Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Πάνος Βλάχος - Μαθήματα Ζωής

Πάνος Βλάχος

Υπάρχουν άνθρωποι πολυτάλαντοι. Όταν αφοσιώνονται στην τέχνη τους, το αποτέλεσμα είναι ξεχωριστό. Έπειτα, ανακαλύπτεις ότι έχουν περισσότερα ταλέντα από το ένα αυτό. Στο συγκεκριμένο τραγούδι και βίντεο, είδα τον Πάνο Βλάχο σε μια μοναδική ερμηνεία. Πέρα από ηθοποιός, είναι ικανοποιητικός και στα φωνητικά. Επίσης, οι χορευτικές του κινήσεις είναι αντιπροσωπευτικές του τι διαδραματίζεται και βγάζουν συναίσθημα. Σε συνδυασμό με τις εκφράσεις του προσώπου του, δημιουργούν ένα αποτέλεσμα ιδιαίτερο. Και μετά, μαθαίνεις πως έγραψε ο ίδιος τους στίχους. Νομίζω πως αξίζει ένα άρθρο γι' αυτούς, ακόμα κι αν η ερμηνεία μου πέσει έξω.

Ζωή

μπορώ να σου μιλήσω κάτι να σε ρωτήσω και θα σ’ αφήσω θέλω να μου κάνεις μαθήματα ζωής να μου μάθεις πώς να ζεις να μην με προσπερνά κανείς Αυτό θέλω να ερωτευτώ χωρίς να λερωθώ μην βαρεθώ και στεναχωρηθώ να ηγηθώ χωρίς να παρεξηγηθώ
Οι στίχοι ξεκινούν με μια προσωποποίηση. Η ίδια η Ζωή παρουσιάζεται σαν μια δασκάλα, στην οποία προστρέχει ο αδαής νεαρός για να λάβει μαθήματα. Διστακτικά, καθώς η Ζωή στο μυαλό του είναι μάλλον μια ντίβα που δε σηκώνει πολλά-πολλά. Η ίδια του η σκέψη και παρουσίαση, επιτρέπει τη σαρκαστική ερμηνεία, κάτι που φαίνεται καλύτερα παρακάτω. Τη σαρκαστική αυτή προσέγγιση θα την καταγράφω με διαφορετικό χρώμα, όπου την εντοπίζω να ξεχωρίζει από την κυριολεκτική ερμηνεία.. Οι επιθυμίες του συγκεκριμενοποιούνται αμέσως μετά. Ο νεαρός είναι φιλόδοξος (να μην με προσπερνά κανείς), ρομαντικός (Αυτό θέλω να ερωτευτώ) και ιδιαίτερα ευαίσθητος ή φυγόπονος (χωρίς να λερωθώ / μην βαρεθώ και στεναχωρηθώ). Τέλος, ένας ονειροπόλος ιδεολόγος, που θα ήθελε να ζει σ' έναν καλύτερο κόσμο (να ηγηθώ χωρίς να παρεξηγηθώ).

Μαντάμ θέλω να γλιτώσω απ' τα αισθηματικά σαρδάμ να γίνω σαμποτέρ σε ασανσέρ που πάει μόνο πάνω να μάθω να μην χάνω το πρωί θα 'μαι μποξέρ που ειδικεύεται στα χάδια μακιγιέρ θα 'μαι τα βράδια θα 'χω νεσεσέρ με κοντέρ που μετράει πληγές κρύβει μελανιές
Αμέσως μετά φανερώνει τις αδυναμίες του (θέλω να γλιτώσω απ' τα αισθηματικά σαρδάμ) και μέσα στον γρήγορο ρυθμό του, κοινοποιεί τους ευσεβείς πόθος του. "να γίνω σαμποτέρ σε ασανσέρ / που πάει μόνο πάνω", όπου φαντάζομαι πως εννοεί την αέναη και ανεξέλεγκτη (οικονομική άραγε; ) ανάπτυξη, καθότι μοιάζει τρομακτική. Αν το εκλάβουμε σαρκαστικά/ειρωνικά, μπορεί να φανερώνει τη ζηλοφθονία των ανθρώπων, που ενοχλούνται από την εξέλιξη των άλλων και βάζουν στόχο τους να καταστρέψουν κάποιον επιτυχημένο.
Η αθώα του σκέψη ακολουθεί (το πρωί θα 'μαι μποξέρ που ειδικεύεται στα χάδια), ενώ αμέσως παρακάτω αφουγκράζεται τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα της κακοποίησης, τα οποία θα ήθελε να σβήσει. Αλλιώς, ίσως υποδηλώνει πως οι άνθρωποι δεν έχουν πρόβλημα με την ίδια την κακοποίηση αλλά μόνο με τη δημοσιοποίησή της (κρύβει μελανιές για να γλιτώσει τις συνέπειες).

σωφέρ σε τρακτέρ χωρίς αμορτισέρ θέλω να γίνω μοντέρ να σε βάλω ζωή σε σειρά μια τελευταία φορά ν’ ακούσω κάτι που να μ’ αφορά
Εδώ φαίνεται η παιδική και ονειροπόλα του προσέγγιση (σωφέρ σε τρακτέρ χωρίς αμορτισέρ) καθώς οι ρίμες σε -έρ συνεχίζονται σ' ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο.
Η ιδέα του μοντέρ της ζωής είναι ιδιαίτερα γοητευτική, καθώς ο καθένας μας θα ήθελε να μπορεί να έχει τη ζωή (τη δική του ή γενικότερα) υπό έλεγχο. Ειρωνικά, μπορεί να δείχνει την απέλπιδη προσπάθεια του ανθρώπου να ελέγξει την ανεξέλεγκτη ζωή, προκειμένου να γευτεί για λίγο τον καρπό που θα θρέψει τον εγωισμό του (ν' ακούσω κάτι που να μ' αφορά).

Θέλω να με μάθεις να δίνομαι να γίνομαι το κάτι άλλο θέλω να κάνω σάλο να με λεν μεγάλο στη μικρή οθόνη ζωή πληρώνει αυτό που σε πληγώνει θέλω να 'μαι αυτό που με πορώνει ένα πιόνι στην αγχόνη που στο τέλος τη γλιτώνει
Η ανάγκη του να δοθεί κάποιος, χωρίς φρένα και στεγανά, παρουσιάζεται παρακάτω. Άνθρωποι που δεν έχουν μάθει να ζουν έτσι (άβγαλτοι ή καχύποπτοι, που έχουν μάθει να ζούνε με τον φόβο; ) αλλά και άνθρωποι που έχουν πληγωθεί και πρέπει να ξαναμάθουν να δίνονται, σε έναν αγώνα να χτίσουν ξανά την εμπιστοσύνη προς τους ανθρώπους.
Έπειτα, είναι η ανάγκη για μια θέση στον ήλιο (να γίνομαι / το κάτι άλλο / θέλω να κάνω σάλο / να με λεν μεγάλο στη μικρή οθόνη), η οποία παρουσιάζεται αφειδώς. Ειδάλλως, η ματαιοδοξία.
Τέλος, έχοντας συναίσθηση των παθών του, αναφέρεται στην ανάγκη μας να καταπιανόμαστε και να αναζητούμε πράγματα, ανθρώπους ή καταστάσεις που μας πληγώνουν (πληρώνει αυτό που σε πληγώνει). Στην επιθυμία του να γίνουμε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας (θέλω να 'μαι αυτό που με πορώνει), αλλά και στο να αποφεύγουμε τα μοιραία λάθη και τα αδιέξοδα, παρά τις αδυναμίες μας (ένα πιόνι στην αγχόνη που στο τέλος τη γλιτώνει).

Θέλω να μου κάνεις μαθήματα ζωής να με καταλάβεις κι αλήθεια να μου πεις
Το ρεφρέν είναι στην ουσία μια παράκληση. Δείχνει αδυναμία, καθώς παρακαλάει για γνώση και κατανόηση, αλλά και δύναμη, μιας και είναι αποφασισμένος να μάθει την αλήθεια, χωρίς φίλτρα.
Άλα! Αλλά; Ζητάω πολλά; Θέλω να γίνω ποίηση χωρίς συνείδηση εύκολα, ξέκωλα ξεκόλλα κι άκου δεν μπορώ να μην σε σκέφτομαι δεν μπορώ και να σε σκέφτομαι
Το δεύτερο μέρος είναι αρκετά πιο βαθύ από το πρώτο. Θα έλεγα πως, μιας και το ίδιο το καλλιτέχνημα μιλάει για τη ζωή, όλη η ροή είναι η χρονική περίοδος της ζωής, από την αρχή προς το τέλος της. Εδώ βλέπουμε τα συναισθηματικά αδιέξοδα ενός νέου ενήλικα.
Σε μια ηλικία που βιάζεται και θέλει πολλά, που θέλει ποιότητα αλλά και απλότητα, που ζητά την αποστασιοποίηση από τη ζωή αλλά και την επαφή μαζί της. Εναλλακτικά, μπορούμε να δούμε τη νεότητα ως μια ηλικία με ροπή προς την έλλειψη ποιότητας και με τάσεις χυδαιότητας.
ναι σου ζητάω χάρη έχω διπλοπαρκάρει το εγώ μου στο άπειρο σε θέση για συναισθηματικά ανάπηρο

