Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

Ζακ Κωστόπουλος και Κωνσταντίνος Κατσίφας: Δυο Κόσμοι Ενώνονται

   Προσφάτως η Ελλάδα συγκλονίστηκε από δύο τραγικούς θανάτους νέων ανθρώπων: αυτούς του Κωνσταντίνου Κατσίφα, κατοίκου της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία, και του Ζακ Κωστόπουλου στην Αθήνα. Έγιναν σε σχετικά κοντινή ημερομηνία, σε απόσταση ενός μήνα περίπου το ένα περιστατικό από το άλλο, και προκάλεσαν τεράστιο σάλο, για διαφορετικούς -ίσως- λόγους το καθένα.
   Ας ξεκινήσουμε με τον 33χρονο Ζακ Κωστόπουλο, του οποίου ο θάνατος προηγήθηκε χρονικά. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2018 λοιπόν, ημέρα Παρασκευή, ο άνθρωπος αυτός έχασε τη ζωή του. Είχε μπει σε ένα κοσμηματοπωλείο βιαστικά για λόγους που αμφισβητούνται. Ακούγεται πως μπήκε για ληστεία κρατώντας ένα μαχαίρι στο χέρι του. Αυτό αργότερα αμφισβητήθηκε. Αργότερα ακούστηκε πως μπήκε στο κατάστημα για να γλιτώσει από έναν καβγά σε διπλανό μαγαζί. Δε θα τοποθετηθώ διότι δεν ξέρω λεπτομέρειες. Όπως και να 'χει, κατά την προσπάθειά του να διαφύγει μέσα από μια βιτρίνα από το κατάστημα, που σε βίντεο δείχνει κλειδωμένο, μετά από πολλαπλά χτυπήματα δύο ανθρώπων, ένας εκ των οποίων ήταν ο ιδιοκτήτης του καταστήματος, ο Ζακ Κωστόπουλος έπεσε κάτω αναίσθητος. Αργότερα διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
   Από εκείνο το σημείο και μετά, οι δράσεις και οι ιδιότητες του θανόντος έγιναν θέμα στα κανάλια: ήταν οροθετικός, ήταν μέλος της LGBTQ κοινότητας, ομοφυλόφιλος ο ίδιος, ακτιβιστής και γνωστός στον χώρο του. Λέγεται πως ήταν τοξικομανής. Σύσσωμη η κοινότητα του χώρου της τέχνης -ειδικά όσοι πρόσκεινται στην αριστερά και στα θέματα των μειονοτήτων- έσπευσαν να ταχθούν ανοιχτά υπέρ του. Αντίθετα, οι πολίτες που διακατέχονται από περιφρόνηση και μίσος απέναντι στα παραπάνω έσπευσαν να υπερασπιστούν το δίκιο του κοσμηματοπώλη και να εκφράσουν την άγρια χαρά τους με τον θάνατο του Ζακ. Το θέμα έγινε καυτό, κυρίως χάρη στην παρουσία του επίμαχου βίντεο που δείχνει όλη τη σκηνή. Κρατούσε μαχαίρι; Είχε μπει για ληστεία ή όχι; Ήταν υπό την επήρεια ουσιών ή όχι; Βρίσκονταν σε στάση άμυνας οι δύο που τον κλωτσούσαν μέχρι θανάτου;
   Πέρασε πάνω από μήνας μέχρι να γίνουν οι απαραίτητες εξετάσεις. Βρέθηκε καθαρός στις τοξικολογικές εξετάσεις, οι κατηγορίες για ληστεία και για κατοχή μαχαιριού ξεθώριασαν και οι άνθρωποι που είχαν ταχθεί υπέρ του ξαναβρήκαν την ευκαιρία να δηλώσουν τον αποτροπιασμό τους για το έγκλημα. Ο Ζακ, μετά τον βίαιο θάνατό του, έγινε σύμβολο για τους ανθρώπους που νιώθουν την ίδια καταπίεση λόγω των ιδιαιτεροτήτων τους, αλλά και από ανθρώπους του ακροαριστερού χώρου, που είδαν το συμβάν σαν ταξική επίθεση ενός "νοικοκυραίου" προς έναν "περιθωριακό αλήτη".
   Ας περάσουμε τώρα στην υπόθεση του 35χρονου Κωνσταντίνου Κατσίφα. Σκοτώθηκε στους Βουλιαράτες, ένα χωριό στην αλβανική επικράτεια, ανήκον στα χωριά της λεγόμενης Βορείου Ηπείρου. Έλληνας στην καταγωγή, έχει γραφτεί πως γυρνούσε εκεί από την Αθήνα τακτικά, ειδικά στις εθνικές επετείους. Ήταν ιδιαίτερα ενεργός σε θέματα εθνικά, έχοντας μεγάλη αγάπη για την ελληνική σημαία κι έχοντας, σύμφωνα με δημοσιεύματα, διαπληκτιστεί πολλάκις με τις αρχές για το σύμβολο αυτό του ελληνισμού.
   Αυτή ήταν, λένε, η αφορμή για τον νέο διαπληκτισμό ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου 2018. Ο Κωνσταντίνος Κατσίφας είχε ζωγραφίσει την ελληνική σημαία στον τοίχο σχολείου του χωριού, όταν ένας αστυνομικός διαπληκτίστηκε έντονα μαζί του για τη σημαία. Λένε πως τον προειδοποίησαν να κατεβάσει τη σημαία. Ο ίδιος, φορτισμένος από το κλίμα της εθνικής επετείου και από την επιθετική στάση του Αλβανού αξιωματικού, επέστρεψε λίγο αργότερα με ένα όπλο (καλάζνικοφ για την ακρίβεια) κι άρχισε να πυροβολεί στον αέρα. Δεν υπήρξε κάποιος τραυματισμός, σύμφωνα με δημοσιεύματα, όμως η αλβανική αστυνομία κινητοποιήθηκε και απάντησε στους πυροβολισμούς με υπηρεσιακά περίστροφα.
