Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018

Γιατί φανταζόμαστε έτσι τους εξωγήινους;

   Τις τελευταίες δεκαετίες στην παγκόσμια κουλτούρα υπάρχει ένα θέμα που έχει εμπνεύσει πολλούς συγγραφείς, καλλιτέχνες και παραγωγούς ταινιών: η ύπαρξη εξωγήινης ζωής. Αφού η ανθρωπότητα άρχισε να κοιτάζει ψηλά και να αναρωτιέται τι υπάρχει εκεί έξω, πολλές θεωρίες κι υποθέσεις έχουν διατρέξει τον πολυτάραχο νου των ανθρώπων σχετικά με τη μορφή και τη νοοτροπία των εξωγήινων μορφών ζωής.
   Μετά από πολλή σκέψη και συζήτηση, έχει εξαχθεί το εξής συμπέρασμα: οι εξωγήινοι που μας ενδιαφέρουν σ' αυτό το τεράστιο σύμπαν είναι όσοι έχουν τη νοημοσύνη και τις ικανότητες να έρθουν στη γη. Οπότε εγείρονται τα εξής ερωτήματα: εφόσον οι γήινοι δεν έχουν καταφέρει να βρουν εξωγήινη ζωή, πόσο πιο εξελιγμένοι μπορεί να είναι τυχόν εξωγήινοι που θα επισκεφτούν τον πλανήτη μας; Ποια είναι τα κίνητρά τους; Πώς μοιάζουν;
   Στο πρώτο ερώτημα η απάντηση είναι μάλλον εύκολη: για να έχει διασχίσει ένα εξωγήινο διαστημόπλοιο ηλιακά συστήματα και γαλαξίες και για να έχει εντοπίσει τον εύφορο και φιλόξενο πλανήτη μας, σίγουρα θα είναι αρκετά πιο προηγμένη φυλή από τη δική μας. Δεν αποκλείεται να έχουν καταφέρει να ελέγχουν τη βαρύτητα, να ταξιδεύουν με ταχύτητες κοντά σε αυτήν του φωτός και να διαθέτουν οπλικά συστήματα που εμείς ακόμα ούτε που φανταζόμαστε. Όλα αυτά πάντα με την προϋπόθεση πως υπάρχει τέτοιο είδος ζωής και πως έχουν γίνει επισκέψεις τέτοιου είδους στον πλανήτη μας.
   Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, τα κίνητρά τους ποικίλλουν, ανάλογα με την οπτική γωνία του ανθρώπου που φαντάζεται τους εξωγήινους. Υπάρχουν οι αθώοι, οι αισιόδοξοι και οι ονειροπόλοι που φαντάζονται όντα συναισθηματικά, τα οποία διαθέτουν ενσυναίσθηση, συμπόνοια και διάθεση επικοινωνίας και συνεργασίας. Σε άλλα μυαλά, πιο πρακτικά, μια φιλική προσέγγιση προϋποθέτει αμοιβαίο κέρδος, προφύλαξη από κάποιον κοινό εχθρό, μια ενδεχόμενη συμμαχία ή ικανοποίηση συμφερόντων. Όμως η κυρίαρχη άποψη (και κυρίαρχη παρουσίαση σε ταινίες και βιβλία) είναι πως οι εξωγήινοι έρχονται ως εισβολείς, με διάθεση να μας απαγάγουν, να μας μελετήσουν, να μας κατακτήσουν ή να μας ξεπαστρέψουν. Στα σενάρια επιστημονικής φαντασίας ποικίλλουν τα κίνητρα καθώς και η βιαιότητα και η αποφασιστικότητα των εξωγήινων φυλών που φιλοδοξούν να μας επιτεθούν. Υποθέτω πως αυτές οι απαισιόδοξες εικασίες προέρχονται από αισθήματα ενοχής που έχει ο άνθρωπος απέναντι σε άλλους οργανισμούς που έχει αδικήσει και φοβάται μια θεία δίκη.
   Πάμε τώρα στο τρίτο ερώτημα, που τόσο κινεί την περιέργεια: πώς φανταζόμαστε ότι μοιάζουν οι εξωγήινοι; Τρεις είναι οι κυρίαρχες απαντήσεις: Έντομα, χταπόδια, ανθρωποειδή. Γιατί συγκεκριμένα αυτές οι επιλογές;
   Όσον αφορά τα έντομα, είναι μια αρκετά παλιά υπόθεση. Η υπόθεση βασίζεται σίγουρα στην αλλόκοτη μορφή που έχουν τα έντομα, στους παράξενους τρόπους κίνησης κι αναπαραγωγής, καθώς επίσης και στις μορφές που δομούν τις κοινωνίες τους: θεωρείται δηλαδή ανώτερη νοημοσύνη η ιεραρχία στις κοινωνίες των μυρμηγκιών και των μελλισσών. Σίγουρα σ' αυτήν τη θεωρία προστίθεται η επιστημονική υπόθεση πως τα έντομα μένουν στο μικρό τους μέγεθος επειδή ο εξωσκελετός τους επιβαρύνεται από τη βαρύτητα, οπότε πολλοί υποθέτουν πως σε πλανήτες που η βαρύτητα είναι ευνοϊκή τα έντομα ίσως φτάνουν σε τεράστια μεγέθη. Η εξαιρετική τους αντοχή είναι ένας ακόμα παράγοντας που ενισχύει τη θεωρία: οι κατσαρίδες λέγεται πως είναι τα μοναδικά πλάσματα που μπορούν να αντέξουν ένα μαζικό πυρηνικό χτύπημα, ενώ υπάρχουν έντομα που μπορούν να επιβιώσουν χωρίς το κεφάλι τους. Συνεπώς, όλα αυτά τα στοιχεία για να μη θεωρηθούν τυχαία εντάσσονται στη θεωρία πως τα έντομα ανήκουν ή προέρχονται από έναν (ή και πολλούς) εξωγήινο πολιτισμό.
   Στο δεύτερο κομμάτι της θεωρίας, υπάρχει η επιστημονική υπόθεση πως ίσως τα χταπόδια να είναι εξωγήινα (https://www.youtube.com/watch?v=TDRB8lRrUTM, από το κανάλι του Weirdo). Λόγω της αλλόκοτης μορφής τους λοιπόν, του ιδιόμορφου γενετικού υλικού τους αλλά και διάφορων άλλων συνηθειών τους, τα χταπόδια δείχνουν να προέρχονται από αλλού. Τα χταπόδια αρέσκονται να εισέρχονται και να κοιμούνται σε θαλάμες, κάτι που ίσως σχετίζεται με μιας μορφής διαστημικές κάψουλες συντήρησης στο ταξίδι τους προς τη γη. Ίσως είναι παρανοϊκό, όμως αυτό το επιχείρημα εξάπτει τη φαντασία. Άρα, αφού υπάρχει η πιθανότητα να είναι εξωγήινα τα χταπόδια, μήπως υπάρχουν εξωγήινοι που μοιάζουν με χταπόδια κάπου εκεί έξω; Το κοινό μοτίβο με την παραπάνω θεωρία είναι ο μεγάλος αριθμός ποδιών, τα οποία ίσως δηλώνουν την ανώτερη νοημοσύνη.
   Το τελευταίο μέρος του άρθρου είναι αφιερωμένο στην πιο προσφιλή ίσως μορφή των εξωγήινων στην ανθρώπινη φαντασία: φυσικά εννοώ την ανθρώπινη. Οι εξωγήινοι παρουσιάζονται ως ανθρωποειδή στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Λογική υπόθεση, μιας και οι άνθρωποι είναι το πιο ανεπτυγμένο ον στον πλανήτη μας, είναι να υποτεθεί πως και σε άλλους πλανήτες κάπως έτσι μοιάζει η ζωή. Συνήθως παρουσιάζονται με διογκωμένο εγκέφαλο, που επίσης δηλώνει ανώτερη νοημοσύνη, υπερτεχνολογία και παραμορφωμένα χαρακτηριστικά, αιθέρια ή χλωμή μορφή, μαύρα και σκοτεινά μάτια και απάνθρωπη νοοτροπία και ηθική. Αυτά τα τελευταία στοιχεία σίγουρα δεν είναι τυχαία: υποδηλώνουν τον υποσυνείδητο φόβο του ανθρώπου για την ίδια του τη σκοτεινή πλευρά. Ο φόβος δηλαδή που νιώθουμε για τους ανθρωπόμορφους εξωγήινους πηγάζει απ' τον φόβο που νιώθουμε για τους ίδιους τους ανθρώπους και την ανάγκη τους να πειραματίζονται, να εξωθούν στα όρια τη φαντασία και να προκαλούν καταστροφή. 

