουσιάζονται με διογκωμένο εγκέφαλο, που επίσης δηλώνει ανώτερη νοημοσύνη, υπερτεχνολογία και παραμορφωμένα χαρακτηριστικά, αιθέρια ή χλωμή μορφή, μαύρα και σκοτεινά μάτια και απάνθρωπη νοοτροπία και ηθική. Αυτά τα τελευταία στοιχεία σίγουρα δεν είναι τυχαία: υποδηλώνουν τον υποσυνείδητο φόβο του ανθρώπου για την ίδια του τη σκοτεινή πλευρά. Ο φόβος δηλαδή που νιώθουμε για τους ανθρωπόμορφους εξωγήινους πηγάζει απ' τον φόβο που νιώθουμε για τους ίδιους τους ανθρώπους και την ανάγκη τους να πειραματίζονται, να εξωθούν στα όρια τη φαντασία και να προκαλούν καταστροφή. 

Ποια μορφή έχουν οι εξωγήινοι

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Περί Πατριωτισμού


Παρατηρείται επανειλημμένως τον τελευταίο καιρό μία πόλωση γύρω από την λέξη “πατριώτης”. Λίγο το θέμα με την Μακεδονία, λίγο η (πανευρωπαϊκή αν όχι παγκόσμια) άνοδος της ακροδεξιάς και “πατριώτες” ξεπηδούν από παντού προσπαθώντας να πείσουν για την αγάπη τους για την (όποια) πατρίδα και την ανωτερότητα της (όποιας) πατρίδας απέναντι στις υπόλοιπες (ώ για δες σύμπτωση ...) πατρίδες.
Πρώτον έχω επανειλημμένως εκφράσει την δυσαρέσκειά μου με την πολιτικοποίηση του “πατριωτισμού”. Θεωρώ ιλαρή ακόμα και την σκέψη ότι ένας αριστερός δεν μπορεί να είναι πατριώτης. Ως εκ τούτου η εικόνα Ελλήνων να βρίζουν, να απειλούν και να βιαιοπραγούν απέναντι σε άλλους Έλληνες για το ποιος είναι πιο πολύ Έλληνας στα μάτια μου είναι αποκρουστική και φέρνει πιο πολύ σε εμφύλιο παρά αγάπη για την πατρίδα.
Ας ξεκινήσουμε το (σύντομο) ταξίδι μας με δύο – τρεις ορισμούς. Να αναφέρουμε απλά ότι οι ορισμοί είναι προσωπικοί και έχουν να κάνουν με το παρόν άρθρο, δεν θα ανοίξουμε λεξικά ούτε θα παραθέσουμε μακροσκελείς πηγές. Τι είναι Έλληνας ; Θα δεχτώ ολόψυχα την άποψη των αρχαίων Ελλήνων ότι “Έλληνας είναι αυτός που λαμβάνει ελληνική παιδεία”. Τι είναι ελληνική παιδεία λοιπόν; “Η γαλούχηση ενός ατόμου με ελληνικά ιδανικά, ελληνικό τρόπο ζωής και ελληνική σκέψη” φαντάζομαι ότι είναι αρκετά καλός ορισμός. Επειδή όμως δε μπορούμε να εκφράσουμε ιδανικά ούτε να έχουμε σκέψη χωρίς γλώσσα θα υποστηρίξω πως Έλληνας είναι αυτός που γνωρίζει την ελληνική γλώσσα διότι χωρίς αυτήν οποιαδήποτε προσπάθεια ελληνικής σκέψης και έκφραση ελληνικών ιδανικών είναι αδύνατη.
Ας μιλήσουμε για “αγάπη για την πατρίδα” λοιπόν. Μπήκα σε πειρασμό να ορίσω και τον όρο “αγάπη” αλλά παραήταν δύσκολο. Η αγάπη είναι όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας στο κούφιο του το κεφάλι. Οι “πατριώτες” αγαπούν την πατρίδα τους, τί ακριβώς όμως είναι αυτό που αγαπούν; Παρατηρώ πως η πλειονότητα αυτών έχει αναγάγει την αγάπη προς την πατρίδα σε θρησκευτική λατρεία και εδώ έγκειται το πρόβλημα. Η θρησκεία μιλάει για ιδανικά, άφταστα, τέλεια. Εάν εξιδανικεύσουμε την “πατρίδα” και την κάθε πατρίδα και την έχουμε στο μυαλό μας ως τέλεια, τότε ασφαλώς μπορούμε να την λατρέψουμε με θρησκευτική ευλάβεια· ωστόσο θα έχουμε κάνει ένα φριχτό πραγματικό μα και ιστορικό σφάλμα, και στην χώρα (“πατρίδα”) που γέννησε την ιστορία το να την ξεχάσουμε θα ήταν τρομερά ειρωνικό, δε νομίζετε; Αυτό είναι και το βασικό κατά την ταπεινή μου άποψη πρόβλημα του “πατριωτισμού”. Θα βγει ο Γερμανός “πατριώτης” να σου πει πόσο σπουδαία είναι η χώρα του αγνοώντας ή δικαιολογώντας τα εγκλήματα που αυτή έχει διαπράξει στο παρελθόν, θα απαντήσει ο Έλλην “πατριώτης” στηλιτεύοντας αυτά ακριβώς τα εγκλήματα και προωθώντας την άποψη ότι η δική του πατρίδα δεν έχει διαπράξει ανάλογα, θα πεταχτεί ο Γάλλος “πατριώτης” κάνοντας κάτι αντίστοιχο και οδηγούμαστε σε αδιέξοδο διότι όλοι ξεχνούν (;), αγνοούν (;), δικαιολογούν (;) οτιδήποτε στραβό υπάρχει στην δική τους ιστορία, μα δεν είναι έτσι.
Η κάθε χώρα, το κάθε έθνος και η κάθε πατρίδα έχει χρυσές μα και μαύρες σελίδες στην ιστορία της. Το να παριστάνουμε ότι υπάρχουν μόνο χρυσές και λαμπρές σελίδες μπορεί να είναι βολικό αλλά ψευδές και καταλήγει στο να μην αγαπάμε την πραγματική μας πατρίδα αλλά ένα α λά καρτ ιδανικό πατρίδας που οι ίδιοι φτιάξαμε στο κεφάλι μας και που (προφανώς αλλά δυστυχώς) διαφέρει από κεφάλι σε κεφάλι οδηγώντας έτσι στο να αγαπάει ο καθένας μια λίγο διαφορετική, ατομική πατρίδα. Όπως αγαπάμε τους φίλους, τους γονείς και τα παιδιά μας έτσι πρέπει να αγαπάμε και την πατρίδα μας. Ρεαλιστικά, με τα καλά και στραβά της. Προσπαθώντας να επαναλάβουμε ή και να κάνουμε την υπέρβαση στα πρώτα μα γνωρίζοντας και προσπαθώντας να αποφύγουμε τα δεύτερα.
Παρακολουθούσα τις προάλλες ένα βίντεο στο διαδίκτυο όπου σε ένα βρετανικό τηλεπαιχνίδι ο διαγωνιζόμενος έχασε γιατί απάντησε ότι ο Μ. Αλέξανδρος ήταν Έλληνας αντί για Μακεδόνας. Το εν λόγω βίντεο το “ανέβασε” ένας Έλληνας (αυτοαποκαλούμενος) πατριώτης βάλλοντας κατά των κακών Ευρωπαίων. Κι ενώ παρακολουθούσα με ενδιαφέρον ξαφνικά βλέπω ο εν λόγω “πατριώτης” να γράφει ένα “είσουν” κι απλά διακόπτω το βίντεο. Αυτό το “είσουν” είναι όλος ο λόγος που οι κακοί ξένοι έχουν πάτημα να προσβάλλουν την πατρίδα σου. Αυτό το “είσουν” και το ότι αγνοείς την ίδια σου την ιστορία “απόγονε του Ηροδότου”  καταργεί οποιαδήποτε έννοια αγάπης, πατριωτισμού και αν το πάμε ένα βήμα πιο πέρα, ελληνικότητας. Γιατί πόσο Έλληνας μπορεί να είσαι όταν δεν μπορείς να γράψεις βασικές λέξεις στην γλώσσα σου; Πόσο ελληνικά μπορείς να σκεφτείς όταν δεν καταλαβαίνεις την ίδια σου  την γλώσσα; Ας μην μιλήσουμε για ετυμολογίες και αντιδάνεια. Παρατηρήστε ότι το επίπεδο μόρφωσης του μέσου “πατριώτη” βρίσκεται κάτω του μέσου επιπέδου μόρφωσης του μέσου πολίτη. Αν ανήκετε στον “πατριωτικό” χώρο κάντε μία αυτοκριτική. Είναι ντροπή να υπερασπίζεσαι την ελληνικότητα της Μακεδονίας και να γράφεις “Η Μακεδονία είταν ελληνική”. Είναι ντροπή να μιλάς για την ελληνική ιστορία και να μην έχεις διαβάσει ποτέ όχι Ηρόδοτο, Θουκυδίδη και Ξενοφώντα (που θα έπρεπε), αλλά ούτε ένα βιβλίο ιστορίας στη ζωή σου. Στον αντίποδα ενδυναμώνει τρομερά την όποια σου θέση το να έχεις διαβάσει, όχι μία αλλά τριάντα μία πηγές, να έχεις εντρυφήσει όχι μόνο στα καλά αλλά και στα άσχημα της ιστορίας σου κι όταν ο ημιμαθής ξένος σου προβάλλει ένα επιχείρημα να το αντικρούς στα ίσια με στοιχεία και πηγές. Και κάτι τελευταίο, το χαμηλό επίπεδο μόρφωσης και ο φανατισμός συνδέονται. Ο φανατισμένος, ανορθόγραφος “πατριώτης” είναι γραφικός και κανείς δεν θα τον πάρει ποτέ στα σοβαρά. Ο ίδιος με την υπόστασή του έχει ήδη υποβαθμίσει τόσο τα επιχειρήματά του όσο και το καθαυτό πράγμα που αγαπάει.
Εν κατακλείδι είναι υπέροχο να αγαπάς την πατρίδα σου. Υπέροχο και απαραίτητο για να πάει αυτή μπροστά. Όμως η φανατική εξιδανίκευση αυτής καταλήγει στο αντίθετο αποτέλεσμα. Αυτός είναι και ο λόγος που παραπάνω η λέξη πατριώτης ήταν σε εισαγωγικά. Ο φανατικός, σχεδόν φασίστας, δεν είναι πατριώτης, ζημιώνει με τη στάση του την πατρίδα του, η ημιμάθειά του γίνεται κερκόπορτα χειραγώγησης από οποιονδήποτε δόλιο και η γραφικότητά του αποδυναμώνει οποιαδήποτε θέση του. Ας σκεφτούμε λίγο τους ένδοξους προγόνους μας. Τι στάση θα είχαν αυτοί άραγε απέναντι σε έναν άνθρωπο αμόρφωτο, φανατισμένο και τυφλωμένο από μίσος; Θα τον θεωρούσαν ισάξιό τους; Θα χαιρόντουσαν ή θα ντρέπονταν που είναι απόγονός τους;