   Μετά την ανταλλαγή πυροβολισμών, ο Κωνσταντίνος Κατσίφας ανηφόρισε προς την έξοδο του χωριού και η αλβανική τοπική αστυνομία άφησε τις επίλεκτες αερομεταφερόμενες δυνάμεις να συνεχίσουν το ανθρωποκυνηγητό. Στο βουνό Τσούκλισα η ομάδα τον αναζήτησε και τον βρήκε κατά την επιστροφή του προς το χωριό. Δεν είναι γνωστές λεπτομέρειες για το πώς ακριβώς σκοτώθηκε αλλά οι ιατροδικαστές κατέληξαν στο συμπέρασμα πως δύο σφαίρες εξ αποστάσεως στην περιοχή της καρδιάς είχαν επιφέρει τον θάνατό του. Λεπτομέρειες που ανακοινώθηκαν αργότερα ήταν πως τα τραύματά του ήταν ραμμένα και διαψεύστηκαν οι φήμες για πυροβολισμό εξ επαφής στο άψυχο σώμα του.
   Ο Κωνσταντίνος, μετά τον βίαιο θάνατό του, έγινε σύμβολο των ανθρώπων που συμμερίζονται τα πατριωτικά του αισθήματα, αλλά και από ανθρώπους του ακροδεξιού χώρου, που είδαν το συμβάν σαν επίθεση Αλβανών προς Έλληνα για εθνικιστικούς λόγους. Μαζική ήταν η παρουσία Ελλήνων στην κηδεία του άτυχου 35χρονου και υπήρξαν διπλωματικές αναταραχές ανάμεσα στα δύο κράτη.
   Ας επιστρέψουμε τώρα στον τίτλο του άρθρου: γιατί δύο κόσμοι ενώθηκαν με τα δύο περιστατικά;
Ας συνοψίσω τα κοινά σημεία τους: επρόκειτο για άτομα ενεργά, το καθένα προς τη δική του κατεύθυνση, και ιδιαίτερα αγαπητά στον κύκλο τους. Δολοφονήθηκαν βιαίως και κατηγορήθηκαν πως έφεραν όπλο. Ακολούθησε και στις δύο περιπτώσεις θρίλερ καθώς αναμένονταν τα πορίσματα των ιατροδικαστών. Έπειτα, έγιναν σύμβολα από μερίδα πολιτών και δημιουργήθηκε για άλλη μια φορά διχασμός στην κοινή γνώμη.
   Το χειρότερο όμως απ' όλα ήταν η προσβολή των νεκρών από αδίστακτους εχθρούς τους. Για προσωπικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς -κυρίως- λόγους, πολλοί βρήκαν την ευκαιρία να βγάλουν χολή απέναντι στους θανόντες, για τον μεν Ζακ επειδή ήταν οροθετικός, ομοφυλόφιλος και -το γράφω με επιφύλαξη- τοξικομανής, για τον δε Κωνσταντίνο επειδή ήταν πατριώτης, είχε όπλο στην κατοχή του παράνομα και ήταν -το γράφω με επιφύλαξη- εθνικιστής. Για άλλη μια φορά η κοινή γνώμη έδειξε το σκληρό της πρόσωπο, επικεντρώνοντας τα δηλητηριασμένη βέλη της στο θύμα και όχι στην πράξη.
   Αυτό είναι το επίμαχο σημείο, κατά τη γνώμη μου. Ο κόσμος δεν ασχολήθηκε με το ίδιο το τραγικό φαινόμενο της δολοφονίας και του λιντσαρίσματος, αλλά με το προφίλ των θυμάτων και με το κατά πόσο τους άξιζε ο θάνατος! Επαναλαμβάνω: το πόσο τους άξιζε ο θάνατος! Μια κοινωνία που φλερτάρει επικίνδυνα με την βαρβαρική αγάπη της για θύματα, δράμα κι αιματοχυσία, που σχολιάζει ανοιχτά πλέον για ένοπλη καταστολή, κρεμάλες και για την επιστροφή της θανατικής ποινής, χρησιμοποίησε -και συνεχίζει να χρησιμοποιεί- δύο τραγικούς θανάτους νέων ανθρώπων για να εξυπηρετήσει συμφέροντα.
   Οι δύο κόσμοι που ενώθηκαν είναι οι λεγόμενοι πατριώτες (εθνικιστές/φασίστες για τους αντιπάλους τους) και οι λεγόμενοι ανθρωπιστές (αναρχικοί/ανθέλληνες για τους αντιπάλους τους). Έδειξαν, δυστυχώς επιλεκτικά, να συμμερίζονται τον πόνο της οικογένειας του ενός θύματος και κατακεραύνωσαν τις πράξεις, την ιδιότητα και τη συνολική πορεία ζωής του άλλου.
   Αυτό είναι λάθος! Η κοινωνία μας, προκειμένου να προχωρήσει και να εξελιχθεί, πρέπει να κοιτάξει κατάματα και να αντιμετωπίσει το θέμα των δολοφονιών, των λιντσαρισμάτων και γενικώς των αιματοχυσιών και να το αποκηρύξει ανοιχτά. Είτε πρόκειται για θέματα εθνικά είτε για θέματα ταξικά, μια κοινωνία που διψά για αίμα -αθώων και ενόχων- απομακρύνεται όσο περισσότερο μπορεί από τον πολιτισμό. Κι αυτό είναι κακούργημα. Ο πολιτισμός δεν είναι κάτι δεδομένο: εξελίσσεται με κατακτήσεις αιώνων, καθώς λιθαράκι-λιθαράκι χτίζονται με πόνο και τραγωδίες τα δικαιώματα στη ζωή και την ελευθερία. Είναι τόσο απροσμέτρητα δύσκολο να αλλάξει ο κόσμος προς το καλύτερο και τόσο εξοργιστικά εύκολο να κυλήσει προς την κατηφόρα του οπισθοδρομισμού, που θα έπρεπε η κοινή γνώμη να σοκάρεται με τη μεθοδευμένη προσπάθεια καπήλευσης των θανάτων αυτών. Δε σοκάρεται όμως, κι αυτό είναι που σοκάρει. Κρεμόμαστε από μία κλωστή: η δαμόκλειος σπάθη της απανθρωπιάς κρέμεται επικίνδυνα από πάνω μας και μπαλαντζάρει κάθε φορά που ο θάνατος γίνεται παιχνίδι πολιτικής κι εξουσίας. Αν θέλουμε ένα ευοίωνο μέλλον, ας το βάλουμε καλά στο μυαλό μας κι ας διαδώσουμε τον καλύτερο εαυτό μας, αφήνοντας τα πρωτόγονα ένστικτα πίσω μας.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018