Ποια μορφή έχουν οι εξωγήινοι

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018

Περί Πατριωτισμού


Παρατηρείται επανειλημμένως τον τελευταίο καιρό μία πόλωση γύρω από την λέξη “πατριώτης”. Λίγο το θέμα με την Μακεδονία, λίγο η (πανευρωπαϊκή αν όχι παγκόσμια) άνοδος της ακροδεξιάς και “πατριώτες” ξεπηδούν από παντού προσπαθώντας να πείσουν για την αγάπη τους για την (όποια) πατρίδα και την ανωτερότητα της (όποιας) πατρίδας απέναντι στις υπόλοιπες (ώ για δες σύμπτωση ...) πατρίδες.
Πρώτον έχω επανειλημμένως εκφράσει την δυσαρέσκειά μου με την πολιτικοποίηση του “πατριωτισμού”. Θεωρώ ιλαρή ακόμα και την σκέψη ότι ένας αριστερός δεν μπορεί να είναι πατριώτης. Ως εκ τούτου η εικόνα Ελλήνων να βρίζουν, να απειλούν και να βιαιοπραγούν απέναντι σε άλλους Έλληνες για το ποιος είναι πιο πολύ Έλληνας στα μάτια μου είναι αποκρουστική και φέρνει πιο πολύ σε εμφύλιο παρά αγάπη για την πατρίδα.
Ας ξεκινήσουμε το (σύντομο) ταξίδι μας με δύο – τρεις ορισμούς. Να αναφέρουμε απλά ότι οι ορισμοί είναι προσωπικοί και έχουν να κάνουν με το παρόν άρθρο, δεν θα ανοίξουμε λεξικά ούτε θα παραθέσουμε μακροσκελείς πηγές. Τι είναι Έλληνας ; Θα δεχτώ ολόψυχα την άποψη των αρχαίων Ελλήνων ότι “Έλληνας είναι αυτός που λαμβάνει ελληνική παιδεία”. Τι είναι ελληνική παιδεία λοιπόν; “Η γαλούχηση ενός ατόμου με ελληνικά ιδανικά, ελληνικό τρόπο ζωής και ελληνική σκέψη” φαντάζομαι ότι είναι αρκετά καλός ορισμός. Επειδή όμως δε μπορούμε να εκφράσουμε ιδανικά ούτε να έχουμε σκέψη χωρίς γλώσσα θα υποστηρίξω πως Έλληνας είναι αυτός που γνωρίζει την ελληνική γλώσσα διότι χωρίς αυτήν οποιαδήποτε προσπάθεια ελληνικής σκέψης και έκφραση ελληνικών ιδανικών είναι αδύνατη.
Ας μιλήσουμε για “αγάπη για την πατρίδα” λοιπόν. Μπήκα σε πειρασμό να ορίσω και τον όρο “αγάπη” αλλά παραήταν δύσκολο. Η αγάπη είναι όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας στο κούφιο του το κεφάλι. Οι “πατριώτες” αγαπούν την πατρίδα τους, τί ακριβώς όμως είναι αυτό που αγαπούν; Παρατηρώ πως η πλειονότητα αυτών έχει αναγάγει την αγάπη προς την πατρίδα σε θρησκευτική λατρεία και εδώ έγκειται το πρόβλημα. Η θρησκεία μιλάει για ιδανικά, άφταστα, τέλεια. Εάν εξιδανικεύσουμε την “πατρίδα” και την κάθε πατρίδα και την έχουμε στο μυαλό μας ως τέλεια, τότε ασφαλώς μπορούμε να την λατρέψουμε με θρησκευτική ευλάβεια· ωστόσο θα έχουμε κάνει ένα φριχτό πραγματικό μα και ιστορικό σφάλμα, και στην χώρα (“πατρίδα”) που γέννησε την ιστορία το να την ξεχάσουμε θα ήταν τρομερά ειρωνικό, δε νομίζετε; Αυτό είναι και το βασικό κατά την ταπεινή μου άποψη πρόβλημα του “πατριωτισμού”. Θα βγει ο Γερμανός “πατριώτης” να σου πει πόσο σπουδαία είναι η χώρα του αγνοώντας ή δικαιολογώντας τα εγκλήματα που αυτή έχει διαπράξει στο παρελθόν, θα απαντήσει ο Έλλην “πατριώτης” στηλιτεύοντας αυτά ακριβώς τα εγκλήματα και προωθώντας την άποψη ότι η δική του πατρίδα δεν έχει διαπράξει ανάλογα, θα πεταχτεί ο Γάλλος “πατριώτης” κάνοντας κάτι αντίστοιχο και οδηγούμαστε σε αδιέξοδο διότι όλοι ξεχνούν (;), αγνοούν (;), δικαιολογούν (;) οτιδήποτε στραβό υπάρχει στην δική τους ιστορία, μα δεν είναι έτσι.
Η κάθε χώρα, το κάθε έθνος και η κάθε πατρίδα έχει χρυσές μα και μαύρες σελίδες στην ιστορία της. Το να παριστάνουμε ότι υπάρχουν μόνο χρυσές και λαμπρές σελίδες μπορεί να είναι βολικό αλλά ψευδές και καταλήγει στο να μην αγαπάμε την πραγματική μας πατρίδα αλλά ένα α λά καρτ ιδανικό πατρίδας που οι ίδιοι φτιάξαμε στο κεφάλι μας και που (προφανώς αλλά δυστυχώς) διαφέρει από κεφάλι σε κεφάλι οδηγώντας έτσι στο να αγαπάει ο καθένας μια λίγο διαφορετική, ατομική πατρίδα. Όπως αγαπάμε τους φίλους, τους γονείς και τα παιδιά μας έτσι πρέπει να αγαπάμε και την πατρίδα μας. Ρεαλιστικά, με τα καλά και στραβά της. Προσπαθώντας να επαναλάβουμε ή και να κάνουμε την υπέρβαση στα πρώτα μα γνωρίζοντας και προσπαθώντας να αποφύγουμε τα δεύτερα.
Παρακολουθούσα τις προάλλες ένα βίντεο στο διαδίκτυο όπου σε ένα βρετανικό τηλεπαιχνίδι ο διαγωνιζόμενος έχασε γιατί απάντησε ότι ο Μ. Αλέξανδρος ήταν Έλληνας αντί για Μακεδόνας. Το εν λόγω βίντεο το “ανέβασε” ένας Έλληνας (αυτοαποκαλούμενος) πατριώτης βάλλοντας κατά των κακών Ευρωπαίων. Κι ενώ παρακολουθούσα με ενδιαφέρον ξαφνικά βλέπω ο εν λόγω “πατριώτης” να γράφει ένα “είσουν” κι απλά διακόπτω το βίντεο. Αυτό το “είσουν” είναι όλος ο λόγος που οι κακοί ξένοι έχουν πάτημα να προσβάλλουν την πατρίδα σου. Αυτό το “είσουν” και το ότι αγνοείς την ίδια σου την ιστορία “απόγονε του Ηροδότου”  καταργεί οποιαδήποτε έννοια αγάπης, πατριωτισμού και αν το πάμε ένα βήμα πιο πέρα, ελληνικότητας. Γιατί πόσο Έλληνας μπορεί να είσαι όταν δεν μπορείς να γράψεις βασικές λέξεις στην γλώσσα σου; Πόσο ελληνικά μπορείς να σκεφτείς όταν δεν καταλαβαίνεις την ίδια σου  την γλώσσα; Ας μην μιλήσουμε για ετυμολογίες και αντιδάνεια. Παρατηρήστε ότι το επίπεδο μόρφωσης του μέσου “πατριώτη” βρίσκεται κάτω του μέσου επιπέδου μόρφωσης του μέσου πολίτη. Αν ανήκετε στον “πατριωτικό” χώρο κάντε μία αυτοκριτική. Είναι ντροπή να υπερασπίζεσαι την ελληνικότητα της Μακεδονίας και να γράφεις “Η Μακεδονία είταν ελληνική”. Είναι ντροπή να μιλάς για την ελληνική ιστορία και να μην έχεις διαβάσει ποτέ όχι Ηρόδοτο, Θουκυδίδη και Ξενοφώντα (που θα έπρεπε), αλλά ούτε ένα βιβλίο ιστορίας στη ζωή σου. Στον αντίποδα ενδυναμώνει τρομερά την όποια σου θέση το να έχεις διαβάσει, όχι μία αλλά τριάντα μία πηγές, να έχεις εντρυφήσει όχι μόνο στα καλά αλλά και στα άσχημα της ιστορίας σου κι όταν ο ημιμαθής ξένος σου προβάλλει ένα επιχείρημα να το αντικρούς στα ίσια με στοιχεία και πηγές. Και κάτι τελευταίο, το χαμηλό επίπεδο μόρφωσης και ο φανατισμός συνδέονται. Ο φανατισμένος, ανορθόγραφος “πατριώτης” είναι γραφικός και κανείς δεν θα τον πάρει ποτέ στα σοβαρά. Ο ίδιος με την υπόστασή του έχει ήδη υποβαθμίσει τόσο τα επιχειρήματά του όσο και το καθαυτό πράγμα που αγαπάει.
Εν κατακλείδι είναι υπέροχο να αγαπάς την πατρίδα σου. Υπέροχο και απαραίτητο για να πάει αυτή μπροστά. Όμως η φανατική εξιδανίκευση αυτής καταλήγει στο αντίθετο αποτέλεσμα. Αυτός είναι και ο λόγος που παραπάνω η λέξη πατριώτης ήταν σε εισαγωγικά. Ο φανατικός, σχεδόν φασίστας, δεν είναι πατριώτης, ζημιώνει με τη στάση του την πατρίδα του, η ημιμάθειά του γίνεται κερκόπορτα χειραγώγησης από οποιονδήποτε δόλιο και η γραφικότητά του αποδυναμώνει οποιαδήποτε θέση του. Ας σκεφτούμε λίγο τους ένδοξους προγόνους μας. Τι στάση θα είχαν αυτοί άραγε απέναντι σε έναν άνθρωπο αμόρφωτο, φανατισμένο και τυφλωμένο από μίσος; Θα τον θεωρούσαν ισάξιό τους; Θα χαιρόντουσαν ή θα ντρέπονταν που είναι απόγονός τους;

Ο Σκεπτικός

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

Το ποίημα "Σειρήνες" και πώς εξελίχτηκε

   Πολύ ενδιαφέρον απέκτησε μέσα μου ένα ποίημα που έχω γράψει εδώ και πολλά χρόνια. Ονομάζεται "Σειρήνες" και το έγραψα σε μια περίοδο έντονης εσωτερικής πάλης. Έχει εντός του, όπως και πολλά άλλα έργα μου, μυθολογικά στοιχεία και αυτό με έκανε να το προσέξω ιδιαίτερα. Η αρχική του μορφή είναι η εξής:


Ιωσηφίδης Ευάγγελος
Σειρήνες

Στο άπειρο περίλυπος κοιτάς
αγόγγυστα ζητώντας την αγάπη.
Βλαστήμα την που είναι αυταπάτη
Κι αιώνια σε κάνει να πονάς.

