Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Πάνος Βλάχος - Μαθήματα Ζωής

Πάνος Βλάχος

Υπάρχουν άνθρωποι πολυτάλαντοι. Όταν αφοσιώνονται στην τέχνη τους, το αποτέλεσμα είναι ξεχωριστό. Έπειτα, ανακαλύπτεις ότι έχουν περισσότερα ταλέντα από το ένα αυτό. Στο συγκεκριμένο τραγούδι και βίντεο, είδα τον Πάνο Βλάχο σε μια μοναδική ερμηνεία. Πέρα από ηθοποιός, είναι ικανοποιητικός και στα φωνητικά. Επίσης, οι χορευτικές του κινήσεις είναι αντιπροσωπευτικές του τι διαδραματίζεται και βγάζουν συναίσθημα. Σε συνδυασμό με τις εκφράσεις του προσώπου του, δημιουργούν ένα αποτέλεσμα ιδιαίτερο. Και μετά, μαθαίνεις πως έγραψε ο ίδιος τους στίχους. Νομίζω πως αξίζει ένα άρθρο γι' αυτούς, ακόμα κι αν η ερμηνεία μου πέσει έξω.

Ζωή

μπορώ να σου μιλήσω κάτι να σε ρωτήσω και θα σ’ αφήσω θέλω να μου κάνεις μαθήματα ζωής να μου μάθεις πώς να ζεις να μην με προσπερνά κανείς Αυτό θέλω να ερωτευτώ χωρίς να λερωθώ μην βαρεθώ και στεναχωρηθώ να ηγηθώ χωρίς να παρεξηγηθώ
Οι στίχοι ξεκινούν με μια προσωποποίηση. Η ίδια η Ζωή παρουσιάζεται σαν μια δασκάλα, στην οποία προστρέχει ο αδαής νεαρός για να λάβει μαθήματα. Διστακτικά, καθώς η Ζωή στο μυαλό του είναι μάλλον μια ντίβα που δε σηκώνει πολλά-πολλά. Η ίδια του η σκέψη και παρουσίαση, επιτρέπει τη σαρκαστική ερμηνεία, κάτι που φαίνεται καλύτερα παρακάτω. Τη σαρκαστική αυτή προσέγγιση θα την καταγράφω με διαφορετικό χρώμα, όπου την εντοπίζω να ξεχωρίζει από την κυριολεκτική ερμηνεία.. Οι επιθυμίες του συγκεκριμενοποιούνται αμέσως μετά. Ο νεαρός είναι φιλόδοξος (να μην με προσπερνά κανείς), ρομαντικός (Αυτό θέλω να ερωτευτώ) και ιδιαίτερα ευαίσθητος ή φυγόπονος (χωρίς να λερωθώ / μην βαρεθώ και στεναχωρηθώ). Τέλος, ένας ονειροπόλος ιδεολόγος, που θα ήθελε να ζει σ' έναν καλύτερο κόσμο (να ηγηθώ χωρίς να παρεξηγηθώ).

Μαντάμ θέλω να γλιτώσω απ' τα αισθηματικά σαρδάμ να γίνω σαμποτέρ σε ασανσέρ που πάει μόνο πάνω να μάθω να μην χάνω το πρωί θα 'μαι μποξέρ που ειδικεύεται στα χάδια μακιγιέρ θα 'μαι τα βράδια θα 'χω νεσεσέρ με κοντέρ που μετράει πληγές κρύβει μελανιές
Αμέσως μετά φανερώνει τις αδυναμίες του (θέλω να γλιτώσω απ' τα αισθηματικά σαρδάμ) και μέσα στον γρήγορο ρυθμό του, κοινοποιεί τους ευσεβείς πόθος του. "να γίνω σαμποτέρ σε ασανσέρ / που πάει μόνο πάνω", όπου φαντάζομαι πως εννοεί την αέναη και ανεξέλεγκτη (οικονομική άραγε; ) ανάπτυξη, καθότι μοιάζει τρομακτική. Αν το εκλάβουμε σαρκαστικά/ειρωνικά, μπορεί να φανερώνει τη ζηλοφθονία των ανθρώπων, που ενοχλούνται από την εξέλιξη των άλλων και βάζουν στόχο τους να καταστρέψουν κάποιον επιτυχημένο.
Η αθώα του σκέψη ακολουθεί (το πρωί θα 'μαι μποξέρ που ειδικεύεται στα χάδια), ενώ αμέσως παρακάτω αφουγκράζεται τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα της κακοποίησης, τα οποία θα ήθελε να σβήσει. Αλλιώς, ίσως υποδηλώνει πως οι άνθρωποι δεν έχουν πρόβλημα με την ίδια την κακοποίηση αλλά μόνο με τη δημοσιοποίησή της (κρύβει μελανιές για να γλιτώσει τις συνέπειες).

σωφέρ σε τρακτέρ χωρίς αμορτισέρ θέλω να γίνω μοντέρ να σε βάλω ζωή σε σειρά μια τελευταία φορά ν’ ακούσω κάτι που να μ’ αφορά
Εδώ φαίνεται η παιδική και ονειροπόλα του προσέγγιση (σωφέρ σε τρακτέρ χωρίς αμορτισέρ) καθώς οι ρίμες σε -έρ συνεχίζονται σ' ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο.
Η ιδέα του μοντέρ της ζωής είναι ιδιαίτερα γοητευτική, καθώς ο καθένας μας θα ήθελε να μπορεί να έχει τη ζωή (τη δική του ή γενικότερα) υπό έλεγχο. Ειρωνικά, μπορεί να δείχνει την απέλπιδη προσπάθεια του ανθρώπου να ελέγξει την ανεξέλεγκτη ζωή, προκειμένου να γευτεί για λίγο τον καρπό που θα θρέψει τον εγωισμό του (ν' ακούσω κάτι που να μ' αφορά).

Θέλω να με μάθεις να δίνομαι να γίνομαι το κάτι άλλο θέλω να κάνω σάλο να με λεν μεγάλο στη μικρή οθόνη ζωή πληρώνει αυτό που σε πληγώνει θέλω να 'μαι αυτό που με πορώνει ένα πιόνι στην αγχόνη που στο τέλος τη γλιτώνει
Η ανάγκη του να δοθεί κάποιος, χωρίς φρένα και στεγανά, παρουσιάζεται παρακάτω. Άνθρωποι που δεν έχουν μάθει να ζουν έτσι (άβγαλτοι ή καχύποπτοι, που έχουν μάθει να ζούνε με τον φόβο; ) αλλά και άνθρωποι που έχουν πληγωθεί και πρέπει να ξαναμάθουν να δίνονται, σε έναν αγώνα να χτίσουν ξανά την εμπιστοσύνη προς τους ανθρώπους.
Έπειτα, είναι η ανάγκη για μια θέση στον ήλιο (να γίνομαι / το κάτι άλλο / θέλω να κάνω σάλο / να με λεν μεγάλο στη μικρή οθόνη), η οποία παρουσιάζεται αφειδώς. Ειδάλλως, η ματαιοδοξία.
Τέλος, έχοντας συναίσθηση των παθών του, αναφέρεται στην ανάγκη μας να καταπιανόμαστε και να αναζητούμε πράγματα, ανθρώπους ή καταστάσεις που μας πληγώνουν (πληρώνει αυτό που σε πληγώνει). Στην επιθυμία του να γίνουμε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας (θέλω να 'μαι αυτό που με πορώνει), αλλά και στο να αποφεύγουμε τα μοιραία λάθη και τα αδιέξοδα, παρά τις αδυναμίες μας (ένα πιόνι στην αγχόνη που στο τέλος τη γλιτώνει).

