Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2022

Παναγιώτης Δεληγιάννης, Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι

Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι


23 Δεκεμβρίου 2017, Αθήνα

Δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ από την ανυπομονησία. Μόλις το ρολόι με τον Σπάιντερμαν σήμανε οκτώ, σηκώθηκε από το ζεστό του κρεβάτι και έτρεξε στο δωμάτιο των γονιών του.

«Μαμά, μπαμπά. Ξυπνήστε», φώναξε χαρούμενος και άρχισε να τους ξεσκεπάζει. 

"Όχι, δεν θέλω να πάω σχολείο. Νιώθω άρρωστος" , είπε ο μπαμπάς του μιμούμενος εκείνον.

Γέλασαν και οι τρεις και ο μπαμπάς σηκώθηκε αμέσως και άνοιξε τις κουρτίνες. Έξω χιόνιζε όλη νύχτα και το τοπίο ήταν αλπικό. Η εικόνα ήταν πανέμορφη.

Το σπίτι ήταν ζεστό, αφού η θέρμανση δούλευε στο φουλ.

Πήγαν όλοι μαζί στην κουζίνα και ο πατέρας βάλθηκε να ετοιμάσει τον καφέ, με την καινούρια του καφετιέρα. Η μαμά έφτιαξε ζύμη για βάφλες και την έριξε στην ειδική συσκευή για να τις ψήσει. Όσο ετοίμαζαν το πρωινό, ο Πέτρος έψαχνε ανάμεσα στα εκατοντάδες Blue Ray. Μόλις βρήκε εκείνο που ήθελε, το έβαλε στην συσκευή και άναψε την 55 ιντσών τηλεόραση του σαλονιού.Έφαγαν το πρωινό τους, γελώντας με τις γκάφες του Σκούμπι Ντου. Το εργαστήριο του Άη Βασίλη άνοιγε στις δέκα και μισή και έτσι είχαν ακόμη λίγο χρόνο μπροστά τους για να δουν όλη την ταινία. Ο Πέτρος όμως ήταν σε αναβρασμό, αφού το περίμενε αυτό εδώ και μία ολόκληρη εβδομάδα, από τότε που του το είχαν υποσχεθεί.  Σηκώθηκε και έσβησε την τηλεόραση.

«Δεν πας πουθενά, κύριε, αν δεν τελειώσεις το πρωινό σου», του είπε προσποιητά αυστηρά η μαμά του, αλλά αμέσως χαμογέλασε και πέταξε ό,τι είχε αφήσει στα σκουπίδια. Ο Πέτρος έτρεξε στο δωμάτιό του και φόρεσε τα καινούρια του ρούχα, εκείνα που είχαν αγοράσει ειδικά για την επίσκεψη στο εργαστήριο του Άη Βασίλη και τον έκαναν να μοιάζει με ξωτικό. Σε δύο λεπτά ήταν έτοιμος και έτρεξε στο μπάνιο για να πλύνει τα δόντια του.

«Μακάρι να έκανες έτσι και για το σχολείο», είπε χαρωπά ο πατέρας του καθώς ετοιμαζόταν.

Βγήκαν έξω στις εννέα και μισή και περπάτησαν μέχρι το αυτοκίνητο. Οι δρόμοι ήταν χιονισμένοι και η κίνηση αυξημένη. Όλοι έτρεχαν για να κάνουν τα τελευταία ψώνια πριν τα Χριστούγεννα.

«Βάλε το Cd με τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, ρε μπαμπά», είπε ο Πέτρος τσαντισμένος, επειδή ο πατέρας του άκουγε ειδήσεις.

Έφτασαν στο parking του θεματικού πάρκου και βγήκαν από το αυτοκίνητο.

Η ουρά στα ταμεία, από τα παιδάκια που περίμεναν ανυπόμονα να μπουν μέσα, ήταν τεράστια.

«Ευτυχώς αγόρασα τα εισιτήρια από το ίντερνετ», είπε περήφανα η μαμά και πέρασε την είσοδο. Ο Πέτρος κοιτούσε μαγεμένος τον χώρο, που ήταν βγαλμένος από παραμύθι. Ένα ονειρεμένο χωριό, όπου όλοι οι κάτοικοι ήταν χαρούμενα ξωτικά και έκαναν τις προετοιμασίες για να ξεκινήσει στην ώρα του ο Άη Βασίλης για άλλη μια χρονιά. 

«Εγώ με τον μπαμπά θα είμαστε στα μαγαζιά και στις καφετέριες. Αν θες κάτι πάρε μας στο κινητό. Το έχεις μαζί σου το δικό σου;»

Ο Πέτρος τους έδειξε βιαστικά το Iphone 8 και το έβαλε πάλι στην τσέπη του παντελονιού του. Ύστερα ξεχύθηκε σαν χείμαρρος και χάθηκε μέσα στο πλήθος των παιδιών.

Κατά τις δύο το μεσημέρι τον κάλεσαν στο κινητό και του είπαν να τους βρει στο εστιατόριο για να φάει κάτι. Εκείνος τους απάντησε πως δεν ήθελε αλλά η μητέρα του επέμενε. Του παρήγγειλαν το αγαπημένο του μπέργκερ. Το φαγητό έφτασε στο τραπέζι, την ώρα που εμφανίστηκε ο κατσουφιασμένος Πέτρος.

«Ήθελα να παίξω. Τώρα φτιάχνουν γλυπτά από πάγο. Με κόψατε πάνω στο καλύτερο!»

«Είναι η ώρα του φαγητού. Φάε και πήγαινε».

Ο Πέτρος άρχισε να τρώει ανόρεχτα το μπέργκερ. Μετά από τρεις δαγκωνιές δήλωσε ότι χόρτασε και το άφησε στο πιάτο του. Η μητέρα του τον κοίταξε αυστηρά.

«Άσε το παιδί να παίξει και να χαρεί», της είπε ο πατέρας του Πέτρου, ψιλομεθυσμένος από το ρούμι που είχαν καταναλώσει.

Ο Πέτρος αμέσως σηκώθηκε και έτρεξε πάλι προς το εργαστήριο.

«Έχετε τελειώσει με το πιάτο;», τους ρώτησε ο σερβιτόρος που περνούσε εκείνη την ώρα από το τραπέζι τους.

«Μπορείτε να το πάρετε», είπε ο μπαμπάς.

«Και αν μπορείτε να μας φέρετε άλλα δύο ποτά», συμπλήρωσε αμέσως.

Ο χώρος έκλεισε στις οκτώ. Ο Πέτρος έδειχνε πολύ ενθουσιασμένος, αφού είχε περάσει μια υπέροχη ημέρα. Μάλιστα του αγόρασαν και τρία μεγάλα δώρα και δεν έβλεπε την ώρα για να τα ανοίξει.

«Ελπίζω ένα από αυτά να είναι το Playstation 4 που σας ζήτησα», τους είπε εξετάζοντας το μέγεθος των δώρων.

«Ίσως», είπε αινιγματικά ο μπαμπάς και σκούντησε τη μαμά.

Ο Πέτρος κατάλαβε και χαμογέλασε.

Ύστερα από λίγο είπε:

«Και τώρα η ώρα του σινεμά!»




23 Δεκεμβρίου 2017, Πεκίνο, προάστια

Ο Annchi ξύπνησε από τους έντονους πόνους στο στήθος του. Είχε αρπάξει πάλι κρύωμα και έβηχε όλο το βράδυ με σπασμούς. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα, αλλά ήταν η ώρα να σηκωθεί και να βιαστεί για να προλάβει να φτάσει στην ώρα του στη δουλειά . Σιγοπάτησε για να μην ξυπνήσει τα τέσσερα μικρότερα αδέρφια του και πήγε στο δίπλα δωμάτιο για να ντυθεί. Κρύωνε. Ο παγωμένος αέρας έμπαινε από παντού και ξέσπασε σε άλλο ένα κύμα βήχα. Η μητέρα του έβραζε λίγο τσάι στο κατσαρολάκι. Πήγε και την αγκάλιασε. Εκείνη του χαμογέλασε και έσκυψε να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει στο μέτωπο. Κάθισαν στο πλαστικό τραπέζι της κουζίνας και έφαγαν σιωπηλά από ένα ξερό κομμάτι ψωμί που το βουτούσαν μέσα στο ζεστό τσάι. Ο πατέρας είχε ήδη φύγει για τη δουλειά μέσα στη νύχτα. Η μητέρα του τον κοιτούσε με ανησυχία, αφού έδειχνε πολύ χλωμός. Αλλά δεν είπε τίποτα. Δεν γινόταν να μην πάει στη δουλειά.

