Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2021

Η Γλώσσα των Νέων

   Η περίφημη γλώσσα των νέων είναι ένα θέμα που ενδιαφέρει το εκπαιδευτικό σύστημα. Το ενδιαφέρει τουλάχιστον σε βαθμό που κάνει αρκετές αναφορές σε αυτήν, με θεματικές ενότητες (κυρίως στη Γ' Γυμνασίου, ίσως και στις πρώτες τάξεις του Λυκείου), που προσπαθούν να την αποκρυπτογραφήσουν, να τη σχολιάσουν, να καταδείξουν το χάσμα των γενέων που διαφαίνεται και στη γλώσσα. Ποια είναι τελικά αυτή η γλώσσα των νέων;

   Πρώτα απ' όλα, δεν είναι γλώσσα αλλά συγκεκριμένες γλωσσικές επιλογές. Το να την αποκαλούμε γλώσσα είναι από μόνο του αφοριστικό και γκετοποιεί τους νέους, λες και δεν είναι μέρος των φυσικών ομιλητών της ελληνικής. Τώρα, το θέμα των γλωσσικών επιλογών των νεότερων ηλικιών είναι υπαρκτό, αλλά οι αλλαγές έρχονται με έναν τρόπο δυσδιάκριτο και αργό, όπως και σε κάθε γλώσσα. Γενιά με τη γενιά, χρόνο με τον χρόνο, κάποιες εκφράσεις παλιώνουν κι άλλες παίρνουν τη θέση τους. Δεν μπορούμε να κόψουμε σε κομμάτια αυτές τις αλλαγές ούτε να ορίσουμε χρονικές περιόδους. Πολύ χονδρικά μπορούμε να μιλάμε για δεκαετίες αλλά και πάλι ξεφεύγουμε. Πάντως οι συνθήκες αλλάζουν, μαζί με τον τρόπο ζωής κι έτσι δε γίνεται να μείνει η λεγόμενη γλώσσα των νέων ανεπηρέαστη. 

   Υπάρχει όμως κάτι που μένει ανεπηρέαστο. Η στάση του εκπαιδευτικού συστήματος απέναντι σε αυτήν και τα αντίστοιχα κείμενα. Είναι απαρχαιωμένα, όχι σε βαθμό που ένας νέος 15-16 ετών να μην τα αναγνωρίζει αλλά ένας άνθρωπος λίγο πάνω από τα 30, όπως εγώ, να αδυνατεί να αναγνωρίσει το νόημά τους πολλές φορές. Κι αν πολλά θέματα στο μάθημα της γλώσσας είναι διαχρονικά και τα κείμενα που γράφτηκαν μισό αιώνα πριν ίσως να αρκούν, δεν ισχύει φυσικά το ίδιο για τη γλώσσα των νέων. Είναι ένα θέμα που πρέπει να παραμένει φρέσκο, με παραδείγματα από τη γενιά που θεωρείται αυτή τη στιγμή νέα. Αλλιώς διδακτικά το έχουμε χάσει το παιχνίδι. Περισσότερα γι' αυτό παρακάτω. Ώρα να αναφέρω το προσωπικό μου ταξίδι στα αχαρτογράφητα αυτά νερά.

   Πριν χρόνια, έπιασα τον εαυτό μου να ψάχνει λέξεις και εκφράσεις νεανικές, που να πιάνουν τον παλμό της εποχής. Όσα έλεγα με τους συμφοιτητές μου, όπως "λολ", "ομιτζί" κλπ. ήταν παντελώς άγνωστα στην πλειονότητα των μαθητών μου. Εκφράσεις όπως "Τι λέει;", "Σπάσ'το και ξαναρίχ' το" και άλλες παρόμοιες, με κάνουν να μοιάζω εξωγήινος. Ή παππούς, ακόμα χειρότερα. Οπότε ήταν ένα ζήτημα που με ταλάνιζε: αν δεν μπορώ να ανιχνεύσω τις γλωσσικές επιλογές των νέων στα τριαντακάτι μου, πώς θα το κάνω αργότερα;

   Πήρα μια βαθιά ανάσα και το έριξα στην έρευνα. Σκόνταψα σε αρκετά προβλήματα. Για παράδειγμα, ακόμα κι αν έρχομαι σε επαφή με αρκετούς νέους και μάλιστα διαφόρων ηλικιών, πώς είμαι σίγουρος ότι το δείγμα είναι αρκετό; Επίσης, πώς μπορώ να βεβαιωθώ ότι μια έκφραση που ακούω συνεχώς από κάποιον χαρακτηρίζει τη γενιά ολόκληρη κι όχι εκείνον τον ίδιο; Ας είναι. Με τα χρόνια και τη συνεχή παρακολούθηση, πιστεύω πως κάτι ψάρεψα και αξίζει τον κόπο να το παραθέσω.

   Το θέμα είναι πως η σημερινή γενιά δεν έχει τόσο τις εξόφθαλμες αμερικανικές λέξεις και εκφράσεις που είχε η δική μου. Αυτό που τη χαρακτηρίζει είναι μια αντιδραστικότητα καλυμμένη με ένα πέπλο διακριτικής ειρωνείας. Κατά τ' άλλα, παρά τις ιδιομορφίες τους, οι εκφράσεις τους είναι σε καλά ελληνικά. Ίσως και γι' αυτό να είναι τόσο δυσδιάκριτες. Άλλη μια βαθιά ανάσα και πάμε.

   Μια επιλογή έχει να κάνει με τη συμφωνία. Το "Ισχύει" το χρησιμοποιώ πολύ αλλά βλέπω πως δεν το κάνω μόνο εγώ αλλά και πολλοί νεότεροί μου. Είναι από τις προσφιλέστερες επιλογές τους. Αλλά αυτό είναι ένα ήπιο παράδειγμα. Σε σχέση με την προαναφερθείσα ειρωνεία, μια πολύ αγαπημένη είναι το "Καλά, θα πάει αυτό" ή "Καλά, πήγε αυτό". Προφανώς χρησιμοποιείται ειρωνικά και χαρακτηρίζει κάτι που απέτυχε οικτρά ή πρόκειται να αποτύχει. Είναι ένα από τα καλύτερα δείγματα σαρκασμού προς τους γύρω αλλά και αυτοσαρκασμού. 