Θέλω να μου κάνεις μαθήματα ζωής να με καταλάβεις κι αλήθεια να μου πεις
Το ρεφρέν είναι στην ουσία μια παράκληση. Δείχνει αδυναμία, καθώς παρακαλάει για γνώση και κατανόηση, αλλά και δύναμη, μιας και είναι αποφασισμένος να μάθει την αλήθεια, χωρίς φίλτρα.
Άλα! Αλλά; Ζητάω πολλά; Θέλω να γίνω ποίηση χωρίς συνείδηση εύκολα, ξέκωλα ξεκόλλα κι άκου δεν μπορώ να μην σε σκέφτομαι δεν μπορώ και να σε σκέφτομαι
Το δεύτερο μέρος είναι αρκετά πιο βαθύ από το πρώτο. Θα έλεγα πως, μιας και το ίδιο το καλλιτέχνημα μιλάει για τη ζωή, όλη η ροή είναι η χρονική περίοδος της ζωής, από την αρχή προς το τέλος της. Εδώ βλέπουμε τα συναισθηματικά αδιέξοδα ενός νέου ενήλικα.
Σε μια ηλικία που βιάζεται και θέλει πολλά, που θέλει ποιότητα αλλά και απλότητα, που ζητά την αποστασιοποίηση από τη ζωή αλλά και την επαφή μαζί της. Εναλλακτικά, μπορούμε να δούμε τη νεότητα ως μια ηλικία με ροπή προς την έλλειψη ποιότητας και με τάσεις χυδαιότητας.
ναι σου ζητάω χάρη έχω διπλοπαρκάρει το εγώ μου στο άπειρο σε θέση για συναισθηματικά ανάπηρο

Οι επόμενοι στίχοι είναι πραγματική ποίηση, στα μάτια μου. Δύσκολα ερμηνεύσιμοι. Σε μια προσπάθεια ερμηνείας, θα έλεγα πως το διπλοπαρκάρισμα του εγώ στο άπειρο σημαίνει μια διαφορετική θέαση του εαυτού μας κατά τη διάρκεια της ενηλικίωσης, η οποία απαιτεί να πατάμε τα όριά μας, φτάνοντας μέχρι και την παραβατικότητα. Αυτό πολλάκις απαιτεί να μπούμε στη θέση όσων διαφέρουν από εμάς, προσπαθώντας να φτάσουμε στην αυτογνωσία (σε θέση για συναισθηματικά ανάπηρο).
Αλλιώς, ο συνεχής κι ανοιχτός αγώνας για την υπερίσχυση έναντι των άλλων (διπλοπαρκάρισμα), μια συνήθης τάση της νεότητας, απαιτεί εγωισμό, ίσως και αλαζονεία (το εγώ μου στο άπειρο). Αυτό προϋποθέτει ισχυρογνωμοσύνη αλλά και περιφρόνηση των απόψεων των άλλων, σε μια έξαρση επαναστατικότητας (σε θέση για συναισθηματικά ανάπηρο). τον κόσμο όλο γύρισα και μυρωδιά καμία στην Λαμία πότε θα 'ρθεις; στα κλαρίνα Αύγουστο μήνα πίσω απ’ την εκκλησιά θα στα μάθω ούλα ουρλιάζει η γουρουνοπούλα απάν στην Λαμαρίνα φίνα! έλα και με θέρισε η πείνα με κινόα κανείς δεν έκανε κομπίνα το δάκρυ πνίχτο και κρύφτο Ηλία ρίχτο και δεν θα το μάθουν στην Αθήνα
Στο σημείο αυτό δε χωράει παρερμηνεία. Κατακρίνει τα κακώς κείμενα της ελληνικής παράδοσης και την έλλειψη επιπέδου (κλαρίνα), χυδαιότητα (πίσω απ’ την εκκλησιά θα στα μάθω ούλα), καθώς και τη λαιμαργία, που στερεί τη ζωή από τα ζώα για να ικανοποιήσει τις ορέξεις μας (ουρλιάζει η γουρουνοπούλα, έλα και με θέρισε η πείνα / με κινόα κανείς δεν έκανε κομπίνα).
Τέλος, καταδεικνύει την αδιαφορία και την απάθεια των ανθρώπων προς τα κοινωνικά ζητήματα (το δάκρυ πνίχτο και κρύφτο).
Συνεχίζοντας, όμως, την ερμηνεία του έργου ως θέαση της ζωής, μπορώ να το ερμηνεύσω ως τη φάση της ηλικίας των τριάντα, όπου η επαναστατικότητα μετατρέπεται σε χαλάρωση, βόλεμα και μια επιστροφή προς την όποια παράδοση, ανάγκη για την οποιαδήποτε κοινωνικοποίηση και την ανάλογη απάθεια προς όποια ζητήματα έκαιγαν τον νεανικό εαυτό μας.
Μια τρελή θεωρία, η οποία δε νομίζω πως ήταν στο μυαλό του στιχουργού, είναι η εξής: πως, σε αυτή τη στιγμή γίνεται αναφορά στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. 1: Οκνηρία (στα κλαρίνα / Αύγουστο μήνα). 2. Λαγνεία (πίσω απ’ την εκκλησιά θα στα μάθω ούλα). 3. Λαιμαργία (ουρλιάζει η γουρουνοπούλα). 4. Απληστία (με κινόα κανείς δεν έκανε κομπίνα). 5. Φθόνος (το δάκρυ πνίχτο και κρύφτο). 6. Οργή (Ηλία ρίχτο). 7. Υπεροψία (και δεν θα το μάθουν στην Αθήνα). Μάλλον παρατραβηγμένο αλλά άξιζε να το γράψω!
θα σου 'χω στην ποδιά πανέρια για να φύγει η μιζέρια ό,τι θέλεις θα σου δώσω δεν θα σε προδώσω ποτέ πότε;
Ακολουθούν τα τάματα προς την προσωποποιημένη Ζωή. Μεγάλα λόγια, κούφια μάλλον, που αρμόζουν πάλι στον φιλόδοξο νέο ενήλικα. Μαζί και η υπόσχεση που μάλλον δε θα τηρηθεί ποτέ. Αν ήταν να τηρηθεί, δε θα υπήρχε η ανάγκη να ειπωθεί ρητά.
Πότε-πότε θα σου γράφω και σουξέ ο λαός τραγούδι θέλει ψέματα και τσιφτετέλι θα χειροκροτήσω με αντρίλα την ξεφτίλα θα 'χω βάλει και αρβύλα ε, ρε νίλα μίλα με τόσο φως γιατί δεν φεύγει η μαυρίλα;
Η κατάκριση της ελληνικής νοοτροπία συνεχίζεται, πλέον ανοιχτά (ο λαός τραγούδι θέλει ψέματα και τσιφτετέλι). Τονίζεται η εμμονή με την αρρενωπότητα (θα χειροκροτήσω με αντρίλα την ξεφτίλα), τον μιλιταρισμό (την ξεφτίλα θα 'χω βάλει και αρβύλα) και την απέλπιδη προσπάθεια του συντηρητικού σαραντάρη να κατανοήσει γιατί όλα πάνε στραβά (ε, ρε νίλα / μίλα / με τόσο φως γιατί δεν φεύγει η μαυρίλα; ).
Θέλω να μου κάνεις μαθήματα ζωής να με καταλάβεις κι αλήθεια να μου πεις πιστεύω ναι πιστεύω στις φήμες στις εύκολες ρίμες πιστεύω και νηστεύω ληστεύω το σόι μου θα 'ταν αγένεια έξω από την οικογένεια λέω ψέματα για το μπόι μου εντάξει ζωή δεν είμαι ένα ενενήντα και μια φορά σε είπα Λίντα λάθος φταίει το πάθος που τα μπερδεύω και αγριεύω όχι στο αφεντικό σε κάνα νηστικό πακιστανό κάνω τον τρανό σανό δεν τρώω εγώ είμαι υπερήφανος που είμαι Ελλλοχίμ πριμ θα πάρω μοναχός μου που βγήκα δεύτερος κι άλλος κανείς δεν έτρεχε εμπρός μου Παρακάτω δίνεται η ακόμα μεγαλύτερη κατάπτωση του ενήλικα. Μου μοιάζει σαν να αναφέρεται στην ηλικιακή κατηγορία των πενήντα. Αναφέρεται στα κοινά μοτίβα της συνωμοσιολογίας (πιστεύω στις φήμες), της έλλειψης ποιότητας (στις εύκολες ρίμες), στη θρησκοληψία (πιστεύω και νηστεύω), στην κουτοπονηριά και μοχθηρία (ληστεύω το σόι μου), με την ανάλογη ειρωνεία (θα 'ταν αγένεια / έξω από την οικογένεια). Αναφέρει τα συμπλέγματα κατωτερότητας που εμφανίζονται (λέω ψέματα για το μπόι μου), την απάτη (και μια φορά σε είπα Λίντα / λάθος) με την ανάγκη συγκάλυψης (φταίει το πάθος). Έπειτα, σαρκάζει τον ρατσισμό, που έρχεται μαζί με δουλοπρέπεια προς τους δυνατούς (τα μπερδεύω και αγριεύω / όχι στο αφεντικό / σε κάνα νηστικό πακιστανό / κάνω τον τρανό). Ταυτόχρονα, κοροϊδεύει τη νοοτροπία του άμυαλου που νιώθει παντογνώστης (σανό δεν τρώω εγώ), του εθνικιστή που κρύβεται πίσω από την έννοια του πατριωτισμού (είμαι υπερήφανος που είμαι Ελλ...ηνας; ) και που στην πραγματικότητα πιστεύει στα πιο γελοία παραμύθια (Ελλλοχίμ) και ενώ κόπτεται για την ανωτερότητά του, στην ουσία γνωρίζοντας πως είναι κατώτερος, χρησιμοποιεί την κουτοπονηρία για να κερδοσκοπήσει (πριμ / θα πάρω μοναχός μου / που βγήκα δεύτερος).

