Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Η ελληνική λογοτεχνία του σήμερα: Λένα Μαντά και Χρυσηίδα Δημουλίδου

   Η ελληνική λογοτεχνία του σήμερα απογοητεύει πολύ κόσμο, διότι έχει συνηθίσει σε άλλα πρότυπα. Πολλοί κατηγορούν τη Χρυσηίδα Δημουλίδου και τη Λένα Μαντά, τις δύο κατεξοχήν συγγραφείς ευπωλήτων, για το περιεχόμενο των βιβλίων τους. Τα χαρακτηρίζουν άρλεκιν, χαμηλής ποιότητας και με κάθε είδους αρνητικό χαρακτηρισμό. Έπειτα επιτίθενται στις ίδιες τις συγγραφείς προσωπικά με πρόφαση αυτό. Έχω περάσει κι ο ίδιος από αυτό το στάδιο αλλά έχω αναθεωρήσει, καθώς έκανα 2-3 σκέψεις για τις ανωτέρω συγγραφείς.
   Πρώτον, αρνούμαι να αφήνω τον φθόνο να καθορίζει τη σκέψη μου. Αν και δε μου αρέσει το είδος της λογοτεχνίας που αντιπροσωπεύουν, οφείλω να παραδεχτώ πως έχουν κατακτήσει ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού αναγνωστικού κοινού. Κι αυτό επειδή κατέκτησαν πρώτα τη γυναίκα αναγνώστρια, μια κίνηση ματ.
   Οι γυναίκες διαβάζουν πολύ περισσότερο από τους άντρες. Αυτή είναι μια μεγάλη αλήθεια. Οποιοσδήποτε ασχολείται με λογοτεχνία και εκπαίδευση μπορεί να δει ξεκάθαρα πως, από τα σχολικά κιόλας χρόνια, τα κοριτσάκια έχουν καλύτερη σχέση με το βιβλίο και την ανάγνωση. Αυτό συνεχίζεται και στη μετέπειτα ζωή: οι γυναίκες κατά κύριο λόγο διαβάζουν κι ενδιαφέρονται για λογοτεχνία, ψυχολογία, αυτοβελτίωση κτλ. Οπότε οι παραπάνω συγγραφείς ανακάλυψαν την κότα με τα χρυσά αυγά και πλούτισαν. Πού είναι το κακό;
   Δευτερον, ο πιο βασικός λόγος που πρέπει να παραδεχτούμε την επιτυχία τους είναι επειδή κέρδισαν τον δύσκολο αγώνα του Έλληνα λογοτέχνη με τον Έλληνα εκδότη. Κέρδισαν σε έναν βαθμό που ελάχιστοι λογοτέχνες έχουν καταφέρει. Πλέον σε κάθε βιτρίνα βιβλιοπωλείου βλέπει κανείς να φιγουράρουν καμία δεκαριά βιβλία τους. Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Ειδικά όταν κάποιος έχει περάσει από την ψυχοφθόρα διαδικασία της συγγραφής, της απόρριψης από εκδότες και της προσπάθειας ξανά απ' την αρχή οφείλει να καταλαβαίνει την αξία του best seller.
   Αν δούμε τις κοινωνικές προεκτάσεις του ζητήματος, τελικά η πλειοψηφία φθονεί αυτό που δεν μπορεί να φτάσει. Το λέω και το ξαναλέω: εφόσον δεν τα καταφέρνουμε, νιώθουμε την ανάγκη να ρίξουμε και τους άλλους στο βούρκο. Αυτοί είμαστε. Κάτι που πρέπει κάποτε να αλλάξει. Να αισθανθούμε την ανάγκη να απαγκιστρωθούμε από το εσωτερικό μας τέλμα, να γίνουμε καλύτεροι και να καλοτυχίζουμε όσους πέτυχαν προσπαθώντας να τους φτάσουμε. Όχι να τους φθονούμε και να γινόμαστε χειρότεροι λόγω αισθημάτων κατωτερότητας.
   Αυτό το λέω εγώ πρώτος, μολονότι το είδος των βιβλίων αυτών δε με συγκινεί. Το λέω αν και οι ίδιες οι συγγραφείς, ο τρόπος ζωής τους και όσα θέλουν να προβάλλουν με βρίσκουν πολλές φορές αντίθετο. Δεν έχει σημασία. Παραδέχομαι πως όσα έκαναν τα έκαναν με την αξία τους. Τουλάχιστον απ' όσο ξέρω δεν έκαναν κάτι περισσότερο ή λιγότερο από το να γράψουν βιβλία, να τα δώσουν σ' έναν εκδότη ελπίζοντας να εκδοθούν και να κάνουν καριέρα. Σε μια χώρα που το βύσμα, το μέσον και η αναξιοκρατία καλά κρατούν, τουλάχιστον το αναγνωστικό κοινό είναι ένας αρκετά αμερόληπτος και αντικειμενικός κριτής.