Ζηλεύεις χαλαρούς περαστικούς
που ήμερη φυλάνε την καρδιά τους:
αναίσθητοι κοιτάνε τη δουλειά τους
και άσχετους ζητάνε συνειρμούς.

Φωνές και αναμνήσεις δε ζητάς
τις κρύες νύχτες να σε κυνηγούνε
μα αυτές σαν Ερινύες σε ζητούνε
απρόσκλητοι επισκέπτες της βραδιάς.

Μα όταν πια περάσουν οι Σειρήνες
και πίσω σου γυρίσεις για να δεις
δεμένος να ακούς θα προτιμούσες
ή ανίδεος να κωπηλατείς;

   Στην πορεία γνώρισα έναν εκπληκτικό μουσικό και τραγουδιστή, τον Κώστα Μυλώση. Τον ήξερα μέσα απ' το συγκρότημα "Δυτικές Συνοικίες", που είχε κάνει πάταγο τη δεκαετία του 2000 και ακόμα και τώρα, χρόνια μετά τη διάλυσή του, ακούγονται παντού τα γνωστότερα τραγούδια τους. Χάρη σε συγκυρίες είχα την τύχη να τον γνωρίσω από κοντά. Πήρα το θάρρος να του δώσω κάποια ποιήματά μου. Του άρεσε πολύ ένα, με τίτλο "Ανθρώπου Δίμορφη Ψυχή" και, επί τη ευκαιρία, του ζήτησα να κοιτάξει τις "Σειρήνες". 
   Μήνες μετά μου αποκάλυψε πως έβγαλε τον βασικό ρυθμό και για τα δύο ποιήματα που προορίζονταν να γίνουν τραγούδια. Ενθουσιάστηκα, διότι αρχικά είχα φοβηθεί πως οι "Σειρήνες" δεν του άρεσαν. Έκανα λάθος. Μάλιστα πάλι οι συγκυρίες το έφεραν να βρεθεί πρώτο σε διαδικασία μελοποίησης, πριν από το άλλο ποίημα. 
   Φυσικά η μελοποίηση φέρνει και κάποια προβλήματα. Ό,τι διαβάζεται δεν είναι απαραίτητα το ίδιο εύκολο και κατά την απαγγελία ή το τραγούδι. Αυτό μου επισήμανε ο Κώστας και συζητήσαμε αρκετά για να αλλάξουμε λέξεις που ήταν δύσκολες στην προφορά ή δεν ταίριαζαν για άλλους λόγους με το στυλ του. Βασικά το δυσκολότερο μέρος ήταν η λέξη "αγόγγυστα", η οποία καλό θα ήταν να αλλαχτεί με μία απλούστερη. Μετά από πολλές προτάσεις, καταλήξαμε μαζί στο "με θλίψη" αντ' αυτού. Για να τον διευκολύνω, του πρότεινα επίσης να αλλάξουμε στην τρίτη στροφή τις καταλήξεις: από "κυνηγούνε" και "ζητούνε" τις μετατρέψαμε σε "κυνηγάνε" και "ζητάνε", ώστε να ρέει καλύτερα ο στίχος. Ένα άλλο θέμα ήταν το ρεφρέν. Στην τελευταία επανάληψη πρότεινα να υπάρχει αντί του "να ακούς" το "στο κατάρτι" αλλά η ιδέα τελικά εγκαταλείφθηκε.
   Με αυτές τις αλλαγές λοιπόν ήμασταν έτοιμοι να προχωρήσουμε στη μελοποίηση. Τα φωνητικά είχαν ήδη γίνει και τα μουσικά όργανα είχαν ήδη προστεθεί, όταν το αναπάντεχο συνέβη: ο πρωθυπουργός, με αφορμή το τέλος της μνημονιακής εποχής, έβγαλε εξαγγελία απ' την Ιθάκη, προσδίδοντας συμβολισμό στο όλο θέμα και αναμοχλεύοντας ό,τι ήταν σχετικό με την Ιθάκη, την Οδύσσεια και το μυθικό ταξίδι του Οδυσσέα. Ο Κώστας με πήρε τηλέφωνο στις 22/8/2018 και μου πρότεινε -με δισταγμό στην αρχή- την ιδέα να αλλάξουμε τη λέξη "αγάπη" σε "Ιθάκη". Όπως μου είπε, αυτό δίνει έναν τόνο πιο ουδέτερο στο ποίημα, έτσι ώστε ο καθένας που το ακούει να είναι ελεύθερος να ταυτιστεί με τη δική του Ιθάκη, χωρίς να παρεμβάλλεται απαραίτητα το ερωτικό στοιχείο. 
   Η ιδέα με βρήκε απροετοίμαστο. Όχι επειδή δε μου άρεσε, κάθε άλλο. Μου άρεσε πολύ και αναρωτήθηκα πώς και δεν είχα σκεφτεί εγώ αυτή την ιδέα. Ταίριαζε γάντι: έδινε στο ποίημα ακόμα περισσότερο συμβολισμό, την έφερνε πολύ πιο κοντά στην Οδύσσεια απ' ό,τι είχα ποτέ φανταστεί. Φυσικά και δέχτηκα και ήμασταν έτοιμοι να προχωρήσουμε μ' αυτή την αλλαγή, ξέροντας πως όλο το νόημα του ποιήματος άλλαξε μέσα από μία λέξη.
   Αργότερα ο Κώστας συνειδητοποίησε πως, εφόσον η αγάπη γίνει Ιθάκη, είναι επικίνδυνο παρακάτω να ζητάμε από κάποιον να τη βλαστημήσει. Ξαφνικά η προστακτική εκείνη έγινε προβληματική, σχεδόν προσβλητική. Για να προλάβει καταστάσεις, με ρώτησε -πάλι με δισταγμό- μήπως γίνεται να προβώ σε κάποια αλλαγή. Δεν άργησα να βρω τη λύση: το "Βλαστήμα την" έγινε "Φοβάσαι μήπως", μια λύση που ικανοποίησε και τους δυο μας. Αργότερα έγινε "Αναρωτιέσαι αν" κι έτσι μπήκε πιο βαθιά στην ψυχολογία του ταξιδιώτη, ο οποίος φοβάται μήπως το όνειρό του, ο στόχος του είναι μια αυταπάτη. Ο στίχος ταίριαζε και κρατήσαμε την ιδέα ως έχει. 
   Οπότε, η νέα μορφή του ποιήματος είναι η εξής:

Ιωσηφίδης Ευάγγελος

Οι Σειρήνες

Στο άπειρο περίλυπος κοιτάς
με θλίψη αποζητώντας την Ιθάκη.
Αναρωτιέσαι αν είναι αυταπάτη
Κι αιώνια σε κάνει να πονάς.

Ζηλεύεις χαλαρούς περαστικούς
που ήμερη φυλάνε την καρδιά τους:
αναίσθητοι κοιτάνε τη δουλειά τους
και άσχετους ζητάνε συνειρμούς.

Φωνές και αναμνήσεις δε ζητάς
τις κρύες νύχτες να σε κυνηγάνε
μα αυτές σαν Ερινύες σε ζητάνε
απρόσκλητοι επισκέπτες της βραδιάς.

Μα όταν πια περάσουν οι Σειρήνες
και πίσω σου γυρίσεις για να δεις
δεμένος να ακούς θα προτιμούσες
ή ανίδεος να κωπηλατείς;

Στο τραγούδι μπορείτε να μεταφερθείτε από τον παρακάτω σύνδεσμο:

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

Έπεα πτερόεντα;

