Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

Εν Λευκώ

Η φράση "εν λευκώ", που είναι εμπρόθετος προσδιορισμός του τρόπου -το "λευκώ" είναι τύπος σε δοτική- σημαίνει "ελεύθερα, ανεπιφύλακτα, χωρίς περιορισμούς". Σαν να δίνω σε κάποιον ένα χαρτί με οδηγίες/περιορισμούς/διαταγές και να είναι λευκό. Κάνε ό,τι θες, σε τελική ανάλυση. Στο παρόν άρθρο δε θα σταθώ απλώς στη φράση αλλά θα επιχειρήσω να εξηγήσω τους στίχους του τραγουδιού "Εν λευκώ" που ερμηνεύει η Νατάσσα Μποφίλιου, σε στίχους του Γεράσιμου Ευαγγελάτου.

Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
Γιατί τα βράδια κρύβεστε στο γκρίζο;
Η ζωή περιγράφεται ως λευκή. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι είναι κενή, όπως το παρόν που θα περιγραφεί παρακάτω, ή αγνή, χωρίς εμπειρίες και πληγές. Αν και έχει αμφίσημο νόημα, ο δεύτερος στίχος υπονοεί πως το λευκό είναι το καλό, που τα βράδια γίνεται γκρίζο και το άτομο το αποζητάει. Είναι αλήθεια πως τις νυχτερινές ώρες γίνονται οι πιο απαισιόδοξες σκέψεις, μιας και ο άνθρωπος δεν είναι νυκτόβιο ον. Οι στίχοι δείχνουν πως κάθε ιδέα αισιοδοξίας και αγνότητας τα βράδια χάνονται κι έρχεται ο αρνητισμός στη θέση τους.
Βλέπω στο άσπρο σας την προβολή μου
και το μετά απ’ το μετά γνωρίζω
Οι δύο αυτοί στίχοι εισάγουν το στοιχείο της αστρικής (ή ονειρικής) προβολής, έναν όρο του μεταφυσικού. Θεωρητικά το πνεύμα μας μπορεί να φύγει απ' το σώμα μας όσο κοιμόμαστε και να επισκεφτεί άλλα μέρη, να γνωρίσει καταστάσεις, ακόμα και το μέλλον. Λέγεται πως η ασυνείδητη αυτή διαδικασία μπορεί να γίνει ενσυνείδητη με εξάσκηση. Στους στίχους αυτούς η αστρική προβολή είναι πραγματική κι ενσυνείδητη μόνο μέσα στο λευκό και μόνο έτσι μπορεί να γίνει γνωστό το μετά και το μετά απ' το μετά, δηλαδή το μέλλον, η μοίρα, το ριζικό. Δύο διαφορετικές ερμηνείες μπορούν να δοθούν, ανάλογα με το αν η διαδικασία γίνεται την ημέρα ή τη νύχτα:
1. Όσο είναι ημέρα, η τύχη (ή η μοίρα) και η ζωή είναι ορατές και το μέλλον προμηνύεται καλό.
2.Αν και τη νύχτα είναι χαμένες (η τύχη και η ζωή), είναι ορατές από μακριά μέσα στο γκρίζο και το πρόσωπο επιθυμεί να ξαναέρθουν πίσω για να φέρουν τη γνώση και την ευτυχία.
Αν είχα θάρρος για να πω το "έλα"
τώρα δε θα `χα τη φωτιά στο αίμα
Εδώ περιγράφεται μια σκληρή εσωτερική μάχη. Το άτομο δεν είχε τη δύναμη να ζητήσει απ' το πρόσωπο που ποθεί να έρθει κοντά. Είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο να τα βάζει κανείς με τον εαυτό του για τη δειλία του, για τον δισταγμό που του στέρησε όσα επιθυμούσε. Η "φωτιά στο αίμα" μοιάζει κάτι κακό, σαν οργή προς τον εαυτό του (του ατόμου), ή σαν έναν πόθο που δεν εκπληρώθηκε και το βασανίζει.
Αν είχε χρώμα θα `ταν άσπρη η τρέλα
Αν είχε σώμα θα `ταν πάλι ψέμα.