τέτοια χώρα εγώ δεν είδα τέτοια όμορφη πατρίδα κι ο θεούλης ο δικός μου ο καλύτερος του κόσμου κι η καλύτερη η ράτσα η μελαχρινή μου φάτσα ταράτσα μπουγάτσα και ντρόγκα Ζητείται vegan παππάς για μαθήματα γιόγκα
Εδώ ενισχύεται η παραπάνω κατηγορία, καθώς τα συμπλέγματα κατωτερότητας υπερτονίζονται με τον τοπικισμό (τέτοια χώρα εγώ δεν είδα / τέτοια όμορφη πατρίδα, ), τη θρησκευτική ανάγκη του να νιώθουμε ο περιούσιος λαός (κι ο θεούλης ο δικός μου / ο καλύτερος του κόσμου) χωρίς φυσικά να υπάρχει δείγμα αυτοκριτικής ή αυτογνωσίας (κι η καλύτερη η ράτσα / η μελαχρινή μου φάτσα).
Η τρολιά που ακολουθεί ίσως είναι το αντιστάθμισμα για όλα τα παραπάνω. Δεν ξέρω για τον Πάνο Βλάχο, εγώ θα τη χρειαζόμουν πάντως.
Θέλω ένα τραγούδι χωρίς τραύμα μια συμμετοχή σε θαύμα θέλω να αλλάξω τον κόσμο αρκεί να μην αλλάξω εγώ. Ε, ας αλλάξει ο κόσμος Ζητείται διανοούμενος που θέλει να εφαρμόσει τις ιδέες του
Η νοοτροπία αυτή συνεχίζεται. Εδώ μου έρχεται στον νου η ηλικία των εξήντα, με την κακή ελληνική νοοτροπία να χειροτερεύει. Η αντιπροσωπευτική μουσική είναι ένας αδιάκοπος νταλκάς (Θέλω ένα τραγούδι χωρίς τραύμα), η θρησκευτική υστερία δεσπόζει (μια συμμετοχή σε θαύμα) και ο υπέρμετρος εγωισμός που δείχνει και μια έλλειψη επίγνωσης της πραγματικότητας (θέλω να αλλάξω τον κόσμο / αρκεί να μην αλλάξω εγώ. / Ε, ας αλλάξει ο κόσμος) έχει την τιμητική του. Παράλληλα, σαρκάζεται και η έννοια του διανοούμενου, που είναι πολύ καλός στη θεωρία αλλά δε διατίθεται να κάνει καμία πρακτική εφαρμογή (Ζητείται διανοούμενος που θέλει να εφαρμόσει τις ιδέες του).
Θέλω να μου κάνεις μαθήματα ζωής κι εγώ θα σε πληρώσω όσο-όσο να μου μάθεις για τον Osho, ωστόσο θέλω να διαλογιστώ με τον Χριστό, χτες απάτησα με τ’ αμάξι μια Αγία αδικία ή διαολεμένη συγκυρία σήμερα βρήκε ο Θεός να κάνει απεργία;
Είναι η σειρά της γεροντικής ηλικίας. Η απελπισμένη ανάγκη για σωτηρία οδηγεί στα μονοπάτια των σοφών (κι εγώ θα σε πληρώσω όσο-όσο / να μου μάθεις για τον Osho), αλλά πάντα με την ανάγκη του υπερήλικα να γίνονται όλα με τους δικούς του όρους (ωστόσο / θέλω να διαλογιστώ με τον Χριστό), αν και οι δικοί του όροι δεν είναι κάτι που πιστεύει ειλικρινά (χτες απάτησα με τ’ αμάξι μια Αγία). Η ευθυνοφοβία συμβαδίζει φυσικά και το φταίξιμο (μιας ζωής γεμάτης "αδικίες" ίσως; ) ρίχνεται σε έννοιες αόριστες (αδικία ή διαολεμένη συγκυρία / σήμερα βρήκε ο Θεός να κάνει απεργία; )
Δε φταίω εγώ το σύστημα φταίει κόβει και τα μοιράζει δικάζει διχάζει Δε φταίω εγώ ο άλλος όχι ο δικός μου ο κάλος θέλω να νικήσω το κατεστημένο, το κλεμμένο, το χαμένο, το καμένο
Εδώ, στο προτελευταίο σημείο του έργου, ανιχνεύω παράπονα και αξίες που διέπουν όλες τις ηλικίες. Από την άλλη, μοιάζει με τελικό απολογισμό καθώς ο άνθρωπος έρχεται πια αντιμέτωπος με την ίδια τη Ζωή στο τέλος της πορείας του. Η ανάγκη να αποδείξει κάποιος πως δε φταίει (Δε φταίω εγώ) διότι φταίει κάποια άλλη δύναμη, ανώτερη απ' τον ίδιο (το σύστημα φταίει / κόβει και τα μοιράζει / δικάζει / διχάζει), κάτι που δηλώνεται ρητά (Δε φταίω εγώ / ο άλλος / όχι ο δικός μου ο κάλος). Τέλος, μια πανίσχυρη ή ανίσχυρη οργή, που δίνεται πια σε όλο της το μένος (θέλω να νικήσω το κατεστημένο, το κλεμμένο, το χαμένο, το καμένο).
λυπάμαι Ζωή Ζωή φοβάμαι μην το κατεστημένο είναι καλύτερο από αυτό που περιμένω