Φόρεσε το φθαρμένο του μπουφάν και βγήκε έξω στο κρύο. Έπρεπε να περπατήσει πέντε ολόκληρα χιλιόμετρα μέχρι το εργοστάσιο παιχνιδιών.

Η ώρα ήταν δώδεκα και η κοιλιά του γουργούριζε. Η μητέρα του, του είχε βάλει ένα μπολ ρύζι και σκεφτόταν να το φάει όσο πιο αργά μπορούσε, για να αντέξει μέχρι το βράδυ που θα έφτανε σπίτι. Αλλά η πείνα ήταν έντονη και μαζί με το κρύωμα, ένιωθε πολύ αδύναμος και έτσι σταμάτησε για να φάει. Παρακάλεσε το αφεντικό του να σταματήσει για λίγα μόνο λεπτά. Κάθισε σε έναν σωρό με παιχνίδια και άρχισε να μασουλάει γρήγορα το φαγητό του. Τα παιχνίδια γύρω του δεν του προκαλούσαν καμία επιθυμία. Δούλευε δύο ολόκληρα χρόνια εδώ, αλλά ποτέ δεν του έδωσαν έστω ένα μικρό για να πάρει σπίτι για τα μικρότερα αδέρφια του. Όσα κατασκεύαζαν πήγαιναν σε χώρες μακρινές, αλλά και μέσα στην χώρα, σε παιδάκια που είχαν να πληρώσουν για να τα αποκτήσουν.

Τελείωσε με το ρύζι του, αλλά η πείνα δεν τον είχε εγκαταλείψει. Συνέχισε τη δουλειά του, με τον ίδιο ζήλο που την έκανε πάντα. Δεν μπορούσε να δείξει ότι πονάει και ότι δεν είναι ικανός να συνεχίσει. Η οικογένειά του τον είχε μεγάλη ανάγκη.

Μετά από δεκαπέντε ώρες δουλειάς, πήρε τον μακρύ δρόμο για το σπίτι του. Έξω χιόνιζε και ο βήχας του όλο και δυνάμωνε. Στα μισά της απόστασης στάθηκε λιγάκι για να πάρει μια ανάσα. Το κρύο περνούσε μέσα από τα φθαρμένα του κουρέλια και ρίζωνε στα κόκαλά του. Προσπάθησε να κάνει δύο βήματα και ύστερα άλλα δύο.  Η χιονόπτωση είχε σταματήσει και ο ουρανός τώρα ήταν ξάστερος, κάτι που έφερνε μεγαλύτερη παγωνιά. Ένα αστέρι έλαμπε πιο φωτεινό από τα άλλα στον ουρανό. Ήταν λες και τον κοίταζε, λες και του χαμογελούσε. Για πρώτη φορά μέσα στη μέρα ένιωσε σχεδόν χαρούμενος. Μία υπέροχη θαλπωρή τον κύκλωσε. Ένιωθε επιτέλους ζέστη. Το φως ολοένα και δυνάμωνε. Παρόλο που ήταν πεσμένος στο παγωμένο χιόνι ένιωθε μια υπέροχη ζέστη να τον κατακλύζει. Είδε ένα όραμα με ένα παιδί στην ηλικία του να σκαλίζει ανέμελο, γλυπτά στον πάγο.

Μετά όλα έσβησαν.



Annchi = Άγγελος

 *Το παραμύθι πρωτοδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Maxmag

Παναγιώτης Δεληγιάννης






Δευτέρα 13 Ιουνίου 2022

Από σάπιο φυτό, μόνο σάπια λουλούδια φυτρώνουν


Σε άλλο ένα ζήτημα που διχάζει την ελληνική κοινωνία εξελίσσεται η νέα ρύθμιση που αφορά τα ολοήμερα σχολεία, την οποία ανακοίνωσε πρόσφατα η Υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως όχι σε κάποια συζήτηση, φόρουμ ή επίσημο φορέα που αφορά εκπαιδευτικά ζητήματα –όπως θα περίμενε κανείς για ένα ζήτημα που αφορά τη μόρφωση των παιδιών και τη διαμόρφωση των αυριανών πολιτών μιας χώρας–, αλλά σε συνέδριο που αφορούσε το δημογραφικό ζήτημα. Και εδώ, αγαπητέ αναγνώστη, ξεκινά το πρόβλημα, γιατί οι τοποθεσίες και οι συμβολισμοί έχουν σημασία και κάθε άλλο παρά τυχαίοι είναι.

Περιχαρής λοιπόν μας ενημέρωσε ότι ξεκινάει τον Σεπτέμβρη η πιλοτική εφαρμογή της διεύρυνσης του ωραρίου των (μισών) ολοήμερων σχολείων, με σκοπό αυτά να λειτουργούν έως τις 17.30-18.00, προς διευκόλυνση των εργαζομένων γονέων και κηδεμόνων. Και εδώ, αγαπητέ αναγνώστη, συνεχίζεται το πρόβλημα, γιατί οι λέξεις «σχολείο» και «διευκόλυνση» στην ίδια πρόταση κρούουν κώδωνες προβληματικότητας.

Μέχρι τις 18.00, πολύ ωραία, ας το δεχτώ για μια στιγμή. Πού είναι λοιπόν οι γυμναστές που θα στελεχώσουν όλες αυτές τις ώρες αθλημάτων, προπονήσεων, αγώνων; Πού είναι οι μουσικοί, πού είναι οι θεατρολόγοι, πού είναι οι εικαστικοί που θα καλλιεργούν τις καλλιτεχνικές δεξιότητες των παιδιών; Πού είναι οι δάσκαλοι ξένων γλωσσών που θα μαθαίνουν στα παιδιά μας δωρεάν ξένες γλώσσες στο σχολείο και δεν θα αναγκαζόμαστε να χρυσοπληρώνουμε τα φροντιστήρια; Πού είναι οι περιβαλλοντολόγοι που θα ανοίγουν τους ορίζοντές τους με δράσεις περιβαλλοντικής εκπαίδευσης;

Θα σου πω εγώ πού είναι, αγαπητέ αναγνώστη. Εκεί που είναι και οι φιλόλογοι, και οι μαθηματικοί, και οι χημικοί, και τόσοι άλλοι: σπίτια τους. Άνεργοι. Ή στην καλύτερη, να ξεζουμίζονται σε άθλιες συνθήκες εργασίας στα φροντιστήρια, να τρέχουν ανασφάλιστοι από το ένα ιδιαίτερο στο άλλο, να τυλίγουν σουβλάκια, να παραδίδουν πακέτα. Κι εκεί θα παραμείνουν, καθώς δεν υπάρχει πρόβλεψη και σχεδιασμός για καμία πρόσληψη. Όπως δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη και σχεδιασμός για εγκαταστάσεις και εξοπλισμό. Το μέτρο θα κληθεί να σηκώσει στις πλάτες του ένα ήδη εξουθενωμένο και κακοπληρωμένο εκπαιδευτικό δυναμικό μέσα από τα συνήθη καρότα και μαστίγια.

