Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2022

Από σάπιο φυτό, μόνο σάπια λουλούδια φυτρώνουν


Σε άλλο ένα ζήτημα που διχάζει την ελληνική κοινωνία εξελίσσεται η νέα ρύθμιση που αφορά τα ολοήμερα σχολεία, την οποία ανακοίνωσε πρόσφατα η Υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως όχι σε κάποια συζήτηση, φόρουμ ή επίσημο φορέα που αφορά εκπαιδευτικά ζητήματα –όπως θα περίμενε κανείς για ένα ζήτημα που αφορά τη μόρφωση των παιδιών και τη διαμόρφωση των αυριανών πολιτών μιας χώρας–, αλλά σε συνέδριο που αφορούσε το δημογραφικό ζήτημα. Και εδώ, αγαπητέ αναγνώστη, ξεκινά το πρόβλημα, γιατί οι τοποθεσίες και οι συμβολισμοί έχουν σημασία και κάθε άλλο παρά τυχαίοι είναι.

Περιχαρής λοιπόν μας ενημέρωσε ότι ξεκινάει τον Σεπτέμβρη η πιλοτική εφαρμογή της διεύρυνσης του ωραρίου των (μισών) ολοήμερων σχολείων, με σκοπό αυτά να λειτουργούν έως τις 17.30-18.00, προς διευκόλυνση των εργαζομένων γονέων και κηδεμόνων. Και εδώ, αγαπητέ αναγνώστη, συνεχίζεται το πρόβλημα, γιατί οι λέξεις «σχολείο» και «διευκόλυνση» στην ίδια πρόταση κρούουν κώδωνες προβληματικότητας.

Μέχρι τις 18.00, πολύ ωραία, ας το δεχτώ για μια στιγμή. Πού είναι λοιπόν οι γυμναστές που θα στελεχώσουν όλες αυτές τις ώρες αθλημάτων, προπονήσεων, αγώνων; Πού είναι οι μουσικοί, πού είναι οι θεατρολόγοι, πού είναι οι εικαστικοί που θα καλλιεργούν τις καλλιτεχνικές δεξιότητες των παιδιών; Πού είναι οι δάσκαλοι ξένων γλωσσών που θα μαθαίνουν στα παιδιά μας δωρεάν ξένες γλώσσες στο σχολείο και δεν θα αναγκαζόμαστε να χρυσοπληρώνουμε τα φροντιστήρια; Πού είναι οι περιβαλλοντολόγοι που θα ανοίγουν τους ορίζοντές τους με δράσεις περιβαλλοντικής εκπαίδευσης;

Θα σου πω εγώ πού είναι, αγαπητέ αναγνώστη. Εκεί που είναι και οι φιλόλογοι, και οι μαθηματικοί, και οι χημικοί, και τόσοι άλλοι: σπίτια τους. Άνεργοι. Ή στην καλύτερη, να ξεζουμίζονται σε άθλιες συνθήκες εργασίας στα φροντιστήρια, να τρέχουν ανασφάλιστοι από το ένα ιδιαίτερο στο άλλο, να τυλίγουν σουβλάκια, να παραδίδουν πακέτα. Κι εκεί θα παραμείνουν, καθώς δεν υπάρχει πρόβλεψη και σχεδιασμός για καμία πρόσληψη. Όπως δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη και σχεδιασμός για εγκαταστάσεις και εξοπλισμό. Το μέτρο θα κληθεί να σηκώσει στις πλάτες του ένα ήδη εξουθενωμένο και κακοπληρωμένο εκπαιδευτικό δυναμικό μέσα από τα συνήθη καρότα και μαστίγια.

Η προχειρότητα, οι σκόπιμες παραλείψεις, η χρονική συγκυρία δείχνουν μόνο ένα πράγμα: ότι το μέτρο αυτό δεν αφορά καθόλου την ίδια την παιδεία. Το κίνητρο μιας τέτοιας ρύθμισης δεν είναι το συμφέρον των παιδιών, το κίνητρο δεν είναι η γνώση, η μόρφωση, η καλλιέργεια. Το κίνητρο είναι η κοντόφθαλμη εξυπηρέτηση ψηφοφόρων. Λύνοντας ένα υπαρκτό πρακτικό πρόβλημα της καθημερινότητας χιλιάδων γονέων και μονογονέων με το να παρκάρουμε στα παιδιά στο σχολείο, να φυλακίσουμε τα παιδιά σε ένα στείρο περιβάλλον, πετώντας τους ψίχουλα. Να κολλήσουμε ένα τσιρότο πάνω από ένα ανοιχτό τραύμα και στην πορεία να απαξιώσουμε για άλλη μια φορά τον εκπαιδευτικό.

Αλλά αν βλέπαμε μόνο την ψηφοθηρική πλευρά του μέτρου, κοντόφθαλμοι θα ήμασταν κι εμείς, αγαπητέ αναγνώστη. Έχουμε όμως την εμπειρία και ξέρουμε ότι όταν οι Δαναοί φέρνουν δώρα, δεν περνάει πολύς καιρός που οι Τροίες καίγονται. Κι αφού ο στόχος του μέτρου δεν είναι τα παιδιά, κι αφού ο στόχος του μέτρου δεν είναι οι γονείς –άκου, άκου τη φρασεολογία, οι λέξεις έχουν βάρος, οι λέξεις έχουν σημασία–, ο στόχος της ρύθμισης είναι αποκλειστικά ο εργαζόμενος.

Εσύ. Ο στόχος είσαι εσύ. Σε μια εποχή που οι εργοδότες γλείφουν τις πληγές τους από την πανδημία και ψάχνουν πώς να ρεφάρουν, ο στόχος είσαι εσύ, αγαπητέ αναγνώστη. Ο στόχος είναι η περαιτέρω απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, το ευέλικτο ωράριο, οι απλήρωτες υπερωρίες για χάρη της εταιρείας, οι ελαστικές συμβάσεις εργασίας, οι δύο και τρεις δουλειές part time για να τα βγάλεις πέρα. Πρώτα είσαι εργαζόμενος και μετά γονιός. Πρώτα έρχονται οι υποχρεώσεις σου προς την εταιρεία και τον εργοδότη και μετά προς το παιδί σου και την οικογένειά σου. Ο ιερός ρόλος του γονέα καταπατάται και συνθλίβεται: δεν μας νοιάζει να μεγαλώσεις τα παιδιά σου. Δεν σε στηρίζουμε για να μεγαλώσεις εσύ τα παιδιά σου. Μας νοιάζει να τα κάνεις (ας μην ξεχνάμε το κατάπτυστο Συνέδριο Γονιμότητας πριν έναν χρόνο και τη συνεχή απειλή στο δικαίωμα της άμβλωσης). Ας τα μεγαλώσει ο παππούς, η γιαγιά, η νταντά, η δασκάλα, η γειτόνισσα, ο καφετζής. Δεν μας νοιάζει πώς θα βγουν αυτά τα παιδιά. Αρκεί να δουλεύεις. Αρκεί να δουλεύουν. Αρκεί να γαλουχηθούν ότι αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργεί ο κόσμος. Η απουσία. Η εξάντληση. Η μιζέρια. Το σκοτάδι.

Όχι.

Όλη η διαδρομή μας ξεκινάει με ένα «όχι». Όλη η διαδρομή μας ξεκινάει με ένα «σε βλέπω». Μακριά από τις πεισμωμένες και ανώριμες αντιπαραθέσεις και ανθρωποφαγίες στα κοινωνικά δίκτυα, που απορρέουν από τη χαριτωμένη υπό άλλες συνθήκες ασπρόμαυρη θέαση του κόσμου. Όσο όμορφο και δελεαστικό κι αν φαίνεται κάτι, από σάπιο φυτό, μόνο σάπια λουλούδια φυτρώνουν. Ακόμα κι αν είμαστε αναγκασμένοι να τα μυρίζουμε, ακόμα κι αν είμαστε αναγκασμένοι να δαγκώνουμε και να καταπίνουμε δηλητηριώδεις καρπούς ενίοτε, ο στόχος παραμένει ένας: το φυτό να ξεριζωθεί, πριν οι περικοκλάδες του στραγγαλίσουν κι εμάς και το μέλλον.

Κλείνω την κατάθεση αυτών των σκέψεων με τα υπέροχα λόγια από την ανάρτηση επί τους θέματος της ηθοποιού Κλέλιας Ρένεση:

«Ονειρεύομαι γονείς που μπορούν να ’ναι και να νιώθουν παιδιά, να ’χουν όρεξη και δύναμη να κυνηγήσουν τα όνειρά τους και να τους καμαρώνουν τα παιδιά τους λαμπερούς και μαχώμενους γι’ αυτό που αγαπούν... Και κει να βρουν να μοιάσουν οι επόμενες γενιές.»

 

Ζωή Τσούρα

13-06-2022


Κυριακή 11 Ιουλίου 2021

Μεμονωμένο Περιστατικό

 Ένα ακόμα μεμονωμένο περιστατικό. Έτσι το αποκαλείς. Όταν σε ρωτάω "γιατί;" μου απαντάς "έτσι είναι ο κόσμος".

Το λες με μια απίστευτη ηρεμία, καθώς ταυτόχρονα τρως, διαβάζεις, παίζεις. Το μεμονωμένο περιστατικό είναι μια μαγική λέξη, που ξόρκισε το κακό. Την ξεστόμισες κι όλα λύθηκαν. Δε χρειάζεται να αναλύσεις τίποτα, αίτια και λύσεις. Δεν ανησυχείς, δε φοβάσαι για το μέλλον, δε σκοτεινιάζει το μυαλό σου. Όλα είναι καλά.

Έχεις ήδη προετοιμαστεί. Ξέρεις για το επόμενο περιστατικό και απλά το περιμένεις να έρθει. Η αντίδραση θα είναι η ίδια. Πάντα είναι η ίδια. Ο κόσμος δεν αλλάζει. Είναι σάπιος, λες. 

Ο κόσμος μέσα σου δεν αλλάζει. Είναι σάπιος. Μόνο που δεν το καταλαβαίνεις. Όσο η σαπίλα σου αυτή σου παραλύει τα πόδια και σου παίρνει τη φωνή, όσο αναμιγνύεται με τη σαπίλα του κόσμου, θα έρχονται κι άλλα περιστατικά, πιο φρικαλέα από τα προηγούμενα. Μεμονωμένα; Φυσικά. Πάντα μεμονωμένα. 

Γιατί αν δεν ήταν, αν ενώναμε τις τελείες, θα σχηματιζόταν αυτό το πρόσωπο που τρέμεις να αντικρίσεις. Αυτό το πρόσωπο που θα σου θύμιζε πως όλα τα φρικαλέα εγκλήματα γεννήθηκαν από στόματα που επαναλάμβαναν αυτήν την ίδια, μονότονη, συνένοχη φράση.

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

Περί Απεργίας Πείνας

  Η απεργία πείνας πάντα με παραξένευε. Δεν μπορούσα εύκολα να την κατατάξω σε μία κατηγορία ενεργειών. Είναι μέσο επίτευξης προσωπικών στόχων; Είναι απόδειξη για το δίκαιο των πράξεων κάποιου; Είναι απλά πείσμα και καπρίτσιο; Όχι, δεν έχω περισσότερες γνώσεις επί του θέματος από τον μέσο πολίτη. Έχω, όμως, σκοπό να εξερευνήσω το θέμα.

Η βασική ιδέα είναι πως η απεργία πείνας λειτουργεί ως μέσο πίεσης προς κάποιον. Λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο με μια πορεία, μια στάση εργασίας, ένα συλλαλητήριο ή μία κατάληψη. Η μοναδική αλλά και η σημαντικότερη διαφορά είναι πως η απεργία πείνας δε βλάπτει το δημόσιο συμφέρον, δε διακόπτει την εύρυθμη λειτουργία κανενός ιδρύματος ούτε επιβάλλει την παρουσία κάποιου εκεί που δεν ανήκει. Όλες οι παραπάνω ενέργειες βέβαια, από την δημοκρατική μέχρι την πιο αυταρχική, έχουν τους υποστηρικτές τους και όχι άδικα. Αλλά η απεργία πείνας είναι η πιο ευγενική, θα έλεγα, μορφή πίεσης διότι βλάπτει μόνο το ίδιο το πρόσωπο που απεργεί και με έναν τρόπο τόσο άμεσο, που είναι πιο πραγματικός και ταυτόχρονα πιο συμβολικός από οποιονδήποτε άλλον.

Η παλιά, αφελής σκέψη μου ήταν πως, θεωρητικά, ο καθένας θα μπορούσε να κάνει απεργία πείνας για οποιοδήποτε αίτημα. Ένας οποιοσδήποτε κρατούμενος θα μπορούσε να κάνει απεργία πείνας για την αποφυλάκισή του ή για την παροχή υπερβολικών υπηρεσιών εντός του κελιού του. Η σκέψη αυτή είναι αφελής, διότι δεν είχα συνειδητοποιήσει πόση ψυχική δύναμη χρειάζεται για να διατάζεις το σώμα σου κάθε λεπτό, για πολλές ημέρες, να μην κάνει αυτό που ζητάει ακατάπαυστα, αυτό που οδηγεί στην επιβίωση. Αυτό που κάθε μέρα ο οργανισμός σου θα ζητά όλο και περισσότερο, προσπαθώντας απελπισμένα να επιβιώσει. Οπότε η θεωρία και η πράξη διαφέρουν παρασάγγας στην περίπτωση αυτή.

Όχι, ένας απεργός πείνας δε θα απεργούσε για κάτι παράλογο. Παράλογο για τον ίδιο τουλάχιστον. Δε θα μπορούσε να το κάνει, μιας και το ίδιο του το μυαλό θα εκλογίκευε και θα ξαναζύγιζε συνεχώς τη βαρύτητα του αιτήματός του. Σταδιακά θα αναθεωρούσε και θα συνειδητοποιούσε πως δεν αξίζει τον ίδιο του τον αφανισμό. Αυτή ακριβώς είναι η ουσία της απεργίας πείνας: πως η ίδια η δύναμη που απαιτεί η πράξη και οι συνέπειες που έχει στον ίδιο τον ενεργούντα είναι το εχέγγυο της ορθότητας του αιτήματος.

Όμως, ακόμα κι έτσι να μην είναι, ακόμα κι αν το αίτημα μοιάζει παράλογο εκ πρώτης όψεως, η απεργία πείνας λειτουργεί ως κάτι παραπάνω από μέσο πίεσης προς το κράτος. Λειτουργεί και ως μέσο δημοσιοποίησης ενός προβλήματος. Πολλά δίκαια αιτήματα θα έμεναν στην αφάνεια και στη διακριτική ευχέρεια της κρατικής βούλησης, χωρίς αυτό το ύστατο μέσο. Και η δημοσιοποίηση αυτή αλλάζει τα πάντα.

Δημιουργείται μια αντίστροφη μέτρηση άνευ προηγουμένου, που προκαλεί ένταση στην κοινωνία. Μια ανάγκη να εξεταστεί η φύση και το δίκαιο του αιτήματος, να βρεθεί λύση για το ζήτημα, όποια κι αν είναι αυτή. Να αναζητηθούν από τους απλούς πολίτες, όσους δεν έχουν νομικές γνώσεις, του ηθικού ζητήματος και των ορίων που πρέπει να τεθούν. Δεν έχει σημασία αν συμφωνούμε με τις πράξεις του κρατουμένου, με το δίκαιο της ποινής του, με το ποιος είναι για τον νόμο και για την κοινωνία. Όταν αυτή η ένταση γίνει πια ανυπόφορη, όταν η ανθρώπινη ζωή κρέμεται από μια κλωστή, δεν υπάρχει αδιάφορο αίτημα. Η κρατική μηχανή έρχεται απέναντι σε μια συλλογική σκέψη και οφείλει να λάβει μέτρα, όποια κι αν είναι αυτά. Ίσως θα μπορούσε να ειπωθεί πως γίνεται μια «αντίστροφη ομηρία», καθώς ο «απαγωγέας» και ο «όμηρος» είναι το ίδιο πρόσωπο. Όσο αυθαίρετο κι αν είναι το παραπάνω, τίθεται το εξής ζήτημα. Ποιος ευθύνεται για τις συνέπειες της απεργίας πείνας;

Πάλι η πιο αφελής απάντηση είναι πως φταίει ο απεργός πείνας. Η σκέψη «ας φάει κάτι» φανερώνει μια αδιαφορία απρεπή, μια ανήθικη απάθεια προς το ζήτημα που ώθησε τον απεργό στην πράξη αυτή. Αν εκείνος τιμωρεί τον εαυτό του μέχρι θανάτου για ένα ζήτημα, εμείς οι υπόλοιποι οφείλουμε τουλάχιστον να το ψάξουμε. Σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις, είναι υποχρέωση της κοινωνίας να παίρνει θέση και να αναζητά τα σφάλματα του συστήματος που πρέπει να διορθωθούν. Διότι η απεργία πείνας είναι μια κραυγή αγωνίας, από κάποιον που δεν μπορεί πια να ακουστεί ή που δεν τα κατάφερε ποτέ. Που στον δικό του κώδικα ηθικής, είτε ταυτίζεται με αυτόν της κοινωνίας είτε όχι, έχει κάτι αξιόλογο να πει. Και η κοινωνία πρέπει να ακούσει. 