   Ένα άλλο είναι το "Τι, όχι;" Συνήθως ακολουθεί μια δήλωση του λέγοντος προτού ο συνομιλητής προλάβει να απαντήσει και σκοπό έχει να δείξει πόσο ατυχής ήταν αυτή η δήλωση. Συνηθίζεται σε δηλώσεις που γίνονται εξαρχής ειρωνικά. "Στις επόμενες εκλογές θα σωθούμε. Τι, όχι;" 

   Μια γλωσσική επιλογή που φαίνεται απλή αλλά φανερώνει πολλά είναι το "Ευχαριστώ!" με έμφαση. Δείχνει την ανακούφιση μετά τα λόγια κάποιου που συμφωνεί μαζί μας. Ισοδυναμεί με το "Επιτέλους, κάποιος το είπε" ή με το "Κάποιος κατάλαβε όσα λέω", αλλά σε σύντομη εκδοχή. 

   Δύο τελευταία παραδείγματα σχετίζονται με τον κόσμο των μιμς, αν και έχουν ξεφύγει από εκείνο το πλαίσιο και πλέον χρησιμοποιούνται ως ανεξάρτητες γλωσσικές επιλογές. Είναι τα "Ναι, τι;" ή απλούστερα "νετι" και "Αχ, ναι!" ή απλούστερα "αχνε". Μην μπερδευτούμε με κάτι αχνό, το νόημα είναι ξεκάθαρο και οι συντομότερες εκδοχές δίνουν μεγαλύτερη έμφαση. Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε μια απάντηση σε μια δήλωση του συνομιλητή, η οποία θεωρείται άκυρη, άκαιρη ή ελλιπής. Ισοδυναμεί με το "Και τι θέλεις να πεις με αυτό;". Η δεύτερη θεωρητικά φανερώνει έντονη ευχαρίστηση ή απόλαυση από κάτι. Πρακτικά όμως, δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Ότι αυτό που είδε ή άκουσε αυτός που χρησιμοποιεί την έκφραση δεν κατάφερε να τον κερδίσει ή να τον διεγείρει και γενικώς ήταν πλήρως αποτυχημένη.

   Έχοντας αναφέρει αυτά τα παραδείγματα, να τονίσω πως είναι πολύ πιθανόν να πέφτω έξω. Ίσως όλα αυτά να μην απαντώνται τόσο στα νεανικά στόματα όσο σε αυτό που εγώ νομίζω πως είναι γλωσσικές επιλογές των νέων. Σίγουρα όμως είμαι πολύ πιο κοντά από όσους ακόμα δίνουν στα παιδιά φυλλάδια με γελοιογραφίες τέτοιου τύπου: 


   Κι όμως, αυτή η γελοιογραφία ακόμα δίνεται, μαζί με κριτήρια αξιολόγησης, σε μαθητές Γ' Γυμνασίου, προκειμένου να αναδείξει το υποτιθέμενο πρόβλημα της γλώσσας των νέων. Λοιπόν, για να κλείσουμε με το θέμα. Η νέα γενιά δεν έχει ελλιπή κατανόηση των ελληνικών. Αντιθέτως, τα καταφέρνει μια χαρά. Κολλάει σε εκφράσεις παλιομοδίτικες αλλά αυτή είναι η φυσική ροή των πραγμάτων. Φανταστείτε νεκροταφεία λέξεων και εκφράσεων, τα οποία φιλοξενούν ξεχασμένες και παρωχημένες λέξεις και εκφράσεις, οι οποίες δε χρειάζονται ανάσταση, ίσως ούτε καν ευχέλαιο. Επίσης, οι γλωσσικές επιλογές των νέων δεν είναι πρόβλημα προς ανάδειξη αλλά φυσική εξέλιξη της γλώσσας. Τέλος, αν ξαναδώ να διδάσκεται κείμενο που να περιγράφει τη γλώσσα των νέων ως "ιδίωμα που έχει επηρεαστεί από τη ροκ μουσική" και έχει παραδείγματα τύπου "ο γέρος μου" και "δικέ μου", θα έρθω να σας σπρεχάρω δυο φωνήεντα (σικ). Μπούμερς, ε μπούμερς.

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2019

Ημέραι

Αρθρογραφεί ο Κ. Παπαδάκης

Πόσα γνωρίζετε για τις ημέρες τις εβδομάδας;