   Έπεα πτερόεντα. Φτερωτά λόγια δηλαδή. Μια έκφραση, αρχικά ειπωμένη από τον Όμηρο (Ιλιάδα Α, 201), με δύο σημασίες: η κυρίαρχη είναι ότι τα λόγια πετούν και χάνονται γρήγορα, δεν έχουν υπόσταση. Η δεύτερη είναι ότι τα νέα εξαπλώνονται γρήγορα από στόμα σε στόμα.
   Οπότε τα λόγια πετούν και τα γραπτά μένουν. Verba volant, scripta manent λατινιστί. Στο δεύτερο μέρος θα συμφωνήσω. Οτιδήποτε έχει καταγραφεί αποκτά υπόσταση κι έχει νομική σημασία. Επίσης παραμένει άθικτο (ή σχεδόν άθικτο, ανάλογα με το υλικό πάνω στο οποίο γράφτηκε) με το πέρασμα των χρόνων, έτοιμο για να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί από τους επόμενους. Εν αντιθέσει, οτιδήποτε έχει λεχθεί αλλά όχι καταγραφεί δεν μπορεί να αποδειχθεί, παρά μόνο με μαρτυρίες. Αυτά όσον αφορά τον νόμο. Τι συμβαίνει όμως με την ανθρώπινη ψυχή;
   Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που άνθρωποι ζούνε για πολλά χρόνια έχοντας αφήσει να κουδουνίζουν στ' αυτιά τους τα λόγια των ανθρώπων που τους μεγάλωσαν. Αν ήταν καλά λόγια, τότε αποκτούν μια μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, η οποία τους συντροφεύει αργότερα και γίνεται το επίκεντρο της κοσμοθεωρίας τους. Αν ήταν πάλι άσχημα λόγια, τότε τα λόγια που ειπώθηκαν τους κρατάνε δέσμιους σε μια θλίψη, σε μια μιζέρια και έλλειψη βελτίωσης, διότι πίστεψαν και φύλαξαν μέσα τους το νόημα των λόγων.
   Και στις δύο περιπτώσεις, τα πτερόεντα έπεα συνέχισαν να φτερουγίζουν μέσα σ' ένα ανθρώπινο μυαλό: αόρατα, ανύπαρκτα για όλους τους άλλους αλλά πραγματικά για τον ίδιο τον ακροατή. Αν πραγματικά ήταν ορατά τα λόγια που ειπώθηκαν και πλήγωσαν, τότε θα ήταν πολύ πιο εύκολο να προσεγγίσουμε τους άλλους και να τους αλλάξουμε προς το καλύτερο, αλλά και να είμαστε έτοιμοι να αλλάξουμε κι εμείς οι ίδιοι. Θα ήταν πολύ πιο εύκολο να καταλάβουμε τους άλλους και να εξηγήσουμε τις συμπεριφορές τους. Δεν είναι όμως. Και τα λόγια μένουν τελικά, δεν είναι παρατηρήσιμα και ανιχνεύσιμα όμως, κι αυτό τα κάνει πολύ πιο επικίνδυνα. Σε πολλές ταινίες υπάρχει μια αποκάλυψη στο τέλος, όπου, μαθαίνοντας το παρελθόν ενός χαρακτήρα, γνωρίζουμε τα λόγια που τον σημάδεψαν. Προσφιλής τεχνική και απόλυτα ρεαλιστική.
  Δεν είναι βέβαια σημαντικά μόνο τα λόγια που άκουσε κάποιος. Ας υποθέσουμε πως κάποιος είπε πολύ βαριά λόγια σε κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο για κάποιο ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα. Πώς μπορεί να τα ξεχάσει ποτέ; Δεν έχουν καταγραφεί, ίσως ακόμα και ο παραλήπτης αυτών των λόγων να τα έχει ξεχάσει. Αυτός όμως που τα ξεστόμισε δεν μπορεί να τα ξεχάσει εύκολα. Υπάρχουν περιπτώσεις που κάποιον τον ακολουθούν τα λόγια του μέχρι το τέλος της ζωής του ή μέχρι τρέλας. Διότι ακόμα κι αν έχεις δεχτεί σκληρά λόγια, μπορείς να ησυχάσεις. Όταν τα έχεις πει όμως όχι.

 
Φτερωτά λόγια, τα λόγια πετούν, τα γραπτά μένουν

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

Το σεξ στη λογοτεχνία

   Το σεξ στη λογοτεχνία είναι μια καυτή πατάτα. Ένα θέμα πάντα μέσα στο προσκήνιο, πάντα άξιο να σηκώσει μεγάλες συζητήσεις, διαφωνίες, επιχειρήματα κι αντεπιχειρήματα. Πρέπει να υπάρχει; Πρέπει να αποφεύγεται; Πρέπει να υπονοείται ή ο/η συγγραφέας να εισέρχεται σε γαργαλιστικές λεπτομέρειες; Τι αξία δίνει ή παίρνει απ' το ίδιο το έργο;
   Οι ίδιοι/ες οι συγγραφείς μπορούν να χωριστούν σε κατηγορίες ανάλογα με το πόσο το προβάλλουν ή το κρύβουν, πόσο το φοβούνται ή το λαχταρούν στα βιβλία τους. Φυσικά σε κάθε είδος που μπορεί να υπάρχει (διότι εννοείται πως στην παιδική λογοτεχνία δεν τίθεται καν ζήτημα) μάλλον θα γίνει το επίκεντρο. Στην ενήλικη λογοτεχνία μπορεί να μπει ένας κάθετος διαχωρισμός: το σεξ στην "αντρική" και στη "γυναικεία" λογοτεχνία (σε εισαγωγικά διότι όλα αυτά είναι αμφισβητήσιμα).
   Την πρώτη κατηγορία την έχω ζήσει σχετικά νωρίς: όταν ξεκοκάλιζα στα 15-16 μου τα western του Λουις Λ'Αμούρ, το σεξ έκανε πάντα την τιμητική του εμφάνιση. Μετά την πρώτη γνωριμία με τον πρωταγωνιστή, τον καουμπόυ, σερίφη ή παράνομο, αυτό που περίμενα ήταν η γλυκιά παρουσία που θα τον γοήτευε (συνήθως αρκετά πιο νεαρή απ' τον πρωταγωνιστή ή αρκετά μεγαλύτερη, αν εκείνος είναι νεαρός). Πώς θα ήταν, πώς θα την φανταζόμουν εγώ, τι ατάκες θα έλεγε και πόσο θα μπορούσε να ταυτιστεί με τη γυναίκα όπως τη ζει ένας 16χρονος στην καθημερινότητά του. Πάντα υπήρχαν περιγραφές της σεξουαλικής πράξης. Σ' αυτές δινόταν τόση βαρύτητα και λεπτομέρεια όση και στις σκηνές δράσης: στην ίδια την πράξη μέσα από τα μάτια του πρωταγωνιστή. Ανάλογα με τα πρόσωπα κάποια πράγματα διέφεραν, όμως τα περισσότερα στοιχεία ήταν κοινά: η οπτικοποίηση του πράγματος, η γλαφυρή περιγραφή του γυναικείου σώματος και των ενεργειών της πάνω στην πράξη κτλ. Εν κατακλείδι, μπορώ να πω πως στη λογοτεχνία που απευθύνεται σε άντρες το σεξ είναι το απαραίτητο διάλειμμα απ' τη δράση: όπως ακριβώς στις αθλητικές μεταδόσεις ο σκηνοθέτης δείχνει πλάνα εντυπωσιακών καλλονών στις κερκίδες στα διαλείμματα, έτσι και σ' αυτό το είδος λογοτεχνίας.