Οι επόμενοι στίχοι είναι πραγματική ποίηση, στα μάτια μου. Δύσκολα ερμηνεύσιμοι. Σε μια προσπάθεια ερμηνείας, θα έλεγα πως το διπλοπαρκάρισμα του εγώ στο άπειρο σημαίνει μια διαφορετική θέαση του εαυτού μας κατά τη διάρκεια της ενηλικίωσης, η οποία απαιτεί να πατάμε τα όριά μας, φτάνοντας μέχρι και την παραβατικότητα. Αυτό πολλάκις απαιτεί να μπούμε στη θέση όσων διαφέρουν από εμάς, προσπαθώντας να φτάσουμε στην αυτογνωσία (σε θέση για συναισθηματικά ανάπηρο).
Αλλιώς, ο συνεχής κι ανοιχτός αγώνας για την υπερίσχυση έναντι των άλλων (διπλοπαρκάρισμα), μια συνήθης τάση της νεότητας, απαιτεί εγωισμό, ίσως και αλαζονεία (το εγώ μου στο άπειρο). Αυτό προϋποθέτει ισχυρογνωμοσύνη αλλά και περιφρόνηση των απόψεων των άλλων, σε μια έξαρση επαναστατικότητας (σε θέση για συναισθηματικά ανάπηρο). τον κόσμο όλο γύρισα και μυρωδιά καμία στην Λαμία πότε θα 'ρθεις; στα κλαρίνα Αύγουστο μήνα πίσω απ’ την εκκλησιά θα στα μάθω ούλα ουρλιάζει η γουρουνοπούλα απάν στην Λαμαρίνα φίνα! έλα και με θέρισε η πείνα με κινόα κανείς δεν έκανε κομπίνα το δάκρυ πνίχτο και κρύφτο Ηλία ρίχτο και δεν θα το μάθουν στην Αθήνα
Στο σημείο αυτό δε χωράει παρερμηνεία. Κατακρίνει τα κακώς κείμενα της ελληνικής παράδοσης και την έλλειψη επιπέδου (κλαρίνα), χυδαιότητα (πίσω απ’ την εκκλησιά θα στα μάθω ούλα), καθώς και τη λαιμαργία, που στερεί τη ζωή από τα ζώα για να ικανοποιήσει τις ορέξεις μας (ουρλιάζει η γουρουνοπούλα, έλα και με θέρισε η πείνα / με κινόα κανείς δεν έκανε κομπίνα).
Τέλος, καταδεικνύει την αδιαφορία και την απάθεια των ανθρώπων προς τα κοινωνικά ζητήματα (το δάκρυ πνίχτο και κρύφτο).
Συνεχίζοντας, όμως, την ερμηνεία του έργου ως θέαση της ζωής, μπορώ να το ερμηνεύσω ως τη φάση της ηλικίας των τριάντα, όπου η επαναστατικότητα μετατρέπεται σε χαλάρωση, βόλεμα και μια επιστροφή προς την όποια παράδοση, ανάγκη για την οποιαδήποτε κοινωνικοποίηση και την ανάλογη απάθεια προς όποια ζητήματα έκαιγαν τον νεανικό εαυτό μας.
Μια τρελή θεωρία, η οποία δε νομίζω πως ήταν στο μυαλό του στιχουργού, είναι η εξής: πως, σε αυτή τη στιγμή γίνεται αναφορά στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. 1: Οκνηρία (στα κλαρίνα / Αύγουστο μήνα). 2. Λαγνεία (πίσω απ’ την εκκλησιά θα στα μάθω ούλα). 3. Λαιμαργία (ουρλιάζει η γουρουνοπούλα). 4. Απληστία (με κινόα κανείς δεν έκανε κομπίνα). 5. Φθόνος (το δάκρυ πνίχτο και κρύφτο). 6. Οργή (Ηλία ρίχτο). 7. Υπεροψία (και δεν θα το μάθουν στην Αθήνα). Μάλλον παρατραβηγμένο αλλά άξιζε να το γράψω!
θα σου 'χω στην ποδιά πανέρια για να φύγει η μιζέρια ό,τι θέλεις θα σου δώσω δεν θα σε προδώσω ποτέ πότε;
Ακολουθούν τα τάματα προς την προσωποποιημένη Ζωή. Μεγάλα λόγια, κούφια μάλλον, που αρμόζουν πάλι στον φιλόδοξο νέο ενήλικα. Μαζί και η υπόσχεση που μάλλον δε θα τηρηθεί ποτέ. Αν ήταν να τηρηθεί, δε θα υπήρχε η ανάγκη να ειπωθεί ρητά.
Πότε-πότε θα σου γράφω και σουξέ ο λαός τραγούδι θέλει ψέματα και τσιφτετέλι θα χειροκροτήσω με αντρίλα την ξεφτίλα θα 'χω βάλει και αρβύλα ε, ρε νίλα μίλα με τόσο φως γιατί δεν φεύγει η μαυρίλα;
Η κατάκριση της ελληνικής νοοτροπία συνεχίζεται, πλέον ανοιχτά (ο λαός τραγούδι θέλει ψέματα και τσιφτετέλι). Τονίζεται η εμμονή με την αρρενωπότητα (θα χειροκροτήσω με αντρίλα την ξεφτίλα), τον μιλιταρισμό (την ξεφτίλα θα 'χω βάλει και αρβύλα) και την απέλπιδη προσπάθεια του συντηρητικού σαραντάρη να κατανοήσει γιατί όλα πάνε στραβά (ε, ρε νίλα / μίλα / με τόσο φως γιατί δεν φεύγει η μαυρίλα; ).
Θέλω να μου κάνεις μαθήματα ζωής να με καταλάβεις κι αλήθεια να μου πεις πιστεύω ναι πιστεύω στις φήμες στις εύκολες ρίμες πιστεύω και νηστεύω ληστεύω το σόι μου θα 'ταν αγένεια έξω από την οικογένεια λέω ψέματα για το μπόι μου εντάξει ζωή δεν είμαι ένα ενενήντα και μια φορά σε είπα Λίντα λάθος φταίει το πάθος που τα μπερδεύω και αγριεύω όχι στο αφεντικό σε κάνα νηστικό πακιστανό κάνω τον τρανό σανό δεν τρώω εγώ είμαι υπερήφανος που είμαι Ελλλοχίμ πριμ θα πάρω μοναχός μου που βγήκα δεύτερος κι άλλος κανείς δεν έτρεχε εμπρός μου Παρακάτω δίνεται η ακόμα μεγαλύτερη κατάπτωση του ενήλικα. Μου μοιάζει σαν να αναφέρεται στην ηλικιακή κατηγορία των πενήντα. Αναφέρεται στα κοινά μοτίβα της συνωμοσιολογίας (πιστεύω στις φήμες), της έλλειψης ποιότητας (στις εύκολες ρίμες), στη θρησκοληψία (πιστεύω και νηστεύω), στην κουτοπονηριά και μοχθηρία (ληστεύω το σόι μου), με την ανάλογη ειρωνεία (θα 'ταν αγένεια / έξω από την οικογένεια). Αναφέρει τα συμπλέγματα κατωτερότητας που εμφανίζονται (λέω ψέματα για το μπόι μου), την απάτη (και μια φορά σε είπα Λίντα / λάθος) με την ανάγκη συγκάλυψης (φταίει το πάθος). Έπειτα, σαρκάζει τον ρατσισμό, που έρχεται μαζί με δουλοπρέπεια προς τους δυνατούς (τα μπερδεύω και αγριεύω / όχι στο αφεντικό / σε κάνα νηστικό πακιστανό / κάνω τον τρανό). Ταυτόχρονα, κοροϊδεύει τη νοοτροπία του άμυαλου που νιώθει παντογνώστης (σανό δεν τρώω εγώ), του εθνικιστή που κρύβεται πίσω από την έννοια του πατριωτισμού (είμαι υπερήφανος που είμαι Ελλ...ηνας; ) και που στην πραγματικότητα πιστεύει στα πιο γελοία παραμύθια (Ελλλοχίμ) και ενώ κόπτεται για την ανωτερότητά του, στην ουσία γνωρίζοντας πως είναι κατώτερος, χρησιμοποιεί την κουτοπονηρία για να κερδοσκοπήσει (πριμ / θα πάρω μοναχός μου / που βγήκα δεύτερος).

τέτοια χώρα εγώ δεν είδα τέτοια όμορφη πατρίδα κι ο θεούλης ο δικός μου ο καλύτερος του κόσμου κι η καλύτερη η ράτσα η μελαχρινή μου φάτσα ταράτσα μπουγάτσα και ντρόγκα Ζητείται vegan παππάς για μαθήματα γιόγκα
Εδώ ενισχύεται η παραπάνω κατηγορία, καθώς τα συμπλέγματα κατωτερότητας υπερτονίζονται με τον τοπικισμό (τέτοια χώρα εγώ δεν είδα / τέτοια όμορφη πατρίδα, ), τη θρησκευτική ανάγκη του να νιώθουμε ο περιούσιος λαός (κι ο θεούλης ο δικός μου / ο καλύτερος του κόσμου) χωρίς φυσικά να υπάρχει δείγμα αυτοκριτικής ή αυτογνωσίας (κι η καλύτερη η ράτσα / η μελαχρινή μου φάτσα).
Η τρολιά που ακολουθεί ίσως είναι το αντιστάθμισμα για όλα τα παραπάνω. Δεν ξέρω για τον Πάνο Βλάχο, εγώ θα τη χρειαζόμουν πάντως.
Θέλω ένα τραγούδι χωρίς τραύμα μια συμμετοχή σε θαύμα θέλω να αλλάξω τον κόσμο αρκεί να μην αλλάξω εγώ. Ε, ας αλλάξει ο κόσμος Ζητείται διανοούμενος που θέλει να εφαρμόσει τις ιδέες του
Η νοοτροπία αυτή συνεχίζεται. Εδώ μου έρχεται στον νου η ηλικία των εξήντα, με την κακή ελληνική νοοτροπία να χειροτερεύει. Η αντιπροσωπευτική μουσική είναι ένας αδιάκοπος νταλκάς (Θέλω ένα τραγούδι χωρίς τραύμα), η θρησκευτική υστερία δεσπόζει (μια συμμετοχή σε θαύμα) και ο υπέρμετρος εγωισμός που δείχνει και μια έλλειψη επίγνωσης της πραγματικότητας (θέλω να αλλάξω τον κόσμο / αρκεί να μην αλλάξω εγώ. / Ε, ας αλλάξει ο κόσμος) έχει την τιμητική του. Παράλληλα, σαρκάζεται και η έννοια του διανοούμενου, που είναι πολύ καλός στη θεωρία αλλά δε διατίθεται να κάνει καμία πρακτική εφαρμογή (Ζητείται διανοούμενος που θέλει να εφαρμόσει τις ιδέες του).
Θέλω να μου κάνεις μαθήματα ζωής κι εγώ θα σε πληρώσω όσο-όσο να μου μάθεις για τον Osho, ωστόσο θέλω να διαλογιστώ με τον Χριστό, χτες απάτησα με τ’ αμάξι μια Αγία αδικία ή διαολεμένη συγκυρία σήμερα βρήκε ο Θεός να κάνει απεργία;
Είναι η σειρά της γεροντικής ηλικίας. Η απελπισμένη ανάγκη για σωτηρία οδηγεί στα μονοπάτια των σοφών (κι εγώ θα σε πληρώσω όσο-όσο / να μου μάθεις για τον Osho), αλλά πάντα με την ανάγκη του υπερήλικα να γίνονται όλα με τους δικούς του όρους (ωστόσο / θέλω να διαλογιστώ με τον Χριστό), αν και οι δικοί του όροι δεν είναι κάτι που πιστεύει ειλικρινά (χτες απάτησα με τ’ αμάξι μια Αγία). Η ευθυνοφοβία συμβαδίζει φυσικά και το φταίξιμο (μιας ζωής γεμάτης "αδικίες" ίσως; ) ρίχνεται σε έννοιες αόριστες (αδικία ή διαολεμένη συγκυρία / σήμερα βρήκε ο Θεός να κάνει απεργία; )
Δε φταίω εγώ το σύστημα φταίει κόβει και τα μοιράζει δικάζει διχάζει Δε φταίω εγώ ο άλλος όχι ο δικός μου ο κάλος θέλω να νικήσω το κατεστημένο, το κλεμμένο, το χαμένο, το καμένο
Εδώ, στο προτελευταίο σημείο του έργου, ανιχνεύω παράπονα και αξίες που διέπουν όλες τις ηλικίες. Από την άλλη, μοιάζει με τελικό απολογισμό καθώς ο άνθρωπος έρχεται πια αντιμέτωπος με την ίδια τη Ζωή στο τέλος της πορείας του. Η ανάγκη να αποδείξει κάποιος πως δε φταίει (Δε φταίω εγώ) διότι φταίει κάποια άλλη δύναμη, ανώτερη απ' τον ίδιο (το σύστημα φταίει / κόβει και τα μοιράζει / δικάζει / διχάζει), κάτι που δηλώνεται ρητά (Δε φταίω εγώ / ο άλλος / όχι ο δικός μου ο κάλος). Τέλος, μια πανίσχυρη ή ανίσχυρη οργή, που δίνεται πια σε όλο της το μένος (θέλω να νικήσω το κατεστημένο, το κλεμμένο, το χαμένο, το καμένο).
λυπάμαι Ζωή Ζωή φοβάμαι μην το κατεστημένο είναι καλύτερο από αυτό που περιμένω