   Στο αρθράκι αυτό θα αναλύσω λίγο από πού προέρχονται τα ονόματα των ημερών, σε διάφορες γλώσσες, τις κοινές ονομασίες και τις διαφορές τους. Είμαι σίγουρος ότι θα εκπλαγείτε με μερικές.
   Ξεκινάω με τα γνωστά μας αγγλικά:
   Monday, Tuesday, Wednesday, Thursday, Friday, Saturday, Sunday. Φαντάζομαι ότι είναι γνωστά σε όλους μας. Άλλωστε, τραγούδια όπως το “6 Days”και το “Friday, I’m in Love” των The Cure κάνουν αρκετά συχνά την εμφάνισή τους τελευταία, φροντίζοντας να μας τα υπενθυμίζουν. Ξέραμε όμως τι σημαίνουν; Για πάμε.
Τα εύκολα είναι τα Sunday και Monday, μέρα του Ήλιου και του Φεγγαριού αντίστοιχα. Γενικά, ο κανόνας είναι ότι οι προ-χριστιανικοί πολιτισμοί έχουν μια τάση να λατρεύουν τα στοιχεία της φύσης. Αυτό είναι κοινό γνώρισμα όχι μόνο στην αρχαία ελληνική, αλλά και στις βόρειες, τις κελτικές, την αιγυπτιακή, τις νοτιοαμερικανικές και λίγο πολύ σε όλες τις παλαιές θρησκείες.
   Τώρα, με τις υπόλοιπες μέρες τα πράγματα γίνονται ενδιαφέροντα. Tuesday είναι η μέρα αφιερωμένη στον σκανδιναβό θεό του πολέμου Tyr (Tiw ή Tue στις αγγλο-σαξονικές διαλέκτους), η Τετάρτη (Wednesday) είναι αφιερωμένη στον πατέρα των σκανδιναβών θεών Όντιν (ή Wotan ή Woden, ανάλογα τη διάλεκτο), η Πέμπτη μας (Thursday) είναι η ημέρα του θεού Θορ (Thor’s day, ίδιο κι απαράλλαχτο, δε βρίσκετε;), ενώ η Παρασκευή λέγεται Friday, προς τιμήν του θεού της γονιμότητας Φρέυ ή Φρέυρ (Frei/Freyr). Κατά μια άλλη άποψη, φέρει το όνομά της προς τιμήν της θεάς της ομορφιάς Φρίγκα ή Freyja, αλλά για φωνητικούς λόγους αυτή δε με βρίσκει σύμφωνο. Μία είναι πάντως η αλήθεια: οι Άγγλο-σάξωνες φίλοι μας δύσκολα θα μπορέσουν να βγάλουν από μέσα τους εντελώς τα Σκανδιναβικά τους γονίδια. Και πώς θα μπορούσαν άλλωστε όταν η γλώσσα τους είναι διάσπαρτη με σκανδιναβικές λέξεις γενικώς (egg, steak, beef, pork κλπ.); Από δω και μπρος λοιπόν, όταν θα λέτε τα ονόματα των ημερών στα αγγλικά, θυμηθείτε κι εσείς να νιώθετε λίγο… Βίκινγκς!
Εξαίρεση αποτελεί η ημέρα Saturday, που είναι αφιερωμένη στον δικό μας Κρόνο (Saturn στα λατινικά).
   Πάμε και στα Γερμανικά. Οι Γερμανοί, ως συγγενείς με τους Άγγλους στη γλώσσα, έχουν αρκετά κοινά στις ονομασίες των ημερών. Sonntag και Montag είναι ομοίως οι ημέρες του Ήλιου και του Φεγγαριού, όπως οι Sunday και Monday. Την Παρασκευή την έχουν ονομάσει Freitag, όχι γιατί είναι «ελεύθερη ημέρα» (Frei = ελεύθερος εις την γερμανικήν), αλλά προς τιμήν του ιδίου θεού ή θεάς που αναφέραμε παραπάνω. Από εκεί και πέρα διαφοροποιούνται.
   Την Τρίτη την αποκαλούν Dienstag, που κυριολεκτικά σημαίνει «ημέρα της δουλειάς» και είναι απίθανο να σχετίζεται το Dienst με τον Tyr όπως η αντίστοιχη ονομασία στα αγγλικά, ενώ για την Τετάρτη έχουν υιοθετήσει το πολύ πρακτικό “Mittwoch” (=midweek/μέση της εβδομάδας).
   Τώρα, το πραγματικά ενδιαφέρον είναι ότι μπορεί να μην ονομάζουν την Πέμπτη Torstag, αλλά Donnerstag, που κυριολεκτικά σημαίνει «ημέρα του κεραυνού». Ας μην ξεχνάμε ότι ο Thor ήταν ο θεός του κεραυνού, στην γερμανο-σκανδιναβική μυθολογία. Αυτό αφενός σημαίνει ότι δεν ήταν τυχαία η επιλογή της ονομασίας, αλλά, εμμέσως, την αφιερώνουν στον ίδιο θεό. Σημαίνει όμως και κάτι άλλο, αφετέρου. Μήπως, τελικά, είναι η ίδια η λέξη “Donner” (=κεραυνός) που συνδέεται με το “Thor”; Οι φθόγγοι Θ,Δ,T και D εναλλάσσονται μεταξύ τους αρκετά συχνά στις γερμανο-σκανδιναβικές γλώσσες. Το ίδιο το “Donner” γίνεται “thunder” στα αγγλικά. Μήπως τελικά, όταν λέτε το “thunder” κοπανώντας τα κεφάλια σας και ακούγοντας AC/DC, γίνεστε πάλι λίγο Vikings χωρίς να το ξέρετε;
   Μας μένει το Saturday, που εδώ γίνεται Samstag, η ρίζα του οποίου συνδέεται, μέσω των λατινικών, με το γνωστό μας Σάββατο. Ο όρος είναι εβραϊκής προέλευσης. Έχε γεια, φίλε Κρόνε/Saturn λοιπόν…
   Επόμενός μας σταθμός τα ιαπωνικά. Αν σας ξενίζει κάπως το ότι τα τοποθετώ σε αυτό το σημείο της ανάλυσης, εξηγούμαι. Ο λόγος είναι ότι παρουσιάζουν την εκπληκτική ομοιότητα στη σημασία των ημερών της Κυριακής και της Δευτέρας. Πράγματι, η λέξη 日曜日[i] (Nichiyoobi) αποδίδεται ως «ημέρα του Ήλιου» και η 月曜日Getsuyoobi ως «ημέρα του Φεγγαριού», ακριβώς όπως και στα αγγλικά και τα γερμανικά. Όταν μάθαινα τις ημέρες στη γλώσσα αυτή, το γεγονός αυτό μου είχε κινήσει αρκετά την περιέργεια. Εν τέλει, μάλλον πρόκειται για συμμόρφωση με την προσέγγιση της Δύσης, από την οποία υιοθέτησαν και το σύστημα των 7 ημερών.
Κατά τα άλλα, τα ονόματα των υπολοίπων ημερών στην όμορφη αυτή γλώσσα μονοπωλούν τα στοιχεία της φύσης. 火曜日(kayoobi/ημέρα της φωτιάς) είναι η Τρίτη, 水曜日(suiyoobi/ημέρα του νερού) η Τετάρτη, 木曜日(mokuyoobi/ημέρα του ξύλου) είναι η Πέμπτη, 金曜日(kinyoobi/ημέρα του χρυσού) η Παρασκευή και 土曜日(doyoobi/ημέρα της γης) το Σάββατο.
Όσο για εμάς τους Έλληνες, έχουμε υιοθετήσει στη γλώσσα μας την εξής, πολύ απλοϊκή προσέγγιση: μετά την «ημέρα του Κυρίου» (Κυριακή), ονομάζουμε τις ημέρες μας, απλά και λαϊκά, με τα τακτικά τους αριθμητικά: Δευτέρα (δεύτερη, απλώς πιο… λόγια), Τρίτη, Τετάρτη (τέταρτη), Πέμπτη.
Εξαιρέσεις αποτελούν η Παρασκευή (τι να παρασκευάζουμε άραγε;) και το Σάββατο. Το τελευταίο, όσο και να ψάξετε, δεν αναλύεται ετυμολογικά, τουλάχιστον στα ελληνικά. Ο λόγος είναι ότι προέρχεται κατευθείαν από τα εβραϊκά, κάτι που με κάνει να βγάζω σπυράκια στη γλώσσα κάθε φορά που το προφέρω. Σοβαρά τώρα, σε μια τόσο πλούσια και πλήρη γλώσσα όπως τα ελληνικά, ήταν ανάγκη να υιοθετήσουμε αυτή την εβραϊκή ονομασία, που δεν είναι καν θηλυκού γένους; Μάλλον αγαπάμε πολύ τους Εβραίους και τη γλώσσα τους τελικά. Αλλά, θα μου πεις, εδώ βαφτίζουμε τα παιδιά μας Μιχαήλ, Γαβριήλ, Δανιήλ, και μόνο Ισραήλ που δεν τα έχουμε ονοματίσει… Δεν πειράζει, θα γίνει κι αυτό.