Η προχειρότητα, οι σκόπιμες παραλείψεις, η χρονική συγκυρία δείχνουν μόνο ένα πράγμα: ότι το μέτρο αυτό δεν αφορά καθόλου την ίδια την παιδεία. Το κίνητρο μιας τέτοιας ρύθμισης δεν είναι το συμφέρον των παιδιών, το κίνητρο δεν είναι η γνώση, η μόρφωση, η καλλιέργεια. Το κίνητρο είναι η κοντόφθαλμη εξυπηρέτηση ψηφοφόρων. Λύνοντας ένα υπαρκτό πρακτικό πρόβλημα της καθημερινότητας χιλιάδων γονέων και μονογονέων με το να παρκάρουμε στα παιδιά στο σχολείο, να φυλακίσουμε τα παιδιά σε ένα στείρο περιβάλλον, πετώντας τους ψίχουλα. Να κολλήσουμε ένα τσιρότο πάνω από ένα ανοιχτό τραύμα και στην πορεία να απαξιώσουμε για άλλη μια φορά τον εκπαιδευτικό.

Αλλά αν βλέπαμε μόνο την ψηφοθηρική πλευρά του μέτρου, κοντόφθαλμοι θα ήμασταν κι εμείς, αγαπητέ αναγνώστη. Έχουμε όμως την εμπειρία και ξέρουμε ότι όταν οι Δαναοί φέρνουν δώρα, δεν περνάει πολύς καιρός που οι Τροίες καίγονται. Κι αφού ο στόχος του μέτρου δεν είναι τα παιδιά, κι αφού ο στόχος του μέτρου δεν είναι οι γονείς –άκου, άκου τη φρασεολογία, οι λέξεις έχουν βάρος, οι λέξεις έχουν σημασία–, ο στόχος της ρύθμισης είναι αποκλειστικά ο εργαζόμενος.

Εσύ. Ο στόχος είσαι εσύ. Σε μια εποχή που οι εργοδότες γλείφουν τις πληγές τους από την πανδημία και ψάχνουν πώς να ρεφάρουν, ο στόχος είσαι εσύ, αγαπητέ αναγνώστη. Ο στόχος είναι η περαιτέρω απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, το ευέλικτο ωράριο, οι απλήρωτες υπερωρίες για χάρη της εταιρείας, οι ελαστικές συμβάσεις εργασίας, οι δύο και τρεις δουλειές part time για να τα βγάλεις πέρα. Πρώτα είσαι εργαζόμενος και μετά γονιός. Πρώτα έρχονται οι υποχρεώσεις σου προς την εταιρεία και τον εργοδότη και μετά προς το παιδί σου και την οικογένειά σου. Ο ιερός ρόλος του γονέα καταπατάται και συνθλίβεται: δεν μας νοιάζει να μεγαλώσεις τα παιδιά σου. Δεν σε στηρίζουμε για να μεγαλώσεις εσύ τα παιδιά σου. Μας νοιάζει να τα κάνεις (ας μην ξεχνάμε το κατάπτυστο Συνέδριο Γονιμότητας πριν έναν χρόνο και τη συνεχή απειλή στο δικαίωμα της άμβλωσης). Ας τα μεγαλώσει ο παππούς, η γιαγιά, η νταντά, η δασκάλα, η γειτόνισσα, ο καφετζής. Δεν μας νοιάζει πώς θα βγουν αυτά τα παιδιά. Αρκεί να δουλεύεις. Αρκεί να δουλεύουν. Αρκεί να γαλουχηθούν ότι αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργεί ο κόσμος. Η απουσία. Η εξάντληση. Η μιζέρια. Το σκοτάδι.

Όχι.

Όλη η διαδρομή μας ξεκινάει με ένα «όχι». Όλη η διαδρομή μας ξεκινάει με ένα «σε βλέπω». Μακριά από τις πεισμωμένες και ανώριμες αντιπαραθέσεις και ανθρωποφαγίες στα κοινωνικά δίκτυα, που απορρέουν από τη χαριτωμένη υπό άλλες συνθήκες ασπρόμαυρη θέαση του κόσμου. Όσο όμορφο και δελεαστικό κι αν φαίνεται κάτι, από σάπιο φυτό, μόνο σάπια λουλούδια φυτρώνουν. Ακόμα κι αν είμαστε αναγκασμένοι να τα μυρίζουμε, ακόμα κι αν είμαστε αναγκασμένοι να δαγκώνουμε και να καταπίνουμε δηλητηριώδεις καρπούς ενίοτε, ο στόχος παραμένει ένας: το φυτό να ξεριζωθεί, πριν οι περικοκλάδες του στραγγαλίσουν κι εμάς και το μέλλον.

Κλείνω την κατάθεση αυτών των σκέψεων με τα υπέροχα λόγια από την ανάρτηση επί τους θέματος της ηθοποιού Κλέλιας Ρένεση:

«Ονειρεύομαι γονείς που μπορούν να ’ναι και να νιώθουν παιδιά, να ’χουν όρεξη και δύναμη να κυνηγήσουν τα όνειρά τους και να τους καμαρώνουν τα παιδιά τους λαμπερούς και μαχώμενους γι’ αυτό που αγαπούν... Και κει να βρουν να μοιάσουν οι επόμενες γενιές.»

 

Ζωή Τσούρα

13-06-2022


Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2021

Συνεντεύξεις συγγραφέων - Ευαγγελία Γιάννου

 

Με την Ευαγγελία γνωρίστηκα τυχαία, σε μια παρουσίαση βιβλίου της, στην Καβάλα. Με κέρδισε με την ευγένεια ψυχής και την ακεραιότητα του χαρακτήρα της. Κι αν αυτές οι εκφράσεις σας φαίνονται ξύλινες, για εμένα είναι η απόλυτη ειλικρίνεια. Αλλά ας την αφήσω να τα πει η ίδια. Καλή ανάγνωση!

1. Πες μας για αρχή δυο λόγια για εσένα.

Ονομάζομαι Ευαγγελία και κατοικώ στην πόλη της Καβάλας. Κάθε πρωί ξυπνάω αργοπορημένη, τρέχω στη δουλειά, επιστρέφω κουρασμένη κι εκνευρισμένη από την ουρά στο μάρκετ και στην τράπεζα, φροντίζω το σπίτι και την οικογένειά μου. Ακριβώς όπως κι εσείς, ακριβώς ό,τι κι εσείς. Αγαπάω τους φίλους μου, γελάω, κλαίω, χαίρομαι, θυμώνω. Εάν γνωρίζετε τον εαυτό σας, τότε γνωρίζετε κι εμένα. Με μια μικρή –ελάχιστη– διαφορά. Τα βράδια, όταν κλειδώνω την πόρτα μου, ανοίγω ένα λευκό φύλλο χαρτιού κι εκεί πάνω ζωγραφίζω κόσμους με λέξεις. Αυτό δε με κάνει διαφορετική από εσάς. Μόνο λίγο πιο κουρασμένη και πάντα αργοπορημένη στη δουλειά μου.


2. Ποια είναι τα έργα που έχεις εκδώσει;

Εκτός από τη συμμετοχή μου σε συλλογή διηγημάτων («20+1 Ιστορίες», εκδόσεις Καστανιώτη, 2000) υπάρχουν δύο ακόμη βιβλία. Το «Άγριες Ανεμώνες» (2018) και το «Κλεμμένος Κόσμος» (2021). Αυτά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Λιβάνη. Είναι μυθοπλασία και θα τα χαρακτήριζα ψυχολογικά θρίλερ – με τη διευρυμένη έννοια του όρου. Το πρώτο έχει να κάνει με τον τρόπο που διαχειρίζεται κάποιος τις εμμονές του και την ήττα από τον ίδιο του τον εαυτό –δοσμένο μέσα από μια δυνατή, όσο και παράξενη, ιστορία– και το δεύτερο με τον τρόπο που οι άλλοι χειρίζονται εσένα, πλάθοντας και διαμορφώνοντας την αντίληψή σου για τον κόσμο κατά το δοκούν, κι αυτό ξεδιπλώνεται μέσα από μια αστυνομική ιστορία πολλαπλών επιπέδων.