Και πάνω στο τέλος, δίνεται η ίδια η αγωνία για το άγνωστο μέλλον. Εδώ νομίζω πως ο στιχουργός εκφράζει τον μεγαλύτερο φόβο του, χωρίς σαρκασμούς και ειρωνείες. Μια ζωή γεμάτη αγώνες, αντιπαραθέσεις και διαφωνίες, η οποία ίσως οδηγήσει σε μια κατάσταση χειρότερη. Η αντίδραση προς τη συνήθεια και το κατεστημένο ίσως οδηγήσει σε κάτι που δεν το φανταζόταν και αυτό είναι κάτι που γιγαντώνει τη λύπη και τον φόβο.

Συνολικά, ένα έργο με πολλά νοήματα και ερμηνείες. Σε άλλα σημεία του πιο υπαινικτικό, σε άλλα πιο ευθύ, χαρακτηρίζει μια ολόκληρη νοοτροπία και χαρακτηρίζεται από ευαισθησία, χιούμορ και καλαισθησία. Ως άνθρωπος και ως υπηρέτης της τέχνης, όπως τολμώ να αποκαλώ τον εαυτό μου, μπορώ να πω με σιγουριά πως ο Πάνος Βλάχος μου έδωσε μαθήματα ζωής. Ασχέτως του αν πραγματικά τα κατάλαβα.

Όσο για τον Όσσο που αναφέρθηκε, αξίζει να διαβάσει κανείς ρητά που του αποδίδονται, σε αυτόν τον σύνδεσμο: https://www.gnomikologikon.gr/authquotes.php?auth=2143

Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

Περί φιλαναγνωσίας - Συνέντευξη με τη Ροδάνθη Λάκκα

Στη νέα σειρά άρθρων με τίτλο "Περί φιλαναγνωσίας", ασχολούμαι ενεργά με το τι σημαίνει βιβλίο, ρωτώντας άτομα του χώρου. Πρώτη στο ταξίδι αυτό η Ροδάνθη Λάκκα, που διαχειρίζεται το blog www.booksandrosesblogspot.wordpress.com.

Τα διάφορα χρώματα στις ερωτήσεις οριοθετούν το θέμα συζήτησης. 
Μπλε= Ατόφια φιλαναγνωσία
Πράσινο= Ελληνική λογοτεχνία
Κόκκινο= Ξένη λογοτεχνία
Μωβ= Ερωτήσεις προσωπικές/ελεύθερες

1. Για αρχή, πείτε μας λίγα λόγια για εσάς και τη σχέση σας με το βιβλίο.

         Ονομάζομαι Ροδάνθη, είμαι 21 χρονών και είμαι από τη Θεσσαλονίκη. Σπουδάζω φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και στον ελεύθερο μου χρόνο γραφώ ποίηση - κατά κύριο λόγο- και ασχολούμαι με το blog μου www.booksandrosesblogspot.wordpress.com. Ξεκίνησα να διαβάζω από την ηλικία των πέντε, ωστόσο το διάβασμα μου δεν ήταν συστηματικό και δεν μου είχε γεννηθεί η ανάγκη να διαβάσω περισσότερο ούτε και η μεγάλη αγάπη για το βιβλίο. Η ανάγκη αυτή μου γεννήθηκε κατά την εφηβεία, στα δεκατέσσερα. Οι ψυχολογικές διακυμάνσεις κατά την εφηβική ηλικία και όλες οι αλλαγές που αντιμετωπίζει ένας έφηβος με ώθησαν στο διάβασμα. Για εμένα το διάβασμα ήταν και είναι ένα καταφύγιο. Μία στιγμή μοναδικά δική σου που έχεις τη δυνατότητα να αναπνεύσεις και να ονειρευτείς δίχως ΠΡΈΠΕΙ και συμβιβασμούς. Στα δεκαέξι, που άρχισα να γράφω ποίηση, η αγάπη για το βιβλίο έγινε ακόμα μεγαλύτερη. Διάβαζα πιο συνειδητά και πιο επιλεκτικά χωρίς να είμαι βέβαια προκατειλημμένη απέναντι σε κανένα είδος. Το διάβασμα ήταν πλέον κομμάτι του εαυτού μου!

      2. Φιλαναγνωσία σημαίνει…

          Αυτό που διαβάζεις να σε γεμίζει και να σε ταξιδεύει, ό,τι και αν είναι αυτό!

3. Ποιες είναι οι αγαπημένες σας κατηγορίες βιβλίου;

    Ποίηση, Μυθιστόρημα του Φανταστικού, Ιστορικό Μυθιστόρημα.

4. Τι σας ωθεί να διαβάσετε ένα βιβλίο; Εξώφυλλο, σύνοψη, κριτικές, προτάσεις φίλων; Κάτι άλλο;

   Νομίζω πως την πρώτη εντύπωση την κλέβει το εξώφυλλο, αυτό είναι το πρώτο που κοιτάω σε ένα βιβλίο. Αν μου κεντρίσει το ενδιαφέρον προχωράω στην περίληψη, αν με κερδίσει η περίληψη, το αγόρασα. Οι κριτικές σπάνια θα με κάνουν να διαβάσω ένα βιβλίο. Συνήθως τα βιβλία με «καλή» φήμη, γεγονός που προκύπτει από σωστό marketing, με απογοητεύουν, δεν είναι πάντα αυτό που περιμένω. Έπισης, σημαντικό ρόλο παίζει η ψυχολογία και η κούραση που μπορεί να με βαραίνουν εκείνη την περίοδο. Δεν μπορείς συνεχώς να διαβάζεις «δύσκολα» ή συνεχώς πιο «ανάλαφρα» βιβλία.



5. Οι Έλληνες διαβάζουν περισσότερο ή λιγότερο από παλιά;
    
   Θέλω να πιστεύω πως τα τελευταία δέκα χρόνια ο κόσμος άρχισε να διαβάζει περισσότερο παρά την έντονη προσκόλληση όλων με την τεχνολογία. Το ευρύ πλέον φάσμα της λογοτεχνίας τόσο σε είδος αλλά και σε ύφος έχει κάνει τη λογοτεχνία πιο προσιτή στους αναγνώστες, καθώς αν ψάξεις, θα βρεις αυτό που θα σου ταιριάζει αναγνωστικά. Ωστόσο, λόγω οικονομικής κρίσης και της μετέπειτα οικονομικής κατάστασης στη χώρα (μιλάω για Ελλάδα) οι αναγνώστες δεν ξοδεύουν τόσα χρήματα σε βιβλία, όσα θα μπορούσαν να διαθέσουν στο παρελθόν.

6. Ποιο είναι το καλύτερο στοιχείο στην ελληνική λογοτεχνία του σήμερα;

   Ένα από τα καλά της ελληνικής λογοτεχνίας είναι πως υπάρχει πλέον μεγάλη ποικιλία βιβλίων και συγγραφέων για να επιλέξεις, κι ας φαίνεται μικρή η ελληνική αγορά μπροστά στην ξένη. Επίσης, υπάρχει ένα μεγάλο κύμα νέων συγγραφέων που μπορεί οι αναγνώστες να είναι κάπως επιφυλακτικοί απέναντί τους αλλά υπάρχουν «διαμαντάκια» ανάμεσα σε αυτό το κύμα που θα σε εκπλήξουν ευχάριστα!

7.  Ποιο είναι το χειρότερο στοιχείο στην ελληνική λογοτεχνία του σήμερα;

    Σε αντίθεση με την απάντησή μου στην προηγούμενη ερώτηση, η οποία ήταν και η θετική πλευρά της μεγάλης ποικιλίας στο λογοτεχνικό χώρο, είναι πως πλέον μπορεί να εκδώσει το βιβλίο του ο οποιοσδήποτε. Αυτό σημαίνει πως μέσα σε μία μεγάλη αγορά θα βρεις ναι μεν εξαιρετικά έργα αλλά και αρκετά έργα που υπό άλλες συνθήκες δε θα άξιζαν να εκδοθούν. Δεν υπάρχει πλέον κάποιο όριο που να χαρακτηρίζει το «καλό» βιβλίο από το «λιγότερο» καλό (χωρίς απαραίτητα να είναι αυτό αυστηρό). Αυτό βέβαια δείχνει και την κατάσταση που επικρατεί στη λογοτεχνική κοινότητα και κυρίως μεταξύ των εκδοτικών, αυτοί είναι που κατευθύνουν τα πράγματα και δυστυχώς δεν είναι λίγοι οι εκδοτικοί που επί πληρωμή, ευχαρίστως θα εξέδιδαν το βιβλίο σου. Όχι πως δεν υπάρχουν βέβαια και εκδοτικοί που σέβονται το αναγνωστικό κοινό.