   Για λόγους πληρότητας της ανάλυσης, διευκρινίζω ότι ο όρος «Σάββατο» μεταφράζεται από τα εβραϊκά ως «ημέρα ανάπαυσης». Στην κουλτούρα τους, αυτό έχει νόημα, καθώς το Σάββατο είναι η ιερή ημέρα της εβραϊκής θρησκείας, όπως για εμάς η Κυριακή και για τους Μουσουλμάνους η Παρασκευή, για αυτό και οι Εβραίοι έχουν την αργία τους το Σάββατο. Σε εμάς πάλι, όχι, κανένα νόημα. Την δε Παρασκευή την ονομάζουμε έτσι διότι τότε (οι Εβραίοι, πάλι, μην ξεχνιόμαστε) παρασκευάζουν αυτά που πρόκειται να καταναλώσουν ή να χρησιμοποιήσουν το Σάββατο (η πληροφορία από Βικιπαίδεια).
   Τι γίνεται τώρα με τις λατινογενείς γλώσσες;
   Οι ίδιοι οι Λατίνοι δεν χρησιμοποιούσαν το εβδομαδιαίο σύστημα, οπότε είναι πρακτικά αδύνατον να μελετήσουμε πώς θα ονόμαζαν τις ημέρες. Θα χρησιμοποιήσω λοιπόν, για τις ανάγκες της ανάλυσης, την ισπανική και την γαλλική γλώσσα, οι οποίες θεωρούνται λατινογενείς και παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες μεταξύ τους. Έχουμε και λέμε:
   Δευτέρα: lundi/lunes, σε γαλλικά και ισπανικά αντίστοιχα. Η προέλευση είναι το “luna” ή σελήνη, στην αρχαία ελληνική. Τώρα, το αν και κατά πόσο συνδέεται ετυμολογικά ή se-lene μας με την luna των Λατίνων, αυτό δεν μπορώ να το απαντήσω με σιγουριά. Το σίγουρο είναι ότι, και σε αυτές τις γλώσσες, η Δευτέρα αφιερώνεται στο φεγγάρι.
   Τρίτη: mardi/martes (γαλλ./ισπαν. αντίστοιχα). Η ημέρα φέρει το όνομά της προς τιμήν του θεού του πολεμου Άρη (λατινικά: Mars).
Τετάρτη: mercredi/miércoles (γαλλ./ισπαν. αντίστοιχα). Από τον θεό Ερμή (λατ: Mercurius).
   Πέμπτη: jeudi/jueves (γαλλ./ισπαν. αντίστοιχα). Προς τιμήν του Δία (λατ: Jupiter, Iovem)
   Παρασκευή: vandredi/viernes (γαλλ./ισπαν. αντίστοιχα). Από την θεά Αφροδίτη (Venus)
   Σάββατο: samedi/sábado (γαλλ./ισπαν. αντίστοιχα). Αυτό προέρχεται πάλι από το εβραϊκό Σάββατο ( Shabbat /שַׁבָּת), στην περίπτωση των ισπανικών απευθείας, στα δε γαλλικά διαμέσου του ύστερου λατινικού sambatum.
   Κυριακή: dimanche/domingo (γαλλ./ισπαν. αντίστοιχα). Όπως και στη γλώσσα μας, η ημέρα αυτή αφιερώνεται στον Κύριο (Dominus).
   Τι συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε από όλα αυτά; Βασικά, ότι οι Ρωμαίοι και, εν συνεχεία, οι λαοί που βάσισαν τη γλώσσα τους στα λατινικά, διατήρησαν, μέσω των ονομάτων των ημερών, κάποια ψήγματα αρχαίας ελληνορωμαϊκής μυθολογίας. Σε αντίθεση με τους Βυζαντινούς και τους μετέπειτα κατοίκους της Ανατολικής Ευρώπης, που, μαζί με την υιοθέτηση της χριστιανικής θρησκείας, αποκήρυξαν πλήρως αυτούς που όλος ο κόσμος σήμερα γνωρίζει ως “Greek gods” και προτίμησαν να συμπληρώσουν τη γλώσσα τους με εβραϊκούς όρους. Αυτό που συνηθίζω, λοιπόν, να λέω, είναι ότι, με την πτώση της Ρώμης και συνάμα της κλασσικής αρχαιότητας, με την μετάβαση στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τον Μεσαίωνα, μπορεί η ελληνική γλώσσα να διατηρήθηκε ως επίσημη στα ανατολικά, αλλά οι ίδιοι οι κάτοικοι του ελλαδικού χώρου καταλήξαμε περισσότερο ανατολίτες από ό,τι Έλληνες…
   Για την Ιστορία και μόνο, θα σας παρουσιάσω και τα ονόματα των ημερών στην τουρκική γλώσσα, τα οποία τυχαίνει να γνωρίζω.
   Η Τουρκική είναι, αναμφίβολα, μία πτωχότατη γλώσσα, το λεξιλόγιο της οποίας περιορίζεται να καλύπτει πολύ απλά σημαινόμενα αντικείμενα, όπως «νερό», «φωτιά», «άλογο» κλπ. Από εκεί και πέρα, για να ονοματίσει κάθε έννοια και καθετί λίγο πιο σύνθετο, έχει υιοθετήσει δανεικούς όρους από την αραβική γλώσσα, την περσική, την ελληνική, την αγγλική και τη γαλλική. Αυτό ακριβώς θα διαπιστώσουμε ευθύς αμέσως:
   Κυριακή: Pazar, Δευτέρα: Pazartesi, Τρίτη: Salı, Τετάρτη: Çarşamba, Πέμπτη: Perşembe, Παρασκευή: Cuma, Σάββατο: Cumartesi.
   Σε όλους τους παραπάνω όρους, το μόνο τουρκικό στοιχείο είναι η κατάληξη -(e)rtesi, που σημαίνει «μετά από [κάτι]». Δηλαδή, η Δευτέρα λέγεται Pazartesi, διότι βρίσκεται μετά από την Κυριακή, η οποία λέγεται Pazar, από την παλαιά περσική λέξη που σημαίνει «αγορά». Το δε Σάββατο λέγεται Cumartesi (προφέρεται τζουμάρτεσι), διότι βρίσκεται μετά από την Παρασκευή (Cuma/τζουμά). Τζουμά είναι στα αραβικά η ανάπαυση. Ας μη λησμονούμε, όπως θίξαμε και παραπάνω, ότι η Παρασκευή είναι η ιερή ημέρα και αργία για τους Μουσουλμάνους, όπως για τους Εβραίους το Σάββατο και για τους Χριστιανούς η Κυριακή.
   Κατά τα άλλα, το Salı προέρχεται από τα αραβικά και σημαίνει ακριβώς «Τρίτη», ενώ τα Çarşamba (Τσαρσαμπά) και Perşembe (Περσεμπέ) προέρχονται από τα παλαιά περσικά και σημαίνουν «τέταρτη» και «πέμπτη» αντίστοιχα.
   Όσο για το σύστημα αυτό καθεαυτό της εβδομάδας των επτά ημερών, αυτό υιοθετήθηκε επίσης κατά τους χριστιανικούς χρόνους, πιθανότατα από τους εβραίους. Παλαιότεροι πολιτισμοί όπως οι Έλληνες προτιμούσαν την μέτρηση του χρόνου με το σεληνιακό σύστημα των 29 ημερών, ανάλογα με την φάση πληρότητας της σελήνης. Ας σημειωθεί ότι την ίδια την «εβδομάδα» την λέμε έτσι ακριβώς επειδή χωρίζεται σε επτά ημέρες, με την ίδια λογική που οι Λατίνοι την έλεγαν “septimana”(septem=7), οι ισπανόφωνοι την λένε “semana” και οι γαλλόφωνοι “semaine”.
   Για να συνοψίσουμε, θα κλείσω με έναν πίνακα όπου απαριθμώ τα ονόματα των επτά ημερών της εβδομάδας σε όλες τις γλώσσες που αναφέραμε, κατηγοριοποιώντας τα ανάλογα με την προέλευσή τους.