Το λευκό χρώμα, αυτό που πριν ήταν εξωραϊσμένο, δηλαδή η πραγματικότητα στην οποία ζει το πρόσωπο, περιγράφεται ως τρέλα. Αυτή η επίγνωση έρχεται απ' το κενό παρόν στη ζωή του ατόμου. Η σιγουριά στον στίχο δείχνει την ψυχολογική κατάσταση του παρόντος. Καμία αμφιβολία δεν υπάρχει πως το τωρινό λευκό είναι μια κατάσταση τρέλας, συνεχούς αναπόλησης και προσπάθειας να ξεφύγει το άτομο απ' τη ζωή του.
Αν η τρέλα είχε σώμα, θα ήταν ψέμα. Το νόημά του στίχου ίσως είναι πως η τρέλα δεν μπορεί να ζει σε ένα πραγματικό σώμα, σ' ένα σώμα που ζει όπως θέλει τη ζωή του αλλά μόνο σ' ένα ψεύτικο σώμα.
Κοίτα τα χέρια πως γυρνούν στον τοίχο
σαν να χορεύουνε με τη σιωπή μου
Εδώ υπάρχει μια έντονη εικονοπλασία. Τα χέρια που γυρνούν στον τοίχο μοιάζουν σαν τα χέρια κρατούμενου/κατάδικου που ψάχνει τη διαφυγή αλλά πιάνει τοίχο όπου κι αν τη ζητήσει. Συμβολικά πάντα, η φυλακή αυτή είναι η ίδια η ζωή του ατόμου, που έχει μείνει σ' ένα γλυκό παρελθόν και περιμένει ένα εξίσου όμορφο μέλλον, το οποίο όμως δε λέει να έρθει.
Η εικόνα αλλάζει στον επόμενο στίχο: σε μια παρομοίωση τα χέρια χορεύουνε, έχουν τον δικό τους ρυθμό και δείχνουν να εμπαίζουν το ίδιο το άτομο και τη σιωπηλή και μοναχική του πραγματικότητα. Η εικόνα ενός ατόμου που δεν ελέγχει τα χέρια του (αν υποθέσουμε πως αναφέρεται στα ίδια του τα χέρια) συμβολίζει ένα άτομο που δεν ελέγχει τις πράξεις του, τις κινήσεις του, τη ζωή του. Ένα άτομο τρελό, παρανοϊκό, όπως η πραγματικότητα που αναφέρθηκε παραπάνω.
κι εγώ που χρόνια γύρευα το στίχο
που θα εξηγήσει τη βουβή ζωή μου
Ένα ακόμα κοινό θέμα. Οι άνθρωποι έχουμε την εντύπωση πως κάτι μας περιμένει στο μέλλον: πως, αν είμαστε καλοί και υπάκουοι, αν κάνουμε υπομονή και δείξουμε καρτερικότητα, το καλό δε θα αργήσει να έρθει. Έτσι λένε τα παραμύθια κι έτσι γαλουχηθήκαμε. Το πρόσωπο των στίχων έψαχνε για χρόνια έναν στίχο, δηλαδή μια συμβουλή, μια νοοτροπία, μια οδό διαφυγής, που θα του εξηγήσει γιατί υποφέρει σ' ένα στεγνό παρόν, σε μια βουβή ζωή. Δεν ήρθε ποτέ τελικά: το άτομο συνειδητοποίησε πως τόσα χρόνια περίμενε μάταια. Δεν περιμένει πια, αυτό είναι ολοφάνερο απ' τον παρατατικό χρόνο (γύρευα).
μεταμφιέζω τη σιωπή σε λέξη
και τη χαρίζω σ’ όποιον μου εξηγήσει
Επιστροφή στο παρόν. Το άτομο δεν μπορεί να εκφράσει τη σιωπή του, τη μοναξιά του. Μπορεί μονάχα να την μεταμφιέσει, να την κάνει να μοιάζει με λέξη. Αυτό πιθανώς να σημαίνει πως όσα λέει δεν είναι όσα εννοεί. Στο μυαλό υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα, γεμάτη αναμνήσεις και ομορφιά, ενώ στον γύρω κόσμο υπάρχει αδιαφορία κι ανουσιότητα, οπότε το πρόσωπο υποκρίνεται.