8. Προτιμάτε την παλιά γενιά Ελλήνων λογοτεχνών ή τη νέα; Γιατί;

   Θεωρώ πως κάθε γενιά λογοτεχνών έχει τη χάρη της και προσφέρει κάτι το μοναδικό. Στις παλαιότερες  γενιές βλέπουμε μία πιο παραδοσιακή γραφή, κατά διαστήματα η χρήση της καθαρεύουσας κυριαρχεί, γεγονός που έκανε και ίσως κάνει και τώρα, πιο απρόσιτη τη λογοτεχνία εκείνης της εποχής. Βέβαια, οι παλαιότερες γενιές επεξεργάζονταν σε τεράστιο βαθμό τα κείμενά τους, το οποίο έδινε και το αντίστοιχο αισθητικό αποτέλεσμα, το οποίο εκτιμώ ιδιαίτερα. Ακόμα, τα θέματα παλαιότερων συγγραφέων είναι πιο απλά, κυρίως καθημερινής φύσεως αλλά ταυτόχρονα και πιο αγνά, κάτι που καθιστά τη λογοτεχνία των παλαιότερων λογοτεχνών πολύ όμορφη.
   Από την άλλη μεριά, η νέα γενιά λογοτεχνών έχει νέες, φρέσκιες ιδέες στη γραφή. Τα θέματα ποικίλουν, γράφουν για θέματα που παλαιότεροι συγγραφείς δεν τολμούσαν να γράψουν για αυτά, κυρίως γιατί ήταν πολύ προκλητικά για την εποχή. Σήμερα γράφουν και λένε ό,τι τους απασχολεί απροκάλυπτα. Δεν υπεκφεύγουν, ούτε μιλούν έμμεσα. Μπορεί η γλώσσα να είναι πιο απλή ορισμένες φορές αλλά οι ιστορίες που πλάθει η νέα γενιά λογοτεχνών σε ταξιδεύουν και σε κάνουν να νιώθεις πιο ζωντανός. Επομένως, δε θα έλεγα πως μπορώ να διαλέξω κάποια από τις δύο.

9. Πιστεύετε ότι οι Έλληνες λογοτέχνες έχουν να προσφέρουν στον χώρο ή γράφουν από φιλοδοξία/ματαιοδοξία;

    Πιστεύω πως πάντα υπάρχουν κάποιοι που γράφουν και θα γράφουν  από φιλοδοξία, αν και δεν πιστεύω πως το να είσαι φιλόδοξος είναι κακό πράγμα. Πιστεύω, ωστόσο, δίχως αμφιβολία πως οι Έλληνες λογοτέχνες έχουν να προσφέρουν πολλά στο χώρο. Κάθε μέρα εκδίδονται εκατοντάδες βιβλία στην Ελλάδα, αρκετά από τα βιβλία αυτά, άλλα είναι περισσότερο γνωστά άλλα όχι τόσο, είναι ιδιαίτερα αξιόλογα. Είναι εκεί για να μας προβληματίσουν, να μας παρακινήσουν να δράσουμε,  να γεννήσουν συναισθήματα. Πολλοί πιστεύουν πως μετά το 1980 υπήρξε μία πτώση τόσο στην ποσότητα όσο και στην ποιότητα της λογοτεχνίας, παρόλα αυτά, νομίζω πως αυτό έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει και στα επόμενα χρόνια θα αρχίσει να είναι περισσότερο ορατό.



10. Για τον αναγνώστη έχει σημασία αν διαβάζει βιβλίο ξένου ή Έλληνα συγγραφέα;

   Πιστεύω πως έχει να κάνει με την προτίμηση  του καθενός. Μπορεί οι ξένοι συγγραφείς να εκφράζουν κάποιους αναγνώστες, άλλους μπορεί όχι. Το ίδιο αντίστοιχα και με την ελληνική. 

11. Πιστεύετε ότι οι ξένοι συγγραφείς κυριαρχούν στην ελληνική αγορά;

    Οι ξένοι συγγραφείς αναμφίβολα κυριαρχούν στην ελληνική αγορά. Νομίζω πως είναι λογικό. Η ελληνική λογοτεχνία είναι πολύ πιο πίσω από την ξένη, κυρίως όσον αφορά τα θέματα για τα οποία μιλούν, καθώς η γραφή των Ελλήνων είναι ισάξια με των ξένων λογοτεχνών. Ένα μικρό παράδειγμα είναι πως λόγω τουρκοκρατίας η ελληνική λογοτεχνική παραγωγή άργησε να ανθίσει - όχι πως δεν γράφονταν έργα σε αυτό το διάστημα. Όταν λοιπόν ο ρομαντισμός άρχισε να ανθίζει στην Ελλάδα, ο οποίος είναι άμεσα συνυφασμένος με τη βιομηχανική επανάσταση, στις άλλες χώρες της Ευρώπης βρίσκεται στα τέλη του, καθώς είχαν τις βάσεις για να συμβεί κάτι τέτοιο. Η Ελλάδα πάλι ήταν ένα νεοσύστατο κράτος χωρίς προσανατολισμό και όταν ξανάρχισε η λογοτεχνική παραγωγή είχε ως στόχο τη δημιουργία εθνικής συνείδησης. Όχι πως δεν χρησιμοποιήθηκε ο ρομαντισμός από άλλες χώρες για αυτό το λόγο, αλλά ήταν πολύ διαφορετικές οι συνθήκες. Επομένως, όλα αυτά που προσδοκούσαμε να διαβάσουμε, τα οποία ήταν πιο εδραιωμένα και περισσότερο αποδεκτά από τη ξένη λογοτεχνία, μας έκαναν και συνηθίσαμε σε αυτή και είναι λογική η κυριαρχία της στον ελληνικό χώρο, αν και τα τελευταία χρόνια έχουμε αντίστοιχα και ισάξια έργα από Έλληνες συγγραφείς.

12.  Το επίπεδο των ξένων συγγραφέων είναι εν γένει υψηλότερο;

    Παλαιότερα, θεωρώ πως ναι, σήμερα βέβαια, πιστεύω πως αυτό έχει αλλάξει και είναι κάτι πολύ θετικό.

13. Οι εκδοτικοί οίκοι δίνουν μεγαλύτερη σημασία στους Έλληνες ή στους ξένους συγγραφείς;

   Νομίζω πως αυτό είναι μία πονεμένη ιστορία.... Μεγάλο ποσοστό των εκδοτικών στοχεύει στο κέρδος, οπότε θα ασχοληθεί με τη σίγουρη επιτυχία. Αυτό σημαίνει πως προφανώς και θα ενδιαφερθεί πρώτα για την ξένη λογοτεχνία, που έχει αποδείξει την αξία της και μετέπειτα με τους Έλληνες συγγραφείς, που το βιβλίο τους ξέρουν πως θα πουλήσει λόγω θεματολογίας, ανεξαρτήτως αν έχει κάποια λογοτεχνική αξία. Τέλος, λίγοι είναι οι εκδοτικοί που θα ασχοληθούν με πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, καθώς η επιτυχία τους είναι αμφίβολη στην αρχή και δυστυχώς δεν παίρνουν όλοι αυτό το ρίσκο.

14. Είναι το ίδιο εύκολη η κριτική προς έναν νέο και προς έναν αναγνωρισμένο συγγραφέα; Προς έναν ξένο κι έναν Έλληνα;

     Αν είσαι αντικειμενικός, η κριτική είναι το ίδιο. Για παράδειγμα όταν γράφω στο blog μου, δεν ξεχωρίζω τον νέο με τον αναγνωρισμένο συγγραφέα, ούτε τον ξένο με τον Έλληνα συγγραφέα. Αυτό που μετράει για εμένα είναι το αποτέλεσμα. Αν αυτό που θα διαβάσω είναι άρτιο και με ικανοποιήσει, δεν με νοιάζει ποιος το έχει γράψει. Αν το βιβλίο με κερδίσει απλά θα έχω τη δυνατότητα να εμβαθύνω στη κριτική μου και αν ο συγγραφέας είναι νέος και μου δώσει κάτι το αξιόλογο απλά θα με χαροποιήσει περισσότερο η προσπάθειά του!



15. Αν μπορούσατε να ζήσετε στον κόσμο ενός βιβλίου, ποιος θα ήταν αυτός;

Θα επιθυμούσα να ζήσω σε πολλούς αλλά θα διάλεγα τον κόσμο που δημιούργησε η J.K.Rowling, αυτόν του Harry Potter! #potterhead

16. Είστε πρωταγωνίστρια σ’ ένα βιβλίο. Ποια είναι η ιδιότητά σας, ποιο το περιβάλλον σας, ποιες οι συγκρούσεις και ποιος ο σκοπός σας;

    Δύσκολη ερώτηση... Νομίζω πως θα μου άρεσε να είμαι η πρωταγωνίστρια του βιβλίου που γράφω τώρα. Που σημαίνει ότι θα ήμουν μία Σειρήνα! #notmorespoiler

17. Τι θα σας έκανε να κλείσετε ένα βιβλίο πριν την ώρα του;

    Να πω την αλήθεια, το έχω κάνει αρκετές φορές να παρατήσω ένα βιβλίο στη μέση. Συνήθως, θα το αφήσω γιατί δε μου κεντρίζει το ενδιαφέρον ή γιατί ο συγγραφέας μπαίνει σε πολλές λεπτομέρειες και έπειτα από αρκετά κεφάλαια δεν καταλήγει σε κάποιο ουσιαστικό συμβάν. Πολλοί λόγω ψυχαναγκασμού το προσπαθούν και τελειώνουν βιβλία που δεν τους ευχαριστούν, εγώ δεν μπορώ να το κάνω. Η καθημερινότητα είναι γεμάτη άγχος και πίεση, δεν υπάρχει λόγος να ζοριστώ και στην ανάγνωση ενός βιβλίου. Το διάβασμα είναι εκεί για να προσφέρει χαλάρωση!

18. Ποιο είναι το αγαπημένο σημείο της ανάγνωσης;

    Νομίζω λίγο πριν το τέλος του βιβλίου. Ναι μεν θέλεις να τελειώσει για να δεις τι θα γίνει στο τέλος αλλά δε θέλεις να τελειώσει γιατί μετά έρχεται εκείνο το κενό που κάθεσαι, κοιτάς το ταβάνι και λες «Και τώρα τι;»

19.  Πού, πώς και πότε προτιμάτε να διαβάζετε;

    Δε διαβάζω σε συγκεκριμένο μέρος, ούτε σε συγκεκριμένη ώρα. Όταν θέλω να διαβάσω απλά θέλω να υπάρχει λίγη ησυχία, αν νιώσω άνετα εκείνη τη στιγμή δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το μέρος.