Και πάνω στο τέλος, δίνεται η ίδια η αγωνία για το άγνωστο μέλλον. Εδώ νομίζω πως ο στιχουργός εκφράζει τον μεγαλύτερο φόβο του, χωρίς σαρκασμούς και ειρωνείες. Μια ζωή γεμάτη αγώνες, αντιπαραθέσεις και διαφωνίες, η οποία ίσως οδηγήσει σε μια κατάσταση χειρότερη. Η αντίδραση προς τη συνήθεια και το κατεστημένο ίσως οδηγήσει σε κάτι που δεν το φανταζόταν και αυτό είναι κάτι που γιγαντώνει τη λύπη και τον φόβο.

Συνολικά, ένα έργο με πολλά νοήματα και ερμηνείες. Σε άλλα σημεία του πιο υπαινικτικό, σε άλλα πιο ευθύ, χαρακτηρίζει μια ολόκληρη νοοτροπία και χαρακτηρίζεται από ευαισθησία, χιούμορ και καλαισθησία. Ως άνθρωπος και ως υπηρέτης της τέχνης, όπως τολμώ να αποκαλώ τον εαυτό μου, μπορώ να πω με σιγουριά πως ο Πάνος Βλάχος μου έδωσε μαθήματα ζωής. Ασχέτως του αν πραγματικά τα κατάλαβα.

Όσο για τον Όσσο που αναφέρθηκε, αξίζει να διαβάσει κανείς ρητά που του αποδίδονται, σε αυτόν τον σύνδεσμο: https://www.gnomikologikon.gr/authquotes.php?auth=2143

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2021

Τριπλή συνέντευξη: Βασίλης Νίκολας Συράκης, Σπύρος Κιορσάββας, Σπύρος Παπαλέξης

 Γι' αυτή τη συνέντευξη επέλεξα τρεις συγγραφείς έργων φαντασίας από τις εκδόσεις Παράξενος Ελκυστήςτον Βασίλη Νίκολα Συράκητον Σπύρο Κιορσάββα και τον Σπύρο Παπαλέξη. Έχοντας όλοι προϋπηρεσία στην κοσμοπλασία, με πολλή και προσεκτική δουλειά στις πλάτες τους, πιστεύω πως είναι οι κατάλληλοι για να συμμετάσχουν στην εξαντλητικά μεγάλη αυτή συνέντευξη. Έχοντας ταξιδέψει και στους τρεις κόσμους ως αναγνώστης και ως επιμελητής, δε διατηρώ καμία επιφύλαξη για την ποιότητα των απαντήσεων. Φυσικά, επειδή οι ερωτήσεις ήταν πολλές, δεν απάντησαν όλοι σε όλες. Για να δούμε:

Σπύρος Παπαλέξης: Τριλογία "Έντγκαρ Χέβενσκαρ". Έχουν εκδοθεί και τα τρία μέρη (Οι Πρώτες Περιπέτειες, Επανάσταση, Εκδίκηση).

Σπύρος Κιορσάββας: Τετραλογία "Το Χρονικό της Λανιακέα". Έχουν εκδοθεί δύο από τα τέσσερα μέρη (Τα Κλειδιά του Τιτάνα, Το Ζωντανό Βιβλίο).

Βασίλης Νίκολας Συράκης: Τετραλογία "Τα Παιχνίδια των Θεών". Έχουν εκδοθεί δύο από τα τέσσερα μέρη (Το Λίκνο της Ζωής, Το Σταυροδρόμι των Θεών).

Πρώτο μέρος: Τα έργα φαντασίας

-Τι ορίζετε ως «έργο φαντασίας»; Δεν έχουν όλα τα βιβλία φαντασία;

Σ.Κ.: Μα φυσικά! Οποιοδήποτε βιβλίο δεν καταγράφει πραγματικότητες, φαντασία είναι. Απλώς ο όρος χρησιμοποιείται για να ξεχωρίσει ένα συγκεκριμένο είδος, αυτό με τις περιπέτειες, τη μαγεία, τον πόλεμο κλπ, από κάποια άλλα είδη. Δε ξέρω, μπορεί να κάνω και λάθος.

Β.Ν.Σ.: Από θέμα δημιουργικότητας ναι, όλα έχουν φαντασία. Ωστόσο, η λογοτεχνία του φανταστικού διακρίνεται από ιστορίες που διαδραματίζονται είτε σε κόσμους διαφορετικούς από του δικούς μας, είτε με στοιχεία έξω από την πραγματικότητα.

 -Τι μπορεί να προσφέρει ένα έργο φαντασίας στον αναγνώστη;

Β.Ν.Σ.: Πέρα από μια ευχάριστη διέξοδο από την καθημερινότητα του, που τον επιτρέπει να επισκεφτεί μέρη με το μυαλό του που δεν έχουν, ούτε πρόκειται να υπάρξουν ποτέ,  του δίνεται η ευκαιρία να αναλογιστεί και να αναθεωρήσει προβλήματα υπαρκτά μέσα από το μάτι της αλληγορίας.   

Σ.Κ.: Την ευκαιρία να δραπετεύσει σε έναν άλλο κόσμο, τον οποίο μπορεί να πλάσει στον νου του όπως θέλει. Πρότυπα, βασισμένα στους αγαπημένους του χαρακτήρες. Μαθήματα στο πώς να αντιμετωπίζει τη ζωή την ίδια (ΠΡΟΣΟΧΗ: ΜΗ προσπαθήσετε να λύσετε τα προβλήματά σας με σπαθιά!)

  -Πόση έρευνα χρειάζεται για να γραφτεί ένα έργο φαντασίας;

Β.Ν.Σ.: Ανάλογα τον συγγραφέα και τον κόσμο που πλάθει. Αν επιθυμεί να αποτυπώσει όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικά μια κοινωνία, πχ μεσαιωνική, τότε πολύ. Εγώ προσωπικά ερευνώ μυθολογίες, ιστορία και άλλα πολλά όταν δημιουργώ έναν κόσμο.

  -Ποια στοιχεία στην κοσμοπλασία μπορούν να χαρακτηριστούν ρεαλιστικά;

Β.Ν.Σ.: Ο τρόπος που απεικονίζεται μια κοινωνία, από την διακυβέρνηση της μέχρι και τα ήθη και έθιμα της. Ε και προφανώς πράγματα όπως η βαρύτητα κτλ (γέλια)!

 -Ποιο είναι το δυσκολότερο σημείο κατά τη δημιουργία ενός τέτοιου κόσμου;

Σ.Π.: Η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισα προσωπικά, ήταν να βρω τη χρυσή ισορροπία ανάμεσα στο τερπνό και στο ωφέλιμο. Πού πρέπει να θέσεις το πλαίσιο, τα άκρα όρια της δημιουργίας ενός κόσμου; Πρόκειται για μια συναρπαστική εμπειρία και είναι εξαιρετικά εύκολο να ξεστρατίσεις και να αναλωθείς στη μελέτη λεπτομερειών οι οποίες ούτε ουσία έχουν, ούτε εξυπηρετούν τη λογοτεχνική αφήγηση σε ικανό βαθμό.

Β.Ν.Σ.: Να διατηρηθεί μια αλληλουχία στον κόσμο, από τα ονόματα μέχρι και την βλάστηση.

-Τι σας διασκεδάζει περισσότερο στη δημιουργία του;

Β.Ν.Σ.: Η δημιουργία της ιστορίας και της λαογραφίας ενός λαού. 

Σ.Π. Μα φυσικά η εκ του μηδενός δημιουργία κι η απεριόριστη ελευθερία. Ο συγγραφέας κι ο κόσμος του θέτουν τους όποιους κανόνες.

-Τι θα συμβουλεύατε σε έναν νέο συγγραφέα, που θέλει να ασχοληθεί με το είδος;

Β.Ν.Σ.: Δουλειά, δουλειά, δουλειά. Γράψτε μέχρι να μην σας αρέσει και μετά ξαναγράψτε. Κάντε καλή έρευνα και προσοχή στην συνοχή. 

Σ.Κ.: Να μη προσπαθεί να ταιριάξει το έργο στα ‘θέλω’ του κοινού, αλλά να προσπαθεί πάντα να το κάνει τόσο όμορφο, όσο την/τον ικανοποιεί.

 -Αναφέρετε τα μεγαλύτερα κλισέ που υπάρχουν στο είδος αυτό.

Σ.Κ.: Δηλώνω ένοχος στη χρήση αρκετών από αυτά… Θα έλεγα ‘ο εκλεκτός’, ο χαρακτήρας με το τραγικό παρελθόν, το plot armor, ανάμεσα σε πολλά. Δεν είναι πρόβλημα τα κλισέ, η χρήση τους είναι αναμενόμενη. Το θέμα είναι το μέτρο, το ζύγισμά τους και η σωστή δοσολογία!

Β.Ν.Σ.: Οι προφητείες, οι εκλεκτοί και το απολυτό καλό και κακό.  Ήταν ωραία στην αρχή του είδους, μα πιστεύω πως έχουμε προχωρήσει σε πιο πολύπλοκες ιδέες. 

-Τι χρειάζεται σε έναν συγγραφέα φαντασίας; Ποια είναι τα εργαλεία του;

Β.Ν.Σ.: Η φαντασία προφανώς (γέλια), να είναι ανοιχτόμυαλος και να σκέφτεται πέρα από τα τυπικά. Να έχει όρεξη για δουλειά. Αν ένας συγγραφέας κοινωνικών πρέπει να κρατήσει δυο φακέλους σημειώσεων, ένας συγγραφέας φανταστικού χρειάζεται δέκα. 

Σ.Π.: Δεν θα σας μιλήσω για εργαλεία, αλλά για τη μυστική συνταγή της επί/αποτυχίας. Ετοιμάστε με προσοχή τη βάση σας από ανάγνωση και μελέτη, προσθέστε στο μπολ γενναίες δόσεις από υπομονή, θέληση και πάθος, ρίξτε μια πρέζα πειθαρχία και μια τζούρα μεθοδικότητα και ανακατέψτε με ολίγη από φαντασία. Υπάρχουν δύο βασικές εκδοχές: μια με ταλέντο και μια άνευ. Ότι κι αν σου λένε οι άλλοι, μόνο αν δοκιμάσεις ο ίδιος καταλαβαίνεις τη διαφορά.

Δεύτερο μέρος: Ο Κόσμος (Κάχαλλ/Λανιακέα/Ναρός)

-Τι σας ώθησε να ξεκινήσετε να ασχολείστε με αυτόν τον κόσμο;

Σ.Κ.: Το γεγονός ότι, από τα 14 μου, οι εικόνες βρίσκονταν εκεί. Έπρεπε να περάσουν χρόνια, ώσπου να πάρω την απόφαση να τις μεταφέρω σε λέξεις. Ήταν αναγκαίο, πιστεύω.

Β.Ν.Σ.: Ήθελα να πω μια ιστορία κλασσικής φαντασίας (ναι με όλα τα κλισέ που ανέφερα πιο πάνω) και ο κόσμος και η ιστορία με οδήγησαν σε άλλα μονοπάτια. Όσο προχωρούσε η ιστορία τόσο μεγάλωνε και ο κόσμος. Έμαθα τους ανθρώπους του και τα τοπία του και τον ερωτεύτηκα. 

 -Αν έπρεπε να τον περιγράψετε μέσα σε 1-2 προτάσεις, πώς θα το κάνατε;

Σ.Π.: Ο Ναρός είναι ένας σκοτεινός κόσμος ηρωικής φαντασίας, ενήλικος, σκληρός, ώμος, όμοιος με τον δικό μας σε κάποια σημεία, αλλά συγχρόνως και αρκετά διαφορετικός.

Β.Ν.Σ.: Αρχαίος και μυθικός, γεμάτος ιστορίες.  Μου φέρνει στο μυαλό όλους αυτούς τους μυθικούς τόπους της αρχαιότητας που είχαν έναν μυστικισμό στις ιστορίες που τους έδιναν οι άνθρωποι. 

  -Αν μπορούσατε να ζείτε σε κάποιο μέρος στον κόσμο αυτόν, πού θα ζούσατε;

Β.Ν.Σ.: Υπάρχει ένα μέρος, μια κοιλάδα, όπου όλα είναι ήρεμα και ζουν σε αρμονία. Μια πραγματική ουτοπία. Εκεί θα ήθελα.

Σ.Κ.: Σε ένα μέρος που ακόμα δεν έχει εμφανιστεί στα δύο πρώτα μέρη, αλλά θα δούμε στο τρίτο: την Ήπειρο Φρεγιάλα, τη γνωστή και ως «Το Παγωμένο Δαχτυλίδι»!

  -Πού θα συνοδεύατε τον καλύτερο φίλο σας και πού τον χειρότερο εχθρό σας;

Σ.Κ.: Με τον καλύτερο φίλο μου θα πήγαινα ως την πύλη της Ιλ’ Βαρ, αν μου το ζητούσε. Τον χειρότερο εχθρό μου, θα τον πήγαινα επίσης στην Ιλ’ Βαρ και θα τον παρατούσα εκεί!

Σ.Π.: Νομίζω πως το πιο ιδιαίτερο μέρος να επισκεφθούμε με τον καλύτερο φίλο μου θα ήταν η Λίμνη με τα Αστέρια, το θρυλικό μέρος όπου γεννήθηκε ο Φερίν, ο θεός της Δικαιοσύνης.
Από την άλλη πλευρά, αναμφίβολα, θα συνόδευα τον χειρότερο εχθρό μου ως τις πύλες του εφιαλτικού κόσμου της Χελλίρα - της αντίστοιχης δικής μας κόλασης. Μετά βεβαίως θα τον άφηνα να συνεχίσει μόνος του το ταξίδι. Χωρίς επιστροφή.

Β.Ν.Σ.: Στην προαναφερθείσα κοιλάδα και τους δυο. Αν οδηγούμε τον χειρότερο εχθρό μας, στα χειρότερα μέρη, πώς μπορούμε να πάμε παρακάτω σαν άνθρωποι;

-Αν κάποιος πρέπει να δοκιμάσει οπωσδήποτε κάτι από τον κόσμο, τι είναι αυτό;

Σ.Π.: Σίγουρα θα πρέπει να δοκιμάσει το περίφημο κρασί των αμπελώνων του Ρώξλεϋ. Αλλά και μια βόλτα στη Μεγάλη Βιβλιοθήκη, στη μέση της επιβλητικής οροσειράς του Ρόθαν, αναμφίβολα θα του έμενε αξέχαστη.

Β.Ν.Σ.: Την μαύρη μπύρα των Ζούβαργκ. Οι Νάνοι ξέρουν από μπύρα (γέλια). 

Σ.Κ.: Να επισκεφτεί οπωσδήποτε την Τζούα, τη χώρα των Βολβάρι, για να θαυμάσει την αρμονία πολιτισμού και φύσης! 

-Ποιες είναι οι κυριότερες ηθικές αξίες που προβάλλονται στο έργο;

Σ.Κ.: Κυρίως η αξία της ενότητας απέναντι σε έναν κοινό εχθρό, καθώς και μια φράση που μου χαράχτηκε στο μυαλό, προερχόμενη από τα Pokemon! «Δεν έχουν σημασία οι συνθήκες της γέννησής σου, αλλά το τι κάνεις με το δώρο της ζωής». Βαθύ.

Β.Ν.Σ.: Η ενηλικίωση και αποδοχή των πραγμάτων που ορίζουν τον εαυτό μας ως άτομα, από τα καλά μέχρι και τα άσχημα. 

   -Αν έπρεπε να πολεμήσετε ένα πλάσμα στον κόσμο σας, 

ποιο θα ήταν και με ποιο όπλο;

Β.Ν.Σ.: Για χάρη της ερώτησης θα πω έναν από του Δράκους με τον Δρακοκτόνο. Έτσι για την επίκουρα. Θα πέθαινα σε κλάσματα των δευτερολέπτων βεβαια! 

Σ.Κ.: Θα προτιμούσα να τα βάλω με έναν Βολβάρ που μεταμορφώνεται σε πεταλούδα, μιας και φοβάμαι να τα βάλω με τα περισσότερα από αυτά! Αν μιλάμε για πραγματικό κίνδυνο, τότε μάλλον έναν φεγγαρόγατο, οπλισμένος με φωτιά και κουβαλώντας πολλά αντίδοτα!

 -Είναι ο κόσμος αυτός δίκαιος; Σκληρός; Λαμπρός; Ή πώς αλλιώς θα τον χαρακτηρίζατε;

Β.Ν.Σ.: Δίκαιος. Όπως και ο δικός μας κόσμος, έτσι και Κάχαλλ είναι αμερόληπτη. Η σκληρότητα και η λαμπρότητα  πηγάζουν από τις πράξεις των ανθρώπων της. 

-Αν γινόταν μια τεράστια καταστροφή, τι θα θέλατε να μείνει όρθιο και ποιος χαρακτήρας ζωντανός;

Σ.Κ.: Αν μου το επέτρεπε ο επιμελητής μου, μάλλον τίποτα δε θα απέμενε όρθιο! Εντάξει, σοβαρεύομαι… Θα ήθελα να μείνει όρθιο το Μουνφλάουερ Χιλ, το χωριό του Σύριον, διότι είναι ένα ήρεμο μέρος, χωρίς πολλές έγνοιες. Και θα ήθελα να επιβιώσει η Ηλιάνα, γιατί δε μπορώ να σκεφτώ έναν κόσμο χωρίς τις φωνές και το bossy attitude της!

Β.Ν.Σ.: Θα δείτε όταν τελειώσει η ιστορία (γέλια)!

Τρίτο μέρος: Χαρακτήρες

 -Ποιος είναι ο χαρακτήρας με τον οποίον ταυτίζεστε ευκολότερα;

Β.Ν.Σ.: Ίσως με τον Ταγκ. Διψάει για γνώση, να ανοίξει τους ορίζοντές του και αυτών που των πλαισιώνουν. Κάτι που μπορεί να τον κάνει και λίγο μυωπικό. 

Σ.Π.: Αυτό που μπορώ να πω είναι με ποιον θα ήθελα να ταυτίζομαι. Κι αυτός δεν ειναι άλλος από τον Έντγκαρ Χέβενσκαρ. Αγωνίζεται για τα ιδανικά του υπό απολύτως αντίξοες συνθήκες, έχοντας επιπλέον να αντιμετωπίσει θεούς και δαίμονες (κυριολεκτικά). Παρόλο όμως το σκοτάδι γύρω του, αυτός διατηρεί ακέραιες τις ηθικές του αξίες και η πυξίδα της ύπαρξης του είναι στραμμένη πάντα προς το φως.

  -Ποιος χαρακτήρας ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση για εσάς;

Σ.Π.: Ο μαύρος μάγος Ζόρνταλ Χαν. Οι απεριόριστες δυνατότητες του εγκεφάλου του και η υπεράνθρωπη αντιληπτική του ικανότητα αποτέλεσαν μεγάλη πρόκληση, ως προς την προσέγγιση της αχαρτογράφητης σκέψης του και των δυσνόητων κινήτρων του. Όσοι φτάσετε ως το τέλος θα καταλάβετε πολύ περισσότερα.

Σ.Κ.: Οι Αθάνατοι. Καμιά περιπέτεια δεν έχει ενδιαφέρον, αν ο κύριος κακός της δεν είναι ενδιαφέρων! Προσπαθώ ακόμη να τους πλάσω κατάλληλα, ώστε να γίνουν κάτι παραπάνω από τυπικοί κακοί που απλά επιθυμούν την καταστροφή.

Β.Ν.Σ.: Οι Θεοί. Είναι δύσκολο να βρεις μια ισορροπία να τους κάνεις ανθρώπινους και ταυτόχρονα αλλόκοσμους.  

-Με ποιον χαρακτήρα θα θέλατε να ταξιδέψετε στον κόσμο και γιατί;

Β.Ν.Σ.: Θα κλέψω λίγο, αλλά, με την Τελευταία Φρουρά. Αυτοί οι μισθοφόροι μου φαίνονται άκρως διασκεδαστικοί σύντροφοι για ταξίδι. 

Σ.Κ.: Με κάποιον από τους Φύλακες, κυρίως με τα παιδιά, μιας και θα ανακαλύπταμε μαζί τις τόσες ανεξερεύνητες γωνιές του!

 -Ποιος χαρακτήρας θα μπορούσε να τρομάξει τον ίδιο τον συγγραφέα του έργου;

Β.Ν.Σ.: Αν το πω αυτό θα θεωρηθεί spoiler (γέλια)!

Σ.Π.: Την αξιοζήλευτη θέση, κερδίζει με το σπαθί του ο Σέρροντ, ο αποκαλούμενος: "μαύρος πρίγκηπας". Ιδρυτής κι αναμφισβήτητος αρχηγός της οργάνωσης δολοφόνων "Σιδερένια Χέρια", διαθέτει πολύ υψηλή ευφυΐα, είναι πανούργος, αδίστακτος κι ανηλεής. Κάθε του σκέψη και ενέργεια αναδίδει μια ανατριχιαστική διαστροφή και, εκτός πολλών άλλων, κινεί τα νήματα του τυράννου Μέρντοκ. Χρειάζεται να πω κάτι άλλο; Στο τρίτο βιβλίο τον βλέπουμε ακόμη περισσότερο εν δράσει.

-Ποιο είναι το δυσκολότερο κομμάτι στην αλληλεπίδραση των χαρακτήρων;

Σ.Κ.: Πιστεύω οι πειστικοί διάλογοι. Έπρεπε να περάσει καιρός και πειραματισμός, μέχρι να το καταλάβω αυτό. Οι χαρακτήρες είναι ζωντανοί, όχι απλά λέξεις σε χαρτί. Πρέπει να φέρονται και να μιλούν ανθρώπινα.

Σ.Π.: Η ανάδειξή της διαφορετικότητάς τους. Όταν οι χαρακτήρες αλληλεπιδρούν, τότε ακριβώς φανερώνεται και το κατά πόσο είναι ολοκληρωμένοι. Το στοίχημα του συγγραφέα είναι να καταδεικνύεται κάθε φορά με τον πιο γλαφυρό τρόπο η  μοναδικότητα τους ως προς την ομιλία, τις ενέργειες, τις σκέψεις, το υπόβαθρο, τα κίνητρα, τον χαρακτήρα, την προσωπικότητά τους, την ψυχοσύνθεσή τους. Μάλιστα, στις πλείστες των περιπτώσεων, η αλληλεπίδραση των χαρακτήρων προωθεί σημαντικά την πλοκή και τη δράση.

Β.Ν.Σ.: Να κάνεις την αλληλεπίδραση αυτή να φαίνεται φυσική. Να έχει ο κάθε χαρακτήρας την δικιά του φωνή. 

-Προτιμάτε τους φωτεινούς, τους σκοτεινούς ή τους γκρίζους χαρακτήρες; Γιατί;

Σ.Π.: Με βεβαιότητα τους γκρίζους χαρακτήρες. Τόσο οι φωτεινοί, όσο και σκοτεινοί χαρακτήρες είναι λίγο-πολύ προβλέψιμοι και το -μάλλον σπάνιο- στοιχείο της έκπληξης θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να δικαιολογείται επαρκώς. Αντιθέτως, οι γκρίζοι χαρακτήρες συνήθως είναι πιο περίπλοκοι, έχουν πιο ενδιαφέρον παρελθόν και εκ των πραγμάτων μπορούν να κινούνται σε όλες τις αποχρώσεις του φωτός και της σκιάς, ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες και τους ποικίλους στόχους που κάθε φορά επιδιώκουν. Το μανιχαϊστικό μοντέλο, αν και παραδοσιακά ταιριάζει αρκετά στην ηρωική φαντασία, εντούτοις δεν προσδίδει τα απαραίτητα ρεαλιστικά στοιχεία.

Β.Ν.Σ.: Τους γκρίζους. Είναι πιο αληθινό. Όλοι είμαστε ικανοί να κάνουμε θαύματα και ανείπωτους τρόμους. 

Σ.Κ.: Ξεκάθαρα αυτούς που ακροβατούν μεταξύ ηθικής και ανηθικότητας, γιατί η στάση τους απέναντι στα πράγματα δεν είναι τόσο απόλυτη. Κάτι που θα μας χρησίμευε πολύ και στην πραγματική ζωή.

  -Πιστεύετε στην εξιλέωση των χαρακτήρων;

Β.Ν.Σ.: Ανάλογα σε τι σημείο της καθόδου στο σκοτάδι βρίσκονται. 

  -Οι χαρακτήρες οφείλουν να περνάνε μηνύματα στον αναγνώστη;

Σ.Κ.: Δεν είναι θέμα οφειλής. Η ψυχοσύνθεση του αναγνώστη αρκεί, ώστε ο ίδιος να αντλήσει ό,τι μήνυμα θέλει. Ο χαρακτήρας, ουσιαστικά, δεν κάνει τίποτα. Απλά ζει τη δική του ζωή. Ο αναγνώστης αντλεί, ο χαρακτήρας βιώνει.