Αφιέρωμα: Μάριος Κουτσούκος

   Στο παρόν αφιέρωμα θα αναφερθώ σ' έναν Έλληνα λογοτέχνη, τον Μάριο Κουτσούκο. Έχοντας διαβάσει δύο βιβλία του, "Η Θεωρία του Μήλου" και "Η Πύλη", θεωρώ πως έχω πιάσει αρκετά καλά τον παλμό της γραφής του.
   Η θεματολογία των βιβλίων αυτών έχει κάποια πολύ πρωτότυπα χαρακτηριστικά: έχουν ως αρχή τον κόσμο του φανταστικού, σε μια μορφή μεσαιωνική όπου τα πλάσματα της λαογραφίας είναι υπαρκτά, όμως ο ρεαλισμός αγκαλιάζει και τα δύο έργα. Οι κόσμοι όπου διαδραματίζεται η πλοκή είναι ξεχωριστοί από τον δικό μας, αν και έχουν πολλά κοινά (και κυρίως αδυναμίες!) με αυτόν. Η μαγεία είναι πραγματική δύναμη και διαμορφώνει σε μικρό αλλά και μεγάλο βαθμό την όψη της πραγματικότητας.
   Στον τρόπο γραφής το βασικότερο στοιχείο του συγγραφέα είναι το μοναδικό κυνικό του χιούμορ και γενικά ο κυνικός τρόπος με τον οποίο περιγράφονται οι χαρακτήρες. Κανένας χαρακτήρας δε γλιτώνει από τον σαρκασμό και η υποτιθέμενη μεγαλοπρέπεια κάποιων από αυτούς γκρεμίζεται κάτω από γλαφυρές περιγραφές και ξεκαρδιστικές λεπτομέρειες. Τα έργα, χάρη στη γραφή, κυλάνε γρήγορα, χωρίς κουραστικά σημεία και "κοιλιές".
   Βέβαια η πλοκή και στα δύο έργα έχει συνέπεια. Παρά τη χιουμοριστική απόδοση των πραγμάτων παρατήρησα μια γραμμική, σταθερή πλοκή που οδηγεί σε απρόσμενο τέλος. Γίνεται φανερό πως η πλοκή είναι επηρεασμένη από παιχνίδια και ταινίες φάντασι κι αυτό δίνει στα έργα ενδιαφέρον και χαρακτήρα.
   Ας αναλύσω λίγο πιο διεξοδικά το κάθε έργο ξεχωριστά:

Η Θεωρία του Μήλου

Μάριος Κουτσούκος, Εκδόσεις Αέναον

   Όπως φαίνεται και στο οπισθόφυλλο, πρόκειται για μια περιπέτεια, μια ανακάλυψη του κόσμου μαζί με τον ίδιο τον εαυτό του πρωταγωνιστή. Ένας νεαρός πρωταγωνιστής καθώς προσπαθεί να εκπληρώσει το όνειρό του τρακάρει συνεχώς μπροστά σε αντιξοότητες της τύχης και απογοητεύσεις για γέλια και για κλάματα! Το βιβλίο υπόσχεται (και δεν απογοητεύει) περιπέτειες τραγελαφικών διαστάσεων, παράξενες, αστείες και μοναδικές. Χάρη στον κυνισμό που διακατέχει τα πρόσωπα ο αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί άφοβα με κάποιους από αυτούς και να αφεθεί στη δουλεμένη πένα του συγγραφέα. 

Η Πύλη

Μάριος Κουτσούκος

   Ένα βιβλίο πιο ογκώδες από το προηγούμενο, γραμμένο σε αρκετά νεανική ηλικία, σύμφωνα με τον συγγραφέα. Έχει αρκετά κοινά στοιχεία με την Θεωρία του Μήλου, αλλά και πολλά μοναδικά, τα οποία προσθέτουν στο έργο.
   Οι περιγραφές είναι γλαφυρότατες, οι χαρακτήρες κυνικοί, κάποιοι από αυτούς καρικατούρες, και η πλοκή περιλαμβάνει πολλά μέρη και ανθρώπους. Το μεσαιωνικό αρχέτυπο των δύο στρατών που συγκρούονται διατρέχει όλο το βιβλίο, όπως προδίδει το εξώφυλλο, και ο αναγνώστης χορταίνει να διαβάζει για μαγεία, βασίλεια, στρατούς και σφαγές. Μπορώ να πω πως ο συγγραφέας έχει επενδύσει πολύ στην περιγραφή της στρατιωτικής ζωής, με αποτέλεσμα να ταυτιστούν όσοι έχουν εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία.

Συνολικά
   Τα έργα συστήνονται ανεπιφύλακτα σε φίλους του φανταστικού, άτομα που ασχολούνται με παιχνίδια όπως Dungeons and Dragons, Warcraft και άλλα συναφή. Οπωσδήποτε επίσης σε άτομα που αγαπούν τους θρύλους και τον κόσμο του μεσαίωνα και που αρέσκονται σε χαρακτήρες που ξεφεύγουν από τα όρια του αψεγάδιαστου ήρωα.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Η Ζωή Συνεχίζεται...