3. Τι ξεχωρίζεις στο κάθε έργο σου, αλλά και στη γραφή σου;

Νομίζω πως δεν είμαι το πλέον κατάλληλο άτομο να μιλήσω γι’ αυτό, καθώς κάθε έργο μου, και σίγουρα η γραφή μου –για μένα– είναι ιδιαίτερα. Με όση αποστασιοποίηση μπορώ να δείξω, θα ξεχώριζα τον τρόπο με τον οποίο οι ήρωες αντιλαμβάνονται τον κόσμο και την εκάστοτε –διαφορετική– πραγματικότητα, όπως και τη μοναδική σχέση τους με τον χρόνο, καθώς τους βλέπουμε να κινούνται με άνεση στο παρόν και στο παρελθόν. Όλα αυτά δοσμένα μέσα από απλή γραφή, καθώς κάποιες φορές η επιθυμία να περάσουμε κάτι, χάνεται στην προσπάθεια να το κάνουμε με φανταχτερό τρόπο, μένοντας στον τύπο και ξεχνώντας την ουσία, που είναι ακριβώς αυτό, να δώσουμε πράγματα που θα γίνουν κατανοητά από όλους, ανεξάρτητα του επιπέδου στο οποίο κινείται ο καθένας.

4. Ποιες είναι οι συγγραφικές προσδοκίες σου για τα επόμενα χρόνια;

Να γράφω. Μόνο αυτό.

Ποτέ δε δημιουργούσα με γνώμονα την άποψη, τη μόδα, τις τάσεις και τα ενδιαφέροντα των άλλων, ούτε και προσδοκούσα κάποιο αποτέλεσμα, που καλώς να έρθει, αλλά ως επιστέγασμα και όχι αυτοσκοπός. Αυτό με καθιστά ελεύθερη από κάθε συμβιβασμό αλλά ταυτόχρονα και δέσμια των προσωπικών δαιμόνων μου που επιζητούν την ενσάρκωση, ανεξάρτητα των επιθυμιών ή των ιδιαίτερων αναγκών μου. Δεν νομίζω πως θα μπορούσα να γράψω κατά παραγγελία – θα μπορούσα δηλαδή, αλλά τότε το αποτέλεσμα θα ήταν ψεύτικο και ίσως να πληρούσε τις προϋποθέσεις και να ικανοποιούσε τους άλλους, όμως σε καμιά περίπτωση εμένα.

5. Ως αναγνώστρια, ποια βιβλία θα πρότεινες και γιατί; Έχεις ανάλογες επιρροές;

Ας ξεκινήσουμε από τις επιρροές. Η ανάγνωση προϋπάρχει της συγγραφής. Έτσι είναι εντελώς αδύνατο να μη δεχτεί κάποιος επιρροές, συνειδητά ή ασυνείδητα. Άλλωστε, όπως όλοι ξέρουμε, στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση. Η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται συνεχώς. Κι εκεί ακριβώς έγκειται το ταλέντο του κάθε δημιουργού, να μπορεί με τα ίδια υλικά να σου παρουσιάζει κάθε φορά ένα ιδιαίτερο, μοναδικό και άκρως ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Ας μην ξεχνάμε πως το ίδιο βιβλίο είναι διαφορετικό στα μάτια του κάθε αναγνώστη, ακόμη και στα μάτια του ίδιου αναγνώστη σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Ας διαβάσει ο καθένας ό,τι του αρέσει, ό,τι τον ικανοποιεί, τον κάνει να χάνεται στις σελίδες του, να ξεχνά τον χρόνο. Αν του αρέσει, είναι καλό. Αν δεν του αρέσει, τότε είναι καλό για κάποιον άλλον, διαφορετικό από εκείνον. Δεν προτείνω βιβλία. Προτείνω ανάγνωση.

                                         

6. Είναι απαραίτητα τα φανταστικά στοιχεία στα έργα σου; Ή απλώς επιθυμητά;

Βαγγέλη, η λογική σε πάει από το Α στο Β. Η φαντασία σε πάει παντού.

Όπως προείπα, τα βιβλία μου είναι προϊόν μυθοπλασίας. Αυτό για μένα σημαίνει τα φανταστικά στοιχεία πως δεν είναι απλώς επιθυμητά, αλλά απολύτως αναγκαία. Πάντα περασμένα μέσα από το φίλτρο της πραγματικότητας και της επαφής με τον κόσμο που βιώνουμε, αφήνοντας όμως μικρές ρωγμές απ’ όπου μπορούν να εισβάλουν πράγματα άλλων επιπέδων, όποια μορφή και υπόσταση κι αν έχουν αυτά.

7. Ποια είναι τα αγαπημένα σου μοτίβα, τα οποία θα συναντήσει ο αναγνώστης στα βιβλία σου;

Έχω μια εμμονή με τον τόπο και τον χρόνο. Είναι σχεδόν σύγχρονα αλλά πάντα αόριστα, αφήνοντας τη φαντασία του καθενός να βάλει τα δικά του πλαίσια. Επίσης με τα ονόματα, που στις περισσότερες των περιπτώσεων ορίζουν τον χαρακτήρα των ηρώων, όμως έρχεται μόνο του στην πορεία της συγγραφής, καθώς ο κάθε ένας που εμφανίζεται στο προσκήνιο έχει επιλέξει ήδη το όνομά του, σαν μια ιδιαίτερη πρόσκληση-πρόκληση προς εμένα να το διερευνήσω και να ξεδιπλώσω τις κρυμμένες πτυχές. Ένα ακόμη στοιχείο –ίσως προσωπική εμμονή– είναι η απουσία κινητών τηλεφώνων και διαδικτύου. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο, όμως είναι γεγονός.

8. Ποιες δυσκολίες συνάντησες κατά τη συγγραφή, έκδοση και τη μετέπειτα σχέση με τα έργα σου;

Κατά τη συγγραφή καμία, καθώς θεωρώ ότι για μένα αυτό είναι το εύκολο κομμάτι. Και χωρίς να μιλώ προσωπικά, θα έλεγα πως, γενικά, το ταλέντο από μόνο του δεν είναι αρκετό. Θα πρέπει να υπάρχει και τύχη, έτσι ώστε να βρεθούν τα κατάλληλα άτομα που θα αξιολογήσουν το έργο σου και θα πιστέψουν σ’ αυτό, όποια μορφή κι αν έχει. Όσον αφορά εμένα, το δύσκολο κομμάτι έρχεται από την έκδοση και μετά, καθώς το βιβλίο από τη στιγμή που έφυγε από την επιμέλεια, έχει αποκτήσει ανεξάρτητη οντότητα. Δεν μπορώ να του προσφέρω τίποτε περισσότερο, μόνο να ελπίζω πως του έδωσα όσα έπρεπε ώστε να μπορεί να σταθεί από μόνο του, χωρίς να χρειάζεται οποιασδήποτε μορφής προώθηση. Είναι κάτι που απορροφά τον χρόνο μου, και δεν διαθέτω καθόλου από αυτόν, και με αποσπά από την επόμενη δημιουργία. Η συγγραφή είναι μια δυναμική και εξαιρετικά απαιτητική ασχολία, καθώς επάγγελμα δε θα τη χαρακτήριζα με τίποτε, τουλάχιστον στη χώρα μας και στο επίπεδο που κινούμαι εγώ.