Ο Σκεπτικός

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Το ποίημα "Σειρήνες" και πώς εξελίχτηκε

   Πολύ ενδιαφέρον απέκτησε μέσα μου ένα ποίημα που έχω γράψει εδώ και πολλά χρόνια. Ονομάζεται "Σειρήνες" και το έγραψα σε μια περίοδο έντονης εσωτερικής πάλης. Έχει εντός του, όπως και πολλά άλλα έργα μου, μυθολογικά στοιχεία και αυτό με έκανε να το προσέξω ιδιαίτερα. Η αρχική του μορφή είναι η εξής:


Ιωσηφίδης Ευάγγελος
Σειρήνες

Στο άπειρο περίλυπος κοιτάς
αγόγγυστα ζητώντας την αγάπη.
Βλαστήμα την που είναι αυταπάτη
Κι αιώνια σε κάνει να πονάς.

Ζηλεύεις χαλαρούς περαστικούς
που ήμερη φυλάνε την καρδιά τους:
αναίσθητοι κοιτάνε τη δουλειά τους
και άσχετους ζητάνε συνειρμούς.

Φωνές και αναμνήσεις δε ζητάς
τις κρύες νύχτες να σε κυνηγούνε
μα αυτές σαν Ερινύες σε ζητούνε
απρόσκλητοι επισκέπτες της βραδιάς.

Μα όταν πια περάσουν οι Σειρήνες
και πίσω σου γυρίσεις για να δεις
δεμένος να ακούς θα προτιμούσες
ή ανίδεος να κωπηλατείς;