   

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019

Το Πρόβλημα των Καπνιστών

   Το κάπνισμα, μια αποδεδειγμένα βλαβερή συνήθεια, θεωρείται προσωπική υπόθεση. Ο καπνιστής, λένε, βλάπτει μόνο τον εαυτό του: βασικά μάλλον βλάπτει πάνω απ' όλα τον εαυτό του και έπειτα τους άλλους. Αυτό πιστεύεται από μια μερίδα πολιτών.
   Ο καπνός όμως δε λειτουργεί έτσι. Βλάπτει εξίσου τον ίδιο τον καπνιστή όσο και τους άλλους. Αυτό κάνει την κοινωνία να αναρωτιέται: μα γιατί ένας καπνιστής καπνίζει εντός σπιτιού, μπροστά στα παιδιά του; Τόσο άσπλαγχνος είναι; Τόσο αναίσθητος; Δεν τον νοιάζει η υγεία των παιδιών του;
   Σ' αυτό το σημείο ας αναφέρω πως είναι θέμα ψυχολογίας. Ένας καπνιστής, προκειμένου να αποδεχτεί τον εθισμό του και να ανταποκριθεί απέναντι στα λογικότατα επιχειρήματα των γύρω του για το κάπνισμα, πρέπει να πολεμήσει με την ίδια του τη λογική, η οποία επίσης του λέει πως το κάπνισμα είναι βλαβερό. Ο εγκέφαλος περνάει από μία φάση άρνησης, όπου κάθε επιχείρημα ενάντια στο τσιγάρο εκτοπίζεται εξαιτίας της ανάγκης για αυτό.
   Κάποια στιγμή ο εθισμένος πια άνθρωπος μετριάζει την ιδέα για τη βλαπτικότητα του τσιγάρου. Σκέφτεται: "Είναι βλαβερό το τσιγάρο, εντάξει, αλλά μόνο αυτό είναι; Τόσα άλλα πράγματα βλάπτουν την υγεία, το τσιγάρο τους πείραξε; Άσε που στον εαυτό μου κάνω κακό".
   Ο τρόπος σκέψης του αυτός βασίζεται σε μια αλήθεια, πως το τσιγάρο βλάπτει. Για να μην επικεντρωθεί όμως στη συνήθεια αυτή, την αντιπαραβάλλει με άλλες, όπως τα καυσαέρια των αυτοκινήτων ή τα φουγάρα των εργοστασίων. Τέλος, για να πείσει τον εαυτό του πως δεν κάνει κακό στους άλλους, πιστεύει πως βλάπτει μόνο τον εαυτό του. Αυτό είναι το πρώτο στάδιο.
   Σιγά-σιγά συνηθίζει για τα καλά την ιδέα του τσιγάρου. Τα αρχικά συμπτώματα -ξερόβηχας, άσχημη μυρωδιά- συνηθίζονται και η ανάγκη τον κάνει να προχωρήσει κι άλλο τη σκέψη του: "Δεν είναι καλό το τσιγάρο, όμως ακούγονται και πολλές υπερβολές".
   Αυτό το στάδιο σκέψης χρησιμοποιεί το σχήμα λιτότητας: αντί δηλαδή να πει "είναι κακό" σκέφτεται "δεν είναι καλό", προσπαθώντας να δώσει έναν ουδέτερο τόνο στη συνήθεια. Επίσης, βασισμένος στις πολλές υπερβολές που όντως ακούγονται, πείθει τον εαυτό του πως ακόμα και οι λογικές συμβουλές που ακούει είναι υπερβολές.
   Έπειτα, το σκέφτεται φιλοσοφικά: "Εντάξει, βλαβερό το κάπνισμα. Όμως τι κακό μπορεί να μου κάνει; Ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα πεθάνω. Μια ζωή την έχουμε, ας την απολαύσουμε. Μήπως τόσοι και τόσοι που δεν κάπνιζαν δεν έπαθαν καρκίνους; Κι άλλοι που κάπνιζαν έζησαν μέχρι τα 100! Θέμα οργανισμού είναι..."
   Η απενοχοποίηση του τσιγάρου είναι στην τελική ευθεία. Έχει ταυτίσει πια την απόλαυση με το τσιγάρο και τη χρησιμοποιεί σαν ασπίδα απέναντι σε κάθε ένσταση σε σχέση με την υγεία. Προκειμένου να τα έχει καλά με τον εαυτό του και να μην έχει δεύτερες σκέψεις και τύψεις, χρησιμοποιεί κάθε είδους παραλογισμό σαν επιχείρημα. Στο τέλος συμπεριφέρεται σαν να μην είναι βλαβερό το κάπνισμα.
   Εκεί εμφανίζεται η κοινωνική διάσταση του προβλήματος. Αφού προσπαθεί να ξεχάσει πόσο βλαβερή είναι η συνήθεια, καπνίζει άφοβα κι ανέμελα μπροστά σε άλλους, αναγκάζοντάς τους να εισπνέουν τον καπνό του. Δε νιώθει πια ενοχές για τον εαυτό του, οπότε επόμενο είναι να μη νιώθει πως βλάπτει ούτε τους άλλους. Δεν το κάνει από κακία, ίσως ούτε καν από αδιαφορία: έχει ανάγκη να πιστεύει πως δε βλάπτει τους άλλους. Έτσι, θα καπνίσει σε εσωτερικούς χώρους, δίπλα σε παιδιά, σε μωρά, σε ηλικιωμένους, δίπλα σε οποιονδήποτε, χωρίς μάλιστα καμία τύψη.
   Το τελευταίο στάδιο παραλογισμού είναι η κόντρα με τους αντικαπνιστές. Σε δημόσιους χώρους ή σε χώρους εστίασης, θεωρεί αναφαίρετο δικαίωμά του να καπνίζει και υποχρέωση των υπολοίπων -οι οποίοι υπερβάλλουν και είναι γκρινιάρηδες- να ανέχονται τον καπνό. Τους κατηγορεί πως του στερούν τα δικαιώματά του, πως όπως έχουν εκείνοι άποψη έχει κι εκείνος, πως του φέρονται σαν πολίτη β' κατηγορίας...
   Γενικώς ο παραλογισμός φτάνει σε σοβαρά στάδια απόκλισης από την πραγματικότητα. Πλέον άλλα ισχύουν για τους άλλους κι άλλα για τον ίδιο -στο μυαλό του. Μάλιστα έχει ταυτίσει την ιδέα του εαυτού του με το τσιγάρο, έχει γίνει ένα μ' αυτό. Στο μυαλό του όποιος επιχειρηματολογεί ενάντια στο τσιγάρο του κάνει προσωπική επίθεση...
   Ευτυχώς δεν είναι όλοι οι καπνιστές έτσι. Υπάρχουν κάποιοι που κατανοούν την κατάστασή τους και σέβονται τους υπόλοιπους. Δυστυχώς, ακόμα κι ένας καπνιστής, ακόμα κι ένα τσιγάρο αρκεί για να καταστρέψει μια όμορφη ατμόσφαιρα σ' έναν εσωτερικό χώρο. Κι όσο κι αν το δημόσιο κάπνισμα βγαίνει εκτός νόμου χρόνο με τον χρόνο, στη χώρα μας η ατιμωρησία φέρνει παράλογες, εξοργιστικές και αναχρονιστικές καταστάσεις.

Το κάπνισμα βλάπτει, οι καπνιστές εθελοτυφλούν

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018

Ζακ Κωστόπουλος και Κωνσταντίνος Κατσίφας: Δυο Κόσμοι Ενώνονται

   Προσφάτως η Ελλάδα συγκλονίστηκε από δύο τραγικούς θανάτους νέων ανθρώπων: αυτούς του Κωνσταντίνου Κατσίφα, κατοίκου της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία, και του Ζακ Κωστόπουλου στην Αθήνα. Έγιναν σε σχετικά κοντινή ημερομηνία, σε απόσταση ενός μήνα περίπου το ένα περιστατικό από το άλλο, και προκάλεσαν τεράστιο σάλο, για διαφορετικούς -ίσως- λόγους το καθένα.
   Ας ξεκινήσουμε με τον 33χρονο Ζακ Κωστόπουλο, του οποίου ο θάνατος προηγήθηκε χρονικά. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2018 λοιπόν, ημέρα Παρασκευή, ο άνθρωπος αυτός έχασε τη ζωή του. Είχε μπει σε ένα κοσμηματοπωλείο βιαστικά για λόγους που αμφισβητούνται. Ακούγεται πως μπήκε για ληστεία κρατώντας ένα μαχαίρι στο χέρι του. Αυτό αργότερα αμφισβητήθηκε. Αργότερα ακούστηκε πως μπήκε στο κατάστημα για να γλιτώσει από έναν καβγά σε διπλανό μαγαζί. Δε θα τοποθετηθώ διότι δεν ξέρω λεπτομέρειες. Όπως και να 'χει, κατά την προσπάθειά του να διαφύγει μέσα από μια βιτρίνα από το κατάστημα, που σε βίντεο δείχνει κλειδωμένο, μετά από πολλαπλά χτυπήματα δύο ανθρώπων, ένας εκ των οποίων ήταν ο ιδιοκτήτης του καταστήματος, ο Ζακ Κωστόπουλος έπεσε κάτω αναίσθητος. Αργότερα διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
   Από εκείνο το σημείο και μετά, οι δράσεις και οι ιδιότητες του θανόντος έγιναν θέμα στα κανάλια: ήταν οροθετικός, ήταν μέλος της LGBTQ κοινότητας, ομοφυλόφιλος ο ίδιος, ακτιβιστής και γνωστός στον χώρο του. Λέγεται πως ήταν τοξικομανής. Σύσσωμη η κοινότητα του χώρου της τέχνης -ειδικά όσοι πρόσκεινται στην αριστερά και στα θέματα των μειονοτήτων- έσπευσαν να ταχθούν ανοιχτά υπέρ του. Αντίθετα, οι πολίτες που διακατέχονται από περιφρόνηση και μίσος απέναντι στα παραπάνω έσπευσαν να υπερασπιστούν το δίκιο του κοσμηματοπώλη και να εκφράσουν την άγρια χαρά τους με τον θάνατο του Ζακ. Το θέμα έγινε καυτό, κυρίως χάρη στην παρουσία του επίμαχου βίντεο που δείχνει όλη τη σκηνή. Κρατούσε μαχαίρι; Είχε μπει για ληστεία ή όχι; Ήταν υπό την επήρεια ουσιών ή όχι; Βρίσκονταν σε στάση άμυνας οι δύο που τον κλωτσούσαν μέχρι θανάτου;
   Πέρασε πάνω από μήνας μέχρι να γίνουν οι απαραίτητες εξετάσεις. Βρέθηκε καθαρός στις τοξικολογικές εξετάσεις, οι κατηγορίες για ληστεία και για κατοχή μαχαιριού ξεθώριασαν και οι άνθρωποι που είχαν ταχθεί υπέρ του ξαναβρήκαν την ευκαιρία να δηλώσουν τον αποτροπιασμό τους για το έγκλημα. Ο Ζακ, μετά τον βίαιο θάνατό του, έγινε σύμβολο για τους ανθρώπους που νιώθουν την ίδια καταπίεση λόγω των ιδιαιτεροτήτων τους, αλλά και από ανθρώπους του ακροαριστερού χώρου, που είδαν το συμβάν σαν ταξική επίθεση ενός "νοικοκυραίου" προς έναν "περιθωριακό αλήτη".
   Ας περάσουμε τώρα στην υπόθεση του 35χρονου Κωνσταντίνου Κατσίφα. Σκοτώθηκε στους Βουλιαράτες, ένα χωριό στην αλβανική επικράτεια, ανήκον στα χωριά της λεγόμενης Βορείου Ηπείρου. Έλληνας στην καταγωγή, έχει γραφτεί πως γυρνούσε εκεί από την Αθήνα τακτικά, ειδικά στις εθνικές επετείους. Ήταν ιδιαίτερα ενεργός σε θέματα εθνικά, έχοντας μεγάλη αγάπη για την ελληνική σημαία κι έχοντας, σύμφωνα με δημοσιεύματα, διαπληκτιστεί πολλάκις με τις αρχές για το σύμβολο αυτό του ελληνισμού.
   Αυτή ήταν, λένε, η αφορμή για τον νέο διαπληκτισμό ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου 2018. Ο Κωνσταντίνος Κατσίφας είχε ζωγραφίσει την ελληνική σημαία στον τοίχο σχολείου του χωριού, όταν ένας αστυνομικός διαπληκτίστηκε έντονα μαζί του για τη σημαία. Λένε πως τον προειδοποίησαν να κατεβάσει τη σημαία. Ο ίδιος, φορτισμένος από το κλίμα της εθνικής επετείου και από την επιθετική στάση του Αλβανού αξιωματικού, επέστρεψε λίγο αργότερα με ένα όπλο (καλάζνικοφ για την ακρίβεια) κι άρχισε να πυροβολεί στον αέρα. Δεν υπήρξε κάποιος τραυματισμός, σύμφωνα με δημοσιεύματα, όμως η αλβανική αστυνομία κινητοποιήθηκε και απάντησε στους πυροβολισμούς με υπηρεσιακά περίστροφα.
   Μετά την ανταλλαγή πυροβολισμών, ο Κωνσταντίνος Κατσίφας ανηφόρισε προς την έξοδο του χωριού και η αλβανική τοπική αστυνομία άφησε τις επίλεκτες αερομεταφερόμενες δυνάμεις να συνεχίσουν το ανθρωποκυνηγητό. Στο βουνό Τσούκλισα η ομάδα τον αναζήτησε και τον βρήκε κατά την επιστροφή του προς το χωριό. Δεν είναι γνωστές λεπτομέρειες για το πώς ακριβώς σκοτώθηκε αλλά οι ιατροδικαστές κατέληξαν στο συμπέρασμα πως δύο σφαίρες εξ αποστάσεως στην περιοχή της καρδιάς είχαν επιφέρει τον θάνατό του. Λεπτομέρειες που ανακοινώθηκαν αργότερα ήταν πως τα τραύματά του ήταν ραμμένα και διαψεύστηκαν οι φήμες για πυροβολισμό εξ επαφής στο άψυχο σώμα του.
   Ο Κωνσταντίνος, μετά τον βίαιο θάνατό του, έγινε σύμβολο των ανθρώπων που συμμερίζονται τα πατριωτικά του αισθήματα, αλλά και από ανθρώπους του ακροδεξιού χώρου, που είδαν το συμβάν σαν επίθεση Αλβανών προς Έλληνα για εθνικιστικούς λόγους. Μαζική ήταν η παρουσία Ελλήνων στην κηδεία του άτυχου 35χρονου και υπήρξαν διπλωματικές αναταραχές ανάμεσα στα δύο κράτη.
   Ας επιστρέψουμε τώρα στον τίτλο του άρθρου: γιατί δύο κόσμοι ενώθηκαν με τα δύο περιστατικά;
Ας συνοψίσω τα κοινά σημεία τους: επρόκειτο για άτομα ενεργά, το καθένα προς τη δική του κατεύθυνση, και ιδιαίτερα αγαπητά στον κύκλο τους. Δολοφονήθηκαν βιαίως και κατηγορήθηκαν πως έφεραν όπλο. Ακολούθησε και στις δύο περιπτώσεις θρίλερ καθώς αναμένονταν τα πορίσματα των ιατροδικαστών. Έπειτα, έγιναν σύμβολα από μερίδα πολιτών και δημιουργήθηκε για άλλη μια φορά διχασμός στην κοινή γνώμη.
   Το χειρότερο όμως απ' όλα ήταν η προσβολή των νεκρών από αδίστακτους εχθρούς τους. Για προσωπικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς -κυρίως- λόγους, πολλοί βρήκαν την ευκαιρία να βγάλουν χολή απέναντι στους θανόντες, για τον μεν Ζακ επειδή ήταν οροθετικός, ομοφυλόφιλος και -το γράφω με επιφύλαξη- τοξικομανής, για τον δε Κωνσταντίνο επειδή ήταν πατριώτης, είχε όπλο στην κατοχή του παράνομα και ήταν -το γράφω με επιφύλαξη- εθνικιστής. Για άλλη μια φορά η κοινή γνώμη έδειξε το σκληρό της πρόσωπο, επικεντρώνοντας τα δηλητηριασμένη βέλη της στο θύμα και όχι στην πράξη.
   Αυτό είναι το επίμαχο σημείο, κατά τη γνώμη μου. Ο κόσμος δεν ασχολήθηκε με το ίδιο το τραγικό φαινόμενο της δολοφονίας και του λιντσαρίσματος, αλλά με το προφίλ των θυμάτων και με το κατά πόσο τους άξιζε ο θάνατος! Επαναλαμβάνω: το πόσο τους άξιζε ο θάνατος! Μια κοινωνία που φλερτάρει επικίνδυνα με την βαρβαρική αγάπη της για θύματα, δράμα κι αιματοχυσία, που σχολιάζει ανοιχτά πλέον για ένοπλη καταστολή, κρεμάλες και για την επιστροφή της θανατικής ποινής, χρησιμοποίησε -και συνεχίζει να χρησιμοποιεί- δύο τραγικούς θανάτους νέων ανθρώπων για να εξυπηρετήσει συμφέροντα.
   Οι δύο κόσμοι που ενώθηκαν είναι οι λεγόμενοι πατριώτες (εθνικιστές/φασίστες για τους αντιπάλους τους) και οι λεγόμενοι ανθρωπιστές (αναρχικοί/ανθέλληνες για τους αντιπάλους τους). Έδειξαν, δυστυχώς επιλεκτικά, να συμμερίζονται τον πόνο της οικογένειας του ενός θύματος και κατακεραύνωσαν τις πράξεις, την ιδιότητα και τη συνολική πορεία ζωής του άλλου.
   Αυτό είναι λάθος! Η κοινωνία μας, προκειμένου να προχωρήσει και να εξελιχθεί, πρέπει να κοιτάξει κατάματα και να αντιμετωπίσει το θέμα των δολοφονιών, των λιντσαρισμάτων και γενικώς των αιματοχυσιών και να το αποκηρύξει ανοιχτά. Είτε πρόκειται για θέματα εθνικά είτε για θέματα ταξικά, μια κοινωνία που διψά για αίμα -αθώων και ενόχων- απομακρύνεται όσο περισσότερο μπορεί από τον πολιτισμό. Κι αυτό είναι κακούργημα. Ο πολιτισμός δεν είναι κάτι δεδομένο: εξελίσσεται με κατακτήσεις αιώνων, καθώς λιθαράκι-λιθαράκι χτίζονται με πόνο και τραγωδίες τα δικαιώματα στη ζωή και την ελευθερία. Είναι τόσο απροσμέτρητα δύσκολο να αλλάξει ο κόσμος προς το καλύτερο και τόσο εξοργιστικά εύκολο να κυλήσει προς την κατηφόρα του οπισθοδρομισμού, που θα έπρεπε η κοινή γνώμη να σοκάρεται με τη μεθοδευμένη προσπάθεια καπήλευσης των θανάτων αυτών. Δε σοκάρεται όμως, κι αυτό είναι που σοκάρει. Κρεμόμαστε από μία κλωστή: η δαμόκλειος σπάθη της απανθρωπιάς κρέμεται επικίνδυνα από πάνω μας και μπαλαντζάρει κάθε φορά που ο θάνατος γίνεται παιχνίδι πολιτικής κι εξουσίας. Αν θέλουμε ένα ευοίωνο μέλλον, ας το βάλουμε καλά στο μυαλό μας κι ας διαδώσουμε τον καλύτερο εαυτό μας, αφήνοντας τα πρωτόγονα ένστικτα πίσω μας.