9. Τι θα άλλαζες στο εκδοτικό, συγγραφικό ή αναγνωστικό τοπίο της Ελλάδας;

Τον τρόπο αντιμετώπισης ή και εκμετάλλευσης των δημιουργών. Είναι σκληρή και ιδιαίτερα ψυχοφθόρα η χρονοβόρα διαδικασία να περιμένεις μήνες για αξιολόγηση έργου που έχεις υποβάλει, κι αν είσαι τυχερός και σου απαντήσουν, να μη σου δίνουν ούτε έναν λόγο απόρριψης. Αυτό κάνει πολλούς να στρέφονται προς τη συνέκδοση ή την αυτοέκδοση, όμως εδώ η παγίδα είναι να μην αξιολογηθεί σωστά ή και καθόλου το έργο και να βγει προς τα έξω κάτι που ίσως δεν είναι ακόμη έτοιμο ή ώριμο, δίνοντας μια λανθασμένη εικόνα του δημιουργού και κάνοντας αρνητική εντύπωση στους αναγνώστες. Οι αναγνώστες θα σε κρίνουν, όπως και να έχει. Και πολλοί θα το κάνουν με αυθόρμητο, ενθουσιώδη, όσο και ευγενικό τρόπο. Η εμπάθεια δε χαρακτηρίζει έναν πραγματικό αναγνώστη και βιβλιόφιλο. Αλλά θα έπρεπε να διαχωρίζουν και να βάζουν σαφή όρια πού σταματά το βιβλίο και πού ξεκινάει ο άνθρωπος.

10. Αν είχες μια συμβουλή για νέους ή επίδοξους συγγραφείς, ποια θα ήταν;

[Αν όταν γράφετε δεν πιστεύετε πως γράφετε το «Έγκλημα και Τιμωρία», τότε καλύτερα να τα παρατήσετε. Όμως όταν τελειώσετε, αν εξακολουθήσετε να πιστεύετε πως είστε ο Ντοστογιέφσκι, τότε καλύτερα να επισκεφτείτε έναν ψυχίατρο…]

Να πατάτε γερά στα πόδια σας και μην αφήσετε κανέναν να σας πείσει ότι σας ξέρει. Κανείς δεν σας ξέρει καλύτερα από τον εαυτό σας, κανείς δεν γνωρίζει ποιο είναι το δικό σας καλό, κανείς δε θα κλάψει, δε θα πονέσει, δε θα χαρεί μαζί σας. Είστε μόνοι σας εκεί, να το θυμάστε πάντα.  Μην περιμένετε τίποτε, μην αναλώνεστε σε αμφιβολίες. Είστε εσείς. Κι όσο παραμένετε αυθεντικοί, όλα θα πάνε καλά για εσάς. Ακόμη και αν δεν έχετε ευρεία επιτυχία ή αναγνώριση, θα έχετε τον εαυτό σας, κι αυτό είναι το σημαντικό. Η αρμονία και η ισορροπία μαζί του.

Βαγγέλη, ήταν χαρά μου η συζήτηση μαζί σου.

Ευχαριστώ πολύ. Καλή τύχη, σε όλους τους τομείς.

Από την παρουσίαση δικού μου βιβλίου,
όπου η Ευαγγελία έκανε την επίσκεψη-έκπληξη.



Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2021

Η Γλώσσα των Νέων

   Η περίφημη γλώσσα των νέων είναι ένα θέμα που ενδιαφέρει το εκπαιδευτικό σύστημα. Το ενδιαφέρει τουλάχιστον σε βαθμό που κάνει αρκετές αναφορές σε αυτήν, με θεματικές ενότητες (κυρίως στη Γ' Γυμνασίου, ίσως και στις πρώτες τάξεις του Λυκείου), που προσπαθούν να την αποκρυπτογραφήσουν, να τη σχολιάσουν, να καταδείξουν το χάσμα των γενέων που διαφαίνεται και στη γλώσσα. Ποια είναι τελικά αυτή η γλώσσα των νέων;

   Πρώτα απ' όλα, δεν είναι γλώσσα αλλά συγκεκριμένες γλωσσικές επιλογές. Το να την αποκαλούμε γλώσσα είναι από μόνο του αφοριστικό και γκετοποιεί τους νέους, λες και δεν είναι μέρος των φυσικών ομιλητών της ελληνικής. Τώρα, το θέμα των γλωσσικών επιλογών των νεότερων ηλικιών είναι υπαρκτό, αλλά οι αλλαγές έρχονται με έναν τρόπο δυσδιάκριτο και αργό, όπως και σε κάθε γλώσσα. Γενιά με τη γενιά, χρόνο με τον χρόνο, κάποιες εκφράσεις παλιώνουν κι άλλες παίρνουν τη θέση τους. Δεν μπορούμε να κόψουμε σε κομμάτια αυτές τις αλλαγές ούτε να ορίσουμε χρονικές περιόδους. Πολύ χονδρικά μπορούμε να μιλάμε για δεκαετίες αλλά και πάλι ξεφεύγουμε. Πάντως οι συνθήκες αλλάζουν, μαζί με τον τρόπο ζωής κι έτσι δε γίνεται να μείνει η λεγόμενη γλώσσα των νέων ανεπηρέαστη. 

   Υπάρχει όμως κάτι που μένει ανεπηρέαστο. Η στάση του εκπαιδευτικού συστήματος απέναντι σε αυτήν και τα αντίστοιχα κείμενα. Είναι απαρχαιωμένα, όχι σε βαθμό που ένας νέος 15-16 ετών να μην τα αναγνωρίζει αλλά ένας άνθρωπος λίγο πάνω από τα 30, όπως εγώ, να αδυνατεί να αναγνωρίσει το νόημά τους πολλές φορές. Κι αν πολλά θέματα στο μάθημα της γλώσσας είναι διαχρονικά και τα κείμενα που γράφτηκαν μισό αιώνα πριν ίσως να αρκούν, δεν ισχύει φυσικά το ίδιο για τη γλώσσα των νέων. Είναι ένα θέμα που πρέπει να παραμένει φρέσκο, με παραδείγματα από τη γενιά που θεωρείται αυτή τη στιγμή νέα. Αλλιώς διδακτικά το έχουμε χάσει το παιχνίδι. Περισσότερα γι' αυτό παρακάτω. Ώρα να αναφέρω το προσωπικό μου ταξίδι στα αχαρτογράφητα αυτά νερά.

   Πριν χρόνια, έπιασα τον εαυτό μου να ψάχνει λέξεις και εκφράσεις νεανικές, που να πιάνουν τον παλμό της εποχής. Όσα έλεγα με τους συμφοιτητές μου, όπως "λολ", "ομιτζί" κλπ. ήταν παντελώς άγνωστα στην πλειονότητα των μαθητών μου. Εκφράσεις όπως "Τι λέει;", "Σπάσ'το και ξαναρίχ' το" και άλλες παρόμοιες, με κάνουν να μοιάζω εξωγήινος. Ή παππούς, ακόμα χειρότερα. Οπότε ήταν ένα ζήτημα που με ταλάνιζε: αν δεν μπορώ να ανιχνεύσω τις γλωσσικές επιλογές των νέων στα τριαντακάτι μου, πώς θα το κάνω αργότερα;

   Πήρα μια βαθιά ανάσα και το έριξα στην έρευνα. Σκόνταψα σε αρκετά προβλήματα. Για παράδειγμα, ακόμα κι αν έρχομαι σε επαφή με αρκετούς νέους και μάλιστα διαφόρων ηλικιών, πώς είμαι σίγουρος ότι το δείγμα είναι αρκετό; Επίσης, πώς μπορώ να βεβαιωθώ ότι μια έκφραση που ακούω συνεχώς από κάποιον χαρακτηρίζει τη γενιά ολόκληρη κι όχι εκείνον τον ίδιο; Ας είναι. Με τα χρόνια και τη συνεχή παρακολούθηση, πιστεύω πως κάτι ψάρεψα και αξίζει τον κόπο να το παραθέσω.

   Το θέμα είναι πως η σημερινή γενιά δεν έχει τόσο τις εξόφθαλμες αμερικανικές λέξεις και εκφράσεις που είχε η δική μου. Αυτό που τη χαρακτηρίζει είναι μια αντιδραστικότητα καλυμμένη με ένα πέπλο διακριτικής ειρωνείας. Κατά τ' άλλα, παρά τις ιδιομορφίες τους, οι εκφράσεις τους είναι σε καλά ελληνικά. Ίσως και γι' αυτό να είναι τόσο δυσδιάκριτες. Άλλη μια βαθιά ανάσα και πάμε.