   Στην πορεία γνώρισα έναν εκπληκτικό μουσικό και τραγουδιστή, τον Κώστα Μυλώση. Τον ήξερα μέσα απ' το συγκρότημα "Δυτικές Συνοικίες", που είχε κάνει πάταγο τη δεκαετία του 2000 και ακόμα και τώρα, χρόνια μετά τη διάλυσή του, ακούγονται παντού τα γνωστότερα τραγούδια τους. Χάρη σε συγκυρίες είχα την τύχη να τον γνωρίσω από κοντά. Πήρα το θάρρος να του δώσω κάποια ποιήματά μου. Του άρεσε πολύ ένα, με τίτλο "Ανθρώπου Δίμορφη Ψυχή" και, επί τη ευκαιρία, του ζήτησα να κοιτάξει τις "Σειρήνες". 
   Μήνες μετά μου αποκάλυψε πως έβγαλε τον βασικό ρυθμό και για τα δύο ποιήματα που προορίζονταν να γίνουν τραγούδια. Ενθουσιάστηκα, διότι αρχικά είχα φοβηθεί πως οι "Σειρήνες" δεν του άρεσαν. Έκανα λάθος. Μάλιστα πάλι οι συγκυρίες το έφεραν να βρεθεί πρώτο σε διαδικασία μελοποίησης, πριν από το άλλο ποίημα. 
   Φυσικά η μελοποίηση φέρνει και κάποια προβλήματα. Ό,τι διαβάζεται δεν είναι απαραίτητα το ίδιο εύκολο και κατά την απαγγελία ή το τραγούδι. Αυτό μου επισήμανε ο Κώστας και συζητήσαμε αρκετά για να αλλάξουμε λέξεις που ήταν δύσκολες στην προφορά ή δεν ταίριαζαν για άλλους λόγους με το στυλ του. Βασικά το δυσκολότερο μέρος ήταν η λέξη "αγόγγυστα", η οποία καλό θα ήταν να αλλαχτεί με μία απλούστερη. Μετά από πολλές προτάσεις, καταλήξαμε μαζί στο "με θλίψη" αντ' αυτού. Για να τον διευκολύνω, του πρότεινα επίσης να αλλάξουμε στην τρίτη στροφή τις καταλήξεις: από "κυνηγούνε" και "ζητούνε" τις μετατρέψαμε σε "κυνηγάνε" και "ζητάνε", ώστε να ρέει καλύτερα ο στίχος. Ένα άλλο θέμα ήταν το ρεφρέν. Στην τελευταία επανάληψη πρότεινα να υπάρχει αντί του "να ακούς" το "στο κατάρτι" αλλά η ιδέα τελικά εγκαταλείφθηκε.
   Με αυτές τις αλλαγές λοιπόν ήμασταν έτοιμοι να προχωρήσουμε στη μελοποίηση. Τα φωνητικά είχαν ήδη γίνει και τα μουσικά όργανα είχαν ήδη προστεθεί, όταν το αναπάντεχο συνέβη: ο πρωθυπουργός, με αφορμή το τέλος της μνημονιακής εποχής, έβγαλε εξαγγελία απ' την Ιθάκη, προσδίδοντας συμβολισμό στο όλο θέμα και αναμοχλεύοντας ό,τι ήταν σχετικό με την Ιθάκη, την Οδύσσεια και το μυθικό ταξίδι του Οδυσσέα. Ο Κώστας με πήρε τηλέφωνο στις 22/8/2018 και μου πρότεινε -με δισταγμό στην αρχή- την ιδέα να αλλάξουμε τη λέξη "αγάπη" σε "Ιθάκη". Όπως μου είπε, αυτό δίνει έναν τόνο πιο ουδέτερο στο ποίημα, έτσι ώστε ο καθένας που το ακούει να είναι ελεύθερος να ταυτιστεί με τη δική του Ιθάκη, χωρίς να παρεμβάλλεται απαραίτητα το ερωτικό στοιχείο. 
   Η ιδέα με βρήκε απροετοίμαστο. Όχι επειδή δε μου άρεσε, κάθε άλλο. Μου άρεσε πολύ και αναρωτήθηκα πώς και δεν είχα σκεφτεί εγώ αυτή την ιδέα. Ταίριαζε γάντι: έδινε στο ποίημα ακόμα περισσότερο συμβολισμό, την έφερνε πολύ πιο κοντά στην Οδύσσεια απ' ό,τι είχα ποτέ φανταστεί. Φυσικά και δέχτηκα και ήμασταν έτοιμοι να προχωρήσουμε μ' αυτή την αλλαγή, ξέροντας πως όλο το νόημα του ποιήματος άλλαξε μέσα από μία λέξη.
   Αργότερα ο Κώστας συνειδητοποίησε πως, εφόσον η αγάπη γίνει Ιθάκη, είναι επικίνδυνο παρακάτω να ζητάμε από κάποιον να τη βλαστημήσει. Ξαφνικά η προστακτική εκείνη έγινε προβληματική, σχεδόν προσβλητική. Για να προλάβει καταστάσεις, με ρώτησε -πάλι με δισταγμό- μήπως γίνεται να προβώ σε κάποια αλλαγή. Δεν άργησα να βρω τη λύση: το "Βλαστήμα την" έγινε "Φοβάσαι μήπως", μια λύση που ικανοποίησε και τους δυο μας. Αργότερα έγινε "Αναρωτιέσαι αν" κι έτσι μπήκε πιο βαθιά στην ψυχολογία του ταξιδιώτη, ο οποίος φοβάται μήπως το όνειρό του, ο στόχος του είναι μια αυταπάτη. Ο στίχος ταίριαζε και κρατήσαμε την ιδέα ως έχει. 
   Οπότε, η νέα μορφή του ποιήματος είναι η εξής:

Ιωσηφίδης Ευάγγελος

Οι Σειρήνες

Στο άπειρο περίλυπος κοιτάς
με θλίψη αποζητώντας την Ιθάκη.
Αναρωτιέσαι αν είναι αυταπάτη
Κι αιώνια σε κάνει να πονάς.

Ζηλεύεις χαλαρούς περαστικούς
που ήμερη φυλάνε την καρδιά τους:
αναίσθητοι κοιτάνε τη δουλειά τους
και άσχετους ζητάνε συνειρμούς.

Φωνές και αναμνήσεις δε ζητάς
τις κρύες νύχτες να σε κυνηγάνε
μα αυτές σαν Ερινύες σε ζητάνε
απρόσκλητοι επισκέπτες της βραδιάς.

Μα όταν πια περάσουν οι Σειρήνες
και πίσω σου γυρίσεις για να δεις
δεμένος να ακούς θα προτιμούσες
ή ανίδεος να κωπηλατείς;

Στο τραγούδι μπορείτε να μεταφερθείτε από τον παρακάτω σύνδεσμο:

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018

Έπεα πτερόεντα;