Β.Ν.Σ.: Ίσως η πιο σωστή απάντηση είναι τι μηνύματα αποκομίζει ο αναγνώστης για τον εαυτό του από τους χαρακτήρες. Ο ίδιος θέλει να σκεφτεί, να ταυτιστεί και να ενστερνιστεί πράγματα. Η δουλεία του συγγραφέα δεν είναι να κηρύττει, μα να παραθέτει παραδείγματα.

Σ.Π.: Οι χαρακτήρες δεν οφείλουν τίποτε και σε κανέναν. Ως δημιουργήματα του συγγραφέα, εξυπηρετούν τους δικούς του σκοπούς και αποτελούν το μέσο για το μήνυμα που ο ίδιος θέλει να περάσει. Από την άλλη πλευρά, αν - πιο ιδεατά - τους θεωρήσουμε ανεξάρτητες, ολοκληρωμένες προσωπικότητες που ζουν σε έναν εναλλακτικό κόσμο, τότε θα πρέπει να αναλογιστούμε πόσοι άνθρωποι στον ρου της δικής μας ιστορίας, αφιέρωσαν ή θυσίασαν τη ζωή τους, για να περάσουν ένα μήνυμα στους υπόλοιπους.

-Ποιος είναι ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας; Αυτός που κρύβει μυστικά, αυτός που θέλει να εξιλεωθεί ή αυτός που θα έκανε τα πάντα για να πετύχει τον σκοπό του;

Β.Ν.Σ.: Αν μπορείς να συνδυάσεις και τα τρία, έχεις φτιάξει έναν πραγματικά τρισδιάστατο χαρακτήρα. Αν ήταν να διαλέξω ίσως έχω μια αδυναμία στην εξιλέωση όμως. Ένας από του αγαπημένους μου χαρακτήρες στην λογοτεχνία είναι ο Jaime Lannister

Σ.Π.: Ο χαρακτήρας που κρύβει μυστικά, είναι στην πραγματικότητα τόσο μόνο ενδιαφέρων, όσο τα μυστικά του. Ο αδίστακτος χαρακτήρας που πατάει επί πτωμάτων - στην απόλυτη σύλληψή του -, ούτε προσφέρει σημαντικές συγκινήσεις στον αναγνώστη, ούτε ιδιαίτερες εκπλήξεις.
Αντιθέτως αυτός που επιζητά την εξιλέωση, εν τη γενέσει του, αποτελεί κατά τη γνώμη μου έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα χαρακτήρα. Το λάθος που τον έχει στιγματίσει, οι τύψεις που με βεβαιότητα τον ταλαιπωρούν κι από τις οποίες προσπαθεί να λυτρωθεί, τον τοποθετούν αμέσως-αμεσως στη μέση ενός διαρκούς, αγχωτικού αγώνα και του χαρίζουν εσωτερικότητα, βάθος, ισχυρή θέληση και απόλυτη συγκέντρωση στον στόχο του. Ήδη το ερώτημα αν θα επέλθει τελικά η κάθαρση χορεύει στα μάτια τόσο του συγγραφέα, όσο και του αναγνώστη.

Σ.Κ.: Θα έλεγα αυτός που θέλει να εξιλεωθεί, γιατί γεννά ερωτήματα: Τι έκανε; Είναι τόσο ανήθικη η πράξη του; Ποιος ορίζει τι εστί ηθική; Αρκούν οι πράξεις του, για να δηλώσουν τη μεταμέλειά του;

Τέταρτο μέρος: Το μέλλον

-Ποια είναι τα σχέδια για τους κόσμους σας; Τι να περιμένουμε από αυτούς;

Σ.Κ.: Την αλήθεια; Δεν έχω ιδέα! Είναι ένας κόσμος που ακόμα και τώρα, που έχουμε τα μισά βιβλία γραμμένα, τον εξερευνώ. Δε θέλω να ξέρω τι υπάρχει από πριν, θέλω να το δω στην πορεία. Μια περιπέτεια, της οποίας το τέλος είναι γνωστό, είναι μια τόσο βαρετή περιπέτεια…

Β.Ν.Σ.: Πολλά. Τα πράγματα έχουν αρχίσει να γίνονται ζοφερά. 

Σ.Π.: Θα ήθελα όσο τίποτε η τριλογία να μεταφραστεί στα αγγλικά ή σε κάποια άλλη ξένη γλώσσα. Επίσης θα έβλεπα πολύ θετικά τη μεταφορά του Έντγκαρ στον χώρο των κόμικς.

-Ποιος χαρακτήρας πρόκειται να μας απασχολήσει πολύ στο μέλλον;

Β.Ν.Σ.: Όχι κάποιος συγκεκριμένος, μα μια συγκεκριμένη κάστα. Τα Παιδιά των Δράκων. 

Σ.Κ.: Ο Σύριον και το Σκοτάδι, καθώς και οι Αθάνατοι. 

-Ποια είναι τα μελλοντικά σχέδια του ίδιου του συγγραφέα;

Β.Ν.Σ.: Γράφω μια ιστορία διαφορετική από το Epic Fantasy. Πιο σκοτεινή, πιο προσωπική σε θέμα χαρακτήρων. 

Σ.Π.: Ίσως προσπαθήσω να επαναφέρω στο προσκήνιο μια περιπέτεια αλά Κώδικα ντα Βίντσι που είχαμε συγγράψει με τρεις ακόμη φίλους. Καιρό τώρα φωνάζει, παραμελημένη στα λιγότερο επισκέψιμα αρχεία του σκληρού μου δίσκου. Οψόμεθα.

-Τι θα θέλατε να μείνει στο μέλλον ως κληρονομιά του έργου αλλά και δική σας;

Β.Ν.Σ.: Μια σειρά από βιβλία που διασκέδασαν τον κόσμο. Αν, όμως, μόνο ένας άνθρωπος σε όλον τον πλανήτη διαβάσει μια ιστορία μου και τον αγγίξει σε προσωπικό επίπεδο, τότε τι άλλο θα μπορούσα να ζητήσω;

Σ.Κ.: Μου αρκεί να μείνει το έργο και το υπέροχο anime που μια μέρα θα δημιουργηθεί από αυτό!

 

-Τι δε ρώτησα και θα έπρεπε να έχω ρωτήσει;

Σ.Κ.: Βλέπω τόση ώρα το τελευταίο κομμάτι πίτσας στο τραπέζι, αλλά δε με ρωτάς αν το θέλω. Μάλλον θα καταλήξουμε σε πιστολίδι στο Far West

Σ.Π.: Θα έπρεπε να ερωτηθώ πώς αντιμετωπίζω την πρωτοφανή παγκόσμια επιτυχία και τις ορδές των φανατικών μου αναγνωστών κι εγώ θα απαντούσα με περισσή ταπεινότητα πως αισθάνομαι ότι δεν αξίζω στο ελάχιστο όλη αυτήν την αναταραχή που έχει δημιουργηθεί. Όμως χάσατε αυτή τη μοναδική ευκαιρία και δε θα λάβετε ποτέ αυτήν την έξοχη απάντηση.

Β.Ν.Σ.: Πότε θα παίξουμε κανένα DnD;