Γλώσσα
Ονόματα ημερών
Ελληνικά
Κυριακή
Δευτέρα
Τρίτη
Τετάρτη
Πέμπτη
Παρασκευή
Σάββατο
Αγγλικά
Sunday
Monday
Tuesday
Wednesday
Thursday
Friday
Saturday
Γερμανικά
Sonntag
Montag
Dienstag
Mittwoch
Donnerstag
Freitag
Samstag
Γαλλικά
dimanche
lundi
mardi
mercredi
jeudi
vendredi
samedi
Ισπανικά
domingo
lunes
martes
miércoles
jueves
viernes
sábado
Ιαπωνικά
日曜日/
nichiyoobi
月曜日
getsuyoobi
火曜日
kayoobi
水曜日
suiyoobi
木曜日
mokuyoobi
金曜日
kinyoobi
土曜日
doyoobi
Τουρκικά
Pazar
Pazartesi
Salı
Çarşamba
Perşembe
Cuma
Cumartesi

Όπου έχουμε, ανάλογα το χρώμα: τακτικά αριθμητικά, στοιχεία της φύσης, σκανδιναβική μυθολογία, ελληνορωμαϊκή μυθολογία, χριστιανική προέλευση, εβραϊκή προέλευση, μουσουλμανική προέλευση, άλλο.



[i] Παρατηρείτε ότι το ιδεόγραμμα 日εμφανίζεται δύο φορές στην ονομασία της Κυριακής (日曜日/Nichiyoobi). Αυτό συμβαίνει επειδή το συγκεκριμένο ιδεόγραμμα έχει τόσο την έννοια του «Ήλιου» (Nichi) όσο και της «ημέρας» (hi, ή bi εν προκειμένω). Ως εκ τούτου, τοποθετείται στο τέλος της ονομασίας όλων των ημερών της εβδομάδας με την έννοια της «ημέρας» και προφερόμενο ως [-bi], αλλά και στην αρχή της ονομασίας της Κυριακής, με την έννοια του «‘Ηλιου» και προφερόμενο ως [Nichi].