   Έπεα πτερόεντα. Φτερωτά λόγια δηλαδή. Μια έκφραση, αρχικά ειπωμένη από τον Όμηρο (Ιλιάδα Α, 201), με δύο σημασίες: η κυρίαρχη είναι ότι τα λόγια πετούν και χάνονται γρήγορα, δεν έχουν υπόσταση. Η δεύτερη είναι ότι τα νέα εξαπλώνονται γρήγορα από στόμα σε στόμα.
   Οπότε τα λόγια πετούν και τα γραπτά μένουν. Verba volant, scripta manent λατινιστί. Στο δεύτερο μέρος θα συμφωνήσω. Οτιδήποτε έχει καταγραφεί αποκτά υπόσταση κι έχει νομική σημασία. Επίσης παραμένει άθικτο (ή σχεδόν άθικτο, ανάλογα με το υλικό πάνω στο οποίο γράφτηκε) με το πέρασμα των χρόνων, έτοιμο για να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί από τους επόμενους. Εν αντιθέσει, οτιδήποτε έχει λεχθεί αλλά όχι καταγραφεί δεν μπορεί να αποδειχθεί, παρά μόνο με μαρτυρίες. Αυτά όσον αφορά τον νόμο. Τι συμβαίνει όμως με την ανθρώπινη ψυχή;
   Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που άνθρωποι ζούνε για πολλά χρόνια έχοντας αφήσει να κουδουνίζουν στ' αυτιά τους τα λόγια των ανθρώπων που τους μεγάλωσαν. Αν ήταν καλά λόγια, τότε αποκτούν μια μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, η οποία τους συντροφεύει αργότερα και γίνεται το επίκεντρο της κοσμοθεωρίας τους. Αν ήταν πάλι άσχημα λόγια, τότε τα λόγια που ειπώθηκαν τους κρατάνε δέσμιους σε μια θλίψη, σε μια μιζέρια και έλλειψη βελτίωσης, διότι πίστεψαν και φύλαξαν μέσα τους το νόημα των λόγων.
   Και στις δύο περιπτώσεις, τα πτερόεντα έπεα συνέχισαν να φτερουγίζουν μέσα σ' ένα ανθρώπινο μυαλό: αόρατα, ανύπαρκτα για όλους τους άλλους αλλά πραγματικά για τον ίδιο τον ακροατή. Αν πραγματικά ήταν ορατά τα λόγια που ειπώθηκαν και πλήγωσαν, τότε θα ήταν πολύ πιο εύκολο να προσεγγίσουμε τους άλλους και να τους αλλάξουμε προς το καλύτερο, αλλά και να είμαστε έτοιμοι να αλλάξουμε κι εμείς οι ίδιοι. Θα ήταν πολύ πιο εύκολο να καταλάβουμε τους άλλους και να εξηγήσουμε τις συμπεριφορές τους. Δεν είναι όμως. Και τα λόγια μένουν τελικά, δεν είναι παρατηρήσιμα και ανιχνεύσιμα όμως, κι αυτό τα κάνει πολύ πιο επικίνδυνα. Σε πολλές ταινίες υπάρχει μια αποκάλυψη στο τέλος, όπου, μαθαίνοντας το παρελθόν ενός χαρακτήρα, γνωρίζουμε τα λόγια που τον σημάδεψαν. Προσφιλής τεχνική και απόλυτα ρεαλιστική.
  Δεν είναι βέβαια σημαντικά μόνο τα λόγια που άκουσε κάποιος. Ας υποθέσουμε πως κάποιος είπε πολύ βαριά λόγια σε κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο για κάποιο ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα. Πώς μπορεί να τα ξεχάσει ποτέ; Δεν έχουν καταγραφεί, ίσως ακόμα και ο παραλήπτης αυτών των λόγων να τα έχει ξεχάσει. Αυτός όμως που τα ξεστόμισε δεν μπορεί να τα ξεχάσει εύκολα. Υπάρχουν περιπτώσεις που κάποιον τον ακολουθούν τα λόγια του μέχρι το τέλος της ζωής του ή μέχρι τρέλας. Διότι ακόμα κι αν έχεις δεχτεί σκληρά λόγια, μπορείς να ησυχάσεις. Όταν τα έχεις πει όμως όχι.