   Στη δεύτερη κατηγορία, η οποία έχει φυσικά πολύ μεγαλύτερη απήχηση, μπορούν να γραφτούν πολλά. Η λεγόμενη γυναικεία λογοτεχνία πολλές φορές έχει το σεξ -ή την αναμονή της πράξης- στο προσκήνιο, πάνω ίσως κι απ' την πλοκή. Είναι το βαρόμετρο ενός βιβλίου. Πόσο θα τραβήξει το ενδιαφέρον και την αγωνία της αναγνώστριας (ή του αναγνώστη); Πόσο εκείνη θα επιθυμεί να προχωρήσει για να μάθει κι άλλα; Πόσο θα εξελιχθούν τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα και η πλοκή μέσα από την πράξη; Αυτό επαφίεται στον (ή συνηθέστερα στην) συγγραφέα και θέλει φυσικά ταλέντο. Το σεξ εξάπτει τις αισθήσεις και μπορεί να κάνει αναγνώστες να ταυτιστούν με τα πρόσωπα αν οι περιγραφές είναι ρεαλιστικές και όχι εξιδανικευμένες.
   Η οπτικοποίηση εδώ διαφέρει. Στην εικόνα της γυναίκας-πρωταγωνίστριας οι μεταβλητές λίγο πολύ είναι οι ίδιες: πνευματικά εξαιρετικά θετική εικόνα (μια γυναίκα φιλόδοξη, γεμάτη όνειρα και συχνά θύμα του παρελθόντος) σε συνδυασμό με σωματικές ατέλειες ή ανασφάλεια σε σχέση με το σώμα της, προκειμένου να ταυτιστεί η αναγνώστρια όσο περισσότερο γίνεται. Θέλει δουλειά και ταλέντο να γίνει η πρωταγωνίστρια ενδιαφέρουσα. Απ' την άλλη, ο άντρας (το ερώμενο-επιθυμητό πρόσωπο) δείχνει πάντα άψογος, μυστηριώδης κι ενδιαφέρων (επιτυχημένος επαγγελματίας, πλούσιος, δημοφιλής), ώστε να δυναμώνει την προσμονή της επικείμενης συνένωσης, σωματικής και συναισθηματικής. Στην ερωτική πράξη δίνεται δέουσα σημασία στο στήσιμο και στη συμπεριφορά του εραστή, στις ατάκες και στις κινήσεις του πριν και μετά, στο πόση σημασία έδωσε στην πρωταγωνίστρια, στο πάθος και την επιθυμία του κτλ.
   Εδώ υπάρχει ένα μοτίβο. Αν και στις δύο περιπτώσεις το πράγμα είναι φαινομενικά εντελώς αντίθετο, η σκηνή του σεξ στοχεύει σε κάτι πολύ συγκεκριμένο: στο άλλο πρόσωπο. Ο αναγνώστης έχει την ανάγκη να νιώσει με όλες του τις αισθήσεις την ερωμένη του πρωταγωνιστή (με τον οποίο πιθανότατα έχει ήδη ταυτιστεί) και η αναγνώστρια θέλει το ίδιο απ' τον εραστή της πρωταγωνίστριας. Στην ερωτική πράξη ο πρωταγωνιστής/πρωταγωνίστρια έχει μάλλον δευτερεύοντα ρόλο οπτικά, αν και συναισθηματικά φυσικά είναι στο προσκήνιο.
   Ανάμεσα στα δύο είδη λογοτεχνίας, το σεξ παίζει πιστεύω πολύ σημαντικότερο ρόλο στη "γυναικεία" λογοτεχνία. Ο άντρας δεν έχει ανάγκη να διαβάσει ένα βιβλίο για να έρθει σε επαφή με το αντικείμενο: οι οπτικοακουστικές μεταδόσεις μια χαρά του κάνουν και στην εποχή μας υπάρχει πληθώρα αυτών στο διαδίκτυο. Η γυναίκα όμως, που σπανίως ικανοποιείται από φτηνά κόλπα, ζητάει τη λεπτομέρεια της ανάγνωσης. Το σεξ από μόνο του δε σημαίνει κάτι. Το πράγμα πρέπει να ζεσταθεί, οι ρόλοι οφείλουν να είναι δοσμένοι με κάθε σκηνική φιοριτούρα, οι ιστορίες πρέπει να ξεκινούν από μακριά και να τέμνονται στην πορεία. Ας βρίσκεται η ίδια η πράξη στη σελίδα 200: εφόσον το πράγμα χτίζεται σταδιακά και όμορφα, η συγγραφέας έχει πετύχει τον σκοπό της και η ικανοποίηση της αναγνώστριας είναι η ανταμοιβή.
   Το ίδιο βέβαια μπορεί να ισχύει (μέχρι ενός σημείου) και στην "αντρική" λογοτεχνία αλλά η διαφορά είναι έντονη. Εκεί ο συγγραφέας δεν "το κουράζει" το θέμα: δε δίνονται τόσες λεπτομέρειες, δεν υπάρχει τόση επιμονή ανάμεσα στη σχέση των πρωταγωνιστών και η αγωνία για την επερχόμενη πράξη είναι μικρότερη. Βασικά σπάνια υπάρχει αγωνία: είναι σχεδόν δεδομένη η επιτυχία του πρωταγωνιστή κι αυτό δεν έρχεται ως το αποκορύφωμα του έργου αλλά μάλλον σαν εναλλακτική ικανοποίηση, δευτερεύουσα σε σχέση με την πλοκή. Διαφορετική είναι η γραμμή στα φιλμ νουάρ (film noir), όπου η φαμ φατάλ (femme fatale) είναι μια δαιμόνια γυναίκα που παίζει τον πρωταγωνιστή στα δάχτυλα, τον χειραγωγεί και τελικά είτε εκείνος λυτρώνεται κατακτώντας την (ή απωθώντας την αποφασιστικά, ικανοποιώντας τον αντρικό εγωισμό) είτε στο τέλος φαίνεται η κυριαρχία του θηλυκού προς το αρσενικό καθώς εκείνος δεν μπορεί να την κερδίσει. Το τελευταίο παράδειγμα είναι θέμα οπτικών μέσων μάλλον κι όχι τόσο λογοτεχνίας, όμως αυτό το μοτίβο έχει επηρεάσει (και συνεχίζει να επηρεάζει) πολλούς συγγραφείς.
   Όπως και να 'χει, το σεξ στη λογοτεχνία είναι ακανθώδες ζήτημα. Ας μου επιτραπεί κλείνοντας μια παρομοίωση: είναι σαν ένα μπαχαρικό στη συνταγή, που θέλει τέχνη στην ποσότητα και στην ποικιλία: το λίγο αφήνει το φαγητό άνοστο, το πολύ χαλάει τη γεύση.