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018

Η Ζωή Συνεχίζεται...

   Πριν από ενάμιση περίπου χρόνο μια άτυχη οικογένεια καταστράφηκε. Η σύζυγος και το κοριτσάκι έχασαν τη ζωή τότε, ο Υπάτιος Πατιμάνογλου έχασε ό,τι πιο πολύτιμο είχε. Την οικογένειά του. Χωρίς δική του υπαιτιότητα. Απλώς του συνέβη, εξαιτίας της ηλιθιότητας ενός πλουσιόπαιδου. Έφταιγαν πολλοί, όμως όχι εκείνος.
   Θυμάμαι την είδηση σαν χτες, μέσα στον καταιγισμό τραγικών ειδήσεων που τόσο ευχαριστεί τον κόσμο των ΜΜΕ. Τη θυμάμαι διότι με συγκίνησε πραγματικά, σε μια εποχή που η αρνητική πληροφορία συνήθως αφήνει τον κόσμο ανέπαφο. Είναι, κατά τη γνώμη μου, ό,τι χειρότερο μπορεί να τύχει σε άνθρωπο. Αναρωτιόμουν τότε πώς αυτός ο άνθρωπος θα ορθοποδήσει, αν θα βρει τη δύναμη να συνεχίσει τη ζωή του. Και, προς τιμήν του, τα κατάφερε.
   Έχω ακούσει για αυτοκτονίες για πολύ λιγότερα. Έχω μάθει για ανθρώπους που έπεσαν σε βαριά κατάθλιψη για πολύ λιγότερα. Ο Υπάτιος, μόνο και μόνο από αυτό το γεγονός, έγινε σύμβολο ελπίδας. Πραγματικό παράδειγμα για το ότι η ζωή συνεχίζεται. Ένα ρητό που πραγματοποιήθηκε.
   Βέβαια υπάρχει και η άλλη πλευρά. Η πλευρά των ΜΜΕ που ξαναβρήκαν λαυράκι και δοκιμάζουν την κοινή γνώμη, η οποία γουστάρει όσο τίποτα να δοκιμάζεται. Τη βρίσκει με αυτό. Τη βρίσκει με το να παρακολουθεί αδιάκριτα τις ζωές των άλλων, τις πιο μύχιες λεπτομέρειες, και να νιώθει πως έχει κάθε δικαίωμα -υποχρέωση σχεδόν- να κρίνει. Παρέλαση λοιπόν κάνουν, ως συνήθως, "απόψεις" υποτιμητικές, υβριστικές, εξοργιστικές: ο καθένας λέει το μακρύ του και το κοντό του για το τι θα έπρεπε να κάνει αυτός ο άνθρωπος. Ξαναβρήκε γυναίκα σύντομα ή όχι; Πόσο ανήθικος είναι που πήρε την αποζημίωση για το τροχαίο και τώρα θα ζήσει με άλλη γυναίκα;
   Δε μας παρατάτε, λέω εγώ. Σιχαμερή η κοινή γνώμη. Μικρή και λίγη, μικρή όσο και η κοινωνία που γεννιέται από αυτήν. Αν είναι δυνατόν να κατηγορούν τον άνθρωπο ότι "προκαλεί με τις δημοσιεύσεις του". Διάλεξε ο ίδιος να γίνει θέμα; Ποιος στον κόσμο θα επιθυμούσε τέτοιου είδους διασημότητα; Όποιος κατακρίνει τις επιλογές του, το κάνει εκ του ασφαλούς από τον καναπέ του, σύμφωνα με το εθνικό σπορ του Έλληνα.
   Όποιος θέλει να τον κρίνει, έχει περάσει τα ίδια; Η μάλλον, έστω το ένα δέκατο, το ένα εκατοστό από όσα πέρασε αυτός; Έζησε το σκοτάδι και την απελπισία του; Όχι. Ζει κανονικά τη ζωούλα του, έχοντας πάντα ως προτεραιότητα να κρίνει τις ζωές των άλλων. Αλλά νιώθει αρκετός για να κοροϊδέψει έναν άνθρωπο που έχασε παιδί και γυναίκα με τον πιο τραγικό τρόπο. Είναι ένα θέμα, βλέπετε, ένα κουτσομπολιό, όπως το νέο φόρεμα της Μενεγάκη. Κι όπως κάθε θέμα πρέπει να σχολιαστεί, από ανθρώπους που έχουν μπερδέψει το γυαλί με την πραγματικότητα. Για να υπενθυμίσω, δεν έχασε την οικογένειά του στο τελευταίο επεισόδιο της σειράς, παιδιά. Στ' αλήθεια του συνέβη αυτό.
   Ο άνθρωπος αυτός πρέπει να απολογηθεί για το πόσο θα πενθήσει; Σε ποιον να απολογηθεί; Μετράμε τις εβδομάδες, τους μήνες και τα χρόνια που θα έπρεπε να πενθήσει πριν συνεχίσει τη ζωή του, λες και στη ζωή του ένα κι ένα κάνουν δύο. Λες κι έχει να λογοδοτήσει στον οποιονδήποτε για τη ζωή του. Λες και διάλεξε να γίνει θέμα με αυτόν τον τρόπο.
   Ένα ξέρω: ο κάθε άνθρωπος βαδίζει σε έναν δικό του δρόμο, από τον οποίο εμείς βλέπουμε λίγα μέτρα στην καλύτερη περίπτωση. Αν θέλει να συνεχίσει τη ζωή του, γούστο του καπέλο του. Μόνο να επικροτήσει μπορεί κανείς, αν αποφασίσει να ασχοληθεί, τη δύναμη ψυχής του. Οποιοδήποτε πικρόχολο σχόλιο δείχνει μόνο το ποιόν του λέγοντος, που πιάνει το θέμα σαν το τελευταίο επεισόδιο Σαρβάιβορ ή Γκέιμ οφ λαβ.
   Κατηγορώ την κοινή γνώμη για τη στάση της. Πάνω απ'όλα όμως την κατηγορώ για την αλαζονεία της. Έχει επηρεαστεί τόσο πολύ απ' τον κόσμο της τηλεόρασης που θέλει να έχει γνώμη -και να τη σέβονται όλοι- επί παντός επιστητού. Μπορεί να κρίνει ποιος θα γίνει ήρωας, ποιος είναι προφήτης, ποιος προδότης, ποιος πρέπει να πενθήσει, ποιος πρέπει να ξαναχτίσει τη ζωή του και ποιος πρέπει να αυτοκτονήσει. Μια κοινωνία μικρόψυχη κι επικίνδυνη. Αδίστακτη και χωρίς ηθική. Και δυστυχώς, σε τέτοιες κοινωνίες οτιδήποτε καλό θάβεται και οτιδήποτε κακό εξυψώνεται και του στήνεται και άγαλμα. Και η ζωή συνεχίζεται...

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018

Η Κοινωνία Ποτέ δεν είναι Έτοιμη

   Τι είναι η κοινωνία; Ένας συλλογικός οργανισμός, φτιαγμένος από ετερόκλητα στοιχεία που απλώς τυχαίνει να ζούνε σχετικά κοντά μεταξύ τους. Μετέχουν στην ίδια επικαιρότητα, στην ίδια περίπου καθημερινότητα και δέχονται κοινά ερεθίσματα. Οι αντιδράσεις ποικίλλουν, ακούγονται πολύ διαφορετικές απόψεις -κάποιες ακούγονται ευρέως, κάποιες αποσιωπούνται- και δημιουργούν την κοινή γνώμη, ένα νοητό συμβούλιο όπου αυτός ο τεράστιος κύκλος ανθρώπων κρίνει, κατακρίνει και συμπεραίνει.
   Χαρακτηριστικό της κοινωνίας και της κοινής γνώμης είναι πως αλλάζουν πολύ αργά. Διατηρούν ένα πολύ συντηρητικό προφίλ, καθώς απαρτίζονται κυρίως από ανθρώπους που ζούνε χωρίς μεγάλες αλλαγές στη ζωή τους, τηρώντας όσα έμαθαν χωρίς πρωτοτυπίες. Αυτό δε σημαίνει πως δεν υπόκεινται σε αλλαγές: αναγκάζονται να αλλάξουν για χάρη της επιβίωσης, όταν το παρόν το απαιτεί. Η κοινή γνώμη αναγκάζεται να αποδεχτεί -έστω και τελευταία- ηθικές αξίες που έχουν κατοχυρωθεί εδώ και χρόνια στις συνειδήσεις των ακτιβιστών και των διανοητών, ενώ τα μέλη της κοινωνίας ζούνε τις εξελίξεις όταν αυτές τους χτυπήσουν την πόρτα.
   Λίγοι είναι οι επαναστάτες, λίγοι οι ριζοσπάστες κι ελάχιστοι από αυτούς ακούγονται. Η πλειοψηφία αυτών χάνεται μέσα στο πλήθος, πνίγεται στον βούρκο της ανωνυμίας και του κουτσομπολιού, παραγκωνίζεται από ανθρώπους που δεν έχουν κάτι καλύτερο να προσφέρουν πέρα από κακεντρεχή σχόλια. Τελικά όμως ένας μικρός αριθμός ανθρώπων με την ικανότητα να αλλάξουν τον κόσμο σπάει το δίχτυ του κοινωνικού αποκλεισμού και βγαίνει στην επιφάνεια, φέρνοντας αλλαγές στη σκέψη, στην τεχνολογία και στην πολιτική. Η κοινωνία, όταν βλέπει αυτόν τον παρείσακτο -που τόσα χρόνια η ίδια αγωνιζόταν να θάψει- να γίνεται επίκεντρο του θεάματος, ακολουθεί τα εξής βήματα: αρχικά προσπαθεί να τον ξαναθάψει. Αν δεν τα καταφέρει, τον λοιδωρεί. Αν αποτύχει κι εκεί, κάνει πως εκείνος δεν υπάρχει, αν και είναι πια πολύ αργά γι' αυτό. Τέλος, τον αποθεώνει και τον αγκαλιάζει σαν να ήταν χρόνια φίλοι. Γενικά, η κοινωνία, αυτός ο αργοκίνητος και γεμάτος αδυναμίες οργανισμός, αντιδρά τελευταία στις εξελίξεις και αποδέχεται τις αλλαγές μόνο όταν δεν έχει άλλες επιλογές.
   Η κάθε κοινωνία βλέπει την αλλαγή σαν κίνδυνο. Υπάρχει η εντύπωση πως αν αφήσουμε τα πράγματα όπως είναι, όλα θα πάνε καλά. Τελικά όμως, από ένα καπρίτσιο της τύχης ή μάλλον από αναγκαιότητα, οι αλλαγές θα έρθουν. Μέχρι να έρθουν, η κοινωνία κρύβεται πίσω απ' το δάχτυλό της, αρνούμενη να δεχτεί τα λάθη της. Όταν έρθουν οι αλλαγές όμως, θα τις δεχτεί και θα απορρίψει μετά βδελυγμίας το παρελθόν της, σαν να μην ήταν ποτέ υπεύθυνη γι' αυτό. Η συμπεριφορά της όμως προς μελλοντικές αλλαγές θα είναι και πάλι αρνητική, προσπαθώντας να διατηρήσει τον -αλλαγμένο πια- κόσμο της σαν να υπήρχε πάντα.
   Η κοινωνία ποτέ δεν είναι έτοιμη. Ποτέ δεν ήταν. Δεν ήταν έτοιμη για τη δημοκρατία. Μια χαρά φυτοζωούσε χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Όταν της ήρθαν, δεν ήξερε τι να τα κάνει. Είναι απορίας άξιον αν τελικά έμαθε. Δεν ήταν έτοιμη για τα δικαιώματα της γυναίκας. Μια χαρά την είχε κλεισμένη στο σπίτι, χωρίς δικαιώματα στο ίδιο της το σώμα και στην ίδια της τη ζωή. Δεν επρόκειτο να αλλάξει ποτέ από μόνη της (η κοινωνία). Αναγκάστηκε όμως. Τώρα η γυναίκα ψηφίζει, εργάζεται, έχει δικαίωμα στην επιλογή συζύγου, καριέρας και δραστηριοτήτων και η κοινωνία αποδέχεται -ηττημένη- το γεγονός ως έχει, σαν να ίσχυε πάντα.
   Η κοινωνία δεν είναι έτοιμη για την προστασία του περιβάλλοντος. Πολλά θρασύτατα μέλη της ακόμα κοροϊδεύουν όσους προσπαθούν, θεωρούν τους ακτιβιστές αστείες φιγούρες, καρικατούρες, επαναλαμβάνουν ειρωνικά τα μόττο τους πετώντας επιδεικτικά σκουπίδια απ' το παράθυρο του αυτοκινήτου -χάρη στην ατιμωρησία- και κρύβονται πίσω απ' το δάχτυλό τους. Οι αλλαγές έρχονται και δεν είναι καθόλου καλές. Ούτε γι' αυτές είναι έτοιμη η κοινωνία αλλά θα τις λουστεί.
   Η κοινωνία ποτέ δεν ήταν έτοιμη για την τεχνολογία. Αν ήταν, θα τη δεχόταν με καχυποψία, με κριτική σκέψη και δημιουργική φαντασία. Δεν το έκανε. Στην αρχή τη δαιμονοποίησε, έπειτα την φοβήθηκε και τέλος, όταν πια εκείνη κέρδισε σταδιακά έδαφος, την αποδέχτηκε άκριτα και τη θεοποίησε. Δεν είναι τυχαίες όλες οι υπερβολές και οι καταχρήσεις στα προϊόντα τεχνολογίας, ούτε οι φήμες που κυκλοφορούν γύρω από αυτά. Αν υπήρχε σωστή αντιμετώπιση θα υπήρχε και σωστή κρίση, χρήση και άποψη γι' αυτήν. Εφόσον όμως αυτός ο οργανισμός φοβάται την αλλαγή, θα είναι πάντα ανέτοιμος γι' αυτήν. Θα κάνει πάντοτε τις χειρότερες επιλογές και θα γαλουχεί την επόμενη γενιά με παρόμοιο τρόπο.
   Ποια είναι λοιπόν η έξοδος απ' αυτόν τον αέναο φαύλο κύκλο; Η επόμενη γενιά, οι διάδοχοι όσων αποτελούν σήμερα την κοινωνία. Η ελπίδα του αύριο, που έχει την ευκαιρία, παρά τις αντίξοες συνθήκες, να φανεί άξια των περιστάσεων. Στον κόσμο της παγκοσμιοποίησης, οι αλλαγές είναι ραγδαίες. Είτε η αυριανή κοινωνία είναι έτοιμη είτε όχι, θα της χτυπήσουν ξανά και ξανά την πόρτα. Οπότε χρειάζεται επαγρύπνηση. Ούτε η δαιμονοποίηση ούτε η θεοποίηση καταστάσεων και προσώπων θα βοηθήσει. Μονάχα η κριτική σκέψη και η αποδοχή της πραγματικότητας θα κάνει την κοινωνία να είναι έτοιμη.