 
Φτερωτά λόγια, τα λόγια πετούν, τα γραπτά μένουν

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

Το σεξ στη λογοτεχνία

   Το σεξ στη λογοτεχνία είναι μια καυτή πατάτα. Ένα θέμα πάντα μέσα στο προσκήνιο, πάντα άξιο να σηκώσει μεγάλες συζητήσεις, διαφωνίες, επιχειρήματα κι αντεπιχειρήματα. Πρέπει να υπάρχει; Πρέπει να αποφεύγεται; Πρέπει να υπονοείται ή ο/η συγγραφέας να εισέρχεται σε γαργαλιστικές λεπτομέρειες; Τι αξία δίνει ή παίρνει απ' το ίδιο το έργο;
   Οι ίδιοι/ες οι συγγραφείς μπορούν να χωριστούν σε κατηγορίες ανάλογα με το πόσο το προβάλλουν ή το κρύβουν, πόσο το φοβούνται ή το λαχταρούν στα βιβλία τους. Φυσικά σε κάθε είδος που μπορεί να υπάρχει (διότι εννοείται πως στην παιδική λογοτεχνία δεν τίθεται καν ζήτημα) μάλλον θα γίνει το επίκεντρο. Στην ενήλικη λογοτεχνία μπορεί να μπει ένας κάθετος διαχωρισμός: το σεξ στην "αντρική" και στη "γυναικεία" λογοτεχνία (σε εισαγωγικά διότι όλα αυτά είναι αμφισβητήσιμα).
   Την πρώτη κατηγορία την έχω ζήσει σχετικά νωρίς: όταν ξεκοκάλιζα στα 15-16 μου τα western του Λουις Λ'Αμούρ, το σεξ έκανε πάντα την τιμητική του εμφάνιση. Μετά την πρώτη γνωριμία με τον πρωταγωνιστή, τον καουμπόυ, σερίφη ή παράνομο, αυτό που περίμενα ήταν η γλυκιά παρουσία που θα τον γοήτευε (συνήθως αρκετά πιο νεαρή απ' τον πρωταγωνιστή ή αρκετά μεγαλύτερη, αν εκείνος είναι νεαρός). Πώς θα ήταν, πώς θα την φανταζόμουν εγώ, τι ατάκες θα έλεγε και πόσο θα μπορούσε να ταυτιστεί με τη γυναίκα όπως τη ζει ένας 16χρονος στην καθημερινότητά του. Πάντα υπήρχαν περιγραφές της σεξουαλικής πράξης. Σ' αυτές δινόταν τόση βαρύτητα και λεπτομέρεια όση και στις σκηνές δράσης: στην ίδια την πράξη μέσα από τα μάτια του πρωταγωνιστή. Ανάλογα με τα πρόσωπα κάποια πράγματα διέφεραν, όμως τα περισσότερα στοιχεία ήταν κοινά: η οπτικοποίηση του πράγματος, η γλαφυρή περιγραφή του γυναικείου σώματος και των ενεργειών της πάνω στην πράξη κτλ. Εν κατακλείδι, μπορώ να πω πως στη λογοτεχνία που απευθύνεται σε άντρες το σεξ είναι το απαραίτητο διάλειμμα απ' τη δράση: όπως ακριβώς στις αθλητικές μεταδόσεις ο σκηνοθέτης δείχνει πλάνα εντυπωσιακών καλλονών στις κερκίδες στα διαλείμματα, έτσι και σ' αυτό το είδος λογοτεχνίας.
   Στη δεύτερη κατηγορία, η οποία έχει φυσικά πολύ μεγαλύτερη απήχηση, μπορούν να γραφτούν πολλά. Η λεγόμενη γυναικεία λογοτεχνία πολλές φορές έχει το σεξ -ή την αναμονή της πράξης- στο προσκήνιο, πάνω ίσως κι απ' την πλοκή. Είναι το βαρόμετρο ενός βιβλίου. Πόσο θα τραβήξει το ενδιαφέρον και την αγωνία της αναγνώστριας (ή του αναγνώστη); Πόσο εκείνη θα επιθυμεί να προχωρήσει για να μάθει κι άλλα; Πόσο θα εξελιχθούν τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα και η πλοκή μέσα από την πράξη; Αυτό επαφίεται στον (ή συνηθέστερα στην) συγγραφέα και θέλει φυσικά ταλέντο. Το σεξ εξάπτει τις αισθήσεις και μπορεί να κάνει αναγνώστες να ταυτιστούν με τα πρόσωπα αν οι περιγραφές είναι ρεαλιστικές και όχι εξιδανικευμένες.
   Η οπτικοποίηση εδώ διαφέρει. Στην εικόνα της γυναίκας-πρωταγωνίστριας οι μεταβλητές λίγο πολύ είναι οι ίδιες: πνευματικά εξαιρετικά θετική εικόνα (μια γυναίκα φιλόδοξη, γεμάτη όνειρα και συχνά θύμα του παρελθόντος) σε συνδυασμό με σωματικές ατέλειες ή ανασφάλεια σε σχέση με το σώμα της, προκειμένου να ταυτιστεί η αναγνώστρια όσο περισσότερο γίνεται. Θέλει δουλειά και ταλέντο να γίνει η πρωταγωνίστρια ενδιαφέρουσα. Απ' την άλλη, ο άντρας (το ερώμενο-επιθυμητό πρόσωπο) δείχνει πάντα άψογος, μυστηριώδης κι ενδιαφέρων (επιτυχημένος επαγγελματίας, πλούσιος, δημοφιλής), ώστε να δυναμώνει την προσμονή της επικείμενης συνένωσης, σωματικής και συναισθηματικής. Στην ερωτική πράξη δίνεται δέουσα σημασία στο στήσιμο και στη συμπεριφορά του εραστή, στις ατάκες και στις κινήσεις του πριν και μετά, στο πόση σημασία έδωσε στην πρωταγωνίστρια, στο πάθος και την επιθυμία του κτλ.
   Εδώ υπάρχει ένα μοτίβο. Αν και στις δύο περιπτώσεις το πράγμα είναι φαινομενικά εντελώς αντίθετο, η σκηνή του σεξ στοχεύει σε κάτι πολύ συγκεκριμένο: στο άλλο πρόσωπο. Ο αναγνώστης έχει την ανάγκη να νιώσει με όλες του τις αισθήσεις την ερωμένη του πρωταγωνιστή (με τον οποίο πιθανότατα έχει ήδη ταυτιστεί) και η αναγνώστρια θέλει το ίδιο απ' τον εραστή της πρωταγωνίστριας. Στην ερωτική πράξη ο πρωταγωνιστής/πρωταγωνίστρια έχει μάλλον δευτερεύοντα ρόλο οπτικά, αν και συναισθηματικά φυσικά είναι στο προσκήνιο.
   Ανάμεσα στα δύο είδη λογοτεχνίας, το σεξ παίζει πιστεύω πολύ σημαντικότερο ρόλο στη "γυναικεία" λογοτεχνία. Ο άντρας δεν έχει ανάγκη να διαβάσει ένα βιβλίο για να έρθει σε επαφή με το αντικείμενο: οι οπτικοακουστικές μεταδόσεις μια χαρά του κάνουν και στην εποχή μας υπάρχει πληθώρα αυτών στο διαδίκτυο. Η γυναίκα όμως, που σπανίως ικανοποιείται από φτηνά κόλπα, ζητάει τη λεπτομέρεια της ανάγνωσης. Το σεξ από μόνο του δε σημαίνει κάτι. Το πράγμα πρέπει να ζεσταθεί, οι ρόλοι οφείλουν να είναι δοσμένοι με κάθε σκηνική φιοριτούρα, οι ιστορίες πρέπει να ξεκινούν από μακριά και να τέμνονται στην πορεία. Ας βρίσκεται η ίδια η πράξη στη σελίδα 200: εφόσον το πράγμα χτίζεται σταδιακά και όμορφα, η συγγραφέας έχει πετύχει τον σκοπό της και η ικανοποίηση της αναγνώστριας είναι η ανταμοιβή.
   Το ίδιο βέβαια μπορεί να ισχύει (μέχρι ενός σημείου) και στην "αντρική" λογοτεχνία αλλά η διαφορά είναι έντονη. Εκεί ο συγγραφέας δεν "το κουράζει" το θέμα: δε δίνονται τόσες λεπτομέρειες, δεν υπάρχει τόση επιμονή ανάμεσα στη σχέση των πρωταγωνιστών και η αγωνία για την επερχόμενη πράξη είναι μικρότερη. Βασικά σπάνια υπάρχει αγωνία: είναι σχεδόν δεδομένη η επιτυχία του πρωταγωνιστή κι αυτό δεν έρχεται ως το αποκορύφωμα του έργου αλλά μάλλον σαν εναλλακτική ικανοποίηση, δευτερεύουσα σε σχέση με την πλοκή. Διαφορετική είναι η γραμμή στα φιλμ νουάρ (film noir), όπου η φαμ φατάλ (femme fatale) είναι μια δαιμόνια γυναίκα που παίζει τον πρωταγωνιστή στα δάχτυλα, τον χειραγωγεί και τελικά είτε εκείνος λυτρώνεται κατακτώντας την (ή απωθώντας την αποφασιστικά, ικανοποιώντας τον αντρικό εγωισμό) είτε στο τέλος φαίνεται η κυριαρχία του θηλυκού προς το αρσενικό καθώς εκείνος δεν μπορεί να την κερδίσει. Το τελευταίο παράδειγμα είναι θέμα οπτικών μέσων μάλλον κι όχι τόσο λογοτεχνίας, όμως αυτό το μοτίβο έχει επηρεάσει (και συνεχίζει να επηρεάζει) πολλούς συγγραφείς.
   Όπως και να 'χει, το σεξ στη λογοτεχνία είναι ακανθώδες ζήτημα. Ας μου επιτραπεί κλείνοντας μια παρομοίωση: είναι σαν ένα μπαχαρικό στη συνταγή, που θέλει τέχνη στην ποσότητα και στην ποικιλία: το λίγο αφήνει το φαγητό άνοστο, το πολύ χαλάει τη γεύση.