   Πριν από ενάμιση περίπου χρόνο μια άτυχη οικογένεια καταστράφηκε. Η σύζυγος και το κοριτσάκι έχασαν τη ζωή τότε, ο Υπάτιος Πατιμάνογλου έχασε ό,τι πιο πολύτιμο είχε. Την οικογένειά του. Χωρίς δική του υπαιτιότητα. Απλώς του συνέβη, εξαιτίας της ηλιθιότητας ενός πλουσιόπαιδου. Έφταιγαν πολλοί, όμως όχι εκείνος.
   Θυμάμαι την είδηση σαν χτες, μέσα στον καταιγισμό τραγικών ειδήσεων που τόσο ευχαριστεί τον κόσμο των ΜΜΕ. Τη θυμάμαι διότι με συγκίνησε πραγματικά, σε μια εποχή που η αρνητική πληροφορία συνήθως αφήνει τον κόσμο ανέπαφο. Είναι, κατά τη γνώμη μου, ό,τι χειρότερο μπορεί να τύχει σε άνθρωπο. Αναρωτιόμουν τότε πώς αυτός ο άνθρωπος θα ορθοποδήσει, αν θα βρει τη δύναμη να συνεχίσει τη ζωή του. Και, προς τιμήν του, τα κατάφερε.
   Έχω ακούσει για αυτοκτονίες για πολύ λιγότερα. Έχω μάθει για ανθρώπους που έπεσαν σε βαριά κατάθλιψη για πολύ λιγότερα. Ο Υπάτιος, μόνο και μόνο από αυτό το γεγονός, έγινε σύμβολο ελπίδας. Πραγματικό παράδειγμα για το ότι η ζωή συνεχίζεται. Ένα ρητό που πραγματοποιήθηκε.
   Βέβαια υπάρχει και η άλλη πλευρά. Η πλευρά των ΜΜΕ που ξαναβρήκαν λαυράκι και δοκιμάζουν την κοινή γνώμη, η οποία γουστάρει όσο τίποτα να δοκιμάζεται. Τη βρίσκει με αυτό. Τη βρίσκει με το να παρακολουθεί αδιάκριτα τις ζωές των άλλων, τις πιο μύχιες λεπτομέρειες, και να νιώθει πως έχει κάθε δικαίωμα -υποχρέωση σχεδόν- να κρίνει. Παρέλαση λοιπόν κάνουν, ως συνήθως, "απόψεις" υποτιμητικές, υβριστικές, εξοργιστικές: ο καθένας λέει το μακρύ του και το κοντό του για το τι θα έπρεπε να κάνει αυτός ο άνθρωπος. Ξαναβρήκε γυναίκα σύντομα ή όχι; Πόσο ανήθικος είναι που πήρε την αποζημίωση για το τροχαίο και τώρα θα ζήσει με άλλη γυναίκα;
   Δε μας παρατάτε, λέω εγώ. Σιχαμερή η κοινή γνώμη. Μικρή και λίγη, μικρή όσο και η κοινωνία που γεννιέται από αυτήν. Αν είναι δυνατόν να κατηγορούν τον άνθρωπο ότι "προκαλεί με τις δημοσιεύσεις του". Διάλεξε ο ίδιος να γίνει θέμα; Ποιος στον κόσμο θα επιθυμούσε τέτοιου είδους διασημότητα; Όποιος κατακρίνει τις επιλογές του, το κάνει εκ του ασφαλούς από τον καναπέ του, σύμφωνα με το εθνικό σπορ του Έλληνα.
   Όποιος θέλει να τον κρίνει, έχει περάσει τα ίδια; Η μάλλον, έστω το ένα δέκατο, το ένα εκατοστό από όσα πέρασε αυτός; Έζησε το σκοτάδι και την απελπισία του; Όχι. Ζει κανονικά τη ζωούλα του, έχοντας πάντα ως προτεραιότητα να κρίνει τις ζωές των άλλων. Αλλά νιώθει αρκετός για να κοροϊδέψει έναν άνθρωπο που έχασε παιδί και γυναίκα με τον πιο τραγικό τρόπο. Είναι ένα θέμα, βλέπετε, ένα κουτσομπολιό, όπως το νέο φόρεμα της Μενεγάκη. Κι όπως κάθε θέμα πρέπει να σχολιαστεί, από ανθρώπους που έχουν μπερδέψει το γυαλί με την πραγματικότητα. Για να υπενθυμίσω, δεν έχασε την οικογένειά του στο τελευταίο επεισόδιο της σειράς, παιδιά. Στ' αλήθεια του συνέβη αυτό.
   Ο άνθρωπος αυτός πρέπει να απολογηθεί για το πόσο θα πενθήσει; Σε ποιον να απολογηθεί; Μετράμε τις εβδομάδες, τους μήνες και τα χρόνια που θα έπρεπε να πενθήσει πριν συνεχίσει τη ζωή του, λες και στη ζωή του ένα κι ένα κάνουν δύο. Λες κι έχει να λογοδοτήσει στον οποιονδήποτε για τη ζωή του. Λες και διάλεξε να γίνει θέμα με αυτόν τον τρόπο.
   Ένα ξέρω: ο κάθε άνθρωπος βαδίζει σε έναν δικό του δρόμο, από τον οποίο εμείς βλέπουμε λίγα μέτρα στην καλύτερη περίπτωση. Αν θέλει να συνεχίσει τη ζωή του, γούστο του καπέλο του. Μόνο να επικροτήσει μπορεί κανείς, αν αποφασίσει να ασχοληθεί, τη δύναμη ψυχής του. Οποιοδήποτε πικρόχολο σχόλιο δείχνει μόνο το ποιόν του λέγοντος, που πιάνει το θέμα σαν το τελευταίο επεισόδιο Σαρβάιβορ ή Γκέιμ οφ λαβ.
   Κατηγορώ την κοινή γνώμη για τη στάση της. Πάνω απ'όλα όμως την κατηγορώ για την αλαζονεία της. Έχει επηρεαστεί τόσο πολύ απ' τον κόσμο της τηλεόρασης που θέλει να έχει γνώμη -και να τη σέβονται όλοι- επί παντός επιστητού. Μπορεί να κρίνει ποιος θα γίνει ήρωας, ποιος είναι προφήτης, ποιος προδότης, ποιος πρέπει να πενθήσει, ποιος πρέπει να ξαναχτίσει τη ζωή του και ποιος πρέπει να αυτοκτονήσει. Μια κοινωνία μικρόψυχη κι επικίνδυνη. Αδίστακτη και χωρίς ηθική. Και δυστυχώς, σε τέτοιες κοινωνίες οτιδήποτε καλό θάβεται και οτιδήποτε κακό εξυψώνεται και του στήνεται και άγαλμα. Και η ζωή συνεχίζεται...

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Χάρι Πότερ: Κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα

   Ο κόσμος του Χάρι Πότερ, τον οποίο δημιούργησε η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, έχει αντιμετωπιστεί σαν ένας κόσμος "φτιαγμένος για παιδιά". Έχει μπει η ταμπέλα του παιδικού βιβλίου και οι ταινίες ενίσχυσαν τρομερά την ιδέα αυτή, παίρνοντας το παιδικό κοινό απ' το χεράκι, τουλάχιστον στην αρχή. Έτσι, δημιουργήθηκε η άποψη πως σ' εκείνον τον κόσμο όλα λύνονται εύκολα με ένα μαγικό ραβδάκι.
   Μέγα λάθος. Αν κάποιος έχει διαβάσει τα βιβλία σε μεγαλύτερη ηλικία, μπορεί να δει μια ακριβή απεικόνιση της δυναμικής της μαγείας και του πόσο σχετική είναι. Στο 3ο βιβλίο λέει: "Ο Χάρι κοίταξε το σκυθρωπό πρόσωπο του Ντάμπλντορ κι ένιωσε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Είχε συνηθίσει στην ιδέα ότι ο Ντάμπλντορ μπορούσε να λύσει όλα τα προβλήματα. Αρκεί να χτυπούσε το ραβδί του στον αέρα και οπ! να τη η λύση Αλλά όχι...". Επιπλέον, στο 6ο βιβλίο, ο πρωθυπουργός των Μαγκλ (των μη μάγων δηλαδή), με τις ανησυχίες του οποίου θα μπορούσαμε να ταυτιστούμε, λέει: "Μα είστε μάγοι! Μπορείτε να τα  λύσετε όλα!" και του απαντάει ο υπουργός Μαγείας: "Το κακό, κύριε πρωθυπουργέ, είναι πως και η αντίπαλη πλευρά κάνει μάγια".
   Αφού λοιπόν ξεπεραστεί η αφελής ιδέα πως στο σύμπαν του Χάρι Πότερ όλα λύνονται εύκολα με μαγεία, μπορούμε να ασχοληθούμε με τα πολιτικά και κοινωνικά (και ενίοτε φιλοσοφικά) μηνύματα που παρατίθενται. Θα τα πιάσω ένα-ένα από βιβλίο σε βιβλίο.
   Στο πρώτο βιβλίο (Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος), στο οποίο γίνεται η εισαγωγή στον κόσμο των μάγων, περιγράφεται η παιδική κακοποίηση (περίπτωση Χάρι Πότερ) (σε όλα τα βιβλία υπάρχει το θέμα αυτό αλλά στο πρώτο κάπως πιο έντονα). Είναι πιο φανερή μιας και η αφήγηση προέρχεται από την οπτική γωνία του παθόντα. Σημαντικό θέμα είναι και η χειραγώγηση και η ηθική αυτουργία σε ένα έγκλημα, όπου ο αφελής (καθηγητής Κούιρελ) γίνεται ένα πειθήνιο όργανο στα χέρια ενός αδίστακτου κι ανήθικου εγκληματία. Ο δεύτερος, ενώ έχει πείσει τον φυσικό αυτουργό των εγκλημάτων πως νοιάζεται, τον εγκαταλείπει στην τύχη του, δείχνοντας το πραγματικό του πρόσωπο. Στο αποκορύφωμα του βιβλίου αποτυπώνεται η δύναμη της γονεϊκής αγάπης και της δύναμης που δίνει στη συνέχεια της ζωής του ανθρώπου.
   Στο δεύτερο βιβλίο (Ο Χάρι Πότερ και η Κάμαρα με τα Μυστικά) περιγράφεται η αριστοκρατία, η άποψη πως μια μικρή ελίτ αξίζει να υπάρχει και να έχει δικαιώματα, ενώ οι κατώτεροι αξίζουν να τσαλαπατηθούν. Η ιδέα αυτή, που έχει ως βάση την καταγωγή, αποδομείται συστηματικά κατά τη διάρκεια των 7 βιβλίων. Επίσης, στο 2ο βιβλίο υπάρχει το θέμα της συνωμοσιολογίας και των θεωριών που εξάπτουν τη φαντασία. Ο κόσμος χάνει τη λογική του με βάση αυτές και οι αντιδράσεις τους γίνονται αντιδράσεις φόβου και πανικού. Ακόμα και στο τέλος, όπου η αλήθεια φανερώνεται και η θεωρία αποδεικνύεται, ο απλός κόσμος τη μαθαίνει μισή και διαδίδει νέες φήμες. Βέβαια φανερώνεται και η άποψη του κόσμου, που μετατρέπεται σε όχλο και καταδικάζει έναν άνθρωπο με βάση φήμες, προκαταλήψεις και σαθρά στοιχεία (ερπετοφωνία).
   Το τρίτο βιβλίο (Ο Χάρι Πότερ και ο Αιχμάλωτος του Αζκαμπάν) καταπιάνεται με την αδικία του δικαστικού συστήματος. Ένας άνθρωπος που βρέθηκε στη λάθος θέση τη λάθος στιγμή καταδικάζεται ομόφωνα από το σύστημα και την κοινωνία διότι η ένταση των εποχών συντομεύει τις διαδικασίες. Η αδυναμία του αθώου να αποδείξει την αθωότητά του (υπόθεση Μπλακ) δείχνει το πόσο ισχυρές είναι οι αρπάγες του συστήματος και πόσο μικρή είναι η ανοχή των πεπεισμένων ανθρώπων για ενδείξεις κι αποδείξεις πως έχουν άδικο. Επίσης, τίθεται έντονα το θέμα της θανατικής ποινής (φιλί των Παραφρόνων), που κρέμεται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω απ' το κεφάλι αθώων και ενόχων, και του μη αναστρέψιμού της: αν ένας αθώος καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη, έχει ακόμα τη δυνατότητα να αποδείξει την αθωότητά του. Ένας όμως καταδικασθείς σε θάνατο χάνει κάθε δυνατότητα. Φυσικά τίθεται και το θέμα της φιλίας, της εμπιστοσύνης και της προδοσίας σε μια παρέα: περιγράφεται πως σε δύσκολες εποχές είναι πολύ δύσκολο να πιστέψει κανείς ακόμα και τους φίλους του.