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

Έπεα πτερόεντα;

   Έπεα πτερόεντα. Φτερωτά λόγια δηλαδή. Μια έκφραση, αρχικά ειπωμένη από τον Όμηρο (Ιλιάδα Α, 201), με δύο σημασίες: η κυρίαρχη είναι ότι τα λόγια πετούν και χάνονται γρήγορα, δεν έχουν υπόσταση. Η δεύτερη είναι ότι τα νέα εξαπλώνονται γρήγορα από στόμα σε στόμα.
   Οπότε τα λόγια πετούν και τα γραπτά μένουν. Verba volant, scripta manent λατινιστί. Στο δεύτερο μέρος θα συμφωνήσω. Οτιδήποτε έχει καταγραφεί αποκτά υπόσταση κι έχει νομική σημασία. Επίσης παραμένει άθικτο (ή σχεδόν άθικτο, ανάλογα με το υλικό πάνω στο οποίο γράφτηκε) με το πέρασμα των χρόνων, έτοιμο για να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί από τους επόμενους. Εν αντιθέσει, οτιδήποτε έχει λεχθεί αλλά όχι καταγραφεί δεν μπορεί να αποδειχθεί, παρά μόνο με μαρτυρίες. Αυτά όσον αφορά τον νόμο. Τι συμβαίνει όμως με την ανθρώπινη ψυχή;
   Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που άνθρωποι ζούνε για πολλά χρόνια έχοντας αφήσει να κουδουνίζουν στ' αυτιά τους τα λόγια των ανθρώπων που τους μεγάλωσαν. Αν ήταν καλά λόγια, τότε αποκτούν μια μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, η οποία τους συντροφεύει αργότερα και γίνεται το επίκεντρο της κοσμοθεωρίας τους. Αν ήταν πάλι άσχημα λόγια, τότε τα λόγια που ειπώθηκαν τους κρατάνε δέσμιους σε μια θλίψη, σε μια μιζέρια και έλλειψη βελτίωσης, διότι πίστεψαν και φύλαξαν μέσα τους το νόημα των λόγων.
   Και στις δύο περιπτώσεις, τα πτερόεντα έπεα συνέχισαν να φτερουγίζουν μέσα σ' ένα ανθρώπινο μυαλό: αόρατα, ανύπαρκτα για όλους τους άλλους αλλά πραγματικά για τον ίδιο τον ακροατή. Αν πραγματικά ήταν ορατά τα λόγια που ειπώθηκαν και πλήγωσαν, τότε θα ήταν πολύ πιο εύκολο να προσεγγίσουμε τους άλλους και να τους αλλάξουμε προς το καλύτερο, αλλά και να είμαστε έτοιμοι να αλλάξουμε κι εμείς οι ίδιοι. Θα ήταν πολύ πιο εύκολο να καταλάβουμε τους άλλους και να εξηγήσουμε τις συμπεριφορές τους. Δεν είναι όμως. Και τα λόγια μένουν τελικά, δεν είναι παρατηρήσιμα και ανιχνεύσιμα όμως, κι αυτό τα κάνει πολύ πιο επικίνδυνα. Σε πολλές ταινίες υπάρχει μια αποκάλυψη στο τέλος, όπου, μαθαίνοντας το παρελθόν ενός χαρακτήρα, γνωρίζουμε τα λόγια που τον σημάδεψαν. Προσφιλής τεχνική και απόλυτα ρεαλιστική.
  Δεν είναι βέβαια σημαντικά μόνο τα λόγια που άκουσε κάποιος. Ας υποθέσουμε πως κάποιος είπε πολύ βαριά λόγια σε κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο για κάποιο ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα. Πώς μπορεί να τα ξεχάσει ποτέ; Δεν έχουν καταγραφεί, ίσως ακόμα και ο παραλήπτης αυτών των λόγων να τα έχει ξεχάσει. Αυτός όμως που τα ξεστόμισε δεν μπορεί να τα ξεχάσει εύκολα. Υπάρχουν περιπτώσεις που κάποιον τον ακολουθούν τα λόγια του μέχρι το τέλος της ζωής του ή μέχρι τρέλας. Διότι ακόμα κι αν έχεις δεχτεί σκληρά λόγια, μπορείς να ησυχάσεις. Όταν τα έχεις πει όμως όχι.