Σεξ στη λογοτεχνία, στα βιβλία και στις ταινίες

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018

Εν Λευκώ

Η φράση "εν λευκώ", που είναι εμπρόθετος προσδιορισμός του τρόπου -το "λευκώ" είναι τύπος σε δοτική- σημαίνει "ελεύθερα, ανεπιφύλακτα, χωρίς περιορισμούς". Σαν να δίνω σε κάποιον ένα χαρτί με οδηγίες/περιορισμούς/διαταγές και να είναι λευκό. Κάνε ό,τι θες, σε τελική ανάλυση. Στο παρόν άρθρο δε θα σταθώ απλώς στη φράση αλλά θα επιχειρήσω να εξηγήσω τους στίχους του τραγουδιού "Εν λευκώ" που ερμηνεύει η Νατάσσα Μποφίλιου, σε στίχους του Γεράσιμου Ευαγγελάτου.

Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
Γιατί τα βράδια κρύβεστε στο γκρίζο;
Η ζωή περιγράφεται ως λευκή. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι είναι κενή, όπως το παρόν που θα περιγραφεί παρακάτω, ή αγνή, χωρίς εμπειρίες και πληγές. Αν και έχει αμφίσημο νόημα, ο δεύτερος στίχος υπονοεί πως το λευκό είναι το καλό, που τα βράδια γίνεται γκρίζο και το άτομο το αποζητάει. Είναι αλήθεια πως τις νυχτερινές ώρες γίνονται οι πιο απαισιόδοξες σκέψεις, μιας και ο άνθρωπος δεν είναι νυκτόβιο ον. Οι στίχοι δείχνουν πως κάθε ιδέα αισιοδοξίας και αγνότητας τα βράδια χάνονται κι έρχεται ο αρνητισμός στη θέση τους.
Βλέπω στο άσπρο σας την προβολή μου
και το μετά απ’ το μετά γνωρίζω
Οι δύο αυτοί στίχοι εισάγουν το στοιχείο της αστρικής (ή ονειρικής) προβολής, έναν όρο του μεταφυσικού. Θεωρητικά το πνεύμα μας μπορεί να φύγει απ' το σώμα μας όσο κοιμόμαστε και να επισκεφτεί άλλα μέρη, να γνωρίσει καταστάσεις, ακόμα και το μέλλον. Λέγεται πως η ασυνείδητη αυτή διαδικασία μπορεί να γίνει ενσυνείδητη με εξάσκηση. Στους στίχους αυτούς η αστρική προβολή είναι πραγματική κι ενσυνείδητη μόνο μέσα στο λευκό και μόνο έτσι μπορεί να γίνει γνωστό το μετά και το μετά απ' το μετά, δηλαδή το μέλλον, η μοίρα, το ριζικό. Δύο διαφορετικές ερμηνείες μπορούν να δοθούν, ανάλογα με το αν η διαδικασία γίνεται την ημέρα ή τη νύχτα:
1. Όσο είναι ημέρα, η τύχη (ή η μοίρα) και η ζωή είναι ορατές και το μέλλον προμηνύεται καλό.
2.Αν και τη νύχτα είναι χαμένες (η τύχη και η ζωή), είναι ορατές από μακριά μέσα στο γκρίζο και το πρόσωπο επιθυμεί να ξαναέρθουν πίσω για να φέρουν τη γνώση και την ευτυχία.
Αν είχα θάρρος για να πω το "έλα"
τώρα δε θα `χα τη φωτιά στο αίμα
Εδώ περιγράφεται μια σκληρή εσωτερική μάχη. Το άτομο δεν είχε τη δύναμη να ζητήσει απ' το πρόσωπο που ποθεί να έρθει κοντά. Είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο να τα βάζει κανείς με τον εαυτό του για τη δειλία του, για τον δισταγμό που του στέρησε όσα επιθυμούσε. Η "φωτιά στο αίμα" μοιάζει κάτι κακό, σαν οργή προς τον εαυτό του (του ατόμου), ή σαν έναν πόθο που δεν εκπληρώθηκε και το βασανίζει.
Αν είχε χρώμα θα `ταν άσπρη η τρέλα
Αν είχε σώμα θα `ταν πάλι ψέμα.
Το λευκό χρώμα, αυτό που πριν ήταν εξωραϊσμένο, δηλαδή η πραγματικότητα στην οποία ζει το πρόσωπο, περιγράφεται ως τρέλα. Αυτή η επίγνωση έρχεται απ' το κενό παρόν στη ζωή του ατόμου. Η σιγουριά στον στίχο δείχνει την ψυχολογική κατάσταση του παρόντος. Καμία αμφιβολία δεν υπάρχει πως το τωρινό λευκό είναι μια κατάσταση τρέλας, συνεχούς αναπόλησης και προσπάθειας να ξεφύγει το άτομο απ' τη ζωή του.
Αν η τρέλα είχε σώμα, θα ήταν ψέμα. Το νόημά του στίχου ίσως είναι πως η τρέλα δεν μπορεί να ζει σε ένα πραγματικό σώμα, σ' ένα σώμα που ζει όπως θέλει τη ζωή του αλλά μόνο σ' ένα ψεύτικο σώμα.
Κοίτα τα χέρια πως γυρνούν στον τοίχο
σαν να χορεύουνε με τη σιωπή μου
Εδώ υπάρχει μια έντονη εικονοπλασία. Τα χέρια που γυρνούν στον τοίχο μοιάζουν σαν τα χέρια κρατούμενου/κατάδικου που ψάχνει τη διαφυγή αλλά πιάνει τοίχο όπου κι αν τη ζητήσει. Συμβολικά πάντα, η φυλακή αυτή είναι η ίδια η ζωή του ατόμου, που έχει μείνει σ' ένα γλυκό παρελθόν και περιμένει ένα εξίσου όμορφο μέλλον, το οποίο όμως δε λέει να έρθει.
Η εικόνα αλλάζει στον επόμενο στίχο: σε μια παρομοίωση τα χέρια χορεύουνε, έχουν τον δικό τους ρυθμό και δείχνουν να εμπαίζουν το ίδιο το άτομο και τη σιωπηλή και μοναχική του πραγματικότητα. Η εικόνα ενός ατόμου που δεν ελέγχει τα χέρια του (αν υποθέσουμε πως αναφέρεται στα ίδια του τα χέρια) συμβολίζει ένα άτομο που δεν ελέγχει τις πράξεις του, τις κινήσεις του, τη ζωή του. Ένα άτομο τρελό, παρανοϊκό, όπως η πραγματικότητα που αναφέρθηκε παραπάνω.
κι εγώ που χρόνια γύρευα το στίχο
που θα εξηγήσει τη βουβή ζωή μου
Ένα ακόμα κοινό θέμα. Οι άνθρωποι έχουμε την εντύπωση πως κάτι μας περιμένει στο μέλλον: πως, αν είμαστε καλοί και υπάκουοι, αν κάνουμε υπομονή και δείξουμε καρτερικότητα, το καλό δε θα αργήσει να έρθει. Έτσι λένε τα παραμύθια κι έτσι γαλουχηθήκαμε. Το πρόσωπο των στίχων έψαχνε για χρόνια έναν στίχο, δηλαδή μια συμβουλή, μια νοοτροπία, μια οδό διαφυγής, που θα του εξηγήσει γιατί υποφέρει σ' ένα στεγνό παρόν, σε μια βουβή ζωή. Δεν ήρθε ποτέ τελικά: το άτομο συνειδητοποίησε πως τόσα χρόνια περίμενε μάταια. Δεν περιμένει πια, αυτό είναι ολοφάνερο απ' τον παρατατικό χρόνο (γύρευα).
μεταμφιέζω τη σιωπή σε λέξη
και τη χαρίζω σ’ όποιον μου εξηγήσει
Επιστροφή στο παρόν. Το άτομο δεν μπορεί να εκφράσει τη σιωπή του, τη μοναξιά του. Μπορεί μονάχα να την μεταμφιέσει, να την κάνει να μοιάζει με λέξη. Αυτό πιθανώς να σημαίνει πως όσα λέει δεν είναι όσα εννοεί. Στο μυαλό υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα, γεμάτη αναμνήσεις και ομορφιά, ενώ στον γύρω κόσμο υπάρχει αδιαφορία κι ανουσιότητα, οπότε το πρόσωπο υποκρίνεται.
Στον δεύτερο στίχο γίνεται φανερή η απόγνωση: πλέον αναζητείται οποιοσδήποτε μπορεί να δώσει νόημα και να εξηγήσει τη μεταμφιεσμένη λέξη, η οποία βέβαια είναι διαφορετική από τις πραγματικές σκέψεις. Πραγματικά είναι δύσκολο και σπάνιο να βρούμε κάποιον να καταλαβαίνει τις σκέψεις και τη θλίψη μας, πόσο μάλλον όσα λέμε για να την μεταμφιέσουμε και να την κρύψουμε. Παρ' όλα αυτά προσπαθούμε και ψάχνουμε ακόμα να τον βρούμε, σε μια απεγνωσμένη κι ασταμάτητη αναζήτηση, διότι η ανάγκη να μας καταλάβουν είναι εγγενής και τεράστια.
να `χει το μέλλον μου να επιλέξει
ποιο παρελθόν μου θα ξαναγυρίσει...
Το πρόσωπο που θα καταφέρει το ακατόρθωτο λοιπόν, να εξηγήσει τη σιωπή που έχει μεταμφιεστεί, έχει πια το δικαίωμα να φέρει ένα ωραίο κι ευοίωνο μέλλον. Αυτό το μέλλον προσωποποιείται, έχει τη δυνατότητα επιλογής. Μπορεί να κάνει ένα χαμένο παρελθόν να επιστρέψει και μάλιστα να διαλέξει ανάμεσα σε πολλές επιλογές για να φέρει το καλύτερο.
Τίποτα σημαντικό.
Ζω μονάχα εν λευκώ...
Το απόσταγμα, η πεμπτουσία του τραγουδιού. Όσο κι αν θυμάται το όμορφο χτες, όσο κι αν ονειρεύεται ένα όμορφο αύριο, το άτομο είναι εγκλωβισμένο σ' ένα ασήμαντο, αδιάφορο, λευκό παρόν. Το "εν λευκώ" εδώ μπορεί να ερμηνευτεί ως εξής:
1) Λευκό όπως το δωμάτιο ψυχιατρείου, άρα το άτομο είναι σε κατάσταση βαριάς κατάθλιψης.
2) Λευκό, δηλαδή χωρίς κανένα χρώμα, χωρίς κανένα ενδιαφέρον.