Σε αυτό το σημείο θέλω να ευχαριστήσω τη Ροδάνθη Λάκκα για τη συνέντευξη και να της ευχηθώ τα καλύτερα, και στο αναγνωστικό και στα δημιουργικά ενδιαφέροντά της! 

Τρίτη 16 Απριλίου 2019

Μαγικοί καθρέφτες

   Υπάρχουν μαγικοί καθρέφτες; Η αλήθεια είναι πως η μαγεία με τον καθρέφτη είναι συνυφασμένη: είναι ένα εργαλείο μοναδικό, που επιτρέπει στον άνθρωπο να δει τον εαυτό του απέναντί του, κάτι θεωρητικά αδύνατον. Οπότε, εξ ορισμού, ο κάθε καθρέφτης έχει κάτι το μαγικό.
   Στο παραμύθι της Χιονάτης, ο μαγικός καθρέφτης ήταν ένα ζωντανό αντικείμενο που μπορούσε να πει πάντα την αλήθεια. Πώς θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει ο οποιοσδήποτε; Φαντάζομαι για να αποκτήσει κάποια υπερβατική γνώση, για να μάθει πώς να χαλιναγωγεί τις ανθρώπινες ψυχές, για να κάνει τον κόσμο καλύτερο, για να μάθει όλα τα μυστικά της ζωής... Πώς τον χρησιμοποίησε όμως η βασίλισσα;
   Τον ρωτούσε συνεχώς ποια είναι η ομορφότερη του κόσμου. Προσοχή όμως: δεν τον ρώτησε ποτέ πώς θα γίνει η ίδια πολύ ομορφότερη, μονάχα αν είναι η ίδια στην κορυφή εκείνη τη στιγμή. Κι όταν τελικά ο φόβος της έγινε πραγματικότητα, όταν ξεπεράστηκε δηλαδή από τη Χιονάτη, δεν έψαξε να βρει πώς θα γίνει ομορφότερη -ό,τι κι αν σημαίνει αυτό- αλλά βάλθηκε να εξοντώσει τη νεαρή καλλονή για να μείνει εκείνη η ομορφότερη. Ένας σκοπός τρομερά εγωιστικός, ναρκισσιστικός μάλλον, ανούσιος και βρώμικος, που φανερώνει τη φαυλότητά της. Σε τελική ανάλυση, είχε το ισχυρότερο μαγικό αντικείμενο του κόσμου και το χρησιμοποίησε με τέτοιον τρόπο, που καλύτερα θα ήταν να το είχε δώσει αλλού εξαρχής...
   Αντί να κρίνουμε όμως τη σκοτεινή βασίλισσα του παραμυθιού, ας βρούμε άλλους, υπαρκτούς μαγικούς καθρέφτες. Ο ένας που μου έρχεται στο μυαλό είναι η τέχνη και τα έργα της. Μάλιστα το πρώτο πρόσωπο που καθρεφτίζεται, που κρίνεται μέσα απ' αυτήν, είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης: η στιγμή που αποφασίζει πως το έργο του έχει ολοκληρωθεί και μπορούν να το δουν άλλα μάτια είναι η στιγμή που έχει εκθέσει την ψυχή του στον κόσμο. Η όποια δύναμη και η όποια αδυναμία του έχουν βγει σε δημόσια θέα. Γι' αυτό δεν είναι απλό ούτε μια απόφαση που πρέπει να παίρνεται ελαφρά τη καρδία: απ' τη στιγμή που το έργο έχει φύγει απ' τα χέρια του καλλιτέχνη, ο μαγικός καθρέφτης φανερώνει δημόσια το είναι του, την ποιότητά του και τον χαρακτήρα του.
   Φυσικά μετά τον καλλιτέχνη, αυτός ο μαγικός καθρέφτης φανερώνει έναν-έναν και όσους αποτελούν το κοινό που παρακολουθεί την τέχνη. Πιθανόν να υπάρχουν έργα τέχνης που αιχμαλωτίζουν τις αισθήσεις, που δεν αφήνουν χώρο για προσωπική γνώμη και ελευθερία. Έργα τέχνης όπου η προσωπικότητα του καλλιτέχνη σκεπάζει κάθε ελευθερία στην άποψη και στις εναλλακτικές ερμηνείες. Παρ' όλα αυτά, τα περισσότερα έργα αφήνουν ένα μέρος αχρωμάτιστο για να βάλει το κοινό το δικό του χρώμα. Ή, αλλιώς, επιτρέπουν στο κοινό να καθρεφτιστεί μέσα στο έργο. Κι αυτό το καθρέφτισμα είναι τόσο φυσικό, τόσο αληθινό και τόσο αξεπέραστο, που ο καθένας μας έχει κριθεί προτού το καταλάβει...
   Ας δώσω μερικά παραδείγματα για να γίνω κατανοητός: μπαίνει κάποιος στο youtube κι ακούει ένα τραγούδι. Με το σχόλιο που θα κάνει δεν κρίνει μόνο το έργο τέχνης -κι ανάθεμά με αν το κάνει τελικά- αλλά κρίνεται ο ίδιος. Ο καθένας που διαβάζει το σχόλιο μπορεί να καταλάβει το ποιόν του ανθρώπου αυτού. Είδη σχολίων: 1) Απαξίωση του καλλιτέχνη και του έργου, βρισιές και κατάρες.
2) Άκρατος θαυμασμός, επανάληψη των στίχων, καμία προσθήκη στο έργο.
3) Σχόλια για το προσωπικό κέρδος του σχολιαστή από το έργο τέχνης, για το τι αποκόμισε από αυτό.
Ας αναλογιστεί ο καθένας τι συμπεράσματα βγαίνουν για το κάθε είδος σχολιαστή με βάση το σχόλιό του και τι συμπεράσματα για το ίδιο το έργο.
   Επιπλέον, υπάρχουν βιβλία που αρχικά υπόσχονται να δώσουν απαντήσεις σε μεγάλα ερωτήματα. Ή τουλάχιστον φαίνεται να το υπόσχονται. Ο ίδιος ο αναγνώστης μπορεί να γνωρίσει τον εαυτό του μέσα από την αντίληψη που έχει για το βιβλίο. Μπορεί να καταλάβει αν είναι διψασμένος για απαντήσεις, αν είναι έτοιμος να τις δώσει ο ίδιος, αν είναι άξιος να συμπληρώσει τα κενά του έργου ή ίσως και ανώτερος από τον συγγραφέα. Με λίγα λόγια, να γνωρίσει κάτι για τον εαυτό του που δεν το ήξερε πριν ανοίξει το βιβλίο. Ίσως η τέχνη να αξίζει έστω και γι' αυτό το καθρέφτισμα.
   Τελικά με ποιους τρόπους μπορεί να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του; Όλοι αυτοί οι τρόποι είναι οι λεγόμενοι μαγικοί καθρέφτες. Οι τέχνες, που προαναφέρθηκαν, η σχέση κάποιου με την εργασία και την ευθύνη, η σχέση του με τη φύση, με κάτι μικρότερο και πιο αδύναμο απ' αυτόν, όλα αυτά φανερώνουν τον χαρακτήρα του και τι κρύβει πραγματικά μέσα του.  

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

Φιλήμων, ο ερευνητής του μεταφυσικού

   Το παρόν άρθρο έχει ουσιαστικό σκοπό να συγκεντρώσω ό,τι σχετίζεται με το βιβλίο μου, "Φιλήμων, ο ερευνητής του μεταφυσικού", σ' ένα σημείο: αφιερώματα, παρουσιάσεις, συνεντεύξεις, αλλά και να καταγράψω κάποιες σκέψεις μου σχετικά με αυτό.
   Σχετικά με το περιεχόμενό του, μοιάζει με συλλογή διηγημάτων. Είναι 25 κείμενα, όχι πάνω από 2500 λέξεις το καθένα, που σχετίζονται με τις περίεργες υποθέσεις του Φιλήμονα, του άλαλου ερευνητή. Εκείνος επιλέγει να ασχολείται με υποθέσεις που έχουν κάτι το αλλόκοτο εντός τους: εκεί που ο κοινός νους δε βρίσκει ίχνη, συνοχή ανάμεσα στα στοιχεία ή λογική, ο Φιλήμων ψάχνει να βρει τη λύση. Κι αυτό τον κάνει μοναδικό.
   Ιδιαίτερη χαρά μου έδωσαν οι συνεντεύξεις που έδωσα επί τη ευκαιρία. Στην αρχή πίστευα πως θα είναι κάτι τυπικό, που δεν έχει ουσιαστική σημασία. Κι όμως, τις απόλαυσα. Παρακάτω τις παραθέτω μία προς μία.
1) Συνέντευξη στο blog Ταξίδι Ιδεών, του Θεόφιλου Γιαννόπουλου. Μια συνέντευξη πολύ καλύτερη απ' ότι περίμενα αρχικά. Ο Θεόφιλος έκανε πολύ καλές ερωτήσεις, μου έδωσε την ευκαιρία να αναπτύξω θεματικές που ένιωθα πως πρέπει να ξέρει το κοινό και μάλιστα για τα επόμενα βιβλία μου.
2) Συνέντευξη στη σελίδα Ματομπούκαλο, της Αλεξάνδρας Τσούκια. Ήταν μια πραγματική πρόκληση, μιας και έπρεπε να απαντήσω συνοπτικά. Δεν το συνηθίζω! Την απόλαυσα, διότι η επιλογή λέξεων ήταν πιο καίρια από κάθε άλλη φορά.
3) Συνέντευξη στη σελίδα Κουκιδάκι, της Τζένης Κουκίδου. Οι ερωτήσεις με ξάφνιασαν αυτή τη φορά. Έδιναν πιο πολλές επιλογές από κάθε άλλη συνέντευξη. Ήταν μια διακριτική παρουσία που με ωθούσε να μιλήσω. Και το έκανα!
4) Συνέντευξη στη σελίδα tovivlionet, του Θεόφιλου Γιαννόπουλου. Μία συνέντευξη διαφορετική, όπου απαντώ γενικά για τον κόσμο της λογοτεχνίας.