   Στο τέταρτο βιβλίο (Ο Χάρι Πότερ και το Κύπελλο της Φωτιάς) γίνεται λόγος για τον ρατσισμό και την άποψη που έχει η κοινή γνώμη για οποιονδήποτε έχει καταγωγή ύποπτη, αμφιλεγόμενη ή καταγωγή που δίνει τροφή σε προκαταλήψεις και φοβίες. Έχει γίνει μία νύξη στο προηγούμενο βιβλίο (με την περίπτωση των λυκανθρώπων) αλλά στο 4ο το φαινόμενο είναι εκτεταμένο. Έπειτα, υπάρχει το θέμα της ανηθικότητας στη δημοσιογραφία: ο κόσμος είναι έτοιμος να δεχτεί οποιοδήποτε ψέμα και οποιαδήποτε παραδοξολογία, αρκεί να γραφτεί στην εφημερίδα. Δεν υπάρχει καμία ηθική και τα προσωπικά στοιχεία κάποιου μπορούν να βγουν στη φόρα για να γίνουν βορά της κοινωνίας και του συμφέροντος. Γίνεται πάλι θέμα για το δικαστικό σύστημα και τα δραστικά μέτρα που παίρνει σε δύσκολες εποχές, καθώς και για τη μεροληπτική στάση ενός αξιωματούχου σε προσωπικές υποθέσεις, ενώ είναι αδέκαστος κι αμερόληπτος στις υπόλοιπες (υπόθεση Κρουτς). Στο τέλος του βιβλίου περιγράφεται το φαινόμενο του πολιτικού στρουθοκαμηλισμού, όπου ένας πολιτικός αποφεύγει την πραγματικότητα και προσπαθεί να βολευτεί με ψέματα, έχοντας την εντύπωση πως παντού υπάρχουν εχθροί που θέλουν τη θέση του (Κορνήλιος Φαντζ).
   Στο πέμπτο βιβλίο (Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα) κυριαρχεί το φαινόμενο της πολιτικής αδιαφορίας. Ο πολιτικός χώρος, για να μην αναγκαστεί να φανεί αδύναμος, συγκαλύπτει μια επικίνδυνη οργάνωση (Θανατοφάγοι) και την αφήνει στην ουσία να συνεχίσει ανενόχλητη τη δράση της, ενώ η κοινωνία εξαπατάται με μια φαινομενική νομιμότητα και σταθερότητα. Ο αναγνώστης βλέπει εκ των έσω την ανάγκη της αντίστασης, η οποία πρέπει να έρθει αντιμέτωπη ακόμα και με τον νόμο, όταν εκείνος δεν ακολουθεί τα συμφέροντα της κοινωνίας. Φαίνεται ο αμοραλισμός του πολιτικού κόσμου και η διάδοση ψεύτικων ειδήσεων για τη σπίλωση του ονόματος αυτών που φοβάται (Άλμπους Ντάμπλντορ, Χάρι Πότερ). Η κοινωνία βρίσκεται διχασμένη και υπάρχουν άνθρωποι που δυσπιστούν στις παράλογες πολιτικές αποφάσεις ενώ άλλοι υποστηρίζουν φανατικά ό,τι τους σερβίρεται από την κυβέρνηση.
   Στο έκτο βιβλίο (Ο Χάρι Πότερ και ο Ημίαιμος Πρίγκηψ) ασχολούμαστε με το θέμα του μεσσιανισμού. Σε μια περίοδο βαθιάς πολιτικής κρίσης ο κόσμος στρέφεται σε έναν μεσσία (Χάρι Πότερ ο Εκλεκτός), ο οποίος υποτίθεται πως θα ανατρέψει μόνος του μία κατάσταση, ενώ η πλειονότητα του απλού κόσμου περιμένει με σταυρωμένα τα χέρια την αλλαγή, δεχόμενη τα γεγονότα ως έχουν. Επίσης γίνεται λόγος για το θέμα του διπλού πράκτορα, για την ηθική που διέπει αυτόν τον ρόλο και για την έλλειψη αξιοπιστίας του. Καθ' όλη τη διάρκεια του βιβλίου παρουσιάζεται το παρελθόν ενός εγκληματία (Λόρδος Βόλντεμορτ) και του πόσο αναγκαία είναι η γνώση του παρελθόντος του για να γίνουν κατανοητά τα κίνητρά του. Φυσικά τονίζεται και η άποψη πως, όσο θρυλικό κι αν έχει γίνει το όνομα ενός εγκληματία και των πράξεών του, στην ουσία τα βαθύτερα κίνητρα είναι μια τραυματική παιδική ηλικία. Επιπλέον, σχολιάζεται η αγωνιώδης προσπάθεια ενός ανθρώπου να ξεφύγει απ' τον θάνατο.
   Στο έβδομο βιβλίο (Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου) τίθεται έντονα το θέμα του θανάτου, της υστεροφημίας και της προσβολής του νεκρού. Η κοινωνία για άλλη μια φορά παρουσιάζεται αδύναμη, έτοιμη να δεχτεί κάθε προσβολή, απειλή και καταπάτηση των δικαιωμάτων της από μια αριστοκρατική κυβέρνηση που έμεινε καιρό στην αφάνεια. Οι μέθοδοί αυτής, που είναι απάνθρωπες και άδικες, στρέφονται κατά της κοινωνίας και οι περιγραφές για το πώς αντιμετωπίζεται ο απλός πολίτης είναι άκρως λεπτομερείς. Ο καθένας προσπαθεί να σώσει τον εαυτό του και την οικογένειά του με δόλο ή δουλοπρέπεια και παρουσιάζονται τα προφίλ πολλών ανθρώπων που κάνουν κάθε είδους παρανομία για να ικανοποιήσουν τις φιλοδοξίες τους.Το φαινόμενο της τρομοκρατίας και του αντίκτυπου που έχει στην κοινωνία περιγράφονται σε βάθος. Η ιδέα της ένοπλης αντίστασης, ακόμα και όταν τα πράγματα φαίνονται απέλπιδα, είναι βασικό θέμα συζήτησης (Χάρι Πότερ - Άμπερφορθ Ντάμπλντορ), καθώς επίσης και η αξία της αυτοθυσίας. Θίγεται εκ νέου το θέμα της στρεψοδικίας και της ανηθικότητας του δημοσιογραφικού κόσμου, που χρησιμοποιείται ως μέσο προπαγάνδας και ως τρόπος εξαφάνισης των πολιτικών αντιπάλων. Ο αμοραλισμός μιας αριστοκρατικής, πεινασμένης για εξουσία, κυβέρνησης φαίνεται κι από τις κρυφές ή δευτερεύουσες ενέργειές της: χρησιμοποιούν στοιχεία του υποκόσμου, κυνηγούς κεφαλών και πληροφοριοδότες για να επεκταθεί η εξουσία τους και ανταμείβουν εγκληματίες με αμνηστία αν πρόσκεινται πολιτικά και συνειδησιακά στα πιστεύω της.
   Από τα παραπάνω στοιχεία -και πιθανώς από άλλα που παρέλειψα- γίνεται φανερό πως ένα βιβλίο φαντασίας μπορεί να έχει πολύ ισχυρά στοιχεία ρεαλισμού και πως μπορεί να αντικατοπτρίζει την κοινωνία μας λεπτομερώς. Ο διαφορετικός/φανταστικός κόσμος είναι απλά η βιτρίνα, πίσω από την οποία κρύβονται πραγματικά προβλήματα. Επίιπροσθέτως, πως ένα βιβλίο που χαρακτηρίζεται παιδικό μπορεί να διατίθεται για μια πιο εμβριθή ανάγνωση από ενήλικες, οι οποίοι μπορούν να το δουν από άλλη οπτική γωνία και να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα.