   Μια επιλογή έχει να κάνει με τη συμφωνία. Το "Ισχύει" το χρησιμοποιώ πολύ αλλά βλέπω πως δεν το κάνω μόνο εγώ αλλά και πολλοί νεότεροί μου. Είναι από τις προσφιλέστερες επιλογές τους. Αλλά αυτό είναι ένα ήπιο παράδειγμα. Σε σχέση με την προαναφερθείσα ειρωνεία, μια πολύ αγαπημένη είναι το "Καλά, θα πάει αυτό" ή "Καλά, πήγε αυτό". Προφανώς χρησιμοποιείται ειρωνικά και χαρακτηρίζει κάτι που απέτυχε οικτρά ή πρόκειται να αποτύχει. Είναι ένα από τα καλύτερα δείγματα σαρκασμού προς τους γύρω αλλά και αυτοσαρκασμού. 

   Ένα άλλο είναι το "Τι, όχι;" Συνήθως ακολουθεί μια δήλωση του λέγοντος προτού ο συνομιλητής προλάβει να απαντήσει και σκοπό έχει να δείξει πόσο ατυχής ήταν αυτή η δήλωση. Συνηθίζεται σε δηλώσεις που γίνονται εξαρχής ειρωνικά. "Στις επόμενες εκλογές θα σωθούμε. Τι, όχι;" 

   Μια γλωσσική επιλογή που φαίνεται απλή αλλά φανερώνει πολλά είναι το "Ευχαριστώ!" με έμφαση. Δείχνει την ανακούφιση μετά τα λόγια κάποιου που συμφωνεί μαζί μας. Ισοδυναμεί με το "Επιτέλους, κάποιος το είπε" ή με το "Κάποιος κατάλαβε όσα λέω", αλλά σε σύντομη εκδοχή. 

   Δύο τελευταία παραδείγματα σχετίζονται με τον κόσμο των μιμς, αν και έχουν ξεφύγει από εκείνο το πλαίσιο και πλέον χρησιμοποιούνται ως ανεξάρτητες γλωσσικές επιλογές. Είναι τα "Ναι, τι;" ή απλούστερα "νετι" και "Αχ, ναι!" ή απλούστερα "αχνε". Μην μπερδευτούμε με κάτι αχνό, το νόημα είναι ξεκάθαρο και οι συντομότερες εκδοχές δίνουν μεγαλύτερη έμφαση. Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε μια απάντηση σε μια δήλωση του συνομιλητή, η οποία θεωρείται άκυρη, άκαιρη ή ελλιπής. Ισοδυναμεί με το "Και τι θέλεις να πεις με αυτό;". Η δεύτερη θεωρητικά φανερώνει έντονη ευχαρίστηση ή απόλαυση από κάτι. Πρακτικά όμως, δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Ότι αυτό που είδε ή άκουσε αυτός που χρησιμοποιεί την έκφραση δεν κατάφερε να τον κερδίσει ή να τον διεγείρει και γενικώς ήταν πλήρως αποτυχημένη.

   Έχοντας αναφέρει αυτά τα παραδείγματα, να τονίσω πως είναι πολύ πιθανόν να πέφτω έξω. Ίσως όλα αυτά να μην απαντώνται τόσο στα νεανικά στόματα όσο σε αυτό που εγώ νομίζω πως είναι γλωσσικές επιλογές των νέων. Σίγουρα όμως είμαι πολύ πιο κοντά από όσους ακόμα δίνουν στα παιδιά φυλλάδια με γελοιογραφίες τέτοιου τύπου: 


   Κι όμως, αυτή η γελοιογραφία ακόμα δίνεται, μαζί με κριτήρια αξιολόγησης, σε μαθητές Γ' Γυμνασίου, προκειμένου να αναδείξει το υποτιθέμενο πρόβλημα της γλώσσας των νέων. Λοιπόν, για να κλείσουμε με το θέμα. Η νέα γενιά δεν έχει ελλιπή κατανόηση των ελληνικών. Αντιθέτως, τα καταφέρνει μια χαρά. Κολλάει σε εκφράσεις παλιομοδίτικες αλλά αυτή είναι η φυσική ροή των πραγμάτων. Φανταστείτε νεκροταφεία λέξεων και εκφράσεων, τα οποία φιλοξενούν ξεχασμένες και παρωχημένες λέξεις και εκφράσεις, οι οποίες δε χρειάζονται ανάσταση, ίσως ούτε καν ευχέλαιο. Επίσης, οι γλωσσικές επιλογές των νέων δεν είναι πρόβλημα προς ανάδειξη αλλά φυσική εξέλιξη της γλώσσας. Τέλος, αν ξαναδώ να διδάσκεται κείμενο που να περιγράφει τη γλώσσα των νέων ως "ιδίωμα που έχει επηρεαστεί από τη ροκ μουσική" και έχει παραδείγματα τύπου "ο γέρος μου" και "δικέ μου", θα έρθω να σας σπρεχάρω δυο φωνήεντα (σικ). Μπούμερς, ε μπούμερς.

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2021

Όσοι μας αποδέχτηκαν

Όσοι μας αποδέχτηκαν, πληρώνουν το τίμημα. Πληρώνουν για όλες μας τις αποτυχίες. Γεύονται όλα μας τις πίκρες, χωρίς να ξέρουν το γιατί. Τους βαραίνουν τα βάρη που δεν μπορέσαμε να σηκώσουμε. Εκείνα για τα οποία δε ζητήσαμε βοήθεια. Ίσως θα ήθελαν να μας βοηθήσουν, αλλά δεν τους δίνουμε την ευκαιρία. Ίσως θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν, αλλά δεν πιστέψαμε σ' εκείνους.

Κουβαλάμε μέσα μας το βάρος των αποτυχιών μας. Τα πρόσωπα είναι χαραγμένα στην πόρτα με φωτιά και δάκρυα, τα λόγια τους αντηχούν στην ερημιά σαν μαινόμενα πνεύματα, ζητώντας λύτρωση. Τα δικά μας λόγια, όσα θα θέλαμε να πούμε και δεν είπαμε ποτέ, είναι αόρατα, αμίλητα στοιχειά. Μόνο τα χνάρια τους φαίνονται στο κοκκινόχωμα.







Θα ήθελαν, όσοι μας αποδέχτηκαν, να έρθουν σ' αυτόν τον υπέροχο, απαίσιο κόσμο. Να κατέβουν σαν άγγελοι, να ράνουν με τη φροντίδα τους το στεγνό χώμα, να ξορκίσουν τα ουρλιαχτά, να παρηγορήσουν τα ανείπωτα.

Δεν τους αφήνουμε. Το κλειδί για τα λάθη μας το κρατάμε μόνο εμείς. Όταν μας το ζητάνε, υποκρινόμαστε πως δεν το έχουμε πια, πως το χάσαμε, πως δεν το είχαμε ποτέ. Μπορούμε να πούμε τα πάντα για να μην παραδεχτουμε αυτόν τον κόσμο εντός μας. Προτιμάμε να τον κρατάμε ζωντανό, κρύβοντάς τον, παρά να τον αντιμετωπίσουμε και να τον αφήσουμε να ξεθωριάσει.

Αυτοί που μας αποδέχτηκαν θέλουν το κλειδί. Θέλουν απαντήσεις στις ερωτήσεις τους, ζητούν απόκριση στα βλέμματά τους. Είναι ήρωες που δε ζήτησαν να ζουν σαν ήρωες. Που ποθούν να ζήσουν γαλήνια κοντά μας. Δεν τους ανάβουμε το τζάκι, δεν παίζουμε μουσική γι' αυτούς, κουκουλωνόμαστε στα σκεπάσματα τάχα για το καλό τους, αφήνοντάς τους στο κρύο. Προτιμάμε να θρέφουμε όσα δε μας αποδέχτηκαν, τα στοιχειά του μυαλού μας. Γινόμαστε άδικοι.