   Βέβαια δε μου αρέσει που η πλειοψηφία του αναγνωστικού κοινού στρέφεται προς το ρομαντικό, αισθηματικό μυθιστόρημα. Δε με γεμίζει. Θεωρώ πως τα περισσότερα από αυτά τα βιβλία είναι ένα αναμάσημα των παλαιοτέρων ή χρησιμοποιούν μια συγκεκριμένη μέθοδο, τις ίδιες μεταβλητές με ελάχιστες διαφοροποιήσεις. Αλλά ας είναι. Αφού πουλάνε, αξίζουν να είναι εκεί που είναι.
   Προσωπικά θα ήθελα το είδος της φαντασίας, επιστημονικής και μη, να ανέβει και να πουλάει στην Ελλάδα. Να μην κλείνουν πόρτες σε συγγραφείς επειδή η λογοτεχνία του φανταστικού δεν πουλάει. Συγγραφείς με ικανοποιητική εργογραφία όπως ο Μανώλης Σιμιτσάκης ή ο Φώτης Κατσιμπούρης να είναι στη θέση των Μαντά και Δημουλίδου. Για το τελευταίο δε χάνω τις ελπίδες μου, γιατί πιστεύω στο μέλλον της Ελλάδας και στη λογοτεχνία του φανταστικού. Όσο ο χρόνος κυλά, οι νέες γενιές (ένα μέρος τους τουλάχιστον) θα ξεφύγει από τη ρηχότητα και θα ψάξει το εναλλακτικό και το παράξενο.
   Τα παραπάνω ίσως είναι ευσεβείς πόθοι, επειδή ζω τη λογοτεχνία φαντασίας. Τη γράφω και τη διαβάζω. Βλέπω ότι σηκώνει μεγάλη έρευνα και πολλή τέχνη για να γραφτεί. Χρειάζεται το κατάλληλο μείγμα ιστορικών και γεωγραφικών γνώσεων, καθώς και τρόμου, μυστηρίου και μιας δόσης ρεαλισμού για να πετύχει. Επίσης χρειάζεται τη δημιουργία ενός νέου κόσμου, αρκετά αληθοφανούς κι ελκυστικού, ή τον επαναπροσδιορισμό του δικού μας, του ήδη υπάρχοντος κόσμου, υπό το πρίσμα της φαντασίας. Είναι μια συνταγή πολύ δυσκολότερη αλλά αρκετά πιο εντυπωσιακή από τη ρεαλιστική λογοτεχνία. Ακόμα και το ιστορικό μυθιστόρημα, το οποίο στην Ελλάδα βασίζεται κυρίως στην παράδοση κι έχει πολλά να πει (έχω εντυπωσιαστεί από το "Η Νύφη που Φορούσε Μαύρα" της Σόφης Θεοδωρίδου), είναι ίσως πιο εύκολο να γραφτεί, μιας και πατάει σε σταθερό έδαφος και βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία.
   Πάντως, όσο κι αν πιστεύω στην Ελλάδα του αύριο, η Ελλάδα του σήμερα, η Ελλάδα των κλειστών οριζόντων και του χαμηλού πνευματικού επιπέδου με απογοητεύει. Η προσκόλληση σε reality shows, όπως το Survivor και Power of Love, μου δίνει την εντύπωση πως το δύσκολο -διότι η ανάγνωση είναι μια δραστηριότητα ενεργητική και ίσως επίπονη- το αποφεύγει ο Έλληνας. Κατ' εμέ η λογοτεχνία, ακόμα και τα είδη που δε διαβάζω, είναι το αποκούμπι του Έλληνα και θα πρέπει να προτρέπουμε τους άλλους προς τα εκεί, ακόμα και σε συγγραφείς που δε μας εκφράζουν. Ας είναι ελαφριά λογοτεχνία. Ή τουλάχιστον, αν δε θέλουμε να δίνουμε συμβουλές και προτροπές, ας μην υποτιμούμε τους/τις συγγραφείς με ευτελείς χαρακτηρισμούς κι ας μην αφήνουμε τον φθόνο να κυριαρχεί στις σκέψεις μας. Υπάρχουν πολύ χειρότερα πρότυπα και η λογοτεχνία του σήμερα, όσο κι αν έχει απομακρυνθεί από τη γενιά του '30 και τους μεταπολεμικούς, έχει να προσφέρει. Και το κάνει.


   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου