Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Ψωμί κι Εφημερίδα

   Το παρακάτω κείμενο είναι μια ανάλυση, από τη δική μου σκοπιά, του τραγουδιού "Ψωμί κι Εφημερίδα" του Μίλτου Πασχαλίδη. Λίγο-πολύ το βλέπω σαν παράπονο ενός αγοριού προς την υπερπροστατευτική του μητέρα, το οποίο εκφράζεται έμμεσα και με λέξεις κλειδιά.
   Η ξύλινη ασπίδα που αναφέρεται στην αρχή είναι το φράγμα που προσπαθεί να δημιουργήσει μια μητέρα προς το παιδί της απέναντι στον "έξω κόσμο". Ξύλινη ως τεχνητή και εύθραυστη, "χρεώνεται" στο γιο, μιας και δεν την επέλεξε και την βλέπει σαν βαρίδιο. Με τα χρόνια, η επαφή με τον έξω κόσμο κάνει τον ώριμο πια γιο να δει την ασπίδα αυτή σαν εμπόδιο προς την κοινωνικοποίησή του και την επιστρέφει, κακήν-κακώς, πίσω στη δημιουργό της. Οι επόμενοι στίχοι, που αναφέρονται στις νίκες και τις ήττες, γίνονται εύκολα κατανοητοί: η νίκη σπάνια επιβραβεύεται από την ανήσυχη μάνα (π.χ. "μην παίρνουν τα μυαλά σου αέρα") και η ήττα γίνεται αιτία καβγά (π.χ. "στα λεγα εγώ", "θα μπορούσες να χτυπήσεις", "καλά να πάθεις"). Ο Μίλτος τονίζει πως ο πόθος του κάθε παιδιού είναι να πάρει την ευθύνη των πράξεών του, να ωριμάσει μέσα από τη νίκη και την ήττα, κι όχι να κρύβεται πίσω απ' τα φουστάνια της μάνας του (τη συντριβή μου δε στη χαρίζω).
   Έπειτα, όταν έρχεται η ώρα που ο γιος "ανοίγει τα δικά του φτερά" και φεύγει απ' το σπίτι, μια μητέρα που δεν προσπάθησε να τον καταλάβει χρησιμοποιεί επίμονα όλους τους λάθος τρόπους για την θυμάται (να κερδίσει την αθανασία), όπως οι όρκοι και τα ενθύμια. Κυνηγώντας τους "εχθρούς", δηλαδή όλα εκείνα τα πρόσωπα ή πράγματα και καταστάσεις που απογαλακτίζουν το γιο της, έχει αμελήσει πως, αντί για κύριος σύμμαχος, έχει γίνει η ίδια "εχθρός" χωρίς να το καταλάβει (αποφεύγει να κοιταχτεί στον καθρέφτη). Το λάθος του όλου εγχειρήματος παρουσιάζεται στον επόμενο στίχο: "δεν το λένε αυτό ζωή ούτε κι ευθανασία", μιας και οι περιττές ανησυχίες της μάνας καταστρέφουν και τη δική της ψυχική γαλήνη. Αποτέλεσμα φυσικά είναι η κακή διάθεση του γιου απέναντι σε όλη αυτή την προσπάθεια, ώστε "να μπαίνει στο πατρικό του σαν τον κλέφτη" προκειμένου να γλυτώσει από το δράμα αυτό.
   Στην επόμενη στροφή η επίθεση γίνεται πιο άμεση, καθώς ο γιος κατηγορεί τη μάνα για αγάπη που κατέληξε σε εφιάλτη, καταστρέφοντας το ρόλο της μάνας σαν να ήταν μητριά, που δε νιώθει δηλαδή πραγματικά τις ανάγκες του παιδιού της. Τα "σύνορα της στάχτης", τα εκλαμβάνω ως το τέλος της παιδικής ηλικίας, τη φάση που ο γιος επιστρέφει ενήλικας και "τα χώνει" σαν ίσος στη μητέρα του. Η στάχτη μπορεί όμως να ερμηνευτεί με δύο τρόπους: αυτόν της αναγέννησης, που αναφέρθηκε παραπάνω (καθώς η μετάβαση από την παιδική/εφηβική στην ενήλικη ηλικία είναι κάτι σαν μια αναγέννηση), αλλά και αυτόν της καταστροφής, καθώς οι καβγάδες που προκύπτουν τότε διαλύουν την καλή οικογενειακή σχέση.
   Το ρεφρέν είναι μια αναπόληση κακών συνηθειών της μάνας τα πρώτα χρόνια, όπου το παιδί για τα θελήματα είναι μια καθημερινότητα. Κατακρίνεται η κίνηση του να στείλει η μάνα το παιδί για τσιγάρα, ψωμί κι εφημερίδα με την ειρωνική προστακτική "στείλε με". Τα τσιγάρα συμβολίζουν την προτροπή της μάνας προς τις κακές συνήθειες, η οποία γίνεται ελαφρά τη καρδία, ενώ το ψωμί κι η εφημερίδα, σαφώς πιο αθώα παραδείγματα, συμβολίζουν πιθανότατα την ήρεμη συνείδηση του "ευσυνείδητου πολίτη-γονιού", ο οποίος νοιάζεται για το βιος και το συμφέρον του, ξεχνώντας τα σημαντικότερα. Παρόλα αυτά, ο γιος εναγωνίως προσπαθεί να της θυμήσει το βασικό: "ο μικρός σου ο γιος είμαι γω!". Η κατακλείδα είναι η ανάγκη του γιου να βγει στην επιφάνεια, καθώς δε θέλει να "κρατήσει τα ρέστα", βλέποντάς το σαν φτηνή δωροδοκία και επιπόλαιη επίδειξη μητρικής στοργής. Ο τελευταίος στίχος πηγαίνει και σε άλλα επίπεδα, καθώς τα ρέστα συμβολίζουν τη λειψή προσοχή που ο ίδιος έχει, τη λειψή στοργή και, το σημαντικότερο ίσως, τη λειψή εμπιστοσύνη.
   Η επόμενη στροφή ξεκινάει με μια μεγάλη αλήθεια που διέπει τις περισσότερες μάνες. Δηλαδή, ενώ μια ζωή κυνηγάνε να προστατέψουν τα παιδιά τους από οποιαδήποτε επιρροή, με μια ξαφνική στροφή απαιτούν ο γιος να αποκτήσει προσωπικότητα και πυγμή, το "εγώ" όπως αναφέρεται. Η συνέχεια ενέχει μια ενδόμυχη απειλή της μάνας, καθώς εννοείται πως καμία μάνα δε θέλει έναν άχρηστο γιο. Τον πιέζει να γίνει "καπάτσος" ώστε να έχει την αγάπη της, χωρίς πρωτύτερα να έχει προσπαθήσει να του τη γαλουχήσει σταδιακά. Ένας δικός μου συνειρμός πάνω σ' αυτό είναι ένας οργανισμός που ζει σε αποστειρωμένο περιβάλλον για χρόνια, ο οποίος ξαφνικά δέχεται μια παράλογη πίεση να αποκτήσει όλα τα αντισώματα που θα έπρεπε να έχει μέχρι τότε. Η αντίδραση του γιου, πάντως, είναι η αναμενόμενη: στην αρχή νιώθει απελπισία από την απρόσμενη πίεση που κοντεύει να γίνει πανικός, μα τελικά αυτή η απελπισία μετατρέπεται σε οργή, το γνωστό "άι σιχτίρ" που δηλώνει το αθώο θύμα προς κάθε παράλογη απαίτηση. Σκληρά τα λόγια που ακολουθούν στη συνέχεια, όπου η παιδική και εφηβική ηλικία (η "μισή ζωή") παρουσιάζονται σαν εμπορική συναλλαγή, καθώς ο γιος τα έζησε όπως του ζήτησε η μάνα, ενώ η υπόλοιπη ζωή του θα πρέπει να του χαριστεί ελεύθερη, ως αντάλλαγμα...
   Εν κατακλείδι, η λυσσαλέα επίθεση που εξαπολύει ο "παραπονεμένος γιος" με το στόμα του Πασχαλίδη δεν είναι μια πράξη αχαριστίας: προφανώς καταλαβαίνει την πολυτέλεια του να έχει μια μάνα που νοιάζεται γι' αυτόν, έστω και με το λάθος τρόπο. Είναι όμως η εξωτερίκευση της ψυχοσύνθεσης που απέκτησε μέσα από αυτή την πιεστική παιδική ηλικία, η ανάγκη να εκφράσει το παράπονο για όση σύγχυση και διλήμματα έζησε προκειμένου να ενηλικιωθεί. Το τραγούδι είναι ένα μάθημα ίσως για κάθε μάνα που ξεπερνά  τα όρια και "ποδοπατά" την προσωπικότητα του παιδιού της, από φόβο μην το χάσει ή της πάθει κακό, προκαλώντας η ίδια τελικά το κακό που προσπαθούσε να αποφύγει...

 http://www.youtube.com/watch?v=PLUUIqMWSRc

Ψωμί κι εφημερίδα, Μίλτος Πασχαλίδης, ερμηνεία στίχων


   

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

Η Αναζήτηση του Δίκαιου Κόσμου

   Με αφορμή μια συζήτηση που είχα με ένα φίλο για το αν ο θεός είναι πανάγαθος ενώ αφήνει ανθρώπους να πεινάνε, έπιασα τον εαυτό μου να φαντάζεται έναν κόσμο διαφορετικό, με άλλους κανόνες και διαφορετικές ευκαιρίες. Υποθετικά θα χρησιμοποιώ παρακάτω μια θεϊκή παρέμβαση ως λύση στα προβλήματα για να προχωρήσει ο συλλογισμός. Πού θα κατέληγε ο κόσμος με έναν "πανάγαθο θεό" που "ακούει τις προσευχές μας"; Ο συλλογισμός μου λοιπόν ξεκινάει ως εξής:
  Ζούμε σε έναν κόσμο με προβλήματα. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη μάστιγα της πείνας. Παιδάκια στην Αφρική πεινάνε και θα έπρεπε ο θεός να κάνει κάτι γι' αυτό. Αν υποθέσουμε λοιπόν πως ο θεός έλυνε το πρόβλημα της πείνας στην Αφρική, τότε αυτό δε θα ήταν αδικία για τους υπόλοιπους πεινασμένους του κόσμου; Προφανώς ναι. Άρα θα έπρεπε να δοθεί παγκοσμίως "μάννα εξ ουρανού" και κανείς ποτέ στον κόσμο να μην πεινάει. Οπότε έχουμε πλέον έναν κόσμο δίκαιο, όπου κανείς δεν πεινάει. Είναι όμως έτσι;
   Στην περίπτωση που ο κόσμος αυτός ήταν ο πραγματικός, οι άνθρωποι θα έπαιρναν ως δεδομένη την αφθονία στην τροφή. Όπως όμως είναι αναμενόμενο (λόγω του ενστίκτου επιβίωσης), αντί να νιώθουν καλά με αυτό, θα στρεφόντουσαν στα υπόλοιπα προβλήματα, όπως π.χ. τις αρρώστιες.  Γιατί οι άνθρωποι να πεθαίνουν από καρκίνο; Τι φταίνε; Το φταίξιμο πάλι θα έπεφτε στο θεό, ο οποίος "αφήνει τον κοσμάκη να πεθαίνει από καρκίνο". Ας δώσουμε πάλι μια θεϊκή παρέμβαση όπου οι άνθρωποι πια θεραπεύονται άμεσα από τον καρκίνο. Μια εξόφθαλμη αδικία προς όλους όσους βασανίζονται και πεθαίνουν από τις υπόλοιπες ασθένειες. Το επόμενο βήμα είναι να δοθεί μια παγκόσμια πανάκεια ώστε κανείς να μη νοσεί από τίποτα και να αντισταθμιστεί η αδικία.
   Πλέον στον "καινούριο μας κόσμο", οι άνθρωποι δεν πεινούν και δεν αρρωσταίνουν. Είναι ικανοποιημένοι; Προφανώς όχι. Υπάρχουν αμέτρητα ακόμα άλυτα προβλήματα και οι άνθρωποι εμμένουν σε αυτά, αδιαφορώντας για το θεϊκό δώρο της ανοσίας. Γιατί ο θεός αφήνει το χ ή ψ πρόβλημα να υπάρχει; Και η κατάσταση συνεχίζεται, με τα προβλήματα να λύνονται ένα-ένα, ενώ οι άνθρωποι ψάχνουν ακόμα περισσότερες λύσεις, ώστε να μπορούν να πουν πως "ο θεός έδωσε λύσεις, άρα είναι πανάγαθος".
   Οι πιθανές περιπτώσεις που καταλήγουμε είναι δύο. Πρώτη: όσο και να συνεχιστεί αυτή η θεϊκή ευλογία και οι αμέτρητες λύσεις, πάντα θα υπάρχει ένα πρόβλημα που ταλανίζει το ανθρώπινο μυαλό και κάνει τον άνθρωπο δυστυχισμένο. Μπορεί τα βασικά προβλήματα να έχουν λυθεί αλλά ασχολούμαστε πλέον με τα μικρότερα και τα μεγαλοποιούμε. Αυτή η κατάσταση δεν είναι ουτοπική: τη βλέπουμε σε πολλούς (πλούσιους κυρίως), οι οποίοι έχουν λύσει κάθε πρόβλημα επιβίωσης κι όμως αυτοκτονούν ή εξαρτώνται από ναρκωτικά, με απίστευτες τάσεις αυτοκαταστροφής. Τελικά, με τη δική μου ματιά, δε θα είχε αλλάξει και τόσο ο κόσμος, ακόμα και με τις τόσες "βελτιώσεις" του. Όσο η μιζέρια και η τάση για αυτοκαταστροφή συνεχίζει να υπάρχει, θα συνεχίζουμε να ψάχνουμε προβλήματα...
   Δεύτερη περίπτωση: υποθέτουμε πως έχουν δοθεί όλες οι αμέτρητες λύσεις και με έναν μαγικό τρόπο έχουν πάψει όλα τα προβλήματα, οι πόλεμοι, το μίσος, η ζήλια, κάθε κακό που γνωρίζουμε: έχει βρεθεί ο "τέλειος κόσμος". Σε τι διαφέρει αυτό από τον παράδεισο, όπως τον φαντάζεται ο καθένας; Έπειτα, είναι στ' αλήθεια το όνειρό μας ένας κόσμος όπου τα πάντα υπάρχουν για όλους και κανείς δεν προσπαθεί για τίποτα; Κάθε σκοπός θα έχει χαθεί και κάθε κίνητρο επίσης. Ο τέλειος κόσμος, κατά τη γνώμη μου, είναι ένας κόσμος δίχως νόημα...
   Με το πέρας αυτού του συλλογισμού και ψάχνοντας τη λύση του προβλήματος, δε θα ψάξω εξωτερικά αίτια αλλά εσωτερικά. Δεν είναι τα προβλήματα και οι δύσκολες καταστάσεις που κάνουν τον κόσμο χειρότερο αλλά η σκοπιά από την οποία τον βλέπουμε εμείς οι ίδιοι. Κοντολογίς, ο κόσμος είναι τόσο όμορφος ή τόσο άσχημος ανάλογα με τη δική μας παρέμβαση. Και η μεγαλύτερη αδυναμία του ανθρώπινου είδους είναι η άρνηση της δικής του υπαιτιότητας. Το να βάζουμε μια ανώτερη δύναμη ως φταίχτη είναι η εύκολη λύση για να νιώθουμε εμείς ελεύθεροι από κάθε ευθύνη. Και ο στρουθοκαμηλισμός συνεχίζεται...

κοιτάω από ψηλά, κοιτάει αφ' υψηλού, θεός, θεϊκός, θεότητα
                          Καταστροφή, διάλυση, αρμαγεδδών, καυσαέρια

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Ο Αστικός Μύθος των Microchip

  Θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα συγκεκριμένο θέμα, το οποίο έχει παρασύρει πολλούς από εμάς σε μια φρενήρη αγωνία για το μέλλον μας. Είναι το θέμα των microchips. Το "αντικείμενο" αυτό λίγο-πολύ θα είναι μια συσκευή μικροσκοπική, με αποθηκευμένες πληροφορίες μέσα, όπως στοιχεία του DNA μας, ιατρική κατάσταση και (κυρίως!) την ακριβή τοποθεσία μας, η οποία θα γίνεται γνωστή μέσω δορυφόρου. Θεωρείται δίκοπο μαχαίρι, διότι θα βοηθήσει μεν στην εξέλιξη της παγκόσμιας υγείας αλλά θα περιορίσει δραματικά την ελευθερία μας. Ο πανικός ξεκινά κάθε φορά που λένε πως το microchip θα είναι υποχρεωτικό! Ουσιαστικά θα μας "έχουν φακελωμένους", όπως λένε. Τι είναι όμως αλήθεια από αυτά και τι υπερβολή;
   Η πρώτη μου σκέψη, αυτή που μου έρχεται κατά νου αμέσως, είναι το κόστος αυτού του microchip στον παγκόσμιο πληθυσμό, καθώς και η δυνατότητα να "φορεθεί" παντού. Πώς θα καταφέρει "αυτός που κρύβεται πίσω από τα microchips" να τα παρέχει σε όλα τα δημόσια νοσοκομεία και, πράγμα ακόμα δυσκολότερο, στις ιδιωτικές κλινικές παγκοσμίως; Ή μήπως θα πεισθούν και οι μαίες, οι οποίες ξεγεννούν ακόμα και σήμερα σε σπίτια σε πολλά μέρη, να περάσουν microchip στο νεογέννητο;
   Έπειτα, σημαντικά δυσχερέστερο έργο βρίσκω την εξάπλωσή του στους εν ζωή, κυρίως στους ενήλικες. Υπάρχουν άνθρωποι που εκ πεποιθήσεως ή καχυποψίας δε θα δεχτούν να τους φορεθεί το οτιδήποτε. Υπάρχουν επίσης άστεγοι, άνθρωποι χωρίς ταυτότητα σε ξένες χώρες ή ακόμα και στην ίδια τους τη χώρα. Πώς θα τους βρει κανείς και θα τους "αναγκάσει" να το φορέσουν;
   Το κωμικοτραγικό της ιστορίας έρχεται παρακάτω. Θα το εκθέσω ξεκινώντας με μια ερώτηση: είναι ανάγκη να γίνει αυτή η διαδικασία για τον έλεγχο του παγκόσμιου πληθυσμού; Όλοι δείχνουν να φοβούνται τόσο πολύ την ύπαρξη μιας ηλεκτρονικής συσκευής που ελέγχεται από δορυφόρο, ώστε ξεχνούν πως ήδη έχουν μια πληθώρα αυτών στο σπίτι τους (ή ακόμα και πάντοτε πάνω τους!) οικειοθελώς! Λέγονται κινητά τηλέφωνα και είναι ακριβώς αυτό: μια συσκευή που έχει άμεση επαφή με δορυφόρο, μπορεί να λειτουργήσει ως GPS, και ο καθένας μας μπορεί να βρεθεί όπου κι αν είναι οποιαδήποτε στιγμή! Μετά έρχεται η τηλεόραση, η συσκευή που "βομβαρδίζει" τους πάντες με πάσης φύσεως τρόπους πλύσης εγκεφάλου. Ας μην ξεχνάμε βεβαίως το ίντερνετ, την προοδευτική λειτουργία που λειτουργεί και ως online ερωτηματολόγιο σχετικά με τις προτιμήσεις μας σε καθετί μπορούμε να φανταστούμε. Αν δηλαδή κάποιος θέλει να μας κατασκοπεύσει μέσα από το ιστορικό των σελίδων που επισκεπτόμαστε, τότε έχει ήδη έναν εξαιρετικά ενημερωμένο φάκελο για το άτομό μας! Ξαναρωτάω λοιπόν: υπάρχει ανάγκη, υπάρχει χώρος για μια ακόμα τέτοια συσκευή;
   Σκεπτικιστής ων, δεν ενδιαφέρομαι τόσο για το αν θα υπάρξει ή αν υπάρχει ήδη το microchip που θα εμφυτεύεται πάνω μας με τη γέννησή μας. Πιο πολύ με ενδιαφέρει η αφέλεια του πληθυσμού σχετικά με τα διάφορα microchips που ήδη κουβαλούν δίχως να το καταλάβουν. Συμβαίνει αυτό που λένε: ένα αντικείμενο στα χέρια ενός ηλίθιου γίνεται πολύ πιο επικίνδυνο. Χρησιμοποιούμε αντικείμενα που είναι ήδη microchip χωρίς να το καταλάβουμε αλλά ανησυχούμε για την ύπαρξη ή όχι των microchips. Ίσως τελικά αξίζουμε την πλύση εγκεφάλου που δεχόμαστε!


Αστικός μύθος, microchip, gps, μαρκάρισμα, παγκόσμιος έλεγχος, κυβερνήσεις



Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Ποτέ Μη Λες Ποτέ

   Η γλώσσα, ως μέσο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, είναι ένας βασικός τρόπος να ψυχολογήσουμε και να καταλάβουμε τον χαρακτήρα των γύρω μας. Πολλά στοιχεία της ομιλίας κάποιου, των εκφράσεών του καθώς και του λεξιλογίου που διαλέγει να χρησιμοποιήσει μας φανερώνουν κρυμμένα μυστικά του. Ένα από αυτά που μπορούμε να καταλάβουμε είναι το πόσο απόλυτος μπορεί να είναι κάποιος, ανάλογα με τα λεγόμενά του. Πώς όμως;
   Η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Μπορώ να καταλάβω αυτό το στοιχείο πρώτα από τις ίδιες τις λέξεις που χρησιμοποιεί. Θα τον ακούσετε να μιλάει πολύ συχνά με λέξεις άτεγκτες, όπως: πάντα, ποτέ, όλοι, κανένας, αντί να διαλέξει λέξεις πιο μετριοπαθείς. Επίσης, χρησιμοποιεί πολύ τον υπερθετικό βαθμό αντί του συγκριτικού. Οι χειρονομίες του είναι κατά βάση κοφτές, με την παλάμη να "κοιτά" προς τα κάτω και να βάζει ένα "τείχος" μεταξύ του ίδιου και του συνομιλητή του.
   Αν είστε τέτοιος άνθρωπος, σας κρούω τον κώδωνα του κινδύνου: δεν είναι χαριτωμένο, δε δηλώνει αυτοπεποίθηση, δεν εδραιώνει καλύτερα την κυριαρχία σας. Κάθε άλλο. Κανείς δε συμπαθεί έναν άνθρωπο με απόλυτες ιδέες, ούτε καν ένας άλλος, παρόμοιας φύσης, άνθρωπος. "Συμπτώματα" τέτοιας συμπεριφοράς στην επικοινωνία μας, αν θέλουμε να κάνουμε αυτοέλεγχο, μπορούμε να βρούμε σε κάθε μας συζήτηση: ακούω στ' αλήθεια τι μου λέει ο απέναντι; Ζυγίζω τα λόγια του; Ή απλά περιμένω να μου αραδιάσει ό,τι θέλει και μετά περνάω αμέσως στην αντεπίθεση; Ας μην ξεχνάμε πως ο "απόλυτος" συνομιλητής συνηθίζει να περιφρονεί την άποψη του απέναντι (μεγάλο λάθος, διότι χάνει αυτόματα την εκτίμησή του) και δεν περιμένει αντίλογο. Ή μάλλον αδιαφορεί για τον οποιοδήποτε αντίλογο.
   Το αντίθετο, υγιές πρότυπο λεξιλογίου για μια καλή συζήτηση είναι μια ποικιλία λέξεων που αφήνουν πιθανότητα λάθους, αντιλόγου, εν τέλει ανοιχτής συζήτησης. Αναφέρομαι σε λέξεις/εκφράσεις όπως: μάλλον, πιθανότατα, μπορεί, αν δεν κάνω λάθος, η γνώμη μου είναι κτλ. Μπορεί κάποιοι να το θεωρούν λεπτομέρεια ασήμαντη αλλά η συνήθης χρήση τέτοιων λέξεων "γλυκαίνει" τους διαλόγους και φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά. Δίνοντας την ευκαιρία στον άλλον να μιλήσει, αυξάνουμε την πιθανότητα να μας ακούσει με ενδιαφέρον κι ο ίδιος.
   Τα παραπάνω στοιχεία που ανέλυσα δεν ανήκουν σε μια εποχή μακρινή, ούτε σε άγνωστους τόπους. Τύποι ανθρώπων που χρησιμοποιούν "αλύγιστο" λεξιλόγιο (και συνεπώς έχουν αλύγιστο χαρακτήρα), υπάρχουν παντού γύρω μας. Μπορεί να είμαι εγώ, εσύ, ο πατέρας, ο παππούς ή ο γείτονας ένας τέτοιος χαρακτήρας. Κι αν θέλετε να βελτιωθούν οι συζητήσεις σας, να ακούγεστε περισσότερο και να δίνεται βαρύτητα στα λόγια σας, προτείνω να σταματήσετε τις ενοχλητικές παραπάνω συνήθειες. Προσέξτε πρώτα στον εαυτό σας τη νοσηρή πεποίθηση πως πρέπει πρώτα να μιλάει και μετά να ακούει, κι έπειτα δείτε το και στους άλλους. Κατά τη γνώμη μου, αν τύχει να συνομιλήσετε (για οποιοδήποτε θέμα) με έναν τέτοιο άνθρωπο, πιθανότατα σπαταλάτε άδικα το χρόνο σας και κουράζεστε πνευματικά. Δε θα βγάλετε άκρη!

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

Η Ελληνική Εξέλιξη

   Ζούμε σε έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει. Παγκοσμίως αλλά και σε κλίμακα μικρότερη, όπως αυτή της χώρας ή της κοινωνίας. Η ελληνική πραγματικότητα, λόγου χάρη, έχει αλλάξει πάρα πολλές φορές (θεωρώ λόγω της επιρροής της από εξωτερικούς παράγοντες, όπως ξένες νοοτροπίες). Θα έλεγα πως απέχουμε έτη φωτός από την λεγόμενη "αρχαία ελληνική" νοοτροπία και κάποια χιλιόμετρα από τις προηγούμενες δεκαετίες. Θα ήθελα να επεκταθώ περαιτέρω σε αυτές τις σταδιακές αλλαγές.
   Δεν ξέρουμε τα πάντα για το μακρινό παρελθόν μας. Απ' όσα έχουν αντλήσει γλωσσολόγοι  και αρχαιογνώστες επιστήμονες, τα πρώτα "ελληνικά βήματα" στη χερσόνησο είχαν γίνει χιλιετίες πριν, ερχόμενες να κατακτήσουν τον προελληνικό λαό των Πελασγών. Από αυτούς έχουμε κρατήσει στοιχεία, εθιμικά και γλωσσικά (λέξεις προελληνικές, όπως λαβύρινθος, άνθος κ.ά.). Αυτή είναι η πρώτη γνωστή αλλαγή στην ελληνική πραγματικότητα, μια αλλαγή που έγινε με το που πάτησαν οι "Έλληνες" το πόδι τους στο γνωστό μέχρι σήμερα ελληνικό χώρο.
   Το δεύτερο στάδιο είναι οι πολιτισμοί των Μινωιτών και Κυκλαδιτών, που χρονολογούνται πίσω από την 2η χιλιετία π.Χ. Παρουσίασαν μεγάλη οικονομική και πολιτισμική άνθηση, σπαράγματα των οποίων σώζονται μέχρι και σήμερα. Παρόλα αυτά, η διάλυση αυτών των πολιτισμών έρχεται, κατά πολλούς, από εξωτερική κατάκτηση, αυτή των Αχαιών, λαού που ήρθε από τη θάλασσα και κατέκτησε σχεδόν εξ ολοκλήρου τον ελλαδικό χώρο. Από τότε, το όνομα "Αχαιοί" (και ο μυκηναϊκός πολιτισμός) προσδίδεται στους προγόνους όλων ημών που θέλουμε να λεγόμαστε Νεοέλληνες. Μαζί με αυτούς, σε αδιευκρίνιστο χρόνο γίνεται και η "Κάθοδος των Δωριέων", οι οποίοι λέγεται πως, κατεβαίνοντας τα Βαλκάνια, κατέκτησαν τον ελλαδικό χώρο και έφεραν τις δικές τους παραδόσεις. Η ιστορία αυτών των πολιτισμών γίνεται γνωστή από τα Ομηρικά Έπη, τα πρώτα γραπτά στοιχεία της ελληνικής ιστορίας. Ήδη από τότε υπήρξαν πολλές αλλαγές στη νοοτροπία των γηγενών και πιθανώς εγκαθιδρύθηκαν έννοιες όπως "κλέος" και "φιλοξενία".
   Τα δύο ακόμα "ελληνικά φύλα", οι Ίωνες και οι Αιολείς, πιθανότατα λιγότερο πολεμικά από τα άλλα δύο, εξαπλώθηκαν κι αυτά και έφεραν τις δικές τους αλλαγές στην ελληνική παράδοση και μεγάλη ανάπτυξη στον πολιτισμό. Με λίγα λόγια, από 4 ρεύματα αποικισμών προέρχεται η αρχαία Ελλάδα, στο βαθμό που γνωρίζουμε γι' αυτήν.
   Μέχρι και τα χρόνια της κυριαρχίας των Μακεδόνων, που κατέκτησαν κι αυτοί με τη σειρά τους τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο προς το Νότο, η κατάσταση και η ελληνική πραγματικότητα παρέμειναν στα χέρια των 4 προαναφερθέντων φύλων, με επιρροή του φοινικικού πολιτισμού (που μας προσέφερε το αλφάβητο που χρησιμοποιούμε μέχρι και σήμερα) και του μηδικού/περσικού, το οποίο με τις κατακτήσεις του στην Ελλάδα έφερε ανατολικά στοιχεία.
   Η επόμενη επιρροή στον ελλαδικό χώρο έγινε από τους Ρωμαίους, οι οποίοι κατέκτησαν ολοκληρωτικά την Ελλάδα τον 2ο αιώνα π.Χ. και ήταν η πρώτη "δυτική επιρροή". Πολιτιστικά στοιχεία τους διατηρήθηκαν για αιώνες και για πρώτη φορά υπήρξε η έννοια της επαρχίας, γεωγραφικό διαμέρισμα δηλαδή που διοικούνταν από τον έπαρχο.
   Η δεύτερη φορά που Ρωμαίοι έφεραν την αλλαγή στο ελληνικό προσκήνιο ήταν εκείνη που ο Κωνσταντίνος ο Μέγας μετέφερε την πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη τον 4ο μ.Χ. αιώνα και η Ελλάδα μπήκε στους "βυζαντινούς ρυθμούς". Από τότε η έννοια "Ρωμαίος πολίτης", μετονομάστηκε σε "Ρωμιός" και έγινε κτήμα του κάθε Έλληνα. Ο βυζαντινός πολιτισμός κρατήθηκε ως ο πρωτεύων για αιώνες, μέχρι και τον 15ο αιώνα, με πολλούς δευτερεύοντες να έρχονται στο προσκήνιο.
   Λαοί που πάτησαν το πόδι τους στα Βαλκάνια, όπως Σλάβοι, Βούλγαροι, Άβαροι και Ούννοι έφεραν ένα μικρό μόνο στίγμα στα ελληνικά πράγματα και έδρασαν υπό τη σκιά της μεγάλης τότε βυζαντινής πρωτοκαθεδρίας. Η μεγάλη αλλαγή έγινε με τις Σταυροφορίες και κυρίως από την 4η, όπου το 1204 κατέλυσε για πρώτη φορά την βυζαντινή αυτοκρατορία. Ήταν μια ακόμα εισβολή των Δυτικών στα ελληνικά πράγματα, η οποία επίσημα κράτησε μέχρι το 1261, όπου η βυζαντινή κυριαρχία ανασυστάθηκε. Η επιρροή των Σταυροφόρων πάντως κρατάει μέχρι και σήμερα σε ελληνικά νησιά όπως η Ρόδος.
   Οι δύο κατακτήσεις, τέλος, με τη μεγαλύτερη επιρροή στα βυζαντινά πράγματα ήταν οι εξής: η ενετική κατοχή των Επτανήσων, αρχομένη τον 14ο αιώνα μ.Χ., η οποία έφερε μια διαφορετική πολιτισμική πραγματικότητα σε αυτά, που διαρκεί μέχρι και σήμερα, όπως διαπιστώνεται σε γλωσσικά και εθιμικά στοιχεία. Μετά, αυτή των Οθωμανών Τούρκων, οι οποίοι κατέλυσαν ολοκληρωτικά τη βυζαντινή αυτοκρατορία με αποκορύφωμα την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Από τότε και για περίπου 4 αιώνες, ολόκληρος ο ελληνικός πολιτισμός ζυμώθηκε με ανατολικά στοιχεία από τους κατακτητές, αν και ουδέποτε χάθηκε η ελληνική ταυτότητα.
   Στα τέλη του 18ου και αρχές 19ου αιώνα, η παγκόσμια Ιστορία υποδέχτηκε μεγάλες επαναστάσεις, οι οποίες ανέτρεψαν τα μέχρι τότε δεδομένα. Πρώτη η αμερικανική (1775-1783), δεύτερη η γαλλική (1789) και το 1821 η ελληνική έγιναν αιτίες για μεγάλες αλλαγές. Η ελληνική επανάσταση κράτησε επίσημα μέχρι και το 1827, όπου ο Ιωάννης Καποδίστριας, υπό την αιγίδα των τριών μεγάλων δυνάμεων, Αγγλία-Γαλλία-Ρωσία, ανέλαβε κυβερνήτης της νεοσύστατης Ελλάδας. Από τότε όμως η Ελλάδα ανακατέλαβε εδάφη της σε αρκετές περιστάσεις, όπως το 1864 τα Επτάνησα, το 1881 τη Θεσσαλία και μέρος της Ηπείρου και, μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, το μεγαλύτερο κομμάτι της Μακεδονίας. Η Θράκη ανακτήθηκε το 1920, ενώ τα Δωδεκάνησα και η Κρήτη ανακτήθηκαν μόλις το 1947, με το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
   Επιπλέον, ως οι σημαντικότερες επιρροές στον ελλαδικό χώρο τον 20ό αιώνα θεωρούνται αυτές των δυνάμεων του Άξονα και συγκεκριμένα των Ιταλών, Γερμανών και Βουλγάρων κατά την κατοχή επί Β' Παγκοσμίου.
   Φτάνοντας στο σήμερα, βλέπω την ξεκάθαρη επιρροή του δυτικού πολιτισμού στην Ελλάδα με την έλευση της παγκοσμιοποίησης. "Αμερικανοποιούμαστε" (παγκοσμίως αλλά και σε επίπεδο χωρών) με την κάθε μέρα που περνάει. Το πώς, πόσο και γιατί είναι αδιευκρίνιστα, κατά την άποψή μου, θέματα.
   Το ερώτημά μου, μετά από αυτή την περιληπτική αναδρομή στην ιστορία του ελλαδικού χώρου είναι το εξής: τι θα πει Έλληνας; Ποιο χρονικό σημείο είναι αυτό που μας έφερε την ταυτότητα που κρατάμε μέχρι σήμερα και πότε αυτή παρέμεινε στατική; Ποιες επιρροές "έφεραν" αυτή την ταυτότητα και ποιες πήγαν να την "αλλοιώσουν";
   Συμπέρασμά μου είναι το εξής: Εφόσον ένας πολιτισμός δεν είναι παγωμένος στο χρόνο, εξελίσσεται με την κάθε στιγμή που περνάει. Τίποτα δε μένει στατικό και τίποτα δεν είναι αδιαπέραστο. Ειδικά ένας πολιτισμός όπως ο ελληνικός, με τις πολυάριθμες επιρροές του από ξένες κατακτήσεις, έχει αλλάξει, θέλοντας και μη, πολλά πρόσωπα. Είναι στο χέρι του καθενός να πιστέψει στην ελληνική Ιδέα και να της δώσει μια μορφή. Σε κάθε περίπτωση όμως εγώ είμαι σκεπτικός σε απόψεις όπως "είμαστε καθαροί απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων" ή "η Ελλάδα έμεινε ακέραια ανέκαθεν