Σεξ στη λογοτεχνία, στα βιβλία και στις ταινίες

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

Εν Λευκώ

Η φράση "εν λευκώ", που είναι εμπρόθετος προσδιορισμός του τρόπου -το "λευκώ" είναι τύπος σε δοτική- σημαίνει "ελεύθερα, ανεπιφύλακτα, χωρίς περιορισμούς". Σαν να δίνω σε κάποιον ένα χαρτί με οδηγίες/περιορισμούς/διαταγές και να είναι λευκό. Κάνε ό,τι θες, σε τελική ανάλυση. Στο παρόν άρθρο δε θα σταθώ απλώς στη φράση αλλά θα επιχειρήσω να εξηγήσω τους στίχους του τραγουδιού "Εν λευκώ" που ερμηνεύει η Νατάσσα Μποφίλιου, σε στίχους του Γεράσιμου Ευαγγελάτου.

Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
Γιατί τα βράδια κρύβεστε στο γκρίζο;
Η ζωή περιγράφεται ως λευκή. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι είναι κενή, όπως το παρόν που θα περιγραφεί παρακάτω, ή αγνή, χωρίς εμπειρίες και πληγές. Αν και έχει αμφίσημο νόημα, ο δεύτερος στίχος υπονοεί πως το λευκό είναι το καλό, που τα βράδια γίνεται γκρίζο και το άτομο το αποζητάει. Είναι αλήθεια πως τις νυχτερινές ώρες γίνονται οι πιο απαισιόδοξες σκέψεις, μιας και ο άνθρωπος δεν είναι νυκτόβιο ον. Οι στίχοι δείχνουν πως κάθε ιδέα αισιοδοξίας και αγνότητας τα βράδια χάνονται κι έρχεται ο αρνητισμός στη θέση τους.
Βλέπω στο άσπρο σας την προβολή μου
και το μετά απ’ το μετά γνωρίζω
Οι δύο αυτοί στίχοι εισάγουν το στοιχείο της αστρικής (ή ονειρικής) προβολής, έναν όρο του μεταφυσικού. Θεωρητικά το πνεύμα μας μπορεί να φύγει απ' το σώμα μας όσο κοιμόμαστε και να επισκεφτεί άλλα μέρη, να γνωρίσει καταστάσεις, ακόμα και το μέλλον. Λέγεται πως η ασυνείδητη αυτή διαδικασία μπορεί να γίνει ενσυνείδητη με εξάσκηση. Στους στίχους αυτούς η αστρική προβολή είναι πραγματική κι ενσυνείδητη μόνο μέσα στο λευκό και μόνο έτσι μπορεί να γίνει γνωστό το μετά και το μετά απ' το μετά, δηλαδή το μέλλον, η μοίρα, το ριζικό. Δύο διαφορετικές ερμηνείες μπορούν να δοθούν, ανάλογα με το αν η διαδικασία γίνεται την ημέρα ή τη νύχτα:
1. Όσο είναι ημέρα, η τύχη (ή η μοίρα) και η ζωή είναι ορατές και το μέλλον προμηνύεται καλό.
2.Αν και τη νύχτα είναι χαμένες (η τύχη και η ζωή), είναι ορατές από μακριά μέσα στο γκρίζο και το πρόσωπο επιθυμεί να ξαναέρθουν πίσω για να φέρουν τη γνώση και την ευτυχία.
Αν είχα θάρρος για να πω το "έλα"
τώρα δε θα `χα τη φωτιά στο αίμα
Εδώ περιγράφεται μια σκληρή εσωτερική μάχη. Το άτομο δεν είχε τη δύναμη να ζητήσει απ' το πρόσωπο που ποθεί να έρθει κοντά. Είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο να τα βάζει κανείς με τον εαυτό του για τη δειλία του, για τον δισταγμό που του στέρησε όσα επιθυμούσε. Η "φωτιά στο αίμα" μοιάζει κάτι κακό, σαν οργή προς τον εαυτό του (του ατόμου), ή σαν έναν πόθο που δεν εκπληρώθηκε και το βασανίζει.
Αν είχε χρώμα θα `ταν άσπρη η τρέλα
Αν είχε σώμα θα `ταν πάλι ψέμα.
Το λευκό χρώμα, αυτό που πριν ήταν εξωραϊσμένο, δηλαδή η πραγματικότητα στην οποία ζει το πρόσωπο, περιγράφεται ως τρέλα. Αυτή η επίγνωση έρχεται απ' το κενό παρόν στη ζωή του ατόμου. Η σιγουριά στον στίχο δείχνει την ψυχολογική κατάσταση του παρόντος. Καμία αμφιβολία δεν υπάρχει πως το τωρινό λευκό είναι μια κατάσταση τρέλας, συνεχούς αναπόλησης και προσπάθειας να ξεφύγει το άτομο απ' τη ζωή του.
Αν η τρέλα είχε σώμα, θα ήταν ψέμα. Το νόημά του στίχου ίσως είναι πως η τρέλα δεν μπορεί να ζει σε ένα πραγματικό σώμα, σ' ένα σώμα που ζει όπως θέλει τη ζωή του αλλά μόνο σ' ένα ψεύτικο σώμα.
Κοίτα τα χέρια πως γυρνούν στον τοίχο
σαν να χορεύουνε με τη σιωπή μου
Εδώ υπάρχει μια έντονη εικονοπλασία. Τα χέρια που γυρνούν στον τοίχο μοιάζουν σαν τα χέρια κρατούμενου/κατάδικου που ψάχνει τη διαφυγή αλλά πιάνει τοίχο όπου κι αν τη ζητήσει. Συμβολικά πάντα, η φυλακή αυτή είναι η ίδια η ζωή του ατόμου, που έχει μείνει σ' ένα γλυκό παρελθόν και περιμένει ένα εξίσου όμορφο μέλλον, το οποίο όμως δε λέει να έρθει.
Η εικόνα αλλάζει στον επόμενο στίχο: σε μια παρομοίωση τα χέρια χορεύουνε, έχουν τον δικό τους ρυθμό και δείχνουν να εμπαίζουν το ίδιο το άτομο και τη σιωπηλή και μοναχική του πραγματικότητα. Η εικόνα ενός ατόμου που δεν ελέγχει τα χέρια του (αν υποθέσουμε πως αναφέρεται στα ίδια του τα χέρια) συμβολίζει ένα άτομο που δεν ελέγχει τις πράξεις του, τις κινήσεις του, τη ζωή του. Ένα άτομο τρελό, παρανοϊκό, όπως η πραγματικότητα που αναφέρθηκε παραπάνω.
κι εγώ που χρόνια γύρευα το στίχο
που θα εξηγήσει τη βουβή ζωή μου