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

Περί Αυτοδικίας

   Η αυτοδικία, δηλαδή η δράση κάποιου ενάντια σε μια εγκληματική πράξη ως αυτόνομη μονάδα στη θέση του νόμου, είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο. Ο κάθε άνθρωπος έχει αίσθημα δικαιοσύνης μέσα του, το οποίο λειτουργεί διαφορετικά στον καθένα, ανάλογα με τον τρόπο που μεγάλωσε και τις εμπειρίες του. Γι' αυτό έχουν σημειωθεί αμέτρητες φορές πράξεις αυτοδικίας σε πολλές κοινωνίες με διαφορετικά κίνητρα κάθε φορά.
   Πρώτον, τα ιδεολογικά, πολιτικά και θρησκευτικά πιστεύω ορίζουν τη συμπεριφορά των περισσότερων ανθρώπων. Απέναντι στο ίδιο έγκλημα ή στην ίδια παράνομη πράξη αλλιώς θα συμπεριφερθεί ο καθένας: άλλος θα δώσει ελαφρυντικά στον θύτη, άλλος θα τον αποκαλέσει "τέρας", κάποιος θα παρέμβει για να φέρει συμβιβαστική λύση, άλλος θα θολώσει και θα επέμβει για να πλήξει και να τραυματίσει. Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό: μιας και ο καθένας μας έχει άλλη άποψη για το σωστό και το δίκαιο, άλλη για το πότε η άμυνα είναι δικαιολογημένη, για το πότε ένας άνθρωπος αξίζει να τιμωρηθεί, να πονέσει ή ακόμα και να χάσει τη ζωή του. Όπως και στη θεωρία, δηλαδή στο μυαλό του καθενός, έτσι και στην πράξη, ως μάρτυρας σε μια ανάλογη περίσταση, ο καθένας θα δράσει αλλιώς.
   Γι' αυτό η αυτοδικία είναι μια χαοτική κατάσταση. Μπορεί να καταλήξει σε μια παρεξήγηση ή έναν απλό τραυματισμό μέχρι άγριους ξυλοδαρμούς, βασανισμούς, στυγερές δολοφονίες και βεντέτες ή γενικώς δολοφονίες άλλων αθώων, που μόνο κατά τη γνώμη του αυτόκλητου δικαστή σχετίζονται με το έγκλημα. Το ζήτημα είναι: η αυτοδικία πρέπει να ενθαρρύνεται ή να αποθαρρύνεται από τον νόμο;
   Σε κοινωνίες όπου η αυτοδικία ενθαρρύνεται, οι νταήδες έχουν την τιμητική τους. Συνήθως είναι κοινωνίες που δείχνουν ένα αυστηρό, συντηρητικό προφίλ και ο ανθρωπισμός δεν έχει θέση. Το δίκαιο είναι στα χέρια του δυνατού και η ηθική είναι ένα ποτ-πουρί νόμιμης οπλοκατοχής, πουριτανισμού, φαλλοκρατίας και επίδειξης δύναμης. Πολλά εγκλήματα λύνονται με τις γροθιές, τα μαχαίρια ή τα όπλα και η δουλειά της αστυνομίας είναι τυπική και συνήθως μεροληπτική. Μια Άγρια Δύση, ας πούμε.
   Είναι πολύ δύσκολο για μια κοινωνία να απεμπολήσει πλήρως την αυτοδικία. Μπορεί να το κάνει στα λόγια, όμως η περιπτωσεολογία είναι αχανής και δεν μπορεί πάντα να απαντά με ένα ναι ή με ένα όχι. Ο νόμος, επίσης, δεν μπορεί να αλλάζει ανά περίπτωση. Έχουν οριστεί κάποιες γραμμές ανάμεσα στη νόμιμη και δικαιολογημένη (αυτο)άμυνα και στην παράνομη και αδικαιολόγητη. Μπορεί πολλές φορές να συγκρούονται οι θελήσεις του κράτους και του πολίτη, όμως ο τελευταίος οφείλει να σκεφτεί σε τι είδους κοινωνία θα ζούσαμε αν ο νόμος ήταν με το μέρος του αυτόκλητου δικαστή.
   Το επιχείρημα κατά της αυτοδικίας είναι το ίδιο με αυτό κατά των λαϊκών δικαστηρίων: όλα γίνονται εν βρασμώ ψυχής, με τους όρους του δυνατότερου και μέχρι το σημείο που ικανοποιείται εκείνος. Δεν υπάρχει λογική: όλα είναι ρευστά, όλα είναι αποδεκτά. Ποιος θέλει μια τέτοια κοινωνία; Αυτός που θα βιαστεί να απαντήσει ναι, πιστεύοντας πως ο νόμος αντί να τον προστατεύει θίγει τα συμφέροντά του, ας σκεφτεί πρώτα πως όσοι μισεί και τον μισούν θα έχουν εξίσου το δικαίωμα και το ελεύθερο να βιαιοπραγήσουν ενάντια στον ίδιο με σαθρές αιτιολογίες κι ο νόμος μπορεί να τους αθωώσει.
   Για να γίνουν λιγότερες οι περιπτώσεις αυτοδικίας, η πεπατημένη και πιο συνήθης μέθοδος είναι η περισσότερη αστυνόμευση, κυρίως στο αστικό περιβάλλον. Ο θύτης φοβάται όταν βλέπει το χέρι του νόμου να φτάνει μακριά και το θύμα νιώθει προστατευμένο και ασφαλές, με αποτέλεσμα να απαευθύνεται στην αστυνομία αντί να προβαίνει σε αυτοδικία. Υπάρχει κι εδώ πρόβλημα: και οι αστυνομικοί άνθρωποι είναι κι έχουν υπάρξει άπειρες περιπτώσεις βάναυσης και αδικαιολόγητης αστυνομικής βίας, από όργανα δηλαδή που δρουν ομαδικά, οπλοφορούν κι έχουν γνώση του νόμου και πολύ καλύτερη εκπαίδευση απ' τον οποιονδήποτε πολίτη.
   Συνεπώς, ας φανταστούμε την αντίδραση του οποιουδήποτε πολίτη σε ανάλογες περιπτώσεις, όταν ούτε τα εκπαιδευμένα όργανα δε δρουν με καθαρό μυαλό. Επειδή συχνά-πυκνά γίνονται τέτοια εγκλήματα, η κοινή γνώμη βγαίνει και λέει δημόσια το μακρύ της και το κοντό της. Βλέπω ένα τρομακτικά μεγάλο μέρος του πληθυσμού να απολαμβάνει τον θάνατο και τους βασανισμούς, να παρακαλάει για νόμιμη οπλοκατοχή και για περισσότερη αυτοδικία, να ζητά αίμα. Αναρωτιέμαι: σε τι είδους κοινωνία να επιθυμούσαν να ζούνε όλοι αυτοί; Σίγουρα υπάρχουν εγκληματικά στοιχεία σε κάθε κοινωνία, όσο συντηρητική ή προοδευτική κι αν είναι, όμως υπάρχει μια διαφορά: όσο αυξάνεται η αυτοδικία και η ηθική της δικαίωση, τόσο πιο πολύ ο καθημερινός πολίτης γίνεται ο ίδιος το εγκληματικό στοιχείο. 

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2018

Πού Χάθηκαν οι Πατριώτες;

   Μια από τις πιο συνηθισμένες ταμπέλες που βάζει κανείς στον εαυτό του ή στους άλλους είναι αυτή του πατριώτη. Βάσει αυτής, ο λεγόμενος πατριώτης αποκτά κύρος και συμπάθεια απ' τους υπόλοιπους, ενώ ο μη πατριώτης κερδίζει την απαξίωση των υπολοίπων. Πρόκειται για έναν αγώνα, στο μυαλό των περισσοτέρων, για απόδειξη και ανάδειξη. Τι σημαίνει όμως να είναι κανείς πατριώτης;
   Πατριωτισμός και ανάγκη για πατριωτισμό υπάρχει παντού. Η χώρα μας δεν αποτελεί εξαίρεση. Ο πιο συνηθισμένος ορισμός του πατριώτη είναι "αυτός που αγαπάει την πατρίδα του". Επειδή όμως και η έννοια "πατρίδα" είναι κάτι αφηρημένο και συγκεχυμένο, τα πράγματα πολύ συχνά παίρνουν περίεργες τροχιές ή εκτροχιάζονται εντελώς. Συνηθισμένες μέθοδοι απόδειξης του πατριωτισμού είναι διαχρονικά η ανύψωση της ελληνικής σημαίας σε περίοπτο σημείο της οικίας τις ημέρες εθνικών εορτών και η αγάπη προς τον εθνικό ύμνο, ο οποίος παίζεται παντού τέτοιες μέρες. Η ελληνική σημαία από κάποιους πιο ένθερμους και ζηλότυπους πατριώτες είναι υψωμένη κάθε μέρα στο σπίτι.
   Στην εποχή της τεχνολογίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ο πατριωτισμός δηλώνεται με την ανάρτηση προσφιλών άρθρων, βίντεο και τραγουδιών και παράλληλα αποκήρυξη οποιουδήποτε στοιχείου, ανθρώπου ή συνήθειας που τείνει προς τον λεγόμενο ανθελληνισμό -όπως τον καταλαβαίνει έκαστος. Γενικά ο όρος "ανθελληνισμός" και "ανθέλληνας" έχει καταντήσει μια πολύ συνηθισμένη ρετσινιά για οποιονδήποτε δε συμφωνεί με τις απόψεις και τα ιδεώδη του εν λόγω πατριώτη. Σύνηθες φαινόμενο της εποχής μας είναι επίσης η κοινοποίηση γλωσσικών και ιστορικών μύθων, που καθόλου δε βοηθάνε στην ιστορική αλήθεια αλλά κάνουν πιο προσφιλή στους σκληροπυρηνικούς εθνικιστικούς κύκλους την εικόνα του προσώπου που κοινοποιεί.
   Τα πράγματα χάνουν κάθε όριο όταν ορισμένα άτομα που δεν έχουν ιδέα τι σημαίνει αγάπη προσπαθούν να αποδείξουν την αγάπη και τη φιλοπατρία τους με όποιον τρόπο μπορούν και καταλαβαίνουν. Συγκεκριμένα, πρόκειται για μια μέθοδο του αποκλεισμού: αφού μισώ και αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας τις υπόλοιπες εθνότητες, φυλές και ανθρώπους, προφανώς αποδεικνύεται πως αγαπώ την πατρίδα μου. Είναι πολύ εύκολο να παρασυρθεί κανείς σ' αυτή την παγίδα: οι εκδηλώσεις μίσους έχουν ταυτιστεί σε πολλές συνειδήσεις με τη φιλοπατρία, σε βαθμό που η ζημιά έχει γίνει. Ο εθνικισμός και ο ρατσισμός προσπαθούν να καπηλευτούν το όνομα και τις χάρες της φιλοπατρίας και να το καταφέρνουν μια χαρά.
   Έπειτα, υπάρχει η έννοια του εθνικού φρονήματος. Το εθνικό φρόνημα με λίγα λόγια είναι το αίσθημα περηφάνιας για την πατρίδα αλλά και το αίσθημα ανωτερότητας του δικού μας έθνους σε σχέση με τα υπόλοιπα. Η υγιής και αθώα μορφή του έρχεται από την ευγενή άμιλλα, από την ανάδειξη καλλιτεχνών, αθλητών, λογοτεχνών, επιστημόνων και πολιτικών που αξίζουν να μείνουν στην Ιστορία και αφήνουν μια γλυκιά εικόνα του έθνους στο παγκόσμιο στερέωμα της ανθρωπότητας. Η στρεβλή μορφή του εθνικού φρονήματος είναι οι τάσεις επεκτατισμού, αλυτρωτισμών και εθνοκάθαρσης που γίνεται -όχι μόνο στο έθνος μας, δυστυχώς η τάση είναι παγκόσμια- σε βάρος της ανθρώπινης ζωής. Ο επίδοξος πατριώτης λοιπόν, για την ανάγκη ανάδειξης του εθνικού φρονήματος -όπως ο ίδιος το καταλαβαίνει- σκοπεύει και προτίθεται να θυσιάσει πολλές χιλιάδες ελληνικές ζωές προκειμένου να κερδίσει μια μάχη, έναν πόλεμο, μία θέση στον ήλιο.
   Θα αναρωτηθεί κανείς: μα ο πόλεμος μπορεί να μας χτυπήσει την πόρτα. Δεν πρέπει να υπερασπιστούμε τα πάτρια εδάφη; Βεβαίως, όταν απειλείται να καταστραφεί το έθνος. Το πρόβλημα είναι πως η "καταστροφή" αυτή ερμηνεύεται όπως θέλει ο εκάστοτε άνθρωπος: για άλλους είναι καταστροφή το να επιτρέψουμε μια συμμαχία με άλλες βαλκανικές ή ευρωπαϊκές χώρες. Θεωρούν πως μια τέτοιου είδους συμφιλίωση αλλοιώνει τον πολιτισμό μας. Θα προτιμούσαν να βάψουν τα χέρια τους με αίμα παρά να επιτρέψουν άλλους πολιτισμούς να έρθουν σε επαφή με τον δικό μας. Και πάλι εδώ έρχεται η στρεβλή ιδέα πως το έθνος που συνεργάζεται αλλοιώνεται και πως η εχθρική στάση απέναντι σε άλλα έθνη είναι κάτι καλό και επιθυμητό.
   Μέχρι στιγμής, οι περισσότεροι αυτοαποκαλούμενοι πατριώτες παρουσιάζουν μια εικόνα μισαλλοδοξίας, έντονης έριδας προς οτιδήποτε δεν είναι ίδιο με τις ιδέες τους και, το βασικότερο όλων, δεν έχουν καμία πρόθεση να συνεργαστούν με οποιονδήποτε για την ανάπτυξη και την οικοδόμηση του κοινού καλού. Προβαίνουν σε γιγαντιαίων διαστάσεων χαρακτηρισμούς, μειωτικές εκφράσεις προς τους πολιτικούς αντιπάλους και γενικώς αναλώνονται σε μια φαύλη νοοτροπία, γεμάτη εχθρική διάθεση και τάσεις αλληλοσπαραγμού. Ειδικά στην εικόνα της χώρας προς τα έξω, για παράδειγμα στην πορεία των αθλητικών ομάδων, των καλλιτεχνών και των δημοσίων προσώπων -ακόμα και στο ευρωκοινοβούλιο, όπου καθόλου φειδωλά δεν είναι αυτά τα φαινόμενα- δεν υπάρχει καμία ιδέα ομόνοιας, συναδελφοσύνης και αλληλεγγύης. Ο καθένας κοιτά να προβάλει τον εαυτό του και την παράταξή του, λασπολογώντας τους "αντιπάλους" και ξεχνώντας πως πρόκειται για μία κοινή προσπάθεια. Η παροιμία σχετικά με την κατσίκα του γείτονα σε όλο της το μεγαλείο.
   Χάρη σε αυτές τις μονοδιάστατες ιδέες μπορούμε να εξάγουμε συμπεράσματα για τον υγιή πατριωτισμό. Η άποψή μου είναι η εξής: ο πραγματικός πατριώτης δε χρειάζεται να έχει μια παράλογη και τεράστια ιδέα για την πατρίδα του. Αντίθετα, χρειάζεται λογική και σύνεση. Οφείλει να σκέφτεται πως η πατρίδα του είναι μια ακόμα χώρα, όπως οι υπόλοιπες. Έτσι θα ξεφύγει απ' τις υπερβολές και τους παραλογισμούς, θα αποκτήσει μια ρεαλιστική εικόνα γι' αυτήν και θα μπορεί να παρατηρεί και να προτείνει λύσεις για τις αδυναμίες της. Θα αποφεύγει να κερδοσκοπεί σε βάρος της πατρίδας του. Επιπλέον, εφόσον δεν έχει φουσκωμένα τα μυαλά του με προσωπικές φιλοδοξίες και κενοδοξίες, θα καταφέρει να συμφιλιωθεί με άτομα που έχουν διαφορετικές πολιτικές απόψεις και θα θάψει, για χάρη του κοινού καλού, το τσεκούρι του πολέμου. Εν τέλει, ο πραγματικός πατριώτης δε χρειάζεται να φαίνεται ούτε να αναδεικνύεται. Δε χάθηκαν πουθενά οι πατριώτες. Απλώς κάνουν σιωπηρά τη δουλειά τους, ζουν τη ζωή τους με συνείδηση και χωρίς υπερβολές, βρισιές και έριδες, έχοντας κατανοήσει πως το να μην πετάξουν τα σκουπίδια τους στην αυλή του γείτονα είναι πολύ πιο πατριωτικό από το να βρίσουν δημοσίως με τις χειρότερες λέξεις τους "αντιπάλους" τους.

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

Και οι γονείς μας τι πάθανε;