 
Φτερωτά λόγια, τα λόγια πετούν, τα γραπτά μένουν

Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

Έτσι Είναι η Ζωή

   Έτσι είναι η ζωή. Μια έκφραση που ακούει κάθε άνθρωπος σε κάθε γλώσσα και κάθε γωνιά της γης. Μια έκφραση που κρύβει μέσα της αλήθειες και παράλληλα είναι μια μεγάλη παγίδα. Πώς όμως  γίνεται αυτό το σχεδόν οξύμωρο;
   Ανάλογα του πώς ορίζει κανείς τη ζωή. Αν βάλω στον ορισμό τα στοιχεία της φύσης, τις πιθανότητες και τυχαία περιστατικά, τότε έχω ένα απρόβλεπτο και αχανές μέλλον, για το οποίο όντως δεν μπορώ να σχεδιάσω. Συνήθως όμως το "έτσι είναι η ζωή" σχετίζεται με τις ανθρώπινες κοινωνίες, με τις ανθρώπινες σχέσεις και πάθη. Κι εδώ είναι που έρχεται η παγίδα.
   Θεωρώ λοιπόν την έκφραση αυτή την αρχή της μοιρολατρίας. Αν δεχτούμε πως το "έτσι είναι η ζωή" κατάλληλο συμπέρασμα κάθε γεγονότος, τότε τα πάντα μπορούν να δικαιολγηθούν. Ήρθαν κουρσάροι και ξεκλήρισαν ένα χωριό; Έτσι είναι η ζωή. Φανατικοί θρησκόληπτοι σπέρνουν την τρομοκρατία με βάση τις εσχατολογικές τους παραδοξολογίες; Έτσι είναι η ζωή. Πατέρας κακοποιεί σεξουαλικά τα παιδιά του επί σωρεία ετών; Τι τα θες, έτσι είναι η ζωή.
   Κι αναρωτιέμαι: γιατί είναι έτσι η ζωή; Πώς είναι αυτό το έτσι; Εκφράσεις σαν κι αυτήν είναι εγκληματικές, κατά τη γνώμη μου. Προσπαθούν να μας πείσουν να αποδεχόμαστε τα πάντα ως φυσιολογικά, να μην αντιδρούμε και να μην αναρωτιόμαστε πώς θα ήταν ο κόσμος χωρίς όλα αυτά. Απλά τα δεχόμαστε και προχωράμε. Αυτό όμως κρύβει την παγίδα, όπως είπα και παραπάνω, να γινόμαστε μοιρολάτρες. Να μη βάζουμε όρια και να μην παλεύουμε για έναν καλύτερο κόσμο, πράγμα που είναι θαρρώ ο απώτερος σκοπός της ανθρώπινης κοινωνίας.
   Σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν εν μέσω μιας ανθρώπινης τραγωδίας ακούτε αυτή την έκφραση, έχετε μπροστά σας έναν άνθρωπο που έχει αποδεχτεί τις θηριωδίες του σήμερα. Που τις θεωρεί φυσιολογικές. Που δεν ονειρεύεται έναν κόσμο χωρίς αυτές: απλά προσεύχεται μοιρολατρικά να μην τύχουν στον ίδιο. Έναν άνθρωπο που έχει χάσει κάθε έννοια σκοπού και προσπαθεί να παρηγορηθεί μέσα στην ασχήμια.
   Εγώ προτρέπω τον καθένα σε τέτοιες περιπτώσεις να σκέφτεται: γιατί είναι έτσι η ζωή; Γιατί να μην είναι αλλιώς, πολύ καλύτερη, ασφαλέστερη; Αυτό είναι το πρώτο βήμα. Έπειτα να σκεφτείτε: τι πρέπει να γίνει για να αλλάξει η ζωή προς το καλύτερο; Και τέλος, τι μπορώ εγώ να κάνω για να αλλάξει προς το καλύτερο; Είναι η αρχή μιας φιλοσοφικής σκέψης που ακυρώνει τη μοιρολατρία και λειτουργεί ως εφαλτήριο της ελεύθερης βούλησης. Αλλά ας φέρω ένα απλούστερο παράδειγμα.
   Έτσι είναι ο στρατός. Αυτό μας έλεγαν κατά τη στρατιωτική μου θητεία για να δικαιολογήσουν κάθε παράλογο στοιχείο του. Αδικούνταν κάποιος άξιος; Έτσι είναι ο στρατός. Ταλαιπωρούνταν κάποιος και έπαιρνε τα εύσημα ένας ανάξιος; Έτσι είναι ο στρατός. Τιμωρούνταν με φυλακή και στέρηση εξόδου ένα φιλότιμο παιδί, ενώ έπαιρνε τιμητική άδεια ένας κηφήνας; Έτσι είναι ο στρατός.
   Ο στρατός είναι όμως μια μικρογραφία της έξω κοινωνίας. Κι αυτό που κατάλαβα από τα πρώτα βήματα της 14μηνης θητείας μου είναι πως ο στρατός είναι "έτσι" ανάλογα με τους ανθρώπους που υπάρχουν μέσα του. Αν τύχεις σε στραβό διοικητή, τότε έτσι είναι ο στρατός. Αν τύχεις σε σωστό άνθρωπο, τότε δεν "είναι έτσι". Τότε όλα κυλάνε ρολόι. Άρα επιστρέφουμε στον ανθρώπινο παράγοντα, που είναι ελέγξιμος.
   Τι μπορεί να να γίνει για να μην "είναι έτσι ο στρατός"; Μα φυσικά ο στρατιώτης, ο υπαξιωματικός και ο αξιωματικός να γίνουν πιο φιλότιμοι και πιο τίμιοι. Από αυτούς εξαρτάται. Στη θητεία μου γνώρισα πολλούς εξαιρετικούς ανθρώπους, οι οποίοι πάσχιζαν για το δίκαιο και το τίμιο σε ένα σάπιο σύστημα. Αν ο καθένας λοιπόν βολεύεται με το "έτσι είναι ο στρατός" τότε όλα δικαιολογούνται. Μπορεί να δεχτεί την αδικία, ακόμα και να την προκαλέσει, με τον ισχυρισμό πως "έτσι είναι ο στρατός".
   Ε, ας μην είναι έτσι! Ποιος μας υποχρεώνει να το δεχτούμε; Όσο το δεχόμαστε, τόσο γίνομαστε πιο ανεκτικοί στην αδικία, τόσο πιο πολύ μοιάζουμε στο τέρας που μισούμε. Όχι, δεν είναι έτσι ο στρατός. Έτσι κάνουν τον στρατό κάποιοι κλειστόμυαλοι στρατιωτικοί, οι οποίοι πρέπει να είναι η εξαίρεση, όχι ο κανόνας!
   Ας επιστρέψουμε στο μεγάλο και χαοτικό στοιχείο της ζωής, της ανθρώπινης κοινωνίας. Πάλι ο ανθρώπινος παράγοντας είναι στο στόχαστρο. όσο λέμε πως "έτσι είναι η ζωή" ή "έτσι είναι τα πράγματα", τότε δεχόμαστε την αδικία και είμαστε έτοιμοι να την πράξουμε κι εμείς με την πρώτη ευκαιρία και την ίδια άθλια, ανήθικη δικαιολογία. Για να αλλάξει όμως το σύστημα πρέπει να αλλάξει το κάθε άτομο. Και για να αλλάξει το κάθε άλλο άτομο, οφείλουμε εμείς οι ίδιοι να είμαστε πιο ενεργητικοί, πιο δραστήριοι, πιο ευαισθητοποιημένοι. Είναι καθήκον μας. Μόνο έτσι θα πάψει να "είναι έτσι η ζωή".