Ένα ακόμα κοινό θέμα. Οι άνθρωποι έχουμε την εντύπωση πως κάτι μας περιμένει στο μέλλον: πως, αν είμαστε καλοί και υπάκουοι, αν κάνουμε υπομονή και δείξουμε καρτερικότητα, το καλό δε θα αργήσει να έρθει. Έτσι λένε τα παραμύθια κι έτσι γαλουχηθήκαμε. Το πρόσωπο των στίχων έψαχνε για χρόνια έναν στίχο, δηλαδή μια συμβουλή, μια νοοτροπία, μια οδό διαφυγής, που θα του εξηγήσει γιατί υποφέρει σ' ένα στεγνό παρόν, σε μια βουβή ζωή. Δεν ήρθε ποτέ τελικά: το άτομο συνειδητοποίησε πως τόσα χρόνια περίμενε μάταια. Δεν περιμένει πια, αυτό είναι ολοφάνερο απ' τον παρατατικό χρόνο (γύρευα).
μεταμφιέζω τη σιωπή σε λέξη
και τη χαρίζω σ’ όποιον μου εξηγήσει
Επιστροφή στο παρόν. Το άτομο δεν μπορεί να εκφράσει τη σιωπή του, τη μοναξιά του. Μπορεί μονάχα να την μεταμφιέσει, να την κάνει να μοιάζει με λέξη. Αυτό πιθανώς να σημαίνει πως όσα λέει δεν είναι όσα εννοεί. Στο μυαλό υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα, γεμάτη αναμνήσεις και ομορφιά, ενώ στον γύρω κόσμο υπάρχει αδιαφορία κι ανουσιότητα, οπότε το πρόσωπο υποκρίνεται.
Στον δεύτερο στίχο γίνεται φανερή η απόγνωση: πλέον αναζητείται οποιοσδήποτε μπορεί να δώσει νόημα και να εξηγήσει τη μεταμφιεσμένη λέξη, η οποία βέβαια είναι διαφορετική από τις πραγματικές σκέψεις. Πραγματικά είναι δύσκολο και σπάνιο να βρούμε κάποιον να καταλαβαίνει τις σκέψεις και τη θλίψη μας, πόσο μάλλον όσα λέμε για να την μεταμφιέσουμε και να την κρύψουμε. Παρ' όλα αυτά προσπαθούμε και ψάχνουμε ακόμα να τον βρούμε, σε μια απεγνωσμένη κι ασταμάτητη αναζήτηση, διότι η ανάγκη να μας καταλάβουν είναι εγγενής και τεράστια.
να `χει το μέλλον μου να επιλέξει
ποιο παρελθόν μου θα ξαναγυρίσει...
Το πρόσωπο που θα καταφέρει το ακατόρθωτο λοιπόν, να εξηγήσει τη σιωπή που έχει μεταμφιεστεί, έχει πια το δικαίωμα να φέρει ένα ωραίο κι ευοίωνο μέλλον. Αυτό το μέλλον προσωποποιείται, έχει τη δυνατότητα επιλογής. Μπορεί να κάνει ένα χαμένο παρελθόν να επιστρέψει και μάλιστα να διαλέξει ανάμεσα σε πολλές επιλογές για να φέρει το καλύτερο.
Τίποτα σημαντικό.
Ζω μονάχα εν λευκώ...
Το απόσταγμα, η πεμπτουσία του τραγουδιού. Όσο κι αν θυμάται το όμορφο χτες, όσο κι αν ονειρεύεται ένα όμορφο αύριο, το άτομο είναι εγκλωβισμένο σ' ένα ασήμαντο, αδιάφορο, λευκό παρόν. Το "εν λευκώ" εδώ μπορεί να ερμηνευτεί ως εξής:
1) Λευκό όπως το δωμάτιο ψυχιατρείου, άρα το άτομο είναι σε κατάσταση βαριάς κατάθλιψης.
2) Λευκό, δηλαδή χωρίς κανένα χρώμα, χωρίς κανένα ενδιαφέρον.
3) Εν λευκώ, δηλαδή χωρίς περιορισμούς, χωρίς οδηγίες και συμβουλές, σε μια ελευθερία που το άτομο δε ζήτησε ποτέ. Αν αναλογιστούμε την ανάγκη του ατόμου να βρει κάποιον που θα εξηγήσει τη σιωπή του, που θα το καταλάβει και θα το οδηγήσει έξω απ' το αδιάφορο παρόν του, καταλαβαίνουμε πως η ζωή χωρίς συμβουλές και καθοδήγηση είναι ανεπιθύμητη.
Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
καλά τα λεν οι έγχρωμοί μου φίλοι
Επιστροφή στην αρχή. Το άτομο στρέφεται στη ζωή και την τύχη του και τα βάζει μαζί τους. Μετά από προσπάθεια κι αυταπάρνηση, αποδέχεται πως όσα έκανε ήταν λάθος και δέχεται τη βοήθεια φίλων. Βέβαια το "καλά τα λεν" μπορεί να υποδηλώνει και ειρωνεία προς κενές και άχρηστες συμβουλές ανθρώπων που δεν καταλαβαίνουν.
το πρόβλημά μου η υπερβολή μου
κι ό,τι αργεί απάντηση να στείλει
Αυτογνωσία. Το άτομο νιώθει πως η έλλειψη ικανοποίησης στο παρόν έρχεται εξαιτίας της υπερβολής, των μεγάλων προσδοκιών ίσως. Αυτή η υπερβολή δεν έχει απαντήσεις, μόνο επιθυμίες. Έχει αργήσει να στείλει απάντηση και μάλλον δε θα στείλει ποτέ. Ο δεύτερος στίχος ίσως δέχεται και δική του, ξεχωριστή ερμηνεία: μπορεί να αναφέρεται στο επιθυμητό άτομο, το οποίο δεν έχει στείλει ακόμα απάντηση και αναμένεται αυτή η απάντηση με αγωνία...
Αν είχε το θάρρος να φανεί ο λόγος
τώρα δε θα `τανε φωτιά στο αίμα
Κάτι στο παρελθόν που έπρεπε να είχε ειπωθεί δεν ειπώθηκε. Αυτό είναι μάλλον το πρόβλημα: αυτή είναι η λύση του αινίγματος στο πώς το όμορφο παρελθόν κατέληξε σ' ένα αδιάφορο παρόν. Τα ανείπωτα λόγια, αυτά που θα έφερναν την ευτυχία αν είχαν εκφραστεί, τώρα πια δεν είναι παρά ένας πόθος ανκεπλήρωτος που καίει στις φλέβες (φωτιά στο αίμα) ή θυμός με τον ίδιο του τον εαυτό.
Αν είχε χρώμα θα `ταν άσπρο ο φόβος
Αν είχε σώμα θα `ταν σαν κι εμένα.
Ενώ πριν υπήρχε η προσωποποίηση της τρέλας, τώρα προσωποποιείται ο φόβος. Πιθανότατα γίνεται αναφορά στον φόβο που οδήγησε το άτομο στο να σιωπήσει, να μη μιλήσει, να μη διεκδικήσει το παρόν και το μέλλον που ήθελε. Αυτός ο φόβος είναι ο φόβος που οδηγεί στη δειλία, στην απραξία και σε ένα λευκό παρόν, χωρίς σημασία και πραγματική ζωή. Το λευκό παρόν του ατόμου είναι γεμάτο απ' αυτόν τον φόβο: έναν φόβο που οδήγησε σε μια ζωή σιωπηλή και μοναχική και ο οποίος έχει ταυτιστεί πια με το άτομο.
Αν σ’ αγαπούν να μάθουν να το λένε
κι αν δε στο πουν να μάθεις να το κλέβεις