   Είναι αλήθεια. Η πρόοδος είναι ένα δίκοπο μαχαίρι. Όχι μόνο επειδή φέρνει κάποια νέα προβλήματα μαζί της: αυτός είναι ένας κίνδυνος που έχει προβλεφθεί. Κυρίως επειδή παρά τα καλά που φέρνει βρίσκεται αντιμέτωπη με μυαλά που αρνούνται να εναρμονιστούν στο παρόν: κοιτούν με τόση λαχτάρα το παρελθόν (ή μάλλον αυτό που νομίζουν πως ήταν το παρελθόν) που κάθε αλλαγή στην ασπρόμαυρη, ρομαντική εικόνα τους μοιάζει παραφωνία.
   Ένας απ' τους πιο ζόρικους τομείς, μετά την κλιματική αλλαγή, είναι η αλλαγή στον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας και μάλιστα στην επιστημονική μέθοδο, η οποία συγκρούεται με τις παραδοσιακές μεθόδους ανατροφής. Αφορμή για το άρθρο στάθηκε μια δημοσίευση παιδοψυχολόγου, που σχολίαζε την ανάγκη για την αυτοδιάθεση κι αυτοδιαχείριση του παιδικού σώματος: τόνιζε πως το ίδιο το παιδί πρέπει να επιλέγει ποιον θα φιλάει και ποιον θα αγκαλιάζει. Αυτό φυσικά για οποιονδήποτε νοήμονα άνθρωπο είναι αυτονόητο.
   Κι όμως, και τι δε γράφτηκε στα σχόλια. Από παραδοσιακή κυρία που ισχυριζόταν πως τέτοιοι νεωτερισμοί θα κάνουν τα παιδιά ... βιονικούς ανθρώπους (ανάθεμα αν ξέρει τι σημαίνει αυτή η λέξη-καραμέλα που χρησιμοποιείται τόσο) μέχρι άλλους που έλεγαν πως "είναι θέμα κουλτούρας, καθώς εμείς οι Έλληνες είμαστε θερμοί και αγαπιόμαστε περισσότερο κι έτσι μαθαίνουμε και τα παιδιά μας". Άραγε τι σχέση έχει η αγάπη με το πολύ συγκεκριμένο ζήτημα του παιδικού εξαναγκασμού για φιλιά και αγκαλιές μέσα στον οικογενειακό κύκλο; Ο σχολιαστής μπέρδεψε δύο διαφορετικά ζητήματα: την αμοιβαία αγάπη με τα φιλιά του θείου/νονού/παππού προς το παιδί, τα οποία ούτε αμοιβαία είναι ούτε ευχάριστα και για τους δύο. Κοντολογίς, το παιδί δεν είναι αντικείμενο να το φιλάς όποτε θες χωρίς να θέλει.
   Το μακράν αγαπημένο μου σχόλιο όμως ήταν το "Και οι γονείς και παππούδες μας τι πάθανε;". Θέλω να σταθώ εδώ, διότι το σχόλιο αυτό το έχω δει άπειρες φορές σε πολύ διαφορετικά θέματα και είναι πάντα εξίσου απαράδεκτο. Πρώτον, η ρητορική αυτή ερώτηση εννοεί υποτίθεται πως οι παλιές γενιές, ακόμα και χωρίς παιδοψυχολόγους, ζούσαν χωρίς ψυχολογικά προβλήματα. Στο μυαλό του σύγχρονου Έλληνα πάντα. Διότι πώς μπορείς να γνωρίζεις, παραδοσιακέ τύπε, ΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ένιωθαν τουλάχιστον πέντε εκατομμύρια διαφορετικοί άνθρωποι που ανήκαν στις παλαιότερες γενιές; Μόνο με βάση τους γονείς σου και μια χούφτα ακόμα ανθρώπους που γνώριζες ως παιδί... Είναι επαρκές αυτό για να επιχειρηματολογείς; Σαφώς και όχι! Οποιοδήποτε παρόμοιο επιχείρημα δε στέκει, διότι τις παλιές εποχές οι εν ζωή σχολιαστές τις έζησαν ως παιδιά ή ΜΟΝΟ μέσα από αφηγήσεις των παλιών. Αφηγήσεις ρομαντικές, εξωραϊσμένες, όπου όλα πήγαιναν ρολόι κι όλοι αγαπούσαν αλλήλους, σε αντίθεση με "τα σημερινά χάλια".
   Δεύτερον, για να δηλώσεις, σχολιαστή, υπεύθυνα και με πλήρη (ή σχεδόν πλήρη) επίγνωση πώς ακριβώς ένιωθαν οι παλιοί με τα κατ' ανάγκη φιλιά και με τις αγκαλιές με το στανιό οφείλεις να έχεις κάνει έρευνα. Έρευνα με πολλά δείγματα, πιστή και λεπτομερή, σε βάθος δεκαετίας-εικοσαετίας. Λυπάμαι αλλά έτσι βγαίνουν τα επιστημονικά πορίσματα. Με κόπο και δουλειά. Έτσι διορθώνονται οι παλιές αντιλήψεις. Με ανεύθυνα σχόλια στα ΜΚΔ (Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης) μπορείς μονάχα να αποδείξεις πόσο ρηχά βλέπεις το θέμα και πόσο ακατάλληλος είσαι να ψυχολογήσεις ένα παιδί. Διότι δεν ήρθαν να σου μιλήσουν για τα εσώψυχά τους "οι γονείς μας και οι παππούδες μας". Κι αν ήρθαν 2 στα 5.000.000 αμφιβάλλω αν ήταν ειλικρινείς. Αλλά ακόμα κι αν ήταν, ακόμα κι αν πέτυχες τους δύο σκληροτράχηλους ανθρώπους που δεν επηρεάστηκαν, πάλι αυτό δε λέει τίποτα. Στατιστικά τουλάχιστον.
   Διότι κανείς δε ρώτησε τους γονείς και παππούδες αν ήθελαν ως παιδιά να τους φέρονται σαν αντικείμενα. Υπάρχει έστω και μια αμφιβολία για την απάντησή τους σε σχετική ερώτηση; Όχι. Η παιδική ψυχολογία δεν έχει αλλάξει τόσο ανά τις γενιές. Κανένα παιδάκι δε θέλει φιλιά από ιδρωμένους κι αναψοκοκκινισμένους θείους, νονούς/παππούδες που βρωμάνε τσιγάρο και αλκοόλ (σε τέτοιες φάσεις συνήθως ο Έλληνας συγγενής δείχνει την αγάπη του), γιαγιάδες που αρπάζουν και φιλάνε παθιασμένα και γενικά από άτομα που δεν είναι η μαμά του ή κάποιος στον οποίο έχει πραγματικά θάρρος. Ούτε σήμερα ούτε παλιά ούτε αύριο και ούτε μεθαύριο. Ούτε εσύ, σχολιαστή, το ήθελες. Απλά το έχεις ξεχάσει (ή θέλεις να το ξεχάσεις και στρουθοκαμηλίζεις).
   Να σου πω γιατί; Διότι τα παιδιά, στην ηλικία των 5-12 ετών τουλάχιστον, που δεν είναι πια μωρά αλλά ούτε έφηβοι να δηλώσουν ανοιχτά την αντιπαράθεσή τους (και να τους πεις περίεργους, ατίθασους κι απροσάρμοστους επειδή το έκαναν) δεν αντιτίθενται ανοιχτά. Δηλώνουν σιωπηρά ή με στάση του σώματος την άρνησή τους κι εσύ (όπως και το υπόλοιπο σόι) δεν μπαίνει στον κόπο να τα καταλάβει. Πολλές φορές μάλιστα γίνεται και θέμα (ερώτηση: -Σ' αρέσει όταν σε φιλάει ο παππούς; -Όχι. Γέλια από το σόι). Αυτά είναι στοιχεία πειθαναγκασμού και όχι αγάπης. Αν "οι γονείς και παππούδες σου" στο είχαν μάθει αυτό, τότε ο παιδοψυχολόγος σήμερα θα είχε λιγότερη δουλειά και δε θα έπρεπε να απαντά σε απαράδεκτες δηλώσεις και αφελέστατες ερωτήσεις.
   Οπότε, έχοντας προσπεράσει το ζήτημα, κλείνω με το εξής: οποιοσδήποτε (χωρίς εξαιρέσεις αυτή τη φορά) ισχυρίζεται πως "οι γονείς και οι παππούδες μας" δεν έπαθαν τίποτα απ' τα δεινά των καιρών τους -μικρότερα ή μεγαλύτερα- προφανώς δεν τους ρώτησε, δεν μπήκε στον κόπο να μάθει ή δε νοιάστηκε. Πολλά έπαθαν κι ας μην το είπαν. Έζησαν σε εποχές με μεγάλες δυσκολίες και χωρίς ανέσεις. Όσο κι αν εξωραϊστούν εκείνες οι εποχές (επειδή επιλέγουν κάποιοι να θυμούνται μόνο τα καλά του χτες και μόνο τα στραβά του σήμερα), η εποχή μας έχει ξεπεράσει πολλά απ' τα προβλήματα τους. Ποιος όμως είναι ο καταλυτικός παράγοντας για αυτήν την κατακλυσμιαία αλλαγή; Η πρόοδος κι όχι η παράδοση. Πώς έρχεται η πρόοδος; Με εντατική έρευνα, επιστημονικά πορίσματα κι όχι με φευγαλέες κι εύκολες απαντήσεις από εύκολους ανθρώπους.

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2018

Θα έδινες το αυτοκίνητο (ή το κινητό/τάμπλετ) στο ανήλικο παιδί σου;

   Η ερώτηση του τίτλου είναι ρητορική. Προφανώς υπάρχουν γονείς που θεωρούν καλή ιδέα να βάλουν στη θέση του οδηγού το τετράχρονο παιδάκι τους, αποδεικνύοντας πως ούτε οι ίδιοι δεν κάνουν για οδηγοί. Έχουν πάρει τις έννοιες "κανόνες ασφαλείας", "προσεκτική οδήγηση" και "γονική συμπεριφορά" και τις έχουν πετάξει απ' το παράθυρο του 18ου ορόφου. Αυτή η συμπεριφορά παρ' όλ' αυτά είναι ξένη και φαίνεται γελοία σε οποιονδήποτε γονέα έχει τη στοιχειώδη λογική και αίσθηση κινδύνου. Τι κάνει τέτοιες συμπεριφορές απαράδεκτες; Προφανώς η ανωριμότητα του παιδιού να αναλάβει ευθύνες οδηγού, μιας και δεν έχει ούτε τη σωματική διάπλαση ούτε τις δεξιότητες ούτε την κριτική ικανότητα.
   Ας περάσουμε τώρα σ' ένα λιγότερο προφανές αλλά πολύ πιο συχνό παράδειγμα: θα έδινες το τάμπλετ σου στο ανήλικο (κάτω των 12 ετών) παιδί σου; Η ερώτηση εδώ δεν είναι ρητορική και οι απαντήσεις ποικίλλουν. "Όχι αν δεν ξέρω τι παίζει", "Ναι αλλά με όρους", "Ναι αλλά θα το προσέχω". Η αλήθεια είναι πως οι γονείς λίγο ή πολύ ξέρουν πως το τάμπλετ (ή οποιαδήποτε ηλεκτρονική συσκευή) δεν ενδείκνυται για ψυχαγωγία των παιδιών σε ευαίσθητες ηλικίες. Αν νοιάζονται για το παιδί τους μπορούν να καταλάβουν πως η παθητική δεκτικότητα πίσω από μια οθόνη δεν προσφέρει τίποτα ουσιαστικό σ' έναν βρεφικό ή νηπιακό εγκέφαλο αλλά αντίθετα προκαλεί σοβαρές βλάβες. Τότε γιατί το δίνουν;
   Διότι βολεύει. Το παιδί περνά πολλές ώρες ήσυχο μπροστά από μια οθόνη. Ο γονέας, που άνθρωπος είναι κι αυτός, δεν μπορεί να έχει πάντα την προσοχή του στο παιδί. Οι παλαιότεροι τα άφηναν αρκετά πιο ελεύθερα αλλά σήμερα οι κίνδυνοι (διερχόμενα αυτοκίνητα, απαγωγείς) κάνουν την ελευθερία σ' ένα αστικό περιβάλλον θανάσιμο κίνδυνο για ένα παιδί. Οπότε ο γονέας είτε θα έχει συνεχώς την προσοχή του στραμμένη στο παιδί, κάτι που είναι εξοντωτικό και δεν του δίνει καθόλου προσωπικό χρόνο, είτε θα τραβήξει την προσοχή του με κάτι. Τα ηλεκτρονικά παιχνίδια ανέκαθεν ήταν ελκυστικά, σε βαθμό που γίνονται εθιστικά. Οι ενδεικτικές απαντήσεις της παραπάνω παραγράφου δεν είναι και πολύ ρεαλιστικές, αν και φαίνονται: το παιδί ασχολείται με το τάμπλετ για ώρες, ώρες που ο γονέας δεν ασχολείται μαζί του. Είναι οι ώρες ησυχίας για τον γονέα, που ξέρει πού είναι και τι κάνει -ειρωνεία- το παιδί του. Οπότε σίγουρα δε θα έχει στραμμένη την προσοχή του εκεί. Έτσι χτίζεται με τον καιρό μια σχέση εμπιστοσύνης του παιδιού προς τη συσκευή.
   Ας δούμε λίγο τον απλό τρόπο σκέψης ενός μωρού ή νηπίου: "μου το έδωσε η μαμά μου, άρα είναι ασφαλές". Αυτή είναι η πιο περίπλοκη σκέψη για ένα παιδάκι μέχρι 5 ετών. Ίσως κάποια παιδάκια να αναπτύσσουν νωρίς την καχυποψία αλλά αυτό δεν είναι συνηθισμένο και ειδικά προς κάτι που τους δίνει η μητέρα τους. Οπότε ό,τι κι αν υπάρχει μέσα στο τάμπλετ θεωρείται ασφαλές απ' το παιδικό μυαλό. Θα έπρεπε; Φυσικά και όχι. Αλλά δεν μπορούμε να εξηγήσουμε περιπτώσεις και υποπεριπτώσεις σ' ένα νήπιο. Οι γονείς οφείλουν να γνωρίζουν τους κινδύνους και να δρουν αναλόγως. Οφείλουν να παραδεχτούν πως τα παιχνίδια και οι διαφημίσεις σ' ένα τάμπλετ έχουν φτιαχτεί από ανθρώπους πολύ πιο πονηρούς και πολύ πιο επαγγελματίες (σ' αυτόν τον τομέα) από τους ίδιους. Αφήνουν δηλαδή τα παιδιά τους να αντιμετωπίσουν μόνα τους κάθε επιτήδειο κατασκευαστή παιχνιδιών και διαφημίσεων που μπορεί να τύχει να περάσει απ' την οθόνη τους.
   Πρόσφατα βγήκε στις ειδήσεις η φριχτή είδηση πως μια γιαπωνέζικη κούκλα, ο Μόμο, εμφανίζεται στις οθόνες των τάμπλετ και τρομάζει με απάνθρωπο τρόπο τον χρήστη. Τον αναγκάζει να κάνει παράλογα πράγματα και τον τιμωρεί με τρομακτικές εικόνες αν δεν το κάνει. Λίγο παλιότερα είχε βγει το Blue Whale, που επίσης ανάγκαζε τα θύματά του να προβούν σε παρανοϊκές πράξεις. Θα αναρωτηθεί κανείς: "Τι τέρατα υπάρχουν στον κόσμο, που έβγαλαν τέτοια "παιχνίδια" για παιδιά;" Μα το θέμα δεν είναι πόσοι διεστραμμένοι υπάρχουν στον κόσμο ούτε θα κάτσουμε να τους μετρήσουμε! Το θέμα είναι να μην μπουν στο μυαλό των παιδιών. Απ' τη στιγμή που δίνει κανείς στο παιδί απ' την πιο τρυφερή ηλικία κάτι που έχει ίντερνετ και βασίζεται σε αλγορίθμους, είναι πιθανόν αργά ή γρήγορα να μπλέξει με κάτι άσχημο, ανεπιθύμητο ή ακόμα και τερατώδες. Ειδικά αν το έχει συνδέσει με ασφάλεια, μιας και του το έδωσαν οι γονείς του.
   Αυτά είναι τα πιο τρανταχτά παραδείγματα αλλά υπάρχουν κι άλλα, λιγότερο εμφανή. Έχουν γίνει επιστημονικές έρευνες για την επίδραση των συσκευών στην ψυχοσύνθεση και την εγκεφαλική λειτουργία των παιδιών αλλά δε ζητάω απ' τον γονέα να ψάχνει διατριβές επιστημόνων. Μονάχα να βασιστεί στη λογική του: εγώ ως ενήλικας βλέπω πόσο εθιστική είναι η χρήση τηλεφώνου και τάμπλετ πάνω σ' εμένα τον ίδιο. Το scrolling, η θέαση διαδοχικών βίντεο με προσφιλές περιεχόμενο και η αφιέρωση πολλών ωρών σε παιχνίδια είναι αποδεικτικά στοιχεία πως ακόμα κι ενήλικες πέφτουν θύματα του εθισμού τέτοιων έξυπνων συσκευών. Σκεφτείτε τώρα τι άμυνες έχει ένα νήπιο ή ένα βρέφος απέναντι σε τέτοιες συσκευές.
   Η πρώτη αντίδραση ενός γονέα όταν συνειδητοποιήσει τα παραπάνω είναι να αφορίσει, να καταραστεί και να πετάξει απ' το παράθυρο τέτοιες συσκευές. Αυτή όμως είναι η αρχή της τεχνοφοβίας, κάτι που επίσης βλάπτει. Δεν είναι λύση να διώξουμε την τεχνολογία σαν κάτι σατανικό μακριά απ' τα σπίτια μας. Το παιδί μεγαλώνοντας θα δει δίπλα του, στο θρανίο, στον προαύλιο του σχολείου ή στο πάρκο τέτοιες συσκευές. Η σωστή μέθοδος είναι η προετοιμασία για έναν τέτοιο κόσμο. Χωρίς τερατολογίες, χωρίς να του εμφυσηθεί κοσμικός τρόμος. Να του γίνουν συστάσεις να προσέχει, να ξέρει πώς λειτουργούν τέτοιες συσκευές και να μπορεί να νιώσει πως πίσω από κάθε οθόνη κρύβονται χιλιάδες επαγγελματίες του μάρκετινγκ που κάνουν παρέλαση μπροστά στα μάτια του. Αυτά χρειάζονται τον ανάλογο βαθμό ωριμότητας. 
   Οπότε ας επιστρέψουμε στην αρχή του άρθρου. Όπως οποιοσδήποτε γονέας δε θα έδινε το αυτοκίνητο στο παιδί του πριν εκείνο να είναι ώριμο κι έτοιμο για τις ευθύνες της οδήγησης, έτσι δεν πρέπει να του δίνει το τάμπλετ πριν αποκτήσει κριτική ικανότητα. Υπάρχουν απαγορευμένες ηλικίες για καθετί και κίνδυνοι που δε θα αντιμετωπίσει το παιδί μαζί με τους γονείς του αλλά μόνο του. Το ότι βολεύει κάτι τον γονέα δεν είναι δικαιολογία για να εκθέσει το παιδί σε κάτιεπικίνδυνο για την υγεία του.