3) Εν λευκώ, δηλαδή χωρίς περιορισμούς, χωρίς οδηγίες και συμβουλές, σε μια ελευθερία που το άτομο δε ζήτησε ποτέ. Αν αναλογιστούμε την ανάγκη του ατόμου να βρει κάποιον που θα εξηγήσει τη σιωπή του, που θα το καταλάβει και θα το οδηγήσει έξω απ' το αδιάφορο παρόν του, καταλαβαίνουμε πως η ζωή χωρίς συμβουλές και καθοδήγηση είναι ανεπιθύμητη.
Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
καλά τα λεν οι έγχρωμοί μου φίλοι
Επιστροφή στην αρχή. Το άτομο στρέφεται στη ζωή και την τύχη του και τα βάζει μαζί τους. Μετά από προσπάθεια κι αυταπάρνηση, αποδέχεται πως όσα έκανε ήταν λάθος και δέχεται τη βοήθεια φίλων. Βέβαια το "καλά τα λεν" μπορεί να υποδηλώνει και ειρωνεία προς κενές και άχρηστες συμβουλές ανθρώπων που δεν καταλαβαίνουν.
το πρόβλημά μου η υπερβολή μου
κι ό,τι αργεί απάντηση να στείλει
Αυτογνωσία. Το άτομο νιώθει πως η έλλειψη ικανοποίησης στο παρόν έρχεται εξαιτίας της υπερβολής, των μεγάλων προσδοκιών ίσως. Αυτή η υπερβολή δεν έχει απαντήσεις, μόνο επιθυμίες. Έχει αργήσει να στείλει απάντηση και μάλλον δε θα στείλει ποτέ. Ο δεύτερος στίχος ίσως δέχεται και δική του, ξεχωριστή ερμηνεία: μπορεί να αναφέρεται στο επιθυμητό άτομο, το οποίο δεν έχει στείλει ακόμα απάντηση και αναμένεται αυτή η απάντηση με αγωνία...
Αν είχε το θάρρος να φανεί ο λόγος
τώρα δε θα `τανε φωτιά στο αίμα
Κάτι στο παρελθόν που έπρεπε να είχε ειπωθεί δεν ειπώθηκε. Αυτό είναι μάλλον το πρόβλημα: αυτή είναι η λύση του αινίγματος στο πώς το όμορφο παρελθόν κατέληξε σ' ένα αδιάφορο παρόν. Τα ανείπωτα λόγια, αυτά που θα έφερναν την ευτυχία αν είχαν εκφραστεί, τώρα πια δεν είναι παρά ένας πόθος ανκεπλήρωτος που καίει στις φλέβες (φωτιά στο αίμα) ή θυμός με τον ίδιο του τον εαυτό.
Αν είχε χρώμα θα `ταν άσπρο ο φόβος
Αν είχε σώμα θα `ταν σαν κι εμένα.
Ενώ πριν υπήρχε η προσωποποίηση της τρέλας, τώρα προσωποποιείται ο φόβος. Πιθανότατα γίνεται αναφορά στον φόβο που οδήγησε το άτομο στο να σιωπήσει, να μη μιλήσει, να μη διεκδικήσει το παρόν και το μέλλον που ήθελε. Αυτός ο φόβος είναι ο φόβος που οδηγεί στη δειλία, στην απραξία και σε ένα λευκό παρόν, χωρίς σημασία και πραγματική ζωή. Το λευκό παρόν του ατόμου είναι γεμάτο απ' αυτόν τον φόβο: έναν φόβο που οδήγησε σε μια ζωή σιωπηλή και μοναχική και ο οποίος έχει ταυτιστεί πια με το άτομο.
Αν σ’ αγαπούν να μάθουν να το λένε
κι αν δε στο πουν να μάθεις να το κλέβεις
Ο τόνος αλλάζει: από στοχαστικός και ήρεμος γίνεται έντονος. Αρχικά υπάρχει ένας στίχος γεμάτος παράπονο. Έχοντας αποδεχτεί πως ο φόβος είναι πια κομμάτι του εαυτού του, το άτομο παραπονιέται που δεν έγινε προσπάθεια για προσέγγιση απ' την άλλη μεριά. Είναι στοιχείο παθητικότητας το να περιμένεις να σου πούνε το "σ' αγαπώ" χωρίς να κάνεις εσύ την κίνηση, όμως πια το άτομο δεν έχει επιλογές.
Το παράπονο μετατρέπεται σε οργή και έρχεται η αντίδραση: δίνει συμβουλές στον εαυτό του και σε όποιον άλλον ακούει. Μιας κι έχει ζήσει τόσα σιωπηλά χρόνια παλεύοντας με τον εαυτό του, συμβουλεύει (σε β' ενικό πρόσωπο πάντα) πως ό,τι δε δίνεται απλόχερα πρέπει να το παίρνουμε με προσπάθεια, να το κλέβουμε.
κι αν θες να δεις τ’ αληθινά να καίνε
πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν’ ανέβεις.
Η φωτιά, που πριν είχε να κάνει με οργή και ανεκπλήρωτο πόθο, εδώ διαφοροποιείται: γίνεται αναφορά σε μια αληθινή φωτιά, μια φωτιά που μάλλον σημαίνει μια αμοιβαία αγάπη, ένα παρόν που χτίστηκε με θάρρος και προσπάθεια. Η φωτιά αυτή είναι η πραγματική ευτυχία, αυτή που έχει κερδιστεί μέσα από αγώνα.
Πρέπει να ανεβείς στο ύψος της φωτιάς σημαίνει πως για να κερδίσεις την ευτυχία οφείλεις να πολεμήσεις γι' αυτήν, να αγωνιστείς. Δε θα έρθει από μόνη της. Δε σου την χρωστά κανείς και δε θα έρθει απλά με σιωπή και υπομονή. Αυτά το άτομο τα ξέρει επειδή τα έζησε, έχοντας μείνει για χρόνια στην αναμονή.
Και σε λυπούνται που δεν το `χεις νιώσει
κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος
Ακόμα ένα κοινό μοτίβο: μιας και ο έρωτας είναι κάτι μοναδικό για τον καθένα, ο καθένας νομίζει πως ο άλλος δεν το έχει νιώσει. Είναι πραγματικά εξοργιστικό να βασανίζεται κάποιος από έρωτα και να έρχονται "δικά του" άτομα και να του λένε αφ' υψηλού πως δεν τον έχει νιώσει.
Ίσως όμως αντί για τον έρωτα να εννοείται η ευτυχία που αναφέρθηκε ακριβώς παραπάνω. Οι άλλοι λυπούνται το δυστυχισμένο άτομο που δεν έχει νιώσει (υποτίθεται) την ευτυχία, ενώ εκείνο ξέρει πως η ευτυχία ήταν μια πραγματικότητα στο παρελθόν, σε μια εποχή που ακόμα οι υπόλοιποι δεν είχαν προλάβει να τη νιώσουν.
και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση
πως η σιωπή σου ήταν χρόνια κρότος.
(Λυπάσαι) που κανείς δεν ήξερε για εσένα, όμως ενώ δε σε κατάλαβαν σε κρίνουν. Είναι ένα λυπηρό συναίσθημα όντως να σε κρίνουν χωρίς να σε καταλαβαίνουν και στον στίχο αυτόν γίνεται ολοφάνερο. Αν καταλάβαιναν, θα ήξεραν πως όσα έβλεπαν για χρόνια σαν σιωπή ήταν ένα θηρίο που ήθελε να βγει προς τα έξω και να βρυχηθεί, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Δεν κατάλαβαν τα υπονοούμενα, βλέπουν μόνο την επιφάνεια και κρίνουν βάσει αυτής.
Δικαίωμά μου να ποντάρω λίγα
Δικαίωμά μου να πηγαίνω πάσο
Ξεκινάει η κλιμάκωση του ποιήματος. Εδώ το πρόσωπο βρίσκεται σε θέση άμυνας απέναντι στους γύρω του, σ' εκείνους που το έκριναν και νιώθει την ανάγκη να δώσει εξηγήσεις, εμμένοντας όμως στις θέσεις του. Στην ερώτηση "γιατί δεν μίλησε και βυθίστηκε στη σιωπή;" απαντάει (στους άλλους αλλά και στον εαυτό του) πως το ίδιο ορίζει την τύχη του κάνοντας τις επιλογές του, ακόμα κι αν οδήγησαν σ' ένα παρόν λευκό κι ανεπιθύμητο. Ακόμα κι αν έκανε λίγες ή καθόλου προσπάθειες, δικός του λογαριασμός και νιώθει πως δεν έχουν δικαίωμα οι άλλοι να το κατακρίνουν.
κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα
εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω
Όπως αναφέρθηκε πριν, οι γύρω άνθρωποι πιστεύουν πως το πρωταγωνιστικό πρόσωπο του ποιήματος δε γνώρισε ποτέ τον έρωτα (και την ευτυχία που ακολουθεί). Ειρωνεία, διότι όχι μόνο τον γνώρισε αλλά ακόμα και μετά από χρόνια βασανίζεται απ' αυτόν, έχοντας περιέλθει σε μια κατάσταση στασιμότητας και συναισθηματικής τελμάτωσης.
Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω
μ’ αυτό τον τόνο του λευκού στο βλέμμα
Γίνεται (ή αναμένεται να γίνει κάποτε από κάποιον που ενδιαφέρεται) μια ερώτηση προς το πρόσωπο: Γιατί αλήθεια πάντα φεύγει μ' ένα βλέμμα λευκό, (φαινομενικά) αδιάφορο και κενό;
του λέω μια φράση σαν να υπεκφεύγω
με μια ελπίδα να `ναι σαν κι εμένα...
Η απάντηση είναι μια υπεκφυγή. Είναι η σιωπή μεταμφιεσμένη σε λέξη, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Μια κωδικοποιημένη προσπάθεια να εκφραστεί η ματαιότητα του παρόντος, ενώ υπάρχει η ελπίδα -ταυτισμένη πια με το άτομο- που ζει ακόμα μέσα του, που επιβιώνει ακόμα και μέσα στην κατάθλιψη και την απελπισία. Διότι η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία...
Τίποτα σημαντικό...
Ζω μονάχα εν λευκώ....
Τίποτα σημαντικό....
Ζω μονάχα εν λευκώ....
Τίποτα σημαντικό....
Ζω μονάχα εν λευκώ..