Ο τόνος αλλάζει: από στοχαστικός και ήρεμος γίνεται έντονος. Αρχικά υπάρχει ένας στίχος γεμάτος παράπονο. Έχοντας αποδεχτεί πως ο φόβος είναι πια κομμάτι του εαυτού του, το άτομο παραπονιέται που δεν έγινε προσπάθεια για προσέγγιση απ' την άλλη μεριά. Είναι στοιχείο παθητικότητας το να περιμένεις να σου πούνε το "σ' αγαπώ" χωρίς να κάνεις εσύ την κίνηση, όμως πια το άτομο δεν έχει επιλογές.
Το παράπονο μετατρέπεται σε οργή και έρχεται η αντίδραση: δίνει συμβουλές στον εαυτό του και σε όποιον άλλον ακούει. Μιας κι έχει ζήσει τόσα σιωπηλά χρόνια παλεύοντας με τον εαυτό του, συμβουλεύει (σε β' ενικό πρόσωπο πάντα) πως ό,τι δε δίνεται απλόχερα πρέπει να το παίρνουμε με προσπάθεια, να το κλέβουμε.
κι αν θες να δεις τ’ αληθινά να καίνε
πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν’ ανέβεις.
Η φωτιά, που πριν είχε να κάνει με οργή και ανεκπλήρωτο πόθο, εδώ διαφοροποιείται: γίνεται αναφορά σε μια αληθινή φωτιά, μια φωτιά που μάλλον σημαίνει μια αμοιβαία αγάπη, ένα παρόν που χτίστηκε με θάρρος και προσπάθεια. Η φωτιά αυτή είναι η πραγματική ευτυχία, αυτή που έχει κερδιστεί μέσα από αγώνα.
Πρέπει να ανεβείς στο ύψος της φωτιάς σημαίνει πως για να κερδίσεις την ευτυχία οφείλεις να πολεμήσεις γι' αυτήν, να αγωνιστείς. Δε θα έρθει από μόνη της. Δε σου την χρωστά κανείς και δε θα έρθει απλά με σιωπή και υπομονή. Αυτά το άτομο τα ξέρει επειδή τα έζησε, έχοντας μείνει για χρόνια στην αναμονή.
Και σε λυπούνται που δεν το `χεις νιώσει
κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος
Ακόμα ένα κοινό μοτίβο: μιας και ο έρωτας είναι κάτι μοναδικό για τον καθένα, ο καθένας νομίζει πως ο άλλος δεν το έχει νιώσει. Είναι πραγματικά εξοργιστικό να βασανίζεται κάποιος από έρωτα και να έρχονται "δικά του" άτομα και να του λένε αφ' υψηλού πως δεν τον έχει νιώσει.
Ίσως όμως αντί για τον έρωτα να εννοείται η ευτυχία που αναφέρθηκε ακριβώς παραπάνω. Οι άλλοι λυπούνται το δυστυχισμένο άτομο που δεν έχει νιώσει (υποτίθεται) την ευτυχία, ενώ εκείνο ξέρει πως η ευτυχία ήταν μια πραγματικότητα στο παρελθόν, σε μια εποχή που ακόμα οι υπόλοιποι δεν είχαν προλάβει να τη νιώσουν.
και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση
πως η σιωπή σου ήταν χρόνια κρότος.
(Λυπάσαι) που κανείς δεν ήξερε για εσένα, όμως ενώ δε σε κατάλαβαν σε κρίνουν. Είναι ένα λυπηρό συναίσθημα όντως να σε κρίνουν χωρίς να σε καταλαβαίνουν και στον στίχο αυτόν γίνεται ολοφάνερο. Αν καταλάβαιναν, θα ήξεραν πως όσα έβλεπαν για χρόνια σαν σιωπή ήταν ένα θηρίο που ήθελε να βγει προς τα έξω και να βρυχηθεί, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Δεν κατάλαβαν τα υπονοούμενα, βλέπουν μόνο την επιφάνεια και κρίνουν βάσει αυτής.
Δικαίωμά μου να ποντάρω λίγα
Δικαίωμά μου να πηγαίνω πάσο
Ξεκινάει η κλιμάκωση του ποιήματος. Εδώ το πρόσωπο βρίσκεται σε θέση άμυνας απέναντι στους γύρω του, σ' εκείνους που το έκριναν και νιώθει την ανάγκη να δώσει εξηγήσεις, εμμένοντας όμως στις θέσεις του. Στην ερώτηση "γιατί δεν μίλησε και βυθίστηκε στη σιωπή;" απαντάει (στους άλλους αλλά και στον εαυτό του) πως το ίδιο ορίζει την τύχη του κάνοντας τις επιλογές του, ακόμα κι αν οδήγησαν σ' ένα παρόν λευκό κι ανεπιθύμητο. Ακόμα κι αν έκανε λίγες ή καθόλου προσπάθειες, δικός του λογαριασμός και νιώθει πως δεν έχουν δικαίωμα οι άλλοι να το κατακρίνουν.
κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα
εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω
Όπως αναφέρθηκε πριν, οι γύρω άνθρωποι πιστεύουν πως το πρωταγωνιστικό πρόσωπο του ποιήματος δε γνώρισε ποτέ τον έρωτα (και την ευτυχία που ακολουθεί). Ειρωνεία, διότι όχι μόνο τον γνώρισε αλλά ακόμα και μετά από χρόνια βασανίζεται απ' αυτόν, έχοντας περιέλθει σε μια κατάσταση στασιμότητας και συναισθηματικής τελμάτωσης.
Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω
μ’ αυτό τον τόνο του λευκού στο βλέμμα
Γίνεται (ή αναμένεται να γίνει κάποτε από κάποιον που ενδιαφέρεται) μια ερώτηση προς το πρόσωπο: Γιατί αλήθεια πάντα φεύγει μ' ένα βλέμμα λευκό, (φαινομενικά) αδιάφορο και κενό;
του λέω μια φράση σαν να υπεκφεύγω
με μια ελπίδα να `ναι σαν κι εμένα...
Η απάντηση είναι μια υπεκφυγή. Είναι η σιωπή μεταμφιεσμένη σε λέξη, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Μια κωδικοποιημένη προσπάθεια να εκφραστεί η ματαιότητα του παρόντος, ενώ υπάρχει η ελπίδα -ταυτισμένη πια με το άτομο- που ζει ακόμα μέσα του, που επιβιώνει ακόμα και μέσα στην κατάθλιψη και την απελπισία. Διότι η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία...
Τίποτα σημαντικό...
Ζω μονάχα εν λευκώ....
Τίποτα σημαντικό....
Ζω μονάχα εν λευκώ....
Τίποτα σημαντικό....
Ζω μονάχα εν λευκώ..