Τρίτη 21 Αυγούστου 2018

Η Σοφή Γιαγιά μας στο Χωριό

   Μια στερεοτυπική φιγούρα που υπάρχει στις αναμνήσεις των περισσοτέρων είναι η γιαγιά μας στο χωριό. Από τότε που τη θυμόμαστε είναι ηλικιωμένη, γλυκιά, καλή με όλους (αν είμαστε τυχεροί) και -πάνω απ' όλα- σοφή. Αυτή βέβαια είναι η εικόνα που έχει το εγγόνι για τη γιαγιά, η οποία φυσικά είναι εκτός πραγματικότητας.
   Ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή. Η ιδέα της σοφής γιαγιάς ή του σοφού παππού έρχεται από τις λεγόμενες στατικές κοινωνίες, με τις οποίες έχουμε ασχοληθεί στο παρελθόν. Σε κοινωνίες που η επιστημονική γνώση δεν υπάρχει, η εμπειρική γνώση των ηλικιωμένων είναι η καλύτερη δυνατή λύση, στην οποία βασίζονται όλοι. Αν δεν άκουγαν οι νεότεροι τους παλαιότερους, πολλά πράγματα ίσως να είχαν γίνει πιο στραβά απ' ό,τι ήδη είναι. Με την εμπειρία και τη σύνεσή τους όμως οι γηραιότεροι φέρνουν πολύ καλύτερα αποτελέσματα απ' ό,τι φέρνει η νιότη με την παρορμητικότητά της. Οπότε το γήρας δείχνει σοφό και πλέον όλοι ακούνε τις συμβουλές των γερόντων σε πάσης φύσεως θέματα.
    Όλα αυτά άλλαξαν όταν μπήκε η επιστήμη στις ζωές μας. Τότε μπήκε φως στο σκοτεινό δωμάτιο και οι νεότεροι κατάλαβαν πως η γιαγιά δεν ήταν και τόσο σοφή τελικά. Ήταν η μονόφθαλμη στους τυφλούς και βασίλευε ανάμεσά τους. Οι γνώσεις της, όταν συγκρίνονται με επιστημονικές γνώσεις, είναι παιδαριώδεις και, αυτός είναι ο λόγος που γράφω το άρθρο, άκρως επικίνδυνες. Γιατί όμως επικίνδυνες;
   Οφείλουμε να μπούμε στη θέση αυτών των ανθρώπων. Η εμπειρία που έρχεται απ' τα χρόνια και η καθολική εμπιστοσύνη μιας κοινότητας φέρνουν αυτοπεποίθηση στα ηλικιωμένα άτομα. Πολύ γρήγορα αυτό γίνεται έπαρση και, λόγω της ευθύνης που έχουν για το καλό της κοινωνίας, νιώθουν πως μπορούν να αντιμετωπίσουν τα πάντα, ακόμα κι αν δεν ξέρουν πού πάνε τα τέσσερα. Νιώθουν ότι πρέπει να ξέρουν, ότι εκείνοι πρέπει να δράσουν. Η κατάσταση έχει αλλάξει όμως. Πλέον υπάρχει επιστήμη, βιβλιογραφία και συστηματική μελέτη χρόνων, γνώση που προέρχεται από πειραματισμούς και εξαγόμενα αποτελέσματα ερευνών. Αυτό που δεν άλλαξε είναι η νοοτροπία της γιαγιάς και όσων ζούνε με μεσαιωνικές αντιλήψεις.
   Στο σημείο αυτό οφείλω να δώσω ένα απλό παράδειγμα: η κρίση επιληψίας. Δεν έχω δει ποτέ μπροστά μου να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Όταν το δω φοβάμαι. Σε παλιότερες, στατικές κοινωνίες τι πίστευαν για τους επιληπτικούς και για το ίδιο το φαινόμενο; Ότι ο άνθρωπος σεληνιάζεται, ότι μπήκε μέσα του ο σατανάς κι άλλα τέτοια συμπαθητικά. Πώς το αντιμετώπιζαν; Με απομόνωση -στην καλύτερη περίπτωση-, με εξωφρενικές "θεραπείες" ή με τιμωρία. Ακόμα και σε καλύτερες κοινωνίες όμως, που προσπαθούσαν να βοηθήσουν το άτομο αυτό, το βασικό τους ένστικτο τους έλεγε να προσπαθούν ν' ανοίξουν το στόμα του θύματος με ένα σιδερένιο αντικείμενο. Γιατί; Μα για να το βοηθήσουν να αναπνεύσει φυσικά. Κάντε ένα πείραμα: όταν πάτε στο χωριό και δείτε γηραιότερους, ρωτήστε τους αν είδαν ποτέ τους κρίση επιληψίας και τι συνιστούν να γίνει. Θα βγάλετε τα συμπεράσματά σας.
   Εγώ λοιπόν μπήκα στον κόπο να παρακολουθήσω σεμινάρια πρώτων βοηθειών και πέρασα καιρό κοντά σε διασώστες, επαγγελματίες και μη. Αυτό που έμαθα είναι πως σε κάθε περίπτωση που χρειάζεται διάσωση υπάρχουν μύθοι για το τι πρέπει να γίνει, οι οποίοι προέρχονται από παλιά, απ' τη λεγόμενη λαϊκή σοφία. Στην περίπτωση της επιληψίας, τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά: με τα δύο του χέρια, ο διασώστης φέρνει το κεφάλι σε υπερέκταση, τεντωμένο προς τα πίσω δηλαδή, και η γλώσσα απελευθερώνεται, με αποτέλεσμα το θύμα να αναπνέει κανονικά. Για να μην τραυματιστεί το κεφάλι απ' τους σπασμούς βάζουμε μαλακό ύφασμα από κάτω. Δεν κάνουμε τίποτα άλλο. Περίεργο που είναι τόσο απλό, έτσι;
   Τώρα σκεφτείτε τι θα γίνει σ' ένα χωριό αν η εγγονή της γιαγιάς πάθει επιληψία και υπάρχουν δίπλα πέντε χωριανοί, ένας διασώστης -έστω κι εθελοντής- και η γιαγιά της. Ο εθελοντής θα προσπαθήσει να εκτελέσει την απλή μέθοδο που εξηγήθηκε παραπάνω. Η γιαγιά, έχοντας την ευθύνη του γηραιότερου, πιθανότατα θα προτείνει τις λύσεις της, που περιλαμβάνουν να ανοίξουν το στόμα με τη βία με κουτάλια κτλ. και οι νεότεροι θα πάρουν το μέρος της και θα προσπαθήσουν να απομακρύνουν τον διασώστη. Η μόνη περίπτωση που πιθανόν να μη συμβεί αυτό είναι αν είναι επαγγελματίας ΕΚΑΒίτης κι έχει πρόχειρη τη στολή του. Στη θέα της στολής θα τους κοπεί η φόρα. Αν όμως αφεθεί το θύμα στα χέρια των συγγενών, θα καταλήξει με ματωμένα ούλα, σπασμένα δόντια και τραυματισμένο κεφάλι. Γιατί όλα αυτά; Για μια κρίση επιληψίας, που "θεραπεύεται" πολύ απλά.
   Κι εκεί βρίσκεται όλο το ζουμί του άρθρου. Το πρόβλημα δεν είναι η γιαγιά και οι εμπειρικές της γνώσεις. Αυτά ήταν χρήσιμα κι απαραίτητα σε άλλες εποχές. Δυστυχώς, όσο αλλόκοτες κι αν ήταν οι θεωρίες της, ήταν οι καλύτερες που μπορούσαν να έχουν οι άνθρωποι τότε. Οι εποχές όμως έχουν αλλάξει ανεπιστρεπτί. Το πρόβλημα είναι οι σημερινοί άνθρωποι και κυρίως οι νέοι, που ακόμα εμπιστεύονται πιο πολύ τους γηραιότερους παρά τους επιστήμονες. Που όταν το παιδί τους έχει κάποιο πρόβλημα, συμβουλεύονται τη γιαγιά (ή τον παπά του χωριού!) αντί για τον παιδίατρο. Αν έχει κάποιο ψυχολογικό θέμα συμβουλεύονται τη γιαγιά και τον παπά αντί για τον ψυχολόγο. Γενικά σε θέματα υγείας, συμβουλεύονται τη γιαγιά γιατί "αυτή ξέρει". Όχι, δεν ξέρει. Ζούμε σε μια εποχή που η πρόσβαση σε ιατρικές γνώσεις είναι πιο κοντά μας από ποτέ και είναι καθήκον μας να μεταδώσουμε όσο μπορούμε τη γνώση και να διώξουμε όσο το δυνατόν πιο μακριά την άγνοια. Αν αυτό φαίνεται υπερβολικό ή κακό απέναντι προς τη γιαγιά του χωριού -με την οποία δεν έχω τίποτα προσωπικό- σκεφτείτε ποιος θέλετε να είναι κοντά σας σε περίπτωση επιληψίας: ο πιστοποιημένος διασώστης ή η γιαγιά, ο παππούς, ο παπάς και το πρωτοπαλίκαρο του χωριού. 

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018

Μακάριοι οι Πτωχοί τω Πνεύματι

   Τις προάλλες έβλεπα ένα βίντεο με αφορμή κάποιους ανθρώπους που έφυγαν από τη Βόρειο Κορέα για να γλυτώσουν από το καθεστώς. Τότε υπήρχε η 4ετία της μεγάλης πείνας και, παρά τις ωμότητες του καθεστώτος, ήταν αυτός ο παράγοντας που τους έκανε να φύγουν. Μετά από περιπέτειες λοιπόν, έφτασαν να είναι πολιτες της Νότιας Κορέας, με εργασία, δικαιώματα και φυσιολογική ζωή. Όταν ο δημοσιογράφος ρώτησε: "Πού πιστεύετε ότι οι άνθρωποι είναι πιο ευτυχισμένοι;" η κοπέλα που ερωτήθηκε απάντησε με απόλυτη βεβαιότητα: "Στη Βόρεια Κορέα! Οι άνθρωποι εκεί, παρά τα όσα συμβαίνουν, ζούνε απλά κι ευτυχισμένα, χωρίς έγνοιες. Ενώ στη Νότια Κορέα, αν και έχουν πάμπολλες ευκαιρίες, ελευθερίες και δικαιώματα, είναι τόσο πολύ το άγχος που οι άνθρωποι δεν είναι ευτυχισμένοι".
   Το συμπέρασμα με σόκαρε. Ποτέ δεν περίμενα πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ειπωθεί, πόσο μάλλον να ισχύει. Δεν ήξερα πως το κυνήγι της ευτυχίας έχει τόσο απλή λύση. Όταν ήμουν παιδί και διάβαζα παραμύθια για βασίλεια, σκεφτόμουν πως είναι τρομερά δυστυχισμένοι οι άνθρωποι εκεί, καθώς έχουν από πάνω τους έναν βασιλιά που τους ορίζει κι έχει δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω τους. Τώρα πια καταλαβαίνω πως δεν είναι έτσι: το κλειδί είναι η έλλειψη γνώσης. Εφόσον εκείνοι οι άνθρωποι μεγάλωσαν με την ιδέα πως "έτσι είναι", δεν έχουν σκεφτεί ποτέ τους πως ίσως κάπου να υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα. Ακόμα κι αν βλέπουν δημόσιες εκτελέσεις μέρα παρά μέρα, αν αυτό ανήκει στην καθημερινότητα, στη ροή της πραγματικότητας, και οι άνθρωποι δεν ξέρουν κάτι διαφορετικό, η άγνοια τους προστατεύει από τη δυστυχία.
   Εγώ πάλι, που έχω γνωρίσει, μέσω βιβλίων ή εμπειριών, για πιο εξελιγμένες κοινωνίες, οικτίρω αυτούς τους ανθρώπους. Είναι η γνώση που με βάζει να κάνω συγκρίσεις και να θεωρώ ότι ο Α είναι ευτυχισμένος ενώ ο Β όχι. Αν δεν είχα καθόλου γνώση, δε θα έμπαινα στον κόπο να το σκεφτώ κι αυτό πιθανότατα θα με έκανε ευτυχισμένο. Με βάση αυτόν τον συλλογισμό, η γνώση φέρνει συγκρίσεις κι αυτές φέρνουν ευτυχία μόνο αν είναι ικανοποιητικές. Όμως επειδή πάντα υπάρχουν παγκοσμίως παραδείγματα που είναι καλύτερα απ' τα δικά μας, η γνώση μας κάνει να τρωγόμαστε και να μακαρίζουμε τον μακρινό τόπο, οικτίροντας εμάς γιατί δεν είμαστε έτσι.
   Γενικά υπάρχει ανέκαθεν η απορία αν η συσσώρευση γνώσεων αυξάνει τα επίπεδα ευτυχίας. Ίσως η συνειδητοποίηση κάποιων καταστάσεων να σχετίζεται, πάντα μέσω της σύγκρισης, όμως οι απλές και σκόρπιες γνώσεις δε βοηθάνε. Συνήθως η περιέργεια, αν και χρήσιμη, φέρνει κακά μαντάτα: ας σκεφτούμε τις ειδήσεις που βλέπουμε καθημερινά στους δέκτες μας. Οι περισσότερες σχετίζονται με κάτι κακό και αυξάνουν τα επίπεδα άγχους. Συνήθως ο τηλεθεατής έχει ήδη δεχτεί αρκετές ψυχρολουσίες προτού εμφανιστούν δυο-τρία καλά νέα, που επ' ουδενί αρκούν ως αντιστάθμισμα. 
   Αντίθετα, η έλλειψη γνώσεων φέρνει ξεγνοιασιά. Η πληροφόρηση ότι κάπου στη Ρωσία ένα ζευγάρι κάηκε ζωντανό ή ότι στη Μαλαισία οικογένεια ωθούσε τα παιδιά της στην πορνεία δε μου χρησιμεύει κάπου. Το να μην ξέρω για όλα αυτά όμως μου χαρίζει ανεμελιά, χαλαρότητα και έλλειψη πνευματικού φόρτου. Μπορώ να συγκεντρωθώ σε όσα έχω, σε όσα υπάρχουν γύρω μου και, αν είμαι άνθρωπος ευχάριστος και ανέμελος, να ευτυχήσω.
   Βέβαια η ανάγκη για πληροφόρηση είναι εθισμός. Ένας άνθρωπος που έχει συνηθίσει να βλέπει ειδήσεις καθημερινά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτές. Ο καθημερινός βομβαρδισμός από ειδήσεις είναι αναπόσπαστο μέρος της ζωής του, κι ας μην τον κάνουν πιο ευτυχισμένο. Η συνήθεια, όπως πολύ συχνά γίνεται, κερδίζει τη μάχη ενάντια στην ευτυχία. Είναι μια εύκολη λύση, απλή και αυθόρμητη, που αφήνει μακριά το κυνήγι της ευτυχίας, το οποίο είναι μακρινό, αόριστο και ίσως-ίσως άπιαστο. Από την άλλη, ο άνθρωπος που δεν έχει έγνοιες στο κεφάλι του έχει την ευτυχία του μικρού παιδιού: όταν οι υπόλοιποι φροντίζουν για τα υπόλοιπα, ενώ ο ίδιος ζει τη ζωή του, χωρίς να νοιάζεται να σώσει τον κόσμο, το περιβάλλον, τη χώρα του ή την οικογένειά του έστω, μπορεί να δηλώνει -και να είναι- ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος. Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι λοιπόν, κι ας συνδεθεί αυτή η φτώχεια με την έλλειψη πληροφόρησης και γνώσεων, όχι με την έλλειψη πνευματικής διαύγειας.
   

Τρίτη 24 Ιουλίου 2018

Στατικές Κοινωνίες: Ο Φόβος της Αλλαγής

   Στατική κοινωνία είναι εκείνη που δε βλέπει καμία μεταβολή με το πέρασμα του χρόνου. Από γενιά σε γενιά διδάσκονται τα ίδια πράγματα: ο πατέρας διδάσκει την τέχνη του στους γιους του, η μητέρα τα μυστικά της στις κόρες της και η οικογενειακή παράδοση συνεχίζεται. Η κοινωνία στηρίζεται στις ίδιες αξίες και ιδανικά, υπάρχει συνήθως έντονη θρησκευτικότητα και πίστη και το κύριο μέλημα όλων είναι η διαβίωση χωρίς μεταβολές, η σταθερότητα και η διατήρηση της παράδοσης.
   Έτσι λειτουργούν ακόμα πολλές κοινωνίες ανά τον κόσμο. Για αρχή, η πρώτη εντύπωση δεν είναι κακή. Αυτό το είδος κοινωνίας μοιάζει ιδανικό από πολλές απόψεις: προτρέπεται η τάξη και η ασφάλεια, συντηρείται η τέχνη και υπάρχει σεβασμός στην ανθρώπινη προσπάθεια, μιας και καμία τέχνη δε θεωρείται πεπαλαιωμένη και άχρηστη. Γίνονται πολύ συχνά γιορτές σε ημέρες επετείου, καθώς η συλλογική μνήμη είναι απαραίτητο λιθαράκι στο οικοδόμημα μιας τέτοιας κοινωνίας. Οπότε πού είναι το πρόβλημα;
   Το τρομακτικό με τέτοιες κοινωνίες είναι η έλλειψη ανοχής και ο τρομερός φόβος απέναντι στην αλλαγή. Οτιδήποτε είναι καινούριο, διαφορετικό και πρωτότυπο θεωρείται κακό, βλαβερό και ανήθικο. Τα παιδιά αποτρέπονται από οποιονδήποτε πειραματισμό, μιας και θεωρείται αποσκίρτημα από τον πατροπαράδοτο τρόπο ζωής και δίνονται προληπτικά συμβουλές για να εντυπωθεί στο μυαλό των παιδιών τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουν και να πιστεύουν. Η αλλαγή για εκείνους τους ανθρώπους είναι μια απειλή στα θεμέλια της κοινωνίας, μιας και φέρνει σκέψεις, ιδέες και πολλά που διατηρούνται ξεπερνιούνται. Για παράδειγμα, το επάγγελμα του λατερνατζή, του νερουλά και του γανωτή σε μια στατική κοινωνία περνούν από γενιά σε γενιά απαράλλακτα, όμως σε μια κοινωνία που προτρέπει τα μέλη της στον πειραματισμό, την επιστήμη και την τεχνολογία ξεπερνιούνται. Αυτό σε μια κοινωνία στατική δε θα συνέβαινε ποτέ.
   Το ζήτημα είναι, πέρα απ' τον ρομαντισμό και τη γλυκιά αναπόληση του παρελθόντος, αν μας λείπουν όντως αυτά τα επαγγέλματα. Η εξέλιξη τα κατέστησε άχρηστα διότι ο τρόπος ζωής έγινε παράλληλα πιο άνετος. Το επάγγελμα του νερουλά, για παράδειγμα, δεν έχει κανένα νόημα όταν το κάθε σπίτι έχει παροχή νερού. Αυτό δε θα το φανταζόταν ποτέ μια στατική κοινωνία: από φόβο μη χάσει τον νερουλά θα έμενε σ' αυτόν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, που είναι δυσκολότερος. Από την οπτική γωνία του σήμερα, της εξελίξιμης κοινωνίας, μπορούμε να δούμε μόνο τα καλά του παρελθόντος. Αυτά θυμόμαστε, αυτά μας έμειναν επειδή η μνήμη κράτησε τις όμορφες στιγμές του παρελθόντος. Υπάρχουν βέβαια και ιστορίες για τις δυσκολίες του τότε αλλά σπανίζουν.
   Αν ξεφύγουμε λοιπόν από την ωραία πρώτη εντύπωση των στατικών κοινωνιών, μπορούμε να εξάγουμε το συμπέρασμα πως είναι δομημένες λάθος. Ζούμε σ' έναν κόσμο που αλλάζει και το είδος μας εξελίσσεται. Η άρνηση της αλλαγής και της εξέλιξης είναι το πιο ανούσιο κι επικίνδυνο πράγμα. Δεν εμπιστεύομαι καθόλου μια κοινωνία που μένει ίδια διότι δε μαθαίνει απ' τα λάθη της. Δεν την ενδιαφέρουν καθόλου, θα έλεγα. Τα διαιωνίζει, χωρίς να μάθει τίποτε από αυτά. Αρνείται πεισματικά να βελτιωθεί καθώς το ποτάμι του χρόνου κυλά και κρατιέται απ' τους βράχους για να μην παρασυρθεί απ' το ρεύμα.
   Ο χρόνος όμως κυλά, είτε το θέλουμε είτε όχι, και πρέπει να είμαστε ελαστικοί και έτοιμοι για οποιαδήποτε συμφορά, καταστροφή ή απλούστερα σοβαρή μεταβολή στη ζωή μας. Οι ανελαστικές κοινωνίες δεν έχουν μηχανισμούς άμυνας απέναντι σε οτιδήποτε δεν έχουν αντιμετωπίσει ακόμα και οι απόπειρες λύσης τους είναι αναποτελεσματικές. Βασίζονται στην πίστη σε θέματα που θέλουν πρακτικές λύσεις, ξορκίζουν κάποιο αόριστο κι αόρατο κακό εκεί που μια δραστική αλλαγή στη νοοτροπία θα έλυνε πολλά προβλήματα κι αρνούνται να κοιτάξουν κατάματα τα προβλήματά τους, προσπαθώντας να βρουν δικαιολογίες ώστε να μην αλλάξουν.
   Η Ελλάδα δεν είναι μια αμιγώς στατική κοινωνία ούτε όμως έχει φτάσει στο επίπεδο άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Ο ραγιαδισμός και η μοιρολατρία είναι ακόμα βαθιά ριζωμένα μέσα μας και γίνονται τροχοπέδη στην εξέλιξη και την πρόοδο. Αν και τα χρόνια που ζούμε είναι δύσκολα, είναι προτιμότερη η ζωή σε αυτά, καθώς υπάρχει μια προσπάθεια για αλλαγή, παρά σε μια κοινωνία χαμένη σ' έναν μεσαίωνα χωρίς καμία αλλαγή στον ορίζοντα. 