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018

Βυθισμένες Άγκυρες

   Στο σημερινό άρθρο θα προχωρήσω σε μια ανάλυση και σχολιασμό των στίχων του τραγουδιού Βυθισμένες Άγκυρες. Τους στίχους έχει γράψει ο Οδυσσέας Ιωάννου, ενώ τη μουσική ο Μίλτος Πασχαλίδης. Ο τελευταίος, επίσης, το ερμηνεύει και μάλιστα είναι από τα πιο γνωστά κι αγαπημένα του κομμάτια.
   Για αρχή ας αναφέρω πως είναι ένα πολύ ιδιαίτερο κομμάτι. Ιδιαίτερο μορφολογικά διότι οι στροφές είναι σε πεντάστιχα κι όχι σε τετράστιχα. Έπειτα, ιδιαίτερο νοηματικά, μιας και είναι από τα ελάχιστα μουσικά κομμάτια που ενώ μιλάνε για τον χωρισμό, δεν τον κοιτάνε από την οπτική γωνία του προσώπου που χωρίζεται αλλά από αυτήν του προσώπου που χωρίζει. Είναι σημαντικό φυσικά να υπάρχει κι αυτή η πλευρά, μιας και η υπεράσπισή της έχει υπάρξει πολύ φτωχή στη μουσική, ενώ η δαιμονοποίηση του προσώπου που χωρίζει απροσμέτρητη. Στο παρόν κομμάτι δίνεται η ανθρώπινη πλευρά της απόφασης για χωρισμό. Για να εξηγώ με απλούς όρους θα αναφέρομαι στο πρόσωπο που χωρίζει ως "ο χωριστής", του οποίου η ψυχολογία αναλύεται σε βάθος: 
    Θα κατεβάσω απ’ το ταβάνι σου τα αστέρια
κι όλο τον κόσμο σου θ’ αφήσω χτυπημένο
   Από τους πρώτους κιόλας στίχους ο στιχουργός μας προϊδεάζει για μια μεγάλη ανακοίνωση. Ο χρόνος μέλλοντας σε οριστική (θα κατεβάσω, θ' αφήσω) δεν αφήνει χώρο για αμφιβολία: η ανακοίνωση θα φέρει καταστροφή γιγαντιαίου μεγέθους, η οποία δίνεται με ποιητικό τρόπο: τα αστέρια στο ταβάνι μπορεί να σημαίνουν τις ελπίδες και τα όνειρα που έχει χτίσει το άτομο που αναμένεται ν' ακούσει την απόφαση. Είναι στο ταβάνι διότι τα όνειρά του είναι σε ψηλό και περίοπτο μέρος, εκεί που κοιτάμε όλοι μας όταν ελπίζουμε κι ονειρευόμαστε. Είναι αστέρια διότι φωτίζουν τη ζωή του. Η πτώση τους, δηλαδή η διάψευση όλων των ελπίδων και των ονείρων για το μέλλον, πρόκειται να συγκλονίσει τον κόσμο, τον εσωτερικό κόσμο, του αγαπημένου προσώπου.
ξέρω στα λόγια μου ακονίζονται μαχαίρια
νιώθω να σφίγγουν την ζωή μου κρύα χέρια
και με το θάρρος μου απ’ τα γόνατα κομμένο.
   Στον πρώτο από τους τρεις στίχους γίνεται φανερή η επίγνωση του πόση ζημιά θα κάνουν τα λόγια του χωριστή, αν και ακόμα δεν έχουν δοθεί λεπτομέρειες σχετικά με το περιεχόμενο. Το ακόνισμα του μαχαιριού γίνεται σε πολύ σκληρές επιφάνειες, οπότε αναμένεται να είναι σκληρότατα.
   Στον δεύτερο στίχο γίνεται μια στροφή προς το εσωτερικό του χωριστή. Φαίνεται το μούδιασμα που αισθάνεται με το κακό που πρόκειται να προκαλέσει σ' ένα άτομο που αγαπά. Τα κρύα χέρια που σφίγγουν τη ζωή του δείχνουν πως ξεροκαταπίνει και δυσκολεύεται ν' ανασάνει αλλά και πως το εγχείρημά του θα είναι δυσβάσταχτο και για τον ίδιο.
   Στον τρίτο φαίνονται οι αναστολές του. Δεν πάει με αίσθημα αποφασιστικότητας, αλλά νιώθοντας έτοιμος να καταρρεύσει.
Όμως απόψε πρέπει να τα καταφέρω
δεν έχω δύναμη τα πόδια μου να πάρω
   Υπάρχει νοηματική συνοχή με τους παραπάνω στίχους. Την απόφαση ο ίδιος δε θέλει να πάρει αλλά πρέπει. Έπειτα γίνεται δεύτερη αναφορά στα κάτω άκρα (πόδια) μετά τα γόνατα που αναφέρονται παραπάνω. Η αδυναμία κίνησης προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση είναι χαρακτηριστικό σημάδι απροθυμίας: τα πόδια αρνούνται να εκτελέσουν τις εντολές του εγκεφάλου όταν πρόκειται να οδηγηθούν σε μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση που δημιουργεί μεγάλο άγχος.
μακάρι να `τανε κάπως αλλιώς δεν ξέρω
μακάρι να `τανε και πάλι να σε θέλω
και να σου πω: "σήκω μαζί μου θα σε πάρω"
και να σου πω.....
   Στον πρώτο στίχο υπονοοείται πως, προς υπεράσπιση του χωριστή, δεν υπάρχουν άλλες επιλογές: τις έχει εξαντλήσει όλες προτού φτάσει στην απόφασή του. Μετά την επανάληψη της λέξης "μακάρι" δίνεται αντιφατικό νόημα στον επόμενο στίχο: η έννοια "σε θέλω", αταίριαστη με το "μακάρι", παρουσιάζεται σαν να είναι κάτι που δεν ελέγχει ο ίδιος, μιας και εύχεται να ήταν αλλιώς τα πράγματα. Γενικά η έννοια του "θέλω κάτι" είναι ταυτισμένη με τη βούληση του ενεργούντος προσώπου και τις επιλογές του, όμως εδώ δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Το τι θέλει και τι όχι μοιάζει να είναι εκτός των επιλογών του.