                                     

Όσοι μας αποδέχτηκαν, πληρώνουν το τίμημα. Ζούνε μαζί μας το παρελθόν μας, χωρίς να το βλέπουν. Ζούνε χωρίς να το θέλουν μαζί με δεκάδες φαντάσματα, που μας ρουφάνε την ενέργεια, αντί να τη χαρίζουμε σ' εκείνους.

Δε χρειάζεται να τους χτίσουμε μνημεία. Μονάχα να βρούμε το θάρρος να τους δώσουμε το κλειδί, να τους οδηγήσουμε στις δικές μας ερημιές και να δώσουμε μαζί χρώμα. Δε θα φοβηθούν, δε θα δειλιάσουν. Μας αποδέχτηκαν γι' αυτό που είμαστε. Δε χρειάζεται άλλη απόδειξη.

                                 

Οι εικόνες φιλοτεχνήθηκαν από την καλλιτέχνιδα Χριστίνα Χάρμπαλη.


Σάββατο 21 Αυγούστου 2021

Συνέντευξη συγγραφέα – Έρικ Σμυρναίος

 Περιδιαβαίνοντας στον ξεχωριστό κόσμο του σύγχρονου ελληνικού λογοτεχνικού γίγνεσθαι, συνάντησα τον Έρικ Σμυρναίο. Έναν συγγραφέα που παρουσιάζει ξεχωριστή σκέψη, φαίνεται ανήσυχο πνεύμα κι έχει πολλά να πει. Του ζήτησα να κάνει ένα μικρό διάλειμμα από την αέναη αναζήτηση των αθέατων μυστικών και να μας πει δυο λόγια εδώ στις Σκυλοσοφίες. Μόλις άφησε το ταξιδιωτικό του σακίδιο κάτω, ξεπήδησαν βιβλία φαντασίας –επιστημονικής και μη– και το βραχώδες τοπίο γύρω μας βλάστησε απότομα, με τα δέντρα των νεραϊδών να μας αγκαλιάζουν με τον ίσκιο τους. Ιδανικό σκηνικό για μια τέτοια συνέντευξη, θα πω εγώ. Θα έχανα μια τέτοια ευκαιρία;




1.       Για αρχή, πείτε μας κάποια βασικά στοιχεία για εσάς.

Επιτρέψτε μου και μένα να σας ευχαριστήσω για την φιλοξενία. Ονομάζομαι Έρικ Σμυρναίος, είμαι κατά το ήμισυ Έλληνας και κατά το ήμισυ Φινλανδός και τις τελευταίες δυο δεκαετίες περίπου, ζω μόνιμα στην Ελλάδα. Από αρκετά μικρή ηλικία, από τα δεκαπέντε μου χρόνια δηλαδή, άρχισα ν’ ασχολούμαι με την λογοτεχνία και την τέχνη γενικότερα της επιστημονικής φαντασίας και του φανταστικού. Ξεκίνησα διαβάζοντας Arthur Clark, Isaac Asimov και Robert Heinlein, στη συνέχεια εξερεύνησα τα cyberpunk τοπία του William Gibson του Robert Zelazny ενώ κάποια στιγμή ανακάλυψα τον J.R.R.Tolkien, τον Lord Dunsany, τον H.P. Lovecraft και άλλους πολλούς. Παράλληλα, μου αρέσει ο κινηματογράφος του Φανταστικού, να διαβάζω βιβλία αστρονομίας και αστροφυσικής, ιδιαίτερα τα έργα εκλαϊκευμένης επιστήμης του Carl Sagan και γενικότερα, οτιδήποτε πίστευα –και πιστεύω ακόμα– ότι θα με βοηθήσει να κατανοήσω καλύτερα τον σημερινό κόσμο αλλά κυρίως τον κόσμο που έρχεται.


2.       Ποια είναι τα προσωπικά σας έργα; Υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε;

Εκτός από μια πληθώρα διηγημάτων και άρθρων που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, έχω γράψει εννέα –μέχρι στιγμής– βιβλία τα οποία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Άλλωστε. Κατά χρονολογική σειρά είναι τα εξής: «Η Κυρά της Πόλης» μια συλλογή διηγημάτων που έχουν ως κεντρικό τους θέμα τον σύγχρονο αστικό μυστικισμό, «Δεσμοί Αίματος», μια δεύτερη συλλογή διηγημάτων που εξερευνούν τα μυστήρια της σύγχρονης Νεοελληνικής επαρχίας, «Η εκδίκηση της Κασσάνδρας», μια τρίτη συλλογή που αποτελείται από ιστορίες επιστημονικής φαντασίας αυτή τη φορά, οι οποίες απεικονίζουν τα τοπία ενός δυνητικού μέλλοντος. Ακολουθούν δυο Λαβκραφτικά μυθιστορήματα «σατυρικού τρόμου» όπως μου αρέσει να τα αποκαλώ, όπου οι Μεγάλοι Παλαιοί του Howard προσπαθούν να εισβάλλουν στην σουρεαλιστική –όπως όλοι γνωρίζουμε– νεοελληνική πραγματικότητα: «Κθούλου φτου-γκν» λοιπόν και «Χαστουρ-ιτσάκι Gate Μετά, πειραματίστηκα με το αντικείμενο της επανασυγγραφής κλασσικών παιδικών παραμυθιών στα οποία έδωσα μια σαρδόνια και αρκετά ενήλικη εκδοχή, ένα εγχείρημα που κατέληξε στο βιβλίο που έχει τον τίτλο «Και ζήσανε αυτοί καλά». Ύστερα, στράφηκα στον χώρο της σκληρής επιστημονικής φαντασίας και οραματίστηκα μια εκδοχή ενός όχι και τόσο μακρινού μέλλοντος όπου ο πλανήτης Άρης έχει μετατραπεί πλέον σε ένα ακμάζον έθνος, του οποίου οι κάτοικοι αντιλαμβάνονται ωστόσο ότι δεν είναι μόνοι «Οι μνήμες του Άρη». Το δεύτερο μέρος της ιστορίας «Τα παιδιά του Άρη» διαδραματίζεται σε μια απώτερη εποχή όπου ο κόκκινος πλανήτης έχει πλέον γεωδιαμορφωθεί σε έναν κόσμο φιλικό προς τους ανθρώπους. Ωστόσο, το μυστήριο που τον περιβάλλει εξακολουθεί να υφίσταται και να προκαλεί την ανθρωπότητα, η οποία ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο συνειδησιακό άλμα… Κάποια στιγμή, ανάμεσα σε όλα αυτά, έγραψα ένα βιβλίο έρευνας που έχει τον τίτλο «Τα μυστικά της Λέσχης των Ξωτικών», στο οποίο εξερευνώ τις πεποιθήσεις των Κέλτικων –αλλά όχι μόνο αυτών– φύλων ως προς την ύπαρξη μιας κρυμμένης φυλής υπερφυσικών πλασμάτων και το πώς αυτές επηρέασαν και σε κάποιο σημείο διαμόρφωσαν τον σύγχρονο κόσμο. Αν ενδιαφέρεστε να ρίξετε μια παραπάνω ματιά σε όλα αυτά, μπορείτε να κάνετε κλικ στον ακόλουθο σύνδεσμο: https://alloste.gr/13__%CF%83%CE%BC%CF%85%CF%81%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82-%CE%AD%CF%81%CE%B9%CE%BA


             

3.       Ποια η εμπειρία σας με τα συλλογικά έργα; Θα συστήνατε σε άλλους συγγραφείς να συμμετέχουν;

Αν η επιλογή των έργων που θα συμπεριληφθούν σε κάποια συλλογή γίνει με αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια, είμαι υπέρ. Διαφορετικά, ελλοχεύει ο κίνδυνος η χαμηλή ποιότητα κάποιων από τα επιλεγμένα διηγήματα να υποβαθμίσει την όλη προσπάθεια. Σε γενικές γραμμές πάντως, οι δικές μου εντυπώσεις είναι θετικές. Επιπρόσθετα, θεωρώ πως είναι μια καλή ευκαιρία για κάποιον συγγραφέα να προβάλει τους καρπούς των κόπων του σε ένα ευρύτερο κοινό και να γίνει περισσότερο γνωστός.