Σάββατο 30 Ιουνίου 2018

Δίλημμα: Ταξίδι ή Προορισμός;

   Πολλοί γύρω μας εκφράζουν τις επιθυμίες και τους διακαείς πόθους τους μπροστά μας: "Θα ήθελα να ξέρω βιολί", "θα ήθελα να μιλάω ισπανικά", "θα ήθελα να είμαι πρωταθλητής στο σκάκι/στο ποδόσφαιρο/στο τάε κβον ντο" κτλ. Θα έλεγε κανείς πως είναι εκπληκτικό το πόσο πολλοί από αυτούς δεν πραγματοποιούν ποτέ αυτούς τους πόθους τους. Είναι, όμως, επόμενο κι αναμενόμενο. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν μπερδέψει το ταξίδι με τον προορισμό.
   Ας σκεφτούμε λίγο τι έκανε τον Α φίλο μας να επιθυμεί να "ξέρει βιολί". Πιθανότατα άκουσε έναν επαγγελματία βιολιστή να εκτελεί υπέροχα ένα κομμάτι. Θα ήθελε να είναι στο επίπεδο εκείνου αμέσως, την επόμενη στιγμή. Αν του ζητηθεί όμως να περάσει όλη τη διαδικασία από το στάδιο του αρχάριου μέχρι αυτό του αναγνωρισμένου επαγγελματία, οπωσδήποτε θα δειλιάσει, επειδή μιλάμε για χιλιάδες ώρες εξάσκησης, λαθών, απογοήτευσης, στιγμές που ο βιολιστής έχει την παρόρμηση να τα παρατήσει, να πετάξει το βιολί του απ' το παράθυρο, μέρες που φθονεί όσους έχουν πετύχει και θεωρεί τον εαυτό του αποτυχημένο...
   Σίγουρα ο δρόμος προς την επιτυχία είναι σκληρός. Δεν έρχεται από τη μία μέρα στην άλλη. Εμείς, οι απλοί παρατηρητές, δεν έχουμε ιδέα για έναν άνθρωπο μέχρι να γίνει γνωστός. Τότε επιθυμούμε αυτή του την επιτυχία χωρίς όμως να είμαστε διατεθειμμένοι να περάσουμε όσα πέρασε. Ονειρευόμαστε τον προορισμό χωρίς να θέλουμε να κάνουμε το ταξίδι.
   Το ίδιο κι όταν βλέπουμε ένα διάσημο πρόσωπο στην τηλεόραση. Εκεί, θα πει κανείς, ο άνθρωπος μπορεί να μην έχει κάποια ιδιαίτερη ικανότητα που ήθελε χρόνια εξάσκησης: απλώς έκανε κάποιες σωστές κινήσεις. Αν τις έκανα κι εγώ, αν είχα τις ευκαιρίες του, θα ήμουν πρόθυμος να ζήσω το "ταξίδι" προκειμένου να φτάσω στον "προορισμό".
   Εγώ διαφωνώ. Θεωρώ πως από τη ζωή ενός διάσημου δεν ξέρουμε παρά το 1/10 κι αυτό με επιφύλαξη. Αυτό που ζητάμε, όλοι εμείς που στη ζωή μας νιώθουμε κοινοί και μας ξέρουν μια χούφτα άνθρωποι, είναι η διασημότητα. Η αναγνώριση. Να μας κοιτούν άγνωστοι με θαυμασμό, να μας σταματούν στον δρόμο για αυτόγραφο και να ελκύουμε τους άλλους με τη γοητεία της διασημότητας. Όλα τα υπόλοιπα όμως δεν τα ξέρουμε ή κάνουμε πως δεν τα βλέπουμε.
   Μέρος του ταξιδιού προς τη διασημότητα είναι ο αυτοσαρκασμός και η αυτοκριτική. Κανείς δεν μπορεί να γίνει πραγματικά διάσημος αν δεν μπορεί να τιθασεύσει τον εαυτό του και να μάθει τα όριά του. Η διασημότητα, σε όσο ανάξια χέρια κι αν μοιάζει πως χαρίζεται καμιά φορά, έχει ως βασική προϋπόθεση την τιθάσευση του Εγώ. Αν δεν μπορώ να αποδεχτώ τον εαυτό μου, δε θα αντέξω ούτε πέντε λεπτά στο σανίδι. Οι περισσότεροι δεν μπορούν, πράγμα που αποδεικνύεται από τον θυμό που τους διακατέχει από μία και μόνο κακή κριτική, δικαιολογημένη ή μη. Ένας διάσημος όμως δέχεται βολές κατά ριπάς από αγνώστους: αδικαιολόγητους κι απαράδεκτους ισχυρισμούς για πράγματα που συνήθως δεν είναι, δεν έχει κάνει ή δεν έχει υποχρέωση να δικαιολογηθεί. Αυτό θα οδηγούσε πολλούς στην κατάθλιψη ή στην αυτοκτονία.
   Επίσης, στη διασημότητα δεν υπάρχει γυρισμός. Από άγνωστος μπορεί κάποιος να γίνει γνωστός. Το αντίθετο όχι. Μπορεί μόνο να ξεχαστεί απ' το κοινό αν πασχίσει πολύ, αλλά ακόμα κι αυτό όχι εντελώς. Η προσωπική του ζωή, όπως επίσης και η ζωή του πολύ στενού του κύκλου, είναι θέαμα και παιχνίδι των δημοσιογράφων και του κοινού: θέλει πολύ αγώνα για να την κρατήσει κανείς κρυφή.
   Οπότε πολλές φορές ονειρευόμαστε τον προορισμό και νομίζουμε πως ξέρουμε για τις κακοτοπιές του ταξιδιού, όμως κάνουμε λάθος. Εκείνος που θα καταφέρει να φτάσει στο Ελ Ντοράντο του, στην προσωπική του Γη της Επαγγελίας, πρέπει πρωτίστως να αγαπήσει το ταξίδι προς τα εκεί. Αν το θεωρήσει ένα απαραίτητο εμπόδιο για να φτάσει στον προορισμό, αργά ή γρήγορα θα απελπιστεί και θα τα παρατήσει. Συμπερασματικά, ο Καβάφης δικαιώνεται: σημασία δεν έχει ο προορισμός αλλά το ταξίδι. Διότι χωρίς αγάπη για το ταξίδι, ο προορισμός μένει για πάντα μακρινός κι άπιαστος κι εμείς ριζωμένοι στο εδώ και στο τώρα.

Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

Η Χειρότερη Προδοσία

   Τους τιμημένους νεκρούς μας, αυτούς που σκοτώθηκαν για να είμαστε εμείς ελεύθεροι, τους θυμόμαστε συνήθως τις κεγόμενες ιστορικές μέρες. Κρίμα, διότι θα έπρεπε να τους έχουμε πάντα στον νου μας. Ανθρώπους που υπερασπίζονται την ελευθερία οφείλουμε να τους τιμάμε έμπρακτα και καθημερινά: όχι για το θεαθήναι ή τις μέρες που συνηθίζεται. Διότι η τιμή και η ευγνωμοσύνη δεν έχουν πρόγραμμα ούτε ημερομηνίες.
   Πέρα από αυτό, συνήθως αυτές τις θυσίες ανώνυμων ηρώων, που άφησαν οικογένειες, φίλους και δικούς, καθώς και την ελπίδα για την ίδια τους τη ζωή, τις θυμόμαστε και τις μνημονεύουμε ως επιχείρημα για να στηρίξουμε την πολιτική μας θέση. Κάνουμε μια επίκληση στο συναίσθημα, υπονοώντας πως μόνο εμείς και οι ομοϊδεάτες μας -και όχι οι πολιτικοί μας αντίπαλοι- έχουμε αίσθημα ευγνωμοσύνης και συνεχίζουμε την πορεία που χάραξαν αυτοί οι ήρωες. Αυτό είναι πατριδοκαπηλία. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να εκμεταλλεύεται θυσίες ηρώων για το προσωπικό ή το πολιτικό του συμφέρον. Βέβαια αυτό συνεχίζει να γίνεται κατά κόρον.
   Αν θέλουμε όμως να ερευνήσουμε καλύτερα το τι σήμαιναν (και συνεχίζουν να σημαίνουν) αυτές οι θυσίες, απαραίτητο είναι να δούμε ποιοι είναι αυτοί που σκοτώθηκαν και γιατί. Απλοί άνθρωποι ήταν, σαν εμάς. Άνθρωποι που έτρεμαν, όπως κι εμείς, όπως κάθε λογικός άνθρωπος, τον πόλεμο. Άνθρωποι που δεν ήθελαν να πάνε κι αν μπορούσαν να διαλέξουν, θα διάλεγαν την ειρήνη, διότι μόνο με ειρήνη υπάρχει πολιτισμός, ανάπτυξη, μέλλον. Όσοι δεν φοβούνται και δε μισούν τον πόλεμο είναι μόνο όσοι δεν καταλαβαίνουν το μέγεθος της θηριωδίας του. Όσοι έχουν πλήρη άγνοια κινδύνου ή βλέπουν αδιάφορα τις μαζικές εκτελέσεις και δολοφονίες, τους βιασμούς, τους αποκεφαλισμούς και την αποκτήνωση και πιστεύουν πως είναι για το καλύτερο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι τρομακτικοί για το μέλλον της ανθρωπότητας.
   Οι ήρωες σκοτώθηκαν, λένε, για την πατρίδα. Και τι είναι η πατρίδα; Το χώμα; Οι πόλεις; Οι κοινωνικές δομές; Κάτι αφηρημένο ίσως; Ίσως είναι λίγο απ' όλα. Πιο πολύ, θα έλεγα, η πατρίδα είναι ένα σπίτι, ένα τείχος ασφαλείας απέναντι στη σκληρότητα του κόσμου. Ένα τείχος που προστατεύει την ελευθερία και τη ζωή και ο άνθρωπος είναι το βαρόμετρό της. Χωρίς ελευθερία και χωρίς σεβασμό προς τη ζωή δεν υπάρχει πατρίδα και κανείς δεν αξίζει να υπερασπίζεται ένα κράτος που περιφρονεί αυτά τα ιδανικά. Το να θυσιάζεται κάποιος για ένα κράτος που περιφρονεί τη ζωή του είναι ό,τι πιο αντιφατικό, ό,τι πιο οξύμωρο.
   Πώς μπορούμε όμως έμπρακτα να υποστηρίξουμε τον σεβασμό προς τη ζωή και την ελευθερία; Είμαστε μικροί ως μονάδες, με ελάχιστη πολιτική και κοινωνική δύναμη. Το κράτος όμως από εμάς, τις μικρές μονάδες, αποτελείται. Ο καλύτερος τρόπος, θα έλεγα, είναι να επιζητούμε την ειρήνη. Όταν μνημονεύουμε τους νεκρούς μας, τους ήρωες που θυσιάστηκαν για την ελευθερία πρέπει να θυμόμαστε τι σημαίνει ελευθερία: ειρήνη, όχι πόλεμος. Ίσως κάποιες φορές ο πόλεμος, το απόλυτο κακό της ανθρωπότητας, να είναι αναπόφευκτος. Ποτέ όμως δεν είναι αρεστός, ποτέ δεν είναι ευπρόσδεκτος. Και η χειρότερη μορφή προδοσίας προς τους νεκρούς που θυσιάστηκαν είναι να επιζητούμε τον πόλεμο, να περιφρονούμε και να ξεχνάμε τις κραυγές απελπισίας του άμαχου πληθυσμού ή των επίστρατων που σκοτώθηκαν εν καιρώ πολέμου.
   Οπότε το επόμενο βήμα είναι η επιθυμία για ειρήνη. Η ειρήνη μπορεί να φέρει συνεργασία και ανάπτυξη και μόνο αυτά μπορούν να φέρουν την ειρήνη. Το μίσος, ο διαχωρισμός και η επακόλουθη περιφρόνηση της ζωής των άλλων (αφού είναι υποτίθεται διαφορετική από τη δική μας) μόνο πόλεμο και θηριωδία μπορούν να φέρουν. Για να θέλει, πάλι, κάποιος διακαώς τον πόλεμο, σημαίνει πως στην ειρήνη δε βρίσκει τον εαυτό του, δε βρίσκει μία θέση για τον ίδιο. Κι αυτό είναι μάστιγα.
   Η χειρότερη προδοσία λοιπόν είναι η προδοσία απέναντι στην ειρήνη. Η αγάπη και η προσδοκία για πόλεμο. Ο χειρότερος τρόπος για να τιμήσεις του νεκρούς ήρωες είναι να ονειρεύεσαι κι άλλους νεκρούς ήρωες, διότι δεν καταλαβαίνεις τον πόνο και τη θυσία τους. Αν υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε για να μην υπάρξουν άλλοι πόλεμοι είναι να βγάλουμε την ιδέα του πολέμου από μέσα μας. Η παγκόσμια ειρήνη είναι ένα μακρινό, άπιαστο ίσως, όνειρο αλλά κάθε μας βήμα πρέπει απαραιτήτως να οδεύει προς τα εκεί. Η ιδέα της συνεργασίας και της αλληλοκατανόησης, της εμπιστοσύνης και του οραματισμού πρέπει να υπερνικούν το σκοτάδι που υπάρχει μέσα μας. Ποιος δε θα ήθελε, αν μπορούσε, να φέρει την ειρήνη; Ε λοιπόν, το χρέος μας είναι να εργαστούμε γι' αυτό, πρώτα με τον εαυτό μας κι έπειτα με το κοινωνικό περιβάλλον μας. Χωρίς τέτοιου είδους θέληση, δεν υπάρχει ελπίδα.

Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

Έτσι Είναι η Ζωή

   Έτσι είναι η ζωή. Μια έκφραση που ακούει κάθε άνθρωπος σε κάθε γλώσσα και κάθε γωνιά της γης. Μια έκφραση που κρύβει μέσα της αλήθειες και παράλληλα είναι μια μεγάλη παγίδα. Πώς όμως  γίνεται αυτό το σχεδόν οξύμωρο;
   Ανάλογα του πώς ορίζει κανείς τη ζωή. Αν βάλω στον ορισμό τα στοιχεία της φύσης, τις πιθανότητες και τυχαία περιστατικά, τότε έχω ένα απρόβλεπτο και αχανές μέλλον, για το οποίο όντως δεν μπορώ να σχεδιάσω. Συνήθως όμως το "έτσι είναι η ζωή" σχετίζεται με τις ανθρώπινες κοινωνίες, με τις ανθρώπινες σχέσεις και πάθη. Κι εδώ είναι που έρχεται η παγίδα.
   Θεωρώ λοιπόν την έκφραση αυτή την αρχή της μοιρολατρίας. Αν δεχτούμε πως το "έτσι είναι η ζωή" κατάλληλο συμπέρασμα κάθε γεγονότος, τότε τα πάντα μπορούν να δικαιολγηθούν. Ήρθαν κουρσάροι και ξεκλήρισαν ένα χωριό; Έτσι είναι η ζωή. Φανατικοί θρησκόληπτοι σπέρνουν την τρομοκρατία με βάση τις εσχατολογικές τους παραδοξολογίες; Έτσι είναι η ζωή. Πατέρας κακοποιεί σεξουαλικά τα παιδιά του επί σωρεία ετών; Τι τα θες, έτσι είναι η ζωή.
   Κι αναρωτιέμαι: γιατί είναι έτσι η ζωή; Πώς είναι αυτό το έτσι; Εκφράσεις σαν κι αυτήν είναι εγκληματικές, κατά τη γνώμη μου. Προσπαθούν να μας πείσουν να αποδεχόμαστε τα πάντα ως φυσιολογικά, να μην αντιδρούμε και να μην αναρωτιόμαστε πώς θα ήταν ο κόσμος χωρίς όλα αυτά. Απλά τα δεχόμαστε και προχωράμε. Αυτό όμως κρύβει την παγίδα, όπως είπα και παραπάνω, να γινόμαστε μοιρολάτρες. Να μη βάζουμε όρια και να μην παλεύουμε για έναν καλύτερο κόσμο, πράγμα που είναι θαρρώ ο απώτερος σκοπός της ανθρώπινης κοινωνίας.
   Σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν εν μέσω μιας ανθρώπινης τραγωδίας ακούτε αυτή την έκφραση, έχετε μπροστά σας έναν άνθρωπο που έχει αποδεχτεί τις θηριωδίες του σήμερα. Που τις θεωρεί φυσιολογικές. Που δεν ονειρεύεται έναν κόσμο χωρίς αυτές: απλά προσεύχεται μοιρολατρικά να μην τύχουν στον ίδιο. Έναν άνθρωπο που έχει χάσει κάθε έννοια σκοπού και προσπαθεί να παρηγορηθεί μέσα στην ασχήμια.
   Εγώ προτρέπω τον καθένα σε τέτοιες περιπτώσεις να σκέφτεται: γιατί είναι έτσι η ζωή; Γιατί να μην είναι αλλιώς, πολύ καλύτερη, ασφαλέστερη; Αυτό είναι το πρώτο βήμα. Έπειτα να σκεφτείτε: τι πρέπει να γίνει για να αλλάξει η ζωή προς το καλύτερο; Και τέλος, τι μπορώ εγώ να κάνω για να αλλάξει προς το καλύτερο; Είναι η αρχή μιας φιλοσοφικής σκέψης που ακυρώνει τη μοιρολατρία και λειτουργεί ως εφαλτήριο της ελεύθερης βούλησης. Αλλά ας φέρω ένα απλούστερο παράδειγμα.
   Έτσι είναι ο στρατός. Αυτό μας έλεγαν κατά τη στρατιωτική μου θητεία για να δικαιολογήσουν κάθε παράλογο στοιχείο του. Αδικούνταν κάποιος άξιος; Έτσι είναι ο στρατός. Ταλαιπωρούνταν κάποιος και έπαιρνε τα εύσημα ένας ανάξιος; Έτσι είναι ο στρατός. Τιμωρούνταν με φυλακή και στέρηση εξόδου ένα φιλότιμο παιδί, ενώ έπαιρνε τιμητική άδεια ένας κηφήνας; Έτσι είναι ο στρατός.
   Ο στρατός είναι όμως μια μικρογραφία της έξω κοινωνίας. Κι αυτό που κατάλαβα από τα πρώτα βήματα της 14μηνης θητείας μου είναι πως ο στρατός είναι "έτσι" ανάλογα με τους ανθρώπους που υπάρχουν μέσα του. Αν τύχεις σε στραβό διοικητή, τότε έτσι είναι ο στρατός. Αν τύχεις σε σωστό άνθρωπο, τότε δεν "είναι έτσι". Τότε όλα κυλάνε ρολόι. Άρα επιστρέφουμε στον ανθρώπινο παράγοντα, που είναι ελέγξιμος.
   Τι μπορεί να να γίνει για να μην "είναι έτσι ο στρατός"; Μα φυσικά ο στρατιώτης, ο υπαξιωματικός και ο αξιωματικός να γίνουν πιο φιλότιμοι και πιο τίμιοι. Από αυτούς εξαρτάται. Στη θητεία μου γνώρισα πολλούς εξαιρετικούς ανθρώπους, οι οποίοι πάσχιζαν για το δίκαιο και το τίμιο σε ένα σάπιο σύστημα. Αν ο καθένας λοιπόν βολεύεται με το "έτσι είναι ο στρατός" τότε όλα δικαιολογούνται. Μπορεί να δεχτεί την αδικία, ακόμα και να την προκαλέσει, με τον ισχυρισμό πως "έτσι είναι ο στρατός".
   Ε, ας μην είναι έτσι! Ποιος μας υποχρεώνει να το δεχτούμε; Όσο το δεχόμαστε, τόσο γίνομαστε πιο ανεκτικοί στην αδικία, τόσο πιο πολύ μοιάζουμε στο τέρας που μισούμε. Όχι, δεν είναι έτσι ο στρατός. Έτσι κάνουν τον στρατό κάποιοι κλειστόμυαλοι στρατιωτικοί, οι οποίοι πρέπει να είναι η εξαίρεση, όχι ο κανόνας!
   Ας επιστρέψουμε στο μεγάλο και χαοτικό στοιχείο της ζωής, της ανθρώπινης κοινωνίας. Πάλι ο ανθρώπινος παράγοντας είναι στο στόχαστρο. όσο λέμε πως "έτσι είναι η ζωή" ή "έτσι είναι τα πράγματα", τότε δεχόμαστε την αδικία και είμαστε έτοιμοι να την πράξουμε κι εμείς με την πρώτη ευκαιρία και την ίδια άθλια, ανήθικη δικαιολογία. Για να αλλάξει όμως το σύστημα πρέπει να αλλάξει το κάθε άτομο. Και για να αλλάξει το κάθε άλλο άτομο, οφείλουμε εμείς οι ίδιοι να είμαστε πιο ενεργητικοί, πιο δραστήριοι, πιο ευαισθητοποιημένοι. Είναι καθήκον μας. Μόνο έτσι θα πάψει να "είναι έτσι η ζωή".

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

Βόρεια και Νότια Κορέα: Δύο Κόσμοι Αντίθετοι

   Στο σημερινό άρθρο θα αναφέρω το θέμα της Κορέας. Η χώρα μετά το 1945 χωρίστηκε σε δύο μέρη, τη Βόρεια και τη Νότια Κορέα. Τώρα πια, μετά από 7 δεκαετίες είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι, ανάμεσα στους οποίους υπάρχουν απροσπέλαστα σύνορα. Δε θα το αναλύσω από άποψη ιστορική ή πολιτική, επιγραμματικά μόνο θα αναφέρω πως στη Βόρεια υπάρχει κομμουνισμός και στη Νότια καπιταλισμός. Αυτό που με ενδιαφέρει στο άρθρο είναι τι ρυθμούς και τρόπο ζωής έχει ο απλός κόσμος. Κοντολογίς, πώς ζει ο πληθυσμός.
   Στη Βόρεια Κορέα, τα πάντα είναι στρατιωτικοποιημένα. Όλοι δουλεύουν για το καθεστώς, ενώ ο απλός άνθρωπος είναι ένας αριθμός χωρίς ουσιαστικά δικαιώματα, πέρα από το δικαίωμα στη ζωή και καμία διαφοροποίηση δεν επιτρέπεται. Υπάρχουν συγκεκριμένα στυλ κουρέματος, συγκεκριμένα είδη ενδυμασίας, χρειάζονται άδειες για να ταξιδέψει κανείς στο εξωτερικό (ή ακόμα και σε άλλες περιοχές του εσωτερικού) και αγαθά δεδομένα για εμάς, όπως το ίντερνετ και η μουσική, για τους Βορειοκορεάτες είναι κατά βάση απρόσιτα.
   Στη Νότια Κορέα πάλι, τα πράγματα είναι άκρως αντίθετα. Υπάρχει τεράστια τεχνολογική ανάπτυξη, μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, πολύ τουρισμός. Οι άνθρωποι έχουν πολλά ενδιαφέροντα και ζούνε με μια σχετική αρμονία. Υπάρχουν πολλών ειδών ελευθερίες και θυμίζει σε πολλά τον δυτικό πολιτισμό. να αναφέρω μόνο πως η Κ-pop, η νοτιοκορεάτικη μουσική, είναι διαδεδομένη σε παγκόσμια εμβέλεια και ανταγωνίζεται αυτές της Ευρώπης και της Αμερικής. Αλλά το σημαντικότερο είναι πως οι άνθρωποι χαμογελάνε.
   Θα μου πείτε, έχουμε κάμερα στα σπίτια τους για να αποδείξουμε πως χαμογελάνε; Όχι. Έχοντας παρακολουθήσει όμως αρκετές εκπομπές της τηλεόρασης, βλέπω πως το χιούμορ είναι βασικό στοιχείο τους. Δημιουργούν πρότυπα στον τηλεθεατή και τον προτρέπουν να περάσει καλά. Αν δει κανείς κάτι αντίστοιχο στη Βόρεια Κορέα, ας με ενημερώσει. Οπότε στον Βορρά κυριαρχεί ο κλειστός, αφιλόξενος, εχθρικός τρόπος ζωής ως προς τις εξωτερικές σχέσεις (και κατά συνέπεια και ως προς τις εσωτερικές) ενώ στον Νότο ο ανοιχτός, ελεύθερος και ξέγνοιαστος, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.
   Όλοι μας έχουμε στον εσωτερικό μας κόσμο "δύο Κορέες". Μέσα μας ζει ο φόβος για το διαφορετικό, η περιθωριοποίηση, η αναδίπλωση προς τον εαυτό μας και όλα αυτά μαζί μας κάνουν φοβικούς, κλειστόμυαλους και εχθρικούς προς τους άλλους. Επίσης, μέσα μας υπάρχει η ανάγκη για επικοινωνία, για ελευθερία, για να γευτούμε πολλές διαφορετικές γεύσεις αυτής της ζωής και να ντυθούμε σε πολλά διαφορετικά χρώματα. Ανάλογα με το πώς μεγαλώνουμε, με τα διδάγματά μας, διαλέγουμε (ή διαλέγουν άλλοι για εμάς) ποιον δρόμο θα ακολουθήσουμε. Αυτή η πρώτη επιλογή καθοδηγεί και τις λεπτομέρειες στον τρόπο ζωής και τη νοοτροπία μας.
   Πολλές φορές αναρωτιέμαι: οι άνθρωποι που ζουν με τον κλειστό τρόπο σκέψης, άραγε δεν κουράζονται; Δε νιώθουν την ανάγκη να ανοιχτούν, να αναπνεύσουν την ελευθερία; Υποθέτω πως αυτό συμβαίνει, ακόμα κι αν δεν το παραδέχονται. Διότι πρέπει να υπάρχει αέναος εσωτερικός πόλεμος ώστε να εξωτερικεύονται εχθρικές και φιλοπόλεμες ιδέες κατά βούληση. Κατ' ανάγκη ίσως, σε δύσκολες εποχές, να μην υπάρχει χρόνος για ελευθερία και αυτοβελτίωση. Ο αρνητισμός όμως συνήθως είναι κάτι λιγότερη από επιλογή: είναι στο μυαλό των κλειστόμυαλων ένας μονόδρομος, διότι ποτέ δεν έστρεψαν το βλέμμα τους τριγύρω για να δουν με πόσο όμορφα χρώματα είναι βαμμένος ο κόσμος. Όταν το καθεστώς προσπαθεί να πείσει τον λαό πως τίποτα δεν υπάρχει έξω και φιμώνει κάθε προσπάθεια επικοινωνίας του με τον έξω κόσμο, τότε ο λαός αναγκαστικά πιστεύει πως όλος ο κόσμος είναι γκρίζος. Ας μην κάνουμε αυτό το λάθος εμείς που ζούμε με μια σχετική ελευθερία και μπορούμε να επιλέξουμε.

Πολυχρωμία, ελευθερία

Στρατιωτικοποίηση, ανελευθερία

Πέμπτη 31 Μαΐου 2018

Μαζί τα Φάγαμε

   "Μαζί τα φάγαμε". Η ρήση που κυριάρχησε στην αρχή των χρόνων της οικονομικής κρίσης. Καθώς ο κλοιός στένευε και τα μαύρα σύννεφα στην πολιτική σκηνή πλησίαζαν απειλητικά, αυτή ήταν μια άτεχνη προσπάθεια να πειστεί ο λαός πως φταίει. Να νιώσουμε πως είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα και μάλιστα πως φταίμε εξίσου που βουλιάζει, ενώ στην πραγματικότητα οι μεν είναι σε μια βάρκα που βουλιάζει, οι δε σ' ένα κρουαζιερόπλοιο που πλέει αμέριμνο τριγύρω και οι μακάριοι ταξιδιώτες του τρώνε χαβιάρι κοιτώντας αδιάφορα τους ναυτιλομένους. Η ρήση αυτή κοροϊδεύτηκε όσο λίγες αλλά έγινε και κτήμα του Έλληνα όσο λίγες. Γιατί όμως έπιασε τόπο;
   Επειδή ο Έλληνας αγαπά τη γενίκευση. Του αρέσουν οι απλές, οι εύκολες λύσεις. Όταν θέλει να βγάλει ένα συμπέρασμα, θα πει "όλοι μας", "μαζί", "πάντα" ή "ποτέ". Οι περιπτώσεις, οι υποπεριπτώσεις, η διαίρεση, η εξέταση, η ενδελεχής σκέψη που βγάζει ζόρικα αλλά καίρια συμπεράσματα, αυτά είναι σπορ για άλλους. Στην περίπτωση του "μαζί τα φάγαμε" η λέξη-κλειδί είναι το "μαζί". Δεν ορίζεται επακριβώς: υπονοείται πως ΟΛΟΙ μαζί φταίνε, κάτι που είναι πέρα για πέρα λάθος. Δε φταίνε όλοι μαζί. Φταίνει πολλοί, όχι όμως όλοι. Αυτό κάνει τη διαφορά.
   Ποιο θα ήταν το πρόβλημα στο "πολλοί μαζί τα φάγαμε" αντί του "όλοι μαζί τα φάγαμε"; Μα φυσικά ότι στην τωρινή περίπτωση, όποιος νιώθει ενοχή νιώθει και την ανακούφιση του πλήθους. Μπορεί να φταίω, σκέφτεται, όμως φταίνε το ίδιο και οι υπόλοιποι. Άρα όλα καλά. Αν η απληστία και η κακοδιαχείριση ετών συνοψιζόταν στο "πολλοί μαζί τα φάγαμε" κάποιοι ανάμεσά μας θα έβγαιναν αθώοι. Φυσικά αυτή είναι η αλήθεια. Υπήρξαν και υπάρχουν πολλοί αθώοι, τίμιοι, εργατικοί, ανιδιοτελείς Έλληνες. Υπήρχαν πριν την κρίση, στα παλιά και καλά χρόνια, υπάρχουν και σήμερα, παρά τα όποια ζόρια. Αυτοί χαλάνε την κλίκα.
   Η μεγαλύτερη μερίδα του ελληνικού πληθυσμού νιώθει ενοχές. Το πλήθος έχει μάθει να δείχνει με το δάχτυλο τον φταίχτη πριν κοιτάξει τον εαυτό του αλλά βαθιά μέσα του ξέρει πως φταίει. Οπότε κάνει πως αυτοί που δεν έφταιξαν δεν υπάρχουν. Με αυτό το τρικ αποποιείται το μερίδιο ευθύνης που ξέρει πως του αναλογεί και κάνει τον ανήξερο σχετικά με όσους ποτέ δεν έβαλαν το χέρι στο βάζο με το μέλι. Έτσι νιώθει καλύτερα.
   Οπότε δεν είναι επόμενο να αγαπάει ρήσεις σαν την επίμαχη; Φυσικά, αφού στηρίζουν τη σαθρή του νοοτροπία. Ανακουφίζουν τις ενοχές του. Τον κάνουν να νιώθει ένοχος μέσα στους ενόχους, άρα αθώος. Αφού οι άλλοι κλέβουν, σκέφτεται, μπορώ να κάνω κι εγώ το ίδιο χωρίς ενοχές. Μπορώ να συνεχίσω να κάνω ό,τι κάνω. "Μαζί τα φάγαμε" σκέφτεται και το πιστεύει "και μαζί θα συνεχίσουμε να τρώμε ό,τι υπάρχει". Εδέσματα, ψίχουλα ή αποφάγια. Δεν έχει σημασία. Η κακή νοοτροπία και η έλλειψη ήθους δεν αλλάζουν με τις εποχές. Υπάρχουν στις εποχές ευμάρειας, υπάρχουν και σε περιόδους κρίσης.
    Ένας ακόμα τρόπος να καθησυχάσει ο φταίχτης το αίσθημα ενοχής του είναι να νιώσει μέρος μιας ακόμα ευρύτερης ομάδας. Να τη χρησιμοποιήσει ως προτείχισμα προς οποιονδήποτε προσπαθήσει να του πει την αλήθεια, πως είναι ένα άξεστο και άπληστο πλάσμα χωρίς ηθική. Αφού έχει φροντίσει λοιπόν να πείσει τον εαυτό του για τα παραπάνω, έπειτα θυμάται τον πατριωτισμό. Ή μάλλον τον ψευτοπατριωτισμό. Προσπαθεί να χτίσει μια έννοια ιερότητας και μοναδικότητας για την πατρίδα του. Στηρίζεται σε γλωσσικούς μύθους, σε λαοπλάνους και φανφαρολόγους. Τελικά πείθεται πως η ομάδα στην οποία ανήκει είναι άγια, αξίζει τα πάντα και της φταίνε όλοι οι υπόλοιποι (το όλοι πιάνει τόπο φυσικά).
   Πατριώτης όμως δεν είναι όποιος πιστεύει πως η πατρίδα του είναι ένα τέλειο κι αλάνθαστο δημιούργημα. Η Ελλάδα δεν είναι διαφορετική από τις άλλες χώρες. Είναι ένα κράτος, μια οργάνωση όπως όλες οι άλλες: έχει τους πολιτικούς της, τους εργάτες της, τους υπαλλήλους της. Έχει τους κλέφτες της, τους άπληστους και τους τυχοδιώκτες της. Με το να εξωραΐζουμε και να εκθειάζουμε φεύγουμε ακόμα μακρύτερα απ' την πραγματικότητα. Ποιος είναι ο πατριώτης λοιπόν;
   Πατριώτης είναι όποιος αγαπάει την Ελλάδα παρά τα λάθη της. Αυτός που τα καταδεικνύει αντί να τα κρύβει και σκοπό έχει να τα αλλάξει. Σε αντίθεση με τον ψευτοπατριώτη, που τάχα ξεχνά τα λάθη με πραγματικό σκοπό να τα διαιωνίσει, ο πατριώτης κοιτάζει κατάματα το πρόβλημα, δέχεται την κριτική και ψάχνει τρόπους (πρώτα ο ίδιος) να αλλάξει και να αλλάξει μαζί του τους υπόλοιπους προς το καλύτερο. Δε μας φταίνε οι Γερμανοί ή οι Γάλλοι ή οι Αμερικάνοι για την οικονομική κατάσταση. Ναι, υπάρχουν και Γερμανοί και Γάλλοι και Αμερικάνοι φταίχτες. Όχι όλοι όμως, όχι σαν σύνολο. Επίσης υπάρχουν ΚΑΙ Έλληνες φταίχτες, πάλι όμως συγκεκριμένοι, όχι συνολικά.
   Κλείνοντας, θα πω ότι πιστεύω στο μέλλον της Ελλάδας. Πρέπει όμως να γίνει η απαραίτητη καμπή: να πάψουμε να γενικεύουμε. Η γενίκευση είναι η αρχή του ψέματος, η αρχή της συγκάλυψης. Να σκεφτόμαστε πιο περίπλοκα κι ας είναι δυσκολότερο. Να αφήσουμε τις εύκολες λύσεις, αν δε θέλουμε να είμαστε οι εύκολες λύσεις τρίτων. Να κοιτάξουμε το πρόβλημα κατάματα, να αποδεχτούμε τα λάθη μας και να πάψουμε να κρυβόμαστε πίσω απ' το δάχτυλό μας. Όχι, δεν τα φάγαμε μαζί. Για το ποιος "τα έφαγε" ίσως είναι αργά πια να κάνουμε κάτι. Ό,τι έμεινε πρέπει να προστατέψουμε.