   Παρακάτω φαίνεται το πόσο διαφορετικά πράγματα θα ήθελε να πει αν δεν ήταν μοιραίο να επέλθει ο χωρισμός. Το "μαζί μου" είναι η φράση κλειδί, την οποία δε θα μπορέσει ο χωριστής να εκστομίσει. Σε αυτούς τους 4 στίχους πάντως, δίνονται για πρώτη φορά πληροφορίες σχετικά με το τι ακριβώς πρόκειται να πει το πρόσωπο και γιατί του είναι τόσο δύσκολο. 
Δεν ξέρω ποιον παλεύω να νικήσω
φτάνω στην πόρτα και ζυγίζω την ζωή μου
νιώθω τα μάτια σου να με τραβάνε πίσω
να μ’ αγαπάνε δυο φορές για να γυρίσω
σαν βυθισμένες άγκυρες επάνω στο κορμί μου
   Στο ρεφρέν του κομματιού έχει γίνει ένα χρονικό άλμα: ο χωριστής έχει ήδη πει τα πικρά μα απαραίτητα λόγια στο ερώμενο πρόσωπο, το οποίο έχει πάψει πια να είναι ερώμενο. Είναι ολοφάνερο πως η καταστροφή που αναμενόταν έχει έρθει και ο χωριστής δεν μπορεί να κοιτάξει το άλλο πρόσωπο στα μάτια.
   Στον πρώτο στίχο αναδεικνύεται η σύγχυση εντός του: άραγε ποιον ήθελε να νικήσει; Τον εαυτό του, του οποίου ένα μέρος ακόμα ίσως ήθελε να επιμείνει στη σχέση/αρνιόταν να πάρει την απόφαση ή το ερώμενο πρόσωπο, το οποίο θέλει ακριβώς τα αντίθετα από τον ίδιο; Ποιον νίκησε τελικά η απόφασή του; Και στο κάτω-κάτω ήταν νίκη αυτή;
   Στον δεύτερο ο χωριστής έχει φτάσει ήδη στην πόρτα κι έχει γυρισμένη την πλάτη του στο άλλο πρόσωπο, το οποίο προφανώς τον κοιτάει ανίσχυρο σε μια άθλια κατάσταση. Το σημείο είναι κομβικό: είτε θα περάσει το κατώφλι της πόρτας, το δύσκολο σημείο, και θα φύγει, επικυρώνοντας την απόφασή του, είτε θα επιστρέψει. Είναι συγκλονιστικό αλλά ακόμα και μετά την απόφασή του, ακόμα και μετά την επώδυνη ανακοίνωσή της, ακόμα υπάρχει η δυνατότητα επανόρθωσης και αυτή τον έχει κατακλύσει. Είναι μια απόφαση που αλλάζει ζωές: βρίσκεται σε φοβερό δίλημμα αν πρέπει να κάνει το επόμενο βήμα μπροστά ή ένα βήμα πίσω.
   Η δύναμη του βλέμματος εξαίρεται στον επόμενο στίχο. Ο χωριστής, που δεν έχει οπτική επαφή με τα (πιθανότατα δακρυσμένα) μάτια του ατόμου που πλήγωσε, νιώθει την αόρατη ελκτική τους δύναμη. Η ανάγκη του πρώην ερώμενου προσώπου για ανάκληση της απόφασης είναι σαν μια παρουσία ανάμεσά τους, μια δύναμη που δεν τον αφήνει να φύγει, κρατώντας τον καθηλωμένο στην πόρτα.
   Η δύναμη αυτή αποδίδεται με έναν πολύ όμορφο τρόπο παρακάτω: η αγάπη γίνεται μια δύναμη μετρήσιμη, υπολογίσιμη. Η αγάπη, δύο φορές ισχυρότερη, ίσως είναι αρκετή για να τον φέρει πίσω.
Σε μια μοναδική εικόνα, τα δυο μάτια έχουν γαντζωθεί πάνω του σαν άγκυρες και τον καλούν να επιστρέψει. Το επίθετο "βυθισμένες" δείχνει πόσο βαθιά τον έχουν επηρεάσει τα αισθήματα του ερώμενου προσώπου. Δεν είναι απλά ότι το άλλο πρόσωπο έριξε τις άγκυρες για να προσπαθήσει να τον αιχμαλωτίσει αλλά ότι έχουν βρει βυθό, δηλαδή τα βαθύτερα σημεία του είναι του. Αυτή η σκηνή που διαρκεί δευτερόλεπτα και μάλιστα είναι βουβή, γεμάτη προσμονή και πάθος, είναι εμβληματική: είναι η πεμπτουσία των στίχων και του νοήματος γενικότερα. Σημειωτέον ότι στο ίδιο το ρεφρέν δε δίνεται λύση στο δίλημμα.
Βγαίνω στο δρόμο και σκουπίζω τα αίματά σου
κι όσα σου είπα δεν μπορώ να τα πιστέψω
"να μην ξεχάσεις να πιαστείς απ’ τα όνειρά σου"
"να μην φοβάσαι η ζωή είναι μπροστά σου"
πόσες βλακείες είπα για να ξεμπερδέψω
   Στο δεύτερο κουπλέ γίνεται ξεκάθαρο το πού κατέληξε ο χωριστής. Έχει φύγει, αφήνοντας πίσω του τις ελπίδες για επανένωση. Η εικόνα του ρεφρέν είναι πια παρελθόν, ανάμνηση, και η επιστροφή στον δρόμο, στον έξω κόσμο τον απομακρύνει από εκείνο το κλειστό σύμπαν των δυο τους: έχει επανέλθει στην πραγματικότητα, όπου άλλοι άνθρωποι, αδιάφοροι για το δράμα που μόλις εκτυλίχθηκε, συνεχίζουν τη ζωή τους. Το ίδιο κάνει κι εκείνος, σκουπίζοντας -συμβολικά πάντα- τα αίματα που πετάχτηκαν στο πρόσωπό του όταν πλήγωσε το άτομο για το οποίο τρέφει τόση αγάπη.
   Η ανάμνηση της σκηνής αυτής μοιάζει πια σαν ένα κακό όνειρο. Αν και τα λόγια έχουν ειπωθεί, είναι δύσκολο να τα εκλάβει ως πραγματικά. Τα ανακαλεί στο μυαλό του και του μοιάζουν κενά, γενικόλογα κι ανούσια. Όμορφες λέξεις που δε σημαίνουν τίποτα, αφού ο ίδιος έριξε ταφόπλακα στη σχέση, οδηγώντας το άλλο πρόσωπο σε αδιέξοδο. Όλα αυτά κωδικοποιούνται στη λέξη "βλακείες" -ή μαλακίες, όπως ακούγεται στις ζωντανές εκτελέσεις του κομματιού. Και τώρα που ξεμπέρδεψε, όλα πια είναι παρελθόν. Το λεξιλόγιο αυτού του κουπλέ δείχνει πόσο σκλήρυνε κι ο ίδιος μετά την τόση συναισθηματική ένταση.