   Πέρα από τις συνεντεύξεις, ιδιαίτερα διαφωτιστικές σχετικά με το έργο μου ήταν οι δύο παρουσιάσεις που έγιναν με αφορμή την έκδοσή του. Η πρώτη έγινε στη Θεσσαλονίκη και η δεύτερη στη Δράμα. Στη Δράμα μάλιστα, την ιδιαίτερη πατρίδα μου, υπήρξαν πολλές εκπλήξεις, ανάμεσα στις οποίες κι ένα διαδραστικό παιχνίδι με το κοινό, δικής μου παραγωγής!
   Βοηθός και αρωγός σε όλα τα παραπάνω οι Εκδόσεις Ελκυστής και η όμορφη δουλειά τους σχετικά με το βιβλίο μου, το οποίο συγκαταλέγεται στη σειρά βιβλίων Παράξενος Ελκυστής.
   Βαγγέλης Ιωσηφίδης


Προσθήκη 13/4/2019: Το βίντεο από τη διπλή παρουσίαση στο φεστιβάλ του φανταστικού Fantasmagoria στη Θεσσαλονίκη, μαζί με τον συγγραφέα Βασίλη-Νίκολα Συράκη.

ΝΕΟ: 3/6/2019: Υπάρχει διαθέσιμο στο youtube το μονόλεπτο βίντεο για το βιβλίο μου! Είναι ιδιαίτερο, ατμοσφαιρικό και κατατοπιστικό. Σας προτρέπω να το παρακολουθήσετε!


Βαγγέλης Ιωσηφίδης εκδόσεις παράξενος ελκυστής

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019

Νίκος Καββαδίας το μαχαίρι - Το τίμημα της οπλοφορίας

Ο Νίκος Καββαδίας στην ποιητική του συλλογή Μαραμπού, που εκδόθηκε το 1933, περιλαμβάνει το πολύ γνωστό πια ποίημα "Ένα μαχαίρι", που γνώρισε μεγάλη επιτυχία ως τραγούδι κι έχει ερμηνευτεί από μεγάλους μουσικούς, όπως ο Κώστας Μυλώσης, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου κι ο Γιάννης Κούτρας. Το ποίημα είναι ιδιαίτερα περιγραφικό, όπως συνηθίζει ο Καββαδίας, έχει έντονο το ναυτικό στοιχείο και περιστρέφεται γύρω από ένα μαχαίρι και την καταραμένη χρήση του.
   Ιδιαίτερα γοητευτικό για μένα είναι το στοιχείο του απόκοσμου που αποπνέει το συγκεκριμένο αντικείμενο: ο παράξενος τρόπος που αποκτήθηκε, τα ίδια του τα χαρακτηριστικά και κυρίως η μοιραία του χρήση. Μέσα στο ποίημα δίνονται πολλές λεπτομέρειες, τις οποίες θα ερμηνεύσω εγώ καταπώς ξέρω, απ' τη δική μου οπτική γωνία.
Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
   Το ποίημα ξεκινάει με ένα δίστιχο έντονο: απ' τον πρώτο στίχο κρατάω δύο λεπτομέρειες. Πρώτον, το πάντοτε, το απόλυτο αυτό χρονικό επίρρημα. Πάντοτε: στη δουλειά, σε κάθε λογής βάρδια, στην ξεκούραση, στο φαγητό, στον ύπνο. Δεύτερον, το μαχαίρι είναι σφιγμένο, μιας και δεν υπάρχει πουθενά χαλάρωση. Δηλώνει προφανώς μια ανάγκη για ασφάλεια, ένα αποκούμπι σ' έναν κόσμο που δεν εμπνέει ασφάλεια πουθενά. Μόνο ένα μαχαίρι πάντοτε σφιγμένο πάνω του μπορεί να δώσει αυτοπεποίθηση στον ποιητή.
   Στον δεύτερο στίχο υπάρχει η περιγραφή: παλιό μαχαίρι σημαίνει χρησιμοποιημένο μαχαίρι, που γνώρισε πολλούς ιδιοκτήτες και πιθανότατα ευρύτατη χρήση. Αφρικάνικο: το στοιχείο της αφρικανικής ηπείρου δίνει στο αντικείμενο μια αύρα αγριότητας, πρωτόγονης δύναμης και μυστικισμού. Είναι ένα μαχαίρι που έχει εξυπηρετήσει πρωτόγονη οργή και ανθρώπους μακριά απ' τον πολιτισμό. Ατσάλινο: δίνει την έννοια της αλύγιστης δύναμης και της σκληρότητας.
όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ' Αλγέρι.
   Είναι ένα μαχαίρι που δείχνει πρακτικότητα, καθώς οι αραπάδες μια -κατά τη γνώμη πολλών- άγρια κι αδάμαστη φυλή συνηθίζουν να χρησιμοποιούν τέτοια μαχαίρια. Συμπέρασμα; Είναι αποτελεσματικό στη χρήση του. 
   Στον δεύτερο στίχο ξεκινάει ο θρύλος για την απόκτηση του αντικειμένου, καθώς πια ο ποιητής αφηγείται τις ειδικές συνθήκες κάτω απ' τις οποίες αποκτήθηκε. Το Αλγέρι κάνει το σκηνικό εξωτικό, ενώ η εικόνα του γέρου έμπορου φέρνει στο μυαλό το παρατημένο, το ήσυχο μαγαζί στο οποίο μπορεί να κρύβονται θησαυροί ξεχασμένοι και καταραμένα κειμήλια. Ένα μέρος στο οποίο ένας ναυτικός που έπιασε λιμάνι μπορεί να βρει αυτό που ψάχνει...
Θυμάμαι, ως τώρα να 'τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιογραφία του Γκόγια,
   Μαθαίνουμε πως η αγορά του μαχαιριού δεν ήταν συνηθισμένη: είχε τόση σημασία, που ο ποιητής τη θυμάται ακόμα. Όσον αφορά την αινιγματική αναφορά στον Γκόγια: ο Φρανθίσκο Γκόγια ήταν ένας Ισπανός ζωγράφος και χαράκτης που έζησε τα χρόνια 1746-1828. Θεωρείται κορυφαίος καλλιτέχνης αλλά η ζωή του σημαδεύτηκε από μια βαριά ασθένεια (πιθανότατα σύφιλη) που του άφησε παντοτινές συνέπειες. Οι επονομαζόμενοι Μαύροι Πίνακές του είχαν ιδιάζουσα λεπτομέρεια στα ανθρώπινα πρόσωπα και σε τρομερά, φρικιαστικά χαρακτηριστικά. Η σύνδεση λοιπόν του σκηνικού της αγοράς με έναν καταραμένο, μακάβριο καλλιτέχνη φέρνει ανάλογους συνειρμούς.
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:
   Η εικόνα του παλαιοπώλη "δεμένου" με τα κειμήλια που πουλάει σε μια ενιαία εικόνα δίνει μια άλλη διάσταση μυστικισμού στη σκηνή της διαλογής και της αγοράς του μαχαιριού. Η βραχνή του φωνή μάλιστα δυσοίωνα πράγματα μονάχα μπορεί να σημαίνει...
Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν' αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει,
   Η παρουσίαση των πράξεων του μαχαιριού από τον παλαιοπώλη έρχεται αντίθετη με την τυπική τακτική των καταστηματαρχών. Αυτό έχει μεγάλη σημασία: ο παλαιοπώλης δυσφημεί το ίδιο του το εμπόρευμα, αποτρέποντας τον πελάτη από το να το αγοράσει. Από το ρήμα "θέλεις" σημαίνει πως ο ποιητής μπήκε στο μαγαζί με συγκεκριμένο σκοπό, αποφασισμένος.
   Στον δεύτερο στίχο, ο παλαιοπώλης φανερώνει πως γνωρίζει πολύ καλά τι ακριβώς έχει κάνει αυτό το μαχαίρι και έχει λόγους που δε θέλει να το πουλήσει. Η προφανής ερώτηση "τότε γιατί το έχει για πούλημα;" μου φέρνει την εξής απάντηση: το έχει για να βάζει σε πειρασμό τους ανθρώπους, να τους δίνει την επιλογή να το πάρουν, έχοντας επίγνωση των συνεπειών της αγοράς αυτής. Γι' αυτό έχει κι έτοιμο τον μονόλογο που τον κάνει να αποποιείται των ευθυνών για το αντικείμενο που θα πουλήσει. 
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το 'χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.
   Οι "ιστορίες αλλόκοτες" που αναφέρονται παραπάνω φαίνεται πως είναι πασίγνωστες. Η πιάτσα ξέρει γι' αυτό το μαχαίρι. Μάλιστα είναι, φαίνεται, κοινό γνώρισμα των κατόχων του να σκοτώνουν κάποιο δικό τους πρόσωπο, πράξη ειδεχθή. Σημειωτέον πως η συζυγοκτονία, η πατροκτονία, η αδερφοκτονία, η μητροκτονία και η παιδοκτονία θεωρούνταν ανέκαθεν οι χειρότερες πράξεις και σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία υπήρχε ο καυτός ποταμός Πυριφλεγέθων, στον οποίον καίγονταν οι ένοχοι για τέτοια εγκλήματα. Το κοινό χαρακτηριστικό των ιδιοκτητών του μαχαιριού φέρνει έναν τόνο μοιραίου σε όποιον το αποκτήσει από εδώ και πέρα (χαρακτηριστικό παράδειγμα που συσχετίζεται με το μαχαίρι του ποιήματος είναι το ραβδί από κουφοξυλιά στο 7ο βιβλίο του Χάρι Πότερ).Το αντικείμενο, που είναι άψυχο, ορίζει την τύχη του έμψυχου κατόχου, αντί να γίνεται το αντίθετο. Αυτή είναι όμως και η ουσία που κάνει ένα αντικείμενο καταραμένο...
Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
   Η πρώτη γνωστή αναφορά συζυγοκτονίας είναι από έναν ευγενή, που πραγματοποίησε ένα έγκλημα πάθους. Το μαχαίρι βάφτηκε, δηλαδή, με αίμα ευγενών, που υποτίθεται πως απέχουν από τη φυσική αυτουργία εγκλημάτων και συνήθως δίνουν εντολές σε κατώτερης τάξης ανθρώπους να εκτελέσουν τους εχθρούς τους.
ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.
   Η δεύτερη αναφορά επιβεβαιώνει τον κανόνα, πως το μαχαίρι αυτό κάνει τον χρήστη αδίστακτο. Ένας ακόμα ευγενής, κόμης αυτή τη φορά, προβαίνει σε αδελφοκτονία, χωρίς να αναφέρεται η αιτία. Πιθανώς λοιπόν να γίνεται αναφορά σε φόνο εν ψυχρώ, κάτι που καθιστά το μαχαίρι ακόμα πιο δυσοίωνο.
Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
   Οι αναφορές πια γίνονται ανώνυμες, καθώς και απλοί άνθρωποι προβαίνουν σε αντίστοιχα εγκλήματα πάθους ή αντιζηλίας. Στο πρώτο παράδειγμα, φανερώνεται η έλλειψη δισταγμών, καθώς ένας αράπης, δηλαδή ένας άνθρωπος πιθανότατα με μεγάλη σωματική διάπλαση, φόνευσε τη μικρή ερωμένη του, ένα πλάσμα προφανώς πιο αδύναμο κι ανυπεράσπιστο. Στο δεύτερο παράδειγμα, ο Ιταλός ναύτης φαίνεται πως είτε είχε πρόβλημα με τον ανώτερό του ναυτικό είτε πως επρόκειτο για ρατσιστικό έγκλημα, γεγονός που δίνει μια μακάβρια ποικιλία στις χρήσεις του μαχαιριού...
Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.
   Η αφήγηση και η απαρίθμηση των φόνων κλείνει με μια σοκαριστική πληροφορία: πως αυτός ο παλαιοπώλης, γνώστης και κάτοχος τόσων και τόσων κειμηλίων, εργαλείων κι αντικειμένων, που βρίσκεται καθημερινά "πλάι σε μακριά σπαθιά", τρομάζει από ένα μαχαίρι, ένα αντικείμενο δηλαδή λιγότερο φονικό. Είναι εύλογο πως όταν κάποιος που εμπνέει τρόμο φανερώνει τους φόβους του, αυτοί οι φόβοι έχουν πολύ μεγαλύτερη σοβαρότητα.
Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
   Επιστροφή στις περιγραφές. Ο παλαιοπώλης ξαφνικά αλλάζει στάση: λες και θυμήθηκε πως έχει απέναντί του αγοραστή, τον βάζει σε πειρασμό να το αγοράσει περιγράφοντάς το. Τον φαντάζομαι να έχει πιάσει το αντικείμενο και να το γυροφέρνει στα χέρια του, δείχνοντας τις λεπτομέρειές του στον υποψήφιο αγοραστή. Αυτή η αλλοπρόσαλλη, οξύμωρη στάση του παλαιοπώλη κάνει την αγορά ακόμα πιο ασυνήθιστη.
   Όσον αφορά τα ίδια τα χαρακτηριστικά του μαχαιριού: η άγκυρα φανερώνει πως το μαχαίρι αυτό ταιριάζει σε ναυτικό. Ίσως συμβολίζει και το τελεσίδικο του πράγματος, πως εφόσον αγοραστεί, το μαχαίρι "αγκυροβολεί" στον κάτοχο μέχρι εκείνος να πραγματοποιήσει το μοιραίο έγκλημά του. Το οικόσημο πάλι φανερώνει λεπτοδουλειά: το αντικείμενο κατασκευάστηκε κατά παραγγελία από ευγενείς και είναι πιο θελκτικό στα μάτια ενός συλλέκτη. Το γεγονός πως είναι ελαφρύ ευνοεί την πρακτική του αξία, καθώς μοιάζει ιδανικό για εύκολη και γρήγορη χρήση. Όπως -τυχαίο παράδειγμα!- για έναν φόνο.
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις.
Πόσο έχει; Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ'το.
   Μετά την, τυπική μάλλον, διαφήμιση του προϊόντος, ο παλαιοπώλης επιστρέφει στην αρχική του στάση: αποτρέπει τον πελάτη του από την αγορά. Τον φαντάζομαι να παίρνει το αντικείμενο απ' το βλέμμα του ποιητή, κρύβοντάς το επιμελώς πίσω απ' τον πάγκο του.
   Στον δεύτερο στίχο φαίνεται ξεκάθαρα η επιθυμία του ποιητή να το αγοράσει. Ρωτά την τιμή κι αφού είναι ικανοποιημένος, απαιτεί να το αγοράσει. Ο παλαιοπώλης τελικά νικημένος δίνει το αντικείμενο και σφραγίζει τη συμφωνία του ποιητή με το καταραμένο μαχαίρι.
Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ' έκαμε και το 'καμα δικό μου,
   Ο ποιητής έχει φύγει απ' το αλγερινό παλαιοπωλείο, έχοντας βάλει το νεοαποκτηθέν αντικείμενο στη ζώνη του. Το μαχαίρι, στιλέτο εδώ (αντικείμενο ιδανικό για δολοφόνους), χαρακτηρίζεται μικρό: οξύμωρο σχήμα, μιας κι έχει κάνει μεγάλες και τρομερές πράξεις. Ο τωρινός κάτοχος αποκαλύπτει πως δεν ήταν η ανάγκη αλλά η ιδιοτροπία που τον έβαλε να το αγοράσει, κάτι που αποκαλύπτει αστάθεια στον χαρακτήρα του. Ποιος ξέρει τι έχει στο μυαλό του;
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου.
   Οι σκέψεις του ποιητή αποκαλύπτονται στο τελευταίο δίστιχο του ποιήματος: για πρώτη φορά, το μαχαίρι έχει πέσει στα χέρια ενός ανθρώπου που δεν έχει εχθρούς. Οπότε, η επιλογή που μένει, προκειμένου να επιβεβαιωθεί ο θρύλος, είναι η αυτοκτονία... Ένας μόνιμος φόβος, που κάνει το αντικείμενο να μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα.