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018

Ανθρωποθυσία κι Ανθρωποφαγία στην αρχαία Ελλάδα


Η αρχαία Ελλάδα, πολύ πριν γνωρίσει τις αξίες της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας, όταν ακόμα βρισκόταν στην αχαρτογράφητη εποχή του μύθου, υπήρξε τόπος τέλεσης αποτρόπαιων τελετουργιών. Υπάρχουν δηλαδή μύθοι που δίνουν πάτημα για πιο σκοτεινές αναζητήσεις και πυροδοτούν τη φαντασία ενός ανήσυχου μυαλού. Αν και δεν ανήκουν στους ευρύτατα διαδεδομένους, έχουν παραδοθεί θρύλοι περί ανθρωποθυσίας και ανθρωποφαγίας στην αρχαία Ελλάδα. Στο παρόν άρθρο θα αναφέρω κάποιους από αυτούς.
            Πρώτος μύθος ανθρωποθυσίας είναι ο μύθος του Τάνταλου (Ευριπίδης, Ορέστης, στίχοι 4-9). Ο Τάνταλος, μητέρα του οποίου λέγεται πως ήταν η Πλουτώ και πατέρας ο Δίας, ήταν ένας άπληστος βασιλιάς της Φρυγίας. Είτε λόγω της υποτιθέμενης θεϊκής καταγωγής του είτε λόγω της ξεχωριστής ευσέβειας που έδειχνε στους θεούς, λέγεται πως ήταν καλεσμένος σε πολλά θεϊκά γεύματα. Αυτό βέβαια μπορεί να μεταφραστεί και ως εξής: η παρουσία του στο θεϊκό επίπεδο μπορεί να σημαίνει διάφορες απόκρυφες τελετές που τον συνέδεαν με το απόκοσμο ή το απάνθρωπο/υπεράνθρωπο επίπεδο. Αλλά αυτά είναι εικασίες.
Ο μύθος γι’ αυτόν συγκλίνει σε ένα σημείο: πως θυσίασε στον θεό Δία τον πρωτότοκο γιο του, Πέλοπα (Ευριπίδης, Ιφιγένεια εν Ταύροις, στίχοι 385-389). Δύο είναι οι εκδοχές του μύθου αυτού: η πρώτη αναφέρει πως η θυσία έγινε από μεγάλη ευσέβεια, ένδειξη της ανθρωποθυσίας ως τυπικής πρακτικής. Δηλαδή ενώ η θυσία ζώων (αιματηρή θυσία) ήταν στοιχείο σεβασμού προς τους θεούς, μιας και αποδείκνυε πως ο κτήτορας του ζώου θανάτωνε ένα στοιχείο της περιουσίας του για χάρη των θεών, η θυσία ενός ανθρώπου, ιδιαίτερα ενός συγγενικού ή αγαπημένου προσώπου, ήταν η μέγιστη θυσία, που φανέρωνε τον απόλυτο σεβασμό και την απόλυτη αφοσίωση στους θεούς. Η αποδοχή της θυσίας από τους θεούς σήμαινε πως ανέχονταν το ανθρώπινο αίμα στους βωμούς τους, κάτι που αναφέρεται ουκ ολίγες φορές στην αρχαία ελληνική γραμματεία.
Έπειτα, η δεύτερη εκδοχή για τη θυσία του Πέλοπα απ’ τον πατέρα του αναφέρει πως η θυσία έγινε για να ξεγελάσει ο Τάνταλος τους θεούς με την αλαζονεία του, προσφέροντας το νεκρό σώμα το γιου του ως γεύμα γι’ αυτούς. Σε κάθε περίπτωση, ο Δίας αντιλήφθηκε την αλήθεια και τιμώρησε σκληρά τον Τάνταλο, αφού πρώτα ανέστησε το παιδί: τον καταδίκασε σε αιώνια πείνα και δίψα στον Κάτω Κόσμο. Βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση αιωνίως και όταν προσπαθούσε να πάρει φρούτα από τα δέντρα ή νερό από τις λίμνες, τα κλαδιά απομακρύνονταν και οι λίμνες στέρευαν (Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία λ, στίχοι 582-592). Αυτή η παραδειγματική τιμωρία ίσως αποδεικνύει πως η ανθρωποθυσία ήταν κατακριτέα εκείνα τα χρόνια, τουλάχιστον στην κοινή γνώμη.
                Δεύτερο παράδειγμα είναι αυτό του Λυκάονα. Ο Λυκάων της Αρκαδίας ήταν γιος του Πελασγού και της Μελίβοιας (ή της νύμφης Κυλλήνης) και υπήρξε ο πρώτος (μυθικός) βασιλιάς της Αρκαδίας. Ο Λυκάων με διάφορες γυναίκες απέκτησε 50 γιους. Ο μύθος του παραδίδεται από διάφορους αρχαίους συγγραφείς, όπως ο Παυσανίας και ο Απολλόδωρος. Ήταν κατά την κυρίαρχη εκδοχή ευσεβής και δίκαιος βασιλιάς. Παρόλα αυτά λέγεται πως κάποτε, στις κορυφές του Λυκαίου Όρους, θυσίασε ένα παιδί (παραδίδεται πως ήταν ο γιος του, Νύκτιμος) στον θεό Δία και του το πρόσφερε ως γεύμα. Ο λόγος ήταν πως ήθελε να τον τιμήσει με την απόλυτη θυσία, όπως και ο Τάνταλος: τη θυσία ενός ανθρώπου και μάλιστα του γιου του. Ο Δίας, οργισμένος με την απαίσια πράξη, τον χτύπησε με τον κεραυνό του και τον μεταμόρφωσε σε λύκο.
              Η εκδοχή του Απολλόδωρου δεν τον θέλει ευσεβή αλλά υβριστή και αλαζόνα. Σε συνεργασία με τους γιους του έσφαξαν ένα παιδί της περιοχής, ανακάτεψαν κομμάτια του με άλλα κρέατα και τα παρέθεσαν σε γεύμα με τιμώμενο πρόσωπο τον θεό Δία. Εκείνος, αφού κατάλαβε την απάτη, αναποδογύρισε το τραπέζι και σκότωσε οργισμένος όλους τους παριστάμενους. Από την οργή του γλίτωσε μόνο ο Νύκτιμος, ο μικρότερος γιος του Λυκάονα, που σώθηκε από τη θεά Γαία. Εκείνος διαδέχτηκε τον πατέρα του στο θρόνο.
Μια θεωρία, όχι τόσο διαδεδομένη, θέλει τον Λυκάονα να έχει σφάξει τον γιο του σε μια αρχέγονη τελετή μεταμόρφωσης σε λυκάνθρωπο. Δηλαδή η μεταμόρφωσή του δεν ήταν η τιμωρία του αλλά ο σκοπός της τελετής. Είναι μία από τις αρχαιότερες, αν όχι η αρχαιότερη, παραδόσεις σχετικά με το φαινόμενο της λυκανθρωπίας.
            Άλλα παραδείγματα, τα οποία αναφέρω ενδεικτικά, είναι τα παρακάτω: αρχικά, το παράδειγμα της θυσίας της Ιφιγένειας, κόρης του αρχιστράτηγου των Αχαιών Αγαμέμνονα, προκειμένου να εξευμενιστεί η θεά Άρτεμη και να επιτρέψει στους Αχαιούς να σαλπάρουν για την Τροία (με αφορμή αυτό το γεγονός ο Ευριπίδης παρουσίασε την τραγωδία Ιφιγένεια εν Αυλίδι). Άλλο παράδειγμα, κι αυτό από τον Τρωικό κύκλο, ήταν η θυσία 12 Τρώων στην κηδεία του Πατρόκλου από τον Αχιλλέα (Ιλιάδα, ραψωδία Σ, στίχοι 336-7) για λόγους εκδίκησης. Οι δύο αυτές θυσίες, καθώς και όσες αναφέρθηκαν παραπάνω, μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες: πρώτον, η θυσία ενός αγαπημένου προσώπου (Τάνταλος-Πέλοπας, Λυκάονας-Νύκτιμος, Αγαμέμνονας-Ιφιγένεια) προκειμένου να τιμηθεί/εξευμενιστεί μια θεότητα. Δεύτερον, η θυσία ενός εχθρού για εκδίκηση, κάτι που μας οδηγεί σε μια σύγκριση της τελετής αυτής με παρόμοιες τελετές των άγριων Βίκινγκς του Βορρά.
            Όσο για την ανθρωποφαγία, είναι βαθιά ριζωμένη στην ελληνική μυθολογία. Το πρώτο παράδειγμα μάλιστα έρχεται από τη θεογονία. Ο Κρόνος ήταν γιος των πρωταρχικών θεών Ουρανού-Γαίας και λέγεται πως ευνούχισε τον πατέρα του για να τον διαδεχθεί στον θρόνο του Κόσμου (Ησιόδου Θεογονία, στίχοι 178-181). Αργότερα, όποτε η γυναίκα του Ρέα γεννούσε ένα παιδί, εκείνος το  έτρωγε για να μην υπάρξει κανένας διεκδικητής του θρόνου του και να μείνει αιώνιος βασιλιάς (Ησ. Θεογ. στ. 459-462). Βέβαια στον μύθο αυτό ο κανιβαλισμός σχετίζεται με θεούς, όμως η μυθολογία τους αποδίδει ανθρώπινη μορφή. Συμβολικά, η αποτρόπαια πράξη της ανθρωποφαγίας μπορεί να φανερώνει την αντιστροφή της φυσικής πορείας, καθώς στον μύθο αυτό το παλιό καταβροχθίζει το καινούριο, αντί η νέα γενιά θεών να νικήσει και να ξεπεράσει την παλιά.
           Ας περάσουμε όμως στο ανθρώπινο επίπεδο. Το πρώτο παράδειγμα ανθρωποφαγίας προέρχεται πάλι από τη γενιά του Ταντάλου. Ο εγγονός του, Ατρέας, γιος του Πέλοπα, βρισκόταν σε έντονη διαμάχη με τον αδερφό του Θυέστη, καθώς ανταγωνίζονταν για τον θρόνο των Μυκηνών. Υπήρχε άσβεστο μίσος ανάμεσά τους. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Ατρέας έσφαξε τους γιους εκείνου και τους πρόσφερε ως δείπνο στον ανύποπτο πατέρα τους. Ο σκοπός ήταν να γίνει μια ανόσια, μη αναστρέψιμη εγκληματική ενέργεια με φυσικό αυτουργό τον Θυέστη, τον πατέρα του θύματος. Αυτή η αποτρόπαια πράξη ονομάστηκε «Θυέστειο δείπνο» και συμβολίζει μέχρι και σήμερα την ανθρώπινη ανοσιότητα.
          Ένα ακόμα παράδειγμα του άρθρου είναι αυτό της Φιλομήλας, κόρης του βασιλιά των Αθηναίων Πανδίονα. Ως αντάλλαγμα για τη συμμαχία του βασιλιά της Θράκης Τηρέα, η αδερφή της Φιλομήλας, η Πρόκνη, έγινε γυναίκα του. Εκείνος προθυμοποιήθηκε να συνοδέψει τη Φιλομήλα σε ένα θαλάσσιο ταξίδι στη Θράκη για να επισκεφτεί την αδερφή της. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όμως φάνηκαν οι βάρβαρες προθέσεις του: άγριος και βάναυσος καθώς ήταν, βίασε τη Φιλομήλα, την αδερφή της συζύγου του, και της έκοψε τη γλώσσα για να μην αποκαλυφθεί το έγκλημα. Εκείνη όμως, όταν βρέθηκε κοντά στην αδερφή της, κέντησε τα παθήματά της και τα έδειξε στην Πρόκνη. Μαζί ορκίστηκαν να πάρουν εκδίκηση. Σκότωσαν το γιο του Τηρέα και της Πρόκνης Ίτυ και τον έδωσαν στον Τηρέα ως γεύμα. Αυτή ήταν η τιμωρία για το ανοσιούργημά του. Τον μύθο παραδίδει ο Οβίδιος στο 6ο βιβλίο των Μεταμορφώσεων.
Τα δύο αυτά παραδείγματα ανθρωποφαγίας έχουν κοινά στοιχεία: το φαινόμενο αυτό προκαλούσε αποτροπιασμό στους αρχαίους Έλληνες και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσε κοινή πρακτική. Ανάγεται στη σφαίρα του μύθου, σε αρκετά παλαιότερες εποχές από αυτές που φωτίζονται από την ιστορία. Ο σκοπός της ανθρωποφαγίας ήταν, σύμφωνα με τα δεδομένα, η εκδίκηση απέναντι σ’ έναν εχθρό και γινόταν κρυφά. Αυτό ίσως δίνει την ιδέα πως γενικά η πρακτική αυτή ήταν απόκρυφη και μακριά από την κοινή θέα…
           Οι παραπάνω μύθοι φανερώνουν πως η ανθρωποθυσία και η ανθρωποφαγία, αν και όχι διαδεδομένες πρακτικές, έλαβαν χώρα πολλάκις στον ελλαδικό χώρο και χρησιμοποιήθηκαν ως τελετές προσφοράς προς τους θεούς, ως μέσα προδοσίας και ως πρακτικές εκδίκησης. Όπως και να ‘χει, αποτελούν μια σχετικά άγνωστη και μελανή ιστορία στο παρελθόν της πατρίδας μας…