Στον δεύτερο στίχο γίνεται φανερή η απόγνωση: πλέον αναζητείται οποιοσδήποτε μπορεί να δώσει νόημα και να εξηγήσει τη μεταμφιεσμένη λέξη, η οποία βέβαια είναι διαφορετική από τις πραγματικές σκέψεις. Πραγματικά είναι δύσκολο και σπάνιο να βρούμε κάποιον να καταλαβαίνει τις σκέψεις και τη θλίψη μας, πόσο μάλλον όσα λέμε για να την μεταμφιέσουμε και να την κρύψουμε. Παρ' όλα αυτά προσπαθούμε και ψάχνουμε ακόμα να τον βρούμε, σε μια απεγνωσμένη κι ασταμάτητη αναζήτηση, διότι η ανάγκη να μας καταλάβουν είναι εγγενής και τεράστια.
να `χει το μέλλον μου να επιλέξει
ποιο παρελθόν μου θα ξαναγυρίσει...
Το πρόσωπο που θα καταφέρει το ακατόρθωτο λοιπόν, να εξηγήσει τη σιωπή που έχει μεταμφιεστεί, έχει πια το δικαίωμα να φέρει ένα ωραίο κι ευοίωνο μέλλον. Αυτό το μέλλον προσωποποιείται, έχει τη δυνατότητα επιλογής. Μπορεί να κάνει ένα χαμένο παρελθόν να επιστρέψει και μάλιστα να διαλέξει ανάμεσα σε πολλές επιλογές για να φέρει το καλύτερο.
Τίποτα σημαντικό.
Ζω μονάχα εν λευκώ...
Το απόσταγμα, η πεμπτουσία του τραγουδιού. Όσο κι αν θυμάται το όμορφο χτες, όσο κι αν ονειρεύεται ένα όμορφο αύριο, το άτομο είναι εγκλωβισμένο σ' ένα ασήμαντο, αδιάφορο, λευκό παρόν. Το "εν λευκώ" εδώ μπορεί να ερμηνευτεί ως εξής:
1) Λευκό όπως το δωμάτιο ψυχιατρείου, άρα το άτομο είναι σε κατάσταση βαριάς κατάθλιψης.
2) Λευκό, δηλαδή χωρίς κανένα χρώμα, χωρίς κανένα ενδιαφέρον.
3) Εν λευκώ, δηλαδή χωρίς περιορισμούς, χωρίς οδηγίες και συμβουλές, σε μια ελευθερία που το άτομο δε ζήτησε ποτέ. Αν αναλογιστούμε την ανάγκη του ατόμου να βρει κάποιον που θα εξηγήσει τη σιωπή του, που θα το καταλάβει και θα το οδηγήσει έξω απ' το αδιάφορο παρόν του, καταλαβαίνουμε πως η ζωή χωρίς συμβουλές και καθοδήγηση είναι ανεπιθύμητη.
Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
καλά τα λεν οι έγχρωμοί μου φίλοι
Επιστροφή στην αρχή. Το άτομο στρέφεται στη ζωή και την τύχη του και τα βάζει μαζί τους. Μετά από προσπάθεια κι αυταπάρνηση, αποδέχεται πως όσα έκανε ήταν λάθος και δέχεται τη βοήθεια φίλων. Βέβαια το "καλά τα λεν" μπορεί να υποδηλώνει και ειρωνεία προς κενές και άχρηστες συμβουλές ανθρώπων που δεν καταλαβαίνουν.
το πρόβλημά μου η υπερβολή μου
κι ό,τι αργεί απάντηση να στείλει
Αυτογνωσία. Το άτομο νιώθει πως η έλλειψη ικανοποίησης στο παρόν έρχεται εξαιτίας της υπερβολής, των μεγάλων προσδοκιών ίσως. Αυτή η υπερβολή δεν έχει απαντήσεις, μόνο επιθυμίες. Έχει αργήσει να στείλει απάντηση και μάλλον δε θα στείλει ποτέ. Ο δεύτερος στίχος ίσως δέχεται και δική του, ξεχωριστή ερμηνεία: μπορεί να αναφέρεται στο επιθυμητό άτομο, το οποίο δεν έχει στείλει ακόμα απάντηση και αναμένεται αυτή η απάντηση με αγωνία...