   Μετά την ανάλυση και τον σχολιασμό των στίχων, μου γίνεται φανερό πως το βασικό θέμα του ποιήματος, πέρα απ' το απόκοσμο στοιχείο του καταραμένου αντικειμένου, είναι το τίμημα της οπλοφορίας. Ο κάθε άνθρωπος έχει δύσκολες στιγμές, τα πάνω του και τα κάτω του. Μόνο που όταν έχει ένα όπλο πάντοτε διαθέσιμο, είναι προορισμένος να το χρησιμοποιήσει σε στιγμές συναισθηματικής έντασης. Αυτή η συναισθηματική αστάθεια κάνει την οπλοφορία απαράδεκτη κι επικίνδυνη.
   Ζούμε σ' έναν κόσμο γεμάτο πάθη, ανθρώπους που δεν εκτιμούν τη ζωή, τη δική τους και των άλλων, και η οπλοφορία μοιάζει ένας εφιάλτης: το να είμαι υπέρ της θα σήμαινε πως εμπιστεύομαι απόλυτα όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους γύρω μου, κάτι αδύνατο. Οι θιασώτες υπέρ της οπλοφορίας δεν το σκέφτονται έτσι: σκέφτονται εντελώς επιπόλαια, σκεπτόμενοι πως το όπλο σημαίνει δύναμη υπέρ τους, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια δαμόκλειος σπάθη που κρέμεται πάνω απ' τον καθένα μας. 
   Βέβαια, μιας και είμαι λάτρης του συμβολισμού, θα ήθελα να δώσω άλλη μια οπτική γωνία στο καταραμένο αντικείμενο του ποιήματος. Αυτό που χαρακτηρίζεται μοιραίο όπλο θα μπορούσε να είναι η ίδια η λογοτεχνία. Επιβεβαιώνοντας το ρητό "η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει", ο ποιητής ίσως αναφέρει τη σκηνή της αγοράς ως την πρώτη του επαφή με την έμπνευση και την ποίηση και ως ιδιοτροπία την επιθυμία του να ασχοληθεί με αυτήν. Είναι ένας δρόμος για τους λίγους, γι' ανθρώπους ιδιόρρυθμους και μοναχικούς, συνήθως αυτοκαταστροφικούς. Ίσως ο ποιητής, παρομοιάζοντας την ποίηση/λογοτεχνία με το μαχαίρι -αν όντως το είχε έτσι στο μυαλό του-, ταυτίζει τη γλώσσα με όπλο που μπορεί να προκαλέσει κακό στους άλλους αλλά και στον ίδιο τον λογοτέχνη.

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο

ένα μικρό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

Εύθραυστον - Αγγέλα Σιδηροπούλου (Ο στιγματισμός του καλλιτέχνη)