 

4. Βλέπω πολύ συχνά αναφορές σας στις νεράιδες. Ποια η σχέση σας με τη λαογραφία, ως λογοτέχνης αλλά και ως ερευνητής;

Όπως ανέφερα και προηγουμένως, έχω γράψει ένα βιβλίο έρευνας πάνω στο συγκεκριμένο θέμα «Τα μυστικά της Λέσχης των Ξωτικών», το οποίο εμπνεύστηκα κατά τη διάρκεια ενός εξερευνητικού ταξιδιού που έκανα στα Highlands της Σκωτίας. To συγκεκριμένο ζήτημα με συναρπάζει αρκετά και σκοπεύω να γράψω στο εγγύς μέλλον κάποια επιπρόσθετα βιβλία που θα εξερευνούν αυτές τις παραδόσεις για δυο λόγους. Καταρχήν γιατί όπως έχω ανακαλύψει, αυτές οι πεποιθήσεις δεν περιορίζονται στους Κέλτες ή στους Αγγλοσάξονες όπως πολλοί νομίζουμε. Αντίθετα, όλοι σχεδόν οι λαοί του κόσμου έχουν διατηρήσει δοξασίες για κάποια παράλληλη φυλή που ζει μέχρι σήμερα κρυμμένη από τα μάτια των ανθρώπων και αλληλεπιδρά μαζί τους. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι αυτές οι παραδόσεις αποτελούν ένα πρώτης τάξης παράδειγμα του πώς αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα την συνύπαρξή της με κάποια μη ανθρώπινη ευφυή φυλή, τα μέλη της οποίας διαθέτουν δυνάμεις που θεωρούνται «Υπερφυσικές». Υποψιάζομαι δε πως στο εγγύς μέλλον ίσως χρειαστούμε αυτές τις πληροφορίες προκειμένου να διαχειριστούμε καταστάσεις που στα μάτια των σημερινών «πεζών» ανθρώπων θεωρούνται αυτή τη στιγμή αποκυήματα μιας αχαλίνωτης φαντασίας…

 

5. Ποιες είναι οι βασικές λογοτεχνικές σας επιρροές; Ξεναγήστε μας στον αναγνωστικό σας κόσμο.

Οι βασικές λογοτεχνικές επιρροές που θεωρώ ότι διαμόρφωσαν την θεματική και το ύφος μου σε μεγάλο βαθμό, εκτός από τα ονόματα που ήδη έχω αναφέρει, είναι ο Ιούλιος Βερν και τα πρώιμα steampunk οράματά του, τα πανέμορφα βιβλία του Ray Branbury, το ερευνητικό και το συγγραφικό έργο του Γιώργου Μπαλάνου. Επίσης, ως λάτρης του κινηματογράφου του φανταστικού που μου αρέσει να πιστεύω ότι είμαι, θεωρώ ότι έχω επηρεαστεί πολύ από την ατμόσφαιρα του Blade Runner του Ridley Scott, από το Solaris του Andrei Tarkovsky και από το «2001: A Space Odyssey» του καταπληκτικού Stanley Kubrick.



6. Πώς οραματίζεστε το συγγραφικό σας μέλλον; Επίσης, αν είχατε μία ευχή για τον εαυτό σας ως λογοτέχνη, ποια θα ήταν;

Ελπίζω απλά να συνεχίσω να είμαι υγιής και δημιουργικός και να έχω τη δυνατότητα να αφιερώνομαι στις προσωπικές μου αναζητήσεις. Εξάλλου, τι άλλο αξίζει να ευχηθεί κανείς για το μέλλον;

 7. Τι είναι αυτό που θέλετε να μεταδώσετε μέσα από τις ιδέες και τα βιβλία σας;

Θα ήθελα να αντιληφθούμε όλοι μας ότι ζούμε σ’ έναν κόσμο πολύχρωμο, πανέμορφο και θαυμαστό, όπου το μυστήριο και η μαγεία εξακολουθεί να μας τυλίγει. Επίσης, αν και έχουμε την τάση να παρασυρόμαστε από τον αρνητικό και απαισιόδοξο ορυμαγδό των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, καλό θα ήταν να θυμόμαστε πότε-πότε ότι έχουμε το προνόμιο να ζούμε στην πιο συναρπαστική περίοδο ολόκληρης της ανθρώπινης ιστορίας. Το ανθρώπινο είδος ετοιμάζεται να πραγματώσει ένα θεμελιώδες εξελικτικό άλμα που θα το μεταμορφώσει εντελώς, συνειδησιακά και τεχνολογικά. Κατά κάποιο πολύ ουσιαστικό τρόπο, βρισκόμαστε σε ένα στάδιο χρυσαλλίδας και πολύ γρήγορα θα ανοίξουμε τα κρυστάλλινα φτερά που θα μας επιτρέψουν να γεφυρώσουμε το χάσμα που απλώνεται ανάμεσα από τ’ άστρα!

 

8. Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να αλλάξει στο εκδοτικό, συγγραφικό και αναγνωστικό τοπίο στη χώρα μας;

Θα ήταν πολύ ευχάριστο αν ζούσαμε σε μια χώρα με μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό, το οποίο θα έχει και πιο εκλεπτυσμένες απαιτήσεις. Θεωρώ ότι αυτή θα ήταν μια πολύ καλή αρχή.

 

9. Μια προσωπική μου επιθυμία είναι να κλείσει η συνέντευξη με ένα μαγευτικό ταξίδι στην ύπαιθρο. Έχετε κάποια προσωπική σας ιστορία να μας πείτε;

Έχω πολλές. Αλλά επιφυλάσσομαι να τις μοιραστώ μαζί σας σε κάποια μελλοντική συνέντευξη!

 

Ευχαριστώ πολύ που ήσασταν μαζί μου.

Και εγώ σας ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία!


Κυριακή 11 Ιουλίου 2021

Μεμονωμένο Περιστατικό

 Ένα ακόμα μεμονωμένο περιστατικό. Έτσι το αποκαλείς. Όταν σε ρωτάω "γιατί;" μου απαντάς "έτσι είναι ο κόσμος".

Το λες με μια απίστευτη ηρεμία, καθώς ταυτόχρονα τρως, διαβάζεις, παίζεις. Το μεμονωμένο περιστατικό είναι μια μαγική λέξη, που ξόρκισε το κακό. Την ξεστόμισες κι όλα λύθηκαν. Δε χρειάζεται να αναλύσεις τίποτα, αίτια και λύσεις. Δεν ανησυχείς, δε φοβάσαι για το μέλλον, δε σκοτεινιάζει το μυαλό σου. Όλα είναι καλά.

Έχεις ήδη προετοιμαστεί. Ξέρεις για το επόμενο περιστατικό και απλά το περιμένεις να έρθει. Η αντίδραση θα είναι η ίδια. Πάντα είναι η ίδια. Ο κόσμος δεν αλλάζει. Είναι σάπιος, λες. 

Ο κόσμος μέσα σου δεν αλλάζει. Είναι σάπιος. Μόνο που δεν το καταλαβαίνεις. Όσο η σαπίλα σου αυτή σου παραλύει τα πόδια και σου παίρνει τη φωνή, όσο αναμιγνύεται με τη σαπίλα του κόσμου, θα έρχονται κι άλλα περιστατικά, πιο φρικαλέα από τα προηγούμενα. Μεμονωμένα; Φυσικά. Πάντα μεμονωμένα. 

Γιατί αν δεν ήταν, αν ενώναμε τις τελείες, θα σχηματιζόταν αυτό το πρόσωπο που τρέμεις να αντικρίσεις. Αυτό το πρόσωπο που θα σου θύμιζε πως όλα τα φρικαλέα εγκλήματα γεννήθηκαν από στόματα που επαναλάμβαναν αυτήν την ίδια, μονότονη, συνένοχη φράση.