Αν είχε το θάρρος να φανεί ο λόγος
τώρα δε θα `τανε φωτιά στο αίμα
Κάτι στο παρελθόν που έπρεπε να είχε ειπωθεί δεν ειπώθηκε. Αυτό είναι μάλλον το πρόβλημα: αυτή είναι η λύση του αινίγματος στο πώς το όμορφο παρελθόν κατέληξε σ' ένα αδιάφορο παρόν. Τα ανείπωτα λόγια, αυτά που θα έφερναν την ευτυχία αν είχαν εκφραστεί, τώρα πια δεν είναι παρά ένας πόθος ανκεπλήρωτος που καίει στις φλέβες (φωτιά στο αίμα) ή θυμός με τον ίδιο του τον εαυτό.
Αν είχε χρώμα θα `ταν άσπρο ο φόβος
Αν είχε σώμα θα `ταν σαν κι εμένα.
Ενώ πριν υπήρχε η προσωποποίηση της τρέλας, τώρα προσωποποιείται ο φόβος. Πιθανότατα γίνεται αναφορά στον φόβο που οδήγησε το άτομο στο να σιωπήσει, να μη μιλήσει, να μη διεκδικήσει το παρόν και το μέλλον που ήθελε. Αυτός ο φόβος είναι ο φόβος που οδηγεί στη δειλία, στην απραξία και σε ένα λευκό παρόν, χωρίς σημασία και πραγματική ζωή. Το λευκό παρόν του ατόμου είναι γεμάτο απ' αυτόν τον φόβο: έναν φόβο που οδήγησε σε μια ζωή σιωπηλή και μοναχική και ο οποίος έχει ταυτιστεί πια με το άτομο.
Αν σ’ αγαπούν να μάθουν να το λένε
κι αν δε στο πουν να μάθεις να το κλέβεις
Ο τόνος αλλάζει: από στοχαστικός και ήρεμος γίνεται έντονος. Αρχικά υπάρχει ένας στίχος γεμάτος παράπονο. Έχοντας αποδεχτεί πως ο φόβος είναι πια κομμάτι του εαυτού του, το άτομο παραπονιέται που δεν έγινε προσπάθεια για προσέγγιση απ' την άλλη μεριά. Είναι στοιχείο παθητικότητας το να περιμένεις να σου πούνε το "σ' αγαπώ" χωρίς να κάνεις εσύ την κίνηση, όμως πια το άτομο δεν έχει επιλογές.
Το παράπονο μετατρέπεται σε οργή και έρχεται η αντίδραση: δίνει συμβουλές στον εαυτό του και σε όποιον άλλον ακούει. Μιας κι έχει ζήσει τόσα σιωπηλά χρόνια παλεύοντας με τον εαυτό του, συμβουλεύει (σε β' ενικό πρόσωπο πάντα) πως ό,τι δε δίνεται απλόχερα πρέπει να το παίρνουμε με προσπάθεια, να το κλέβουμε.
κι αν θες να δεις τ’ αληθινά να καίνε
πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν’ ανέβεις.
Η φωτιά, που πριν είχε να κάνει με οργή και ανεκπλήρωτο πόθο, εδώ διαφοροποιείται: γίνεται αναφορά σε μια αληθινή φωτιά, μια φωτιά που μάλλον σημαίνει μια αμοιβαία αγάπη, ένα παρόν που χτίστηκε με θάρρος και προσπάθεια. Η φωτιά αυτή είναι η πραγματική ευτυχία, αυτή που έχει κερδιστεί μέσα από αγώνα.
Πρέπει να ανεβείς στο ύψος της φωτιάς σημαίνει πως για να κερδίσεις την ευτυχία οφείλεις να πολεμήσεις γι' αυτήν, να αγωνιστείς. Δε θα έρθει από μόνη της. Δε σου την χρωστά κανείς και δε θα έρθει απλά με σιωπή και υπομονή. Αυτά το άτομο τα ξέρει επειδή τα έζησε, έχοντας μείνει για χρόνια στην αναμονή.
Και σε λυπούνται που δεν το `χεις νιώσει
κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος
Ακόμα ένα κοινό μοτίβο: μιας και ο έρωτας είναι κάτι μοναδικό για τον καθένα, ο καθένας νομίζει πως ο άλλος δεν το έχει νιώσει. Είναι πραγματικά εξοργιστικό να βασανίζεται κάποιος από έρωτα και να έρχονται "δικά του" άτομα και να του λένε αφ' υψηλού πως δεν τον έχει νιώσει.