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

Το Τίμημα της Βρισιάς

   Οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα βρίζουν. Δεν εννοώ πως ξέρουν να χρησιμοποιούν τις αντίστοιχες λέξεις, αλλά πως το κάνουν τακτικά. Αυτό δεν είναι απλά κοινωνικά κακό, μιας και δημιουργεί ένα κακό προφίλ, μα είναι απόλυτα καταστροφικό για το λεξιλόγιο του λέγοντος. Παρακάτω θα αναλύσω αρκετές από τις πιο συνηθισμένες βρισιές για να γίνω πιο ξεκάθαρος.
   "Είσαι μαλάκας". Η μαγική λέξη του Έλληνα. Μια λέξη που νομίζουμε ότι σημαίνει τα πάντα, όμως δε σημαίνει τίποτα. Η ερώτηση που ακολουθεί -προκειμένου να βγει νόημα- είναι "Τι εννοείς;". Είμαι άτακτος; Αναξιόπιστος; Αντικοινωνικός; Άμυαλος; Ατίθασος; Απερίσκεπτος; Ασυμβίβαστος; Ασυνεπής; Ανεύθυνος; Αυθάδης; (Κι ακόμα είμαι στο Α). Τι εννοείς; Εδώ πρέπει να καταλάβετε πως το να χρησιμοποιεί κανείς τη λέξη "μαλάκας", πλην του ότι δε βγάζει κανένα απολύτως νόημα (με την τρέχουσα έννοια, διότι παλαιότερα είχε άλλη), αποτρέπει τον χρήστη από το να βάλει άλλες 50-100 λέξεις στο λεξιλόγιό του. Τον αποτρέπει από το να τις σκεφτεί, να τις βάλει στο λεξιλόγιό του, να τις εκφράσει και να τις κάνει κτήμα του. Έτσι, διαπράττει το βαρύτατο έγκλημα του να χρησιμοποιεί λέξεις χωρίς να καταλαβαίνει (ή να ασχολείται) με το νόημά τους. Κακή, πολύ κακή συνήθεια.
   "Γαμιέσαι". Γενικά αυτό το ρήμα, που κάποτε σήμαινε παντρεύομαι/νυμφεύομαι, είναι κατάλοιπο της πατριαρχίας. Χρησιμοποιείται σε πάρα πολλές παραλλαγές και γραμματικά είναι αυτό που ο Έλληνας κλίνει ευκολότερα (ίσως θα έπρεπε να αντικαταστήσει το λύω, μπας και μαθαίνουν τα παιδιά ευκολότερα τα συνηρημένα 😀). Ποιο είναι το νόημα; Μιας και οι άντρες, το δυνατό φύλο, διαμόρφωσαν πολλά στοιχεία της σημερινής αργκό, το ρήμα αυτό δείχνει τη σεξουαλική κυριαρχία. Ότι το σεξ είναι κάτι σαν τιμωρία (η νοοτροπία βέβαια πηγάζει από τα βάθη των σπηλαίων της Παλαιολιθικής Εποχής!) και κατά κάποιον τρόπο το ρήμα αυτό μπορεί (μπορεί όμως στην ουσία;) να αντικαταστήσει κάθε άλλο ρήμα που δηλώνει απειλή, ζημιά, καταστροφή, κυριολεκτική ή μεταφορική και πολλές, πολλές άλλες έννοιες. Επειδή όμως θα χρειαζόμουν πέντε ακόμα παραγράφους για να γράψω το νόημα της λέξης, το αφήνω στην κρίση του αναγνώστη. Απλά σκεφτείτε πως το ρήμα αυτό απαγορεύεται σε κάθε μορφή του: ποια συνώνυμα θα ήσασταν αναγκασμένοι να χρησιμοποιείτε;
   "Πούστης". Η λέξη που μαθαίνεται στο δημοτικό από τους περήφανους πατεράδες στα 6χρονα παιδάκια. Η λέξη που επίσης προέρχεται από το πατριαρχικό μοντέλο της κοινωνίας και δείχνει τον θηλυπρεπή, τον κατώτερο, τον πολίτη δεύτερης κατηγορίας. Επίσης, χρησιμοποιείται ευρέως και για παρομοιώσεις, αποτρέποντας τον χρήστη από χίλιες-δύο άλλες (καλύτερες φυσικά) παρομοιώσεις, ή από πολλές, όμορφες και καλαίσθητες χρήσεις επιρρημάτων. Αντί να πει κάποιος "πεινάω σαν πούστης", μπορεί να χρησιμοποιήσει πολλά ποσοτικά επιρρήματα, τα οποία σύντομα θα γίνουν είδος προς εξαφάνιση (ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν μπορεί να εκφράσει ποσοτικές σχέσεις με κάτι άλλο πλην του "πολύ", "πάρα πολύ", "λίγο", "πολύ λίγο"). Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό "πούστης", με την τρέχουσα αρνητική έννοια, υποκαθιστά πολλά επίθετα, όπως άνανδρος, τιποτένιος, κομπιναδόρος, πονηρός, ποταπός, άτιμος, άδικος και χίλιες δυο άλλες. Συνεπώς, όχι μόνο η λέξη αυτή είναι απαράδεκτη, περιορίζει και το λεξιλόγιο όσων την χρησιμοποιούν. Δύο σε ένα.
   "Πουτάνα". Συνεχίζοντας το ταξίδι μας στον κόσμο της πατριαρχίας και του σεξισμού, βρισκόμαστε στην κορυφαία έκφραση μισογυνισμού. Μια γυναίκα μπορεί να είναι πολλά: ακατάδεχτη, να κολλάει σε λεπτομέρειες, να είναι αφελής, ψηλομύτα, προκλητική, επιφανειακή, τολμηρή, ανεξάρτητη, "εύκολη" (μια έννοια χωρίς ιδιαίτερο νόημα), να το παίζει δύσκολη, να είναι ναζιάρα, σνομπ και πολλά άλλα. Άνθρωπος είναι εξάλλου, με προσωπικότητα, όχι πλαστική κούκλα. Στο ανδρικό λεξιλόγιο αρκεί να την πει κάποιος "πουτάνα", για να την ομαδοποιήσει, να την περιφρονήσει και να την καταδικάσει. Τρία σε ένα.
   Συμπερασματικά, η βρισιά δεν είναι μαγκιά άλλο πια. Δεν είναι χρήσιμη, δεν είναι αστεία, δεν είναι απαραίτητη. Εξαίρεση αποτελεί η στιγμιαία ανάγκη να εκφράσει κάποιος έντονο θυμό, αποτροπιασμό ή παρόμοια συναισθήματα. Πέρα από τον μαγικό κόσμο του δημοτικού, όπου όλοι παρατηρούσαμε τον μεγάλο επαναστάτη που τολμούσε να βρίζει, ενώ εμάς η μαμά μας δε μας άφηνε, η βρισιά (ειδικά σε συχνή, καθημερινή βάση) δεν έχει λόγο ύπαρξης. Η ίδια η λέξη ξεθωριάζει και χάνει κάθε νόημά της. Κυρίως χρησιμοποιείται για να τονίσει τον έντονο χαρακτήρα του χρήστη, παρά για να προσδώσει νόημα.  Απλά βοηθάει τους δίπλα να βγάλουν ασφαλή συμπεράσματα για το ποιον του ομιλητή...

Βρίσιμο, βρισίδι, μαλάκας, πούστης, πουτάνα, γαμώ