   Τις προάλλες έπεσα πάνω σε ένα τυχαίο τραγούδι, που δεν είχα ακούσει μέχρι τότε. Λίγες οι προβολές, άγνωστη η τραγουδίστρια, ενδιαφέρων ο τίτλος. Έμεινα να το ακούσω. Δε μου προκάλεσε τρομερή εντύπωση. Ήταν ευχάριστο και μελωδικό σίγουρα, οπότε το πρόσημο ήταν θετικό.
   Τρομερή εντύπωση μου έκαναν τα σχόλια των χρηστών: "άθλιο", "εμετός", "ρεζίλι" κι άλλα τέτοια. Έμεινα άναυδος, να πω την αλήθεια. Τι σε αυτό το τραγούδι (το οποίο θα αναλύσω παρακάτω) δικαιολογεί αυτούς τους χαρακτηρισμούς;
   Έμαθα την απάντηση όταν αναζήτησα το όνομα της τραγουδίστριας. Η Αγγέλα Σιδηροπούλου λοιπόν είναι κόρη της βουλεύτριας Κατερίνας Παπακώστα. Καλά, θα μου πείτε τι σχέση έχει αυτό; Στην ουσία καμία. Μιας και το τραγούδι και οι στίχοι δεν έχουν απολύτως τίποτα το πολιτικό, σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί στρατευμένο. Όμως το μυαλό πολλών Ελλήνων παίρνει διαφορετικού είδους στροφές.
   Για να γίνω πιο σαφής: κινητήριος δύναμη είναι ο φθόνος. Όταν ο συμπολίτης μας δεν έχει τα προτερήματα ή τα προνόμια κάποιου, νιώθει την αυθόρμητη ανάγκη να τον χαρακτηρίσει με όποιον τρόπο μπορεί, εξαπολύοντας οχετούς και υβρεολόγιο άνευ προηγουμένου. Η συγκεκριμένη κοπέλα έχει τρία χαρακτηριστικά που προκαλούν φθόνο: είναι όμορφη, είναι κόρη πολιτικού και έχει καλή φωνή. Ας τα πιάσουμε ένα-ένα.
   Πρώτον: είναι όμορφη. Υποκειμενικό ίσως, αλλά σίγουρα είναι μια αξιοπρόσεχτη παρουσία. Αυτό από μόνο του δοκιμάζει την υπομονή των ανθρώπων: πολλές γυναίκες, επειδή θα ήθελαν να είναι σαν αυτήν, και πολλούς άντρες, επειδή θα ήθελαν να την έχουν δική τους. Οπότε γίνεται το σύνηθες: από τη βολική απόσταση και ανωνυμία του διαδικτύου βγάζουν τον χειρότερο εαυτό τους εναντίον της. Αυτό βέβαια ίσως εν μέρει θα μπορούσα να το δικαιολογήσω αν η κοπέλα προκαλούσε. Δεν έχω καμία προκατάληψη ενάντια στο γυναικείο ντύσιμο, όμως πολλοί οπισθοδρομικοί έχουν. Και, χάρη στο ίντερνετ, έχουν και δημόσιο βήμα. Σε πολλά τραγούδια λοιπόν, ο χορός, οι στίχοι και η συμπεριφορά τραγουδιστριών γυρνάει γύρω από το σεξ άμεσα ή έμμεσα. Σε αυτό το τραγούδι καθόλου: η κοπέλα είναι σεμνότατη!
   Δεύτερον: είναι κόρη πολιτικού. Αυτός είναι ο σημαντικότερος λόγος που δέχεται τόσο απύθμενο μίσος. Ο Έλληνας έχει μάθει να συνδέει όσα τον ενοχλούν με έναν μοναδικό τρόπο: αφού είναι κόρη βουλεύτριας, και δη σε υπουργική θέση, άρα είναι και συνυπεύθυνη (καμία λογική βέβαια) για όσα τραβάει η χώρα μας. Τα παιδιά πολιτικών δεν έχουν (κατά τη γνώμη του νιχιλιστή) ευκαιρίες: με ό,τι κι αν ασχοληθούν αξίζουν τη χλεύη. Ο κριτής-σχολιαστής είναι επιπλέον πεπεισμένος πως την κοπέλα την έσπρωξαν και της έδωσαν ευκαιρίες που δεν άξιζε. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί. Δεν νιώθω πως ακούω το αποκορύφωμα της μουσικής τέχνης αλλά σίγουρα δεν είναι δυσάρεστο άκουσμα. Αν μη τι άλλο, αξίζει να υπάρχει στο youtube, ειδικά σε σχέση με πολλά σκουπίδια που (υπερ)προβάλλονται σαν διαμάντια.
   Τρίτον, είναι καλλίφωνη. Έχει όντως ωραία φωνή. Μέχρι εκεί. Αυτό δε σημαίνει πως είναι η Μαρία Κάλλας. Αλλά το θέμα είναι πως δεν έχει καμία υποχρέωση να είναι! Ο κακοθελητής που σχολιάζει αρνητικά μπορεί να δικαιολογήσει τραγούδια που του αρέσουν (αν και σχολιάζει ΜΟΝΟ όσα τον ενοχλούν), όμως όταν κάτι δεν του αρέσει αρχίζει τις άδικες συγκρίσεις. Ο στιχουργός δε χρειάζεται να είναι ο Μάνος Ελευθερίου για να δικαιούται να δημιουργήσει. Η τραγουδίστρια δε χρειάζεται να είναι η Celine Dion και ο σκηνοθέτης του βίντεο δε χρειάζεται να είναι ο Γιώργος Λάνθιμος. Ο καθένας πορεύεται με όσα προσόντα έχει και κρίνεται βάσει αυτών. Οπότε κάποιος που θέλει να δικαιούται να σχολιάζει, οφείλει να κρίνει ό,τι βλέπει/ακούει και όχι ό,τι πιστεύει πως θα έπρεπε να υπάρχει σε αυτό που βλέπει/ακούει.
   Αφήνοντας πίσω το άδικο μίσος για ένα άνω του μετρίου, ευχάριστο τραγουδάκι, ας αναλύσουμε τους στίχους:

Αγγέλα Σιδηροπούλου - Εύθραυστον Μουσική: Αντώνης Καλούδης Στίχοι: Σταυρούλα Παγώνα

Τα πιατικά και τα ποτήρια τελευταία,
τα dvd και τα βιβλία χωριστά.
Σε μια κορνίζα μια εκδρομή με την παρέα
να μας θυμίζει τη ζωή μας την παλιά.
   Οι στίχοι βάζουν τον ακροατή αμέσως στο νόημα: πρόκειται για μία μετακόμιση, κατά την οποία η κοπέλα που μετακομίζει ξεδιαλέγει τα πράγματα και ανακαλεί αναμνήσεις. Κάθε αντικείμενο παρουσιάζεται ως φορέας αναμνήσεων: το καθετί έχει την αξία του. Ιδιαίτερα δυνατή εικόνα η κορνίζα με την εκδρομή, στην οποία το εικονιζόμενο ζευγάρι παραμένει ευτυχισμένο αιώνια.
   Τα χειμωνιάτικα αλλού κι αλλού οι κουβέρτες,
πώς η ζωή να στριμωχτεί σ' ένα δυάρι;
   Καθώς η μετακόμιση και το μάζεμα των προσωπικών αντικειμένων συνεχίζεται, σχολιάζεται το μπάχαλο που δημιουργείται στο σπίτι. Ακόμα και πράγματα που έπρεπε να είναι μαζί, βρίσκονται σε τελείως διαφορετικό σημείο του σπιτιού. Κάπως έτσι και δύο άνθρωποι, που θα έπρεπε να είναι μαζί, έχουν αλλάξει κατευθύνσεις.
Και τις παντόφλες τις καρό αν θέλεις φέρ' τες:
αυτές τουλάχιστον παρέμειναν ζευγάρι...
   Τη ρητορική ερώτηση ακολουθεί η ειρωνική δήλωση: η χωρισμένη κοπέλα ζητάει πίσω τις παντόφλες της, ευτελή αντικείμενα, που όμως είναι χρηστικές μόνο σαν ζευγάρι.
Σου αφήνω και την καφετιέρα
κι αύριο θα 'ναι άλλη μέρα.
   Ο στίχος με τον οποίο τα βάζουν οι τιμητές του τραγουδιού. Αδίκως, κατά τη γνώμη μου. Κάνει ακόμα πιο περιγραφική τη διαδικασία, καθώς δείχνει με την καφετιέρα να κλείνει μια κούτα και να νιώθει ένα βήμα πιο κοντά στην αλλαγή που ήρθε στη ζωή της.
Ξέρω, την άκρη θα τη βρούμε
κι όλα αλλάζουν για καλό.
Μα όταν θα 'ρθει το φορτηγό
ποιος θα 'σαι συ; Ποια θα 'μαι εγώ;
   Το ρεφρέν του κομματιού. Προσθέτει μελωδικότητα, ανεβάζει τον ρυθμό και παρουσιάζει την ψυχική κατάσταση της κοπέλας: αισιόδοξη από τη μία, μπερδεμένη απ' την άλλη, καθώς ο χωρισμός αλλάζει τους ανθρώπους και τους κάνει να μην αναγνωρίζονται από τον άλλον αλλά ακόμα και από τον ίδιο τους τον εαυτό. Αξίζει να σχολιάσω πως το ρεφρέν αυτό αφήνει πίσω του όλα τα κλισέ που θέλουν εραστές να μπεκροπίνουν και να γίνονται στουπί για μια αγάπη. Η εικόνα του φορτηγού, που θα πάρει μαζί του όλα τα μικροπράγματα και τις αναμνήσεις της κοινής ζωής είναι ένας ιδιαίτερος, πρωτότυπος τρόπος να δηλωθεί το τέλος μιας σχέσης.
Τον καναπέ μας τον διπλό σου κάνω δώρο:
δεν είναι άνθρωπος για να κοπεί στα δύο.
   Στο δεύτερο κουπλέ, με αφορμή τον καναπέ, γίνεται μια ακόμα ποιητική δήλωση: πως η ψυχική κατάσταση του ζευγαριού είναι μετέωρη, καθώς είναι ακόμα κομμένοι στα δύο, ανάμεσα στις αναμνήσεις του παρελθόντος και στη νέα ζωή που τους θέλει χώρια.
Να γράψω πάνω στην καρδιά με μαρκαδόρο:
"Ραγίζει, εύθραυστον", μη σπάσει στο "Αντίο".
   Έξυπνη επιλογή λέξεων: η καρδιά παρουσιάζεται σαν ένα ακόμα αντικείμενο, το οποίο μάλιστα πρέπει να δηλωθεί ότι είναι εύθραυστο. Εδώ αναφέρεται και ο τίτλος του τραγουδιού, που μέχρι τώρα ήταν κάπως διφορούμενος. Τι είναι εύθραυστο απ' όσα περιγράφηκαν; Το σπίτι και οι αναμνήσεις που κουβαλά; Οι ζωές των ανθρώπων;
Κούτες στο πάτωμα τυλίγω με ταινία
και σαν ταινία ξετυλίγεται η ζωή.
   Άλλο ένα παράδειγμα εμπνευσμένης χρήσης της γλώσσας: η κολλητική ταινία για τις κούτες από τη μία, ενώ από την άλλη η ζωή που, μέσω των αναμνήσεων, γίνεται μια ταινία, που παίζει στο μυαλό της κοπέλας από την αρχή ως το τέλος.
Αύριο άλλοι ενοικιαστές, άλλη ιστορία
θα φέρνουν όνειρα εδώ με το δεξί.
   Καθώς αφήνει το σπίτι και φεύγει, σκέφτεται τους επόμενους που θα έρθουν. Η ζωή συνεχίζεται, που λένε. Αισιόδοξο μήνυμα, καθώς τίποτα δεν τελειώνει.
Θέλουν φρεσκάρισμα οι τοίχοι,
τα πήρα όλα, καλή τύχη!
   Τέλος, ρίχνει μια ματιά στο σπίτι πριν φύγει και κάνει μια δευτερεύουσα παρατήρηση. Είναι σαν να θέλει να μείνει λίγο ακόμα μέσα, αναβάλλοντας την τελευταία φορά που θα φύγει από εκεί. Στο τέλος, αφού τα πήρε όλα, αντικείμενα, αναμνήσεις και μια τελευταία εικόνα του άδειου σπιτιού, φεύγει. Η ευχή "Καλή τύχη!" απευθύνεται στην ίδια, ίσως στους νέους ενοικιαστές και μπορεί και στο άτομο που πια δε ζει μαζί της.
   Γενικά θα έλεγα πως το ανάλαφρο αυτό κομμάτι, περιγραφικό όσο λίγα, δίνει μια όμορφη διάσταση στον χωρισμό. Έχει αρκετά σημεία που είναι αισιόδοξα, τρυφερά και διαφορετικά απ' όσα έχουμε γνωρίσει στο ελληνικό τραγούδι. Φυσικά οι λεπτομέρειες που παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια της μετακόμισης προσθέτουν σε αυτό, δημιουργώντας έντονες εικόνες και περιγράφοντας το εσωτερικό του σπιτιού, καθώς και τον εσωτερικό κόσμο του ατόμου που χώρισε και πρέπει πια να πορευτεί μόνο του, αφήνοντας πίσω του ό,τι αγάπησε.