Ίσως όμως αντί για τον έρωτα να εννοείται η ευτυχία που αναφέρθηκε ακριβώς παραπάνω. Οι άλλοι λυπούνται το δυστυχισμένο άτομο που δεν έχει νιώσει (υποτίθεται) την ευτυχία, ενώ εκείνο ξέρει πως η ευτυχία ήταν μια πραγματικότητα στο παρελθόν, σε μια εποχή που ακόμα οι υπόλοιποι δεν είχαν προλάβει να τη νιώσουν.
και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση
πως η σιωπή σου ήταν χρόνια κρότος.
(Λυπάσαι) που κανείς δεν ήξερε για εσένα, όμως ενώ δε σε κατάλαβαν σε κρίνουν. Είναι ένα λυπηρό συναίσθημα όντως να σε κρίνουν χωρίς να σε καταλαβαίνουν και στον στίχο αυτόν γίνεται ολοφάνερο. Αν καταλάβαιναν, θα ήξεραν πως όσα έβλεπαν για χρόνια σαν σιωπή ήταν ένα θηρίο που ήθελε να βγει προς τα έξω και να βρυχηθεί, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Δεν κατάλαβαν τα υπονοούμενα, βλέπουν μόνο την επιφάνεια και κρίνουν βάσει αυτής.
Δικαίωμά μου να ποντάρω λίγα
Δικαίωμά μου να πηγαίνω πάσο
Ξεκινάει η κλιμάκωση του ποιήματος. Εδώ το πρόσωπο βρίσκεται σε θέση άμυνας απέναντι στους γύρω του, σ' εκείνους που το έκριναν και νιώθει την ανάγκη να δώσει εξηγήσεις, εμμένοντας όμως στις θέσεις του. Στην ερώτηση "γιατί δεν μίλησε και βυθίστηκε στη σιωπή;" απαντάει (στους άλλους αλλά και στον εαυτό του) πως το ίδιο ορίζει την τύχη του κάνοντας τις επιλογές του, ακόμα κι αν οδήγησαν σ' ένα παρόν λευκό κι ανεπιθύμητο. Ακόμα κι αν έκανε λίγες ή καθόλου προσπάθειες, δικός του λογαριασμός και νιώθει πως δεν έχουν δικαίωμα οι άλλοι να το κατακρίνουν.
κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα
εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω
Όπως αναφέρθηκε πριν, οι γύρω άνθρωποι πιστεύουν πως το πρωταγωνιστικό πρόσωπο του ποιήματος δε γνώρισε ποτέ τον έρωτα (και την ευτυχία που ακολουθεί). Ειρωνεία, διότι όχι μόνο τον γνώρισε αλλά ακόμα και μετά από χρόνια βασανίζεται απ' αυτόν, έχοντας περιέλθει σε μια κατάσταση στασιμότητας και συναισθηματικής τελμάτωσης.
Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω
μ’ αυτό τον τόνο του λευκού στο βλέμμα
Γίνεται (ή αναμένεται να γίνει κάποτε από κάποιον που ενδιαφέρεται) μια ερώτηση προς το πρόσωπο: Γιατί αλήθεια πάντα φεύγει μ' ένα βλέμμα λευκό, (φαινομενικά) αδιάφορο και κενό;
του λέω μια φράση σαν να υπεκφεύγω
με μια ελπίδα να `ναι σαν κι εμένα...
Η απάντηση είναι μια υπεκφυγή. Είναι η σιωπή μεταμφιεσμένη σε λέξη, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Μια κωδικοποιημένη προσπάθεια να εκφραστεί η ματαιότητα του παρόντος, ενώ υπάρχει η ελπίδα -ταυτισμένη πια με το άτομο- που ζει ακόμα μέσα του, που επιβιώνει ακόμα και μέσα στην κατάθλιψη και την απελπισία. Διότι η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία...
Τίποτα σημαντικό...
Ζω μονάχα εν λευκώ....
Τίποτα σημαντικό....
Ζω μονάχα εν λευκώ....
Τίποτα σημαντικό....
Ζω μονάχα εν λευκώ..

2 σχόλια:

  1. Αγαπημένο τραγούδι, το οποίο εκφράζει πολλούς ανθρώπους-ευτυχώς ή δυστυχώς-.. Χρειαζόταν μια τόσο εύστοχη και καλή ανάλυση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ! Αν υπάρχει κι άλλο που θέλεις, ζήτα το να το δουλέψω ;)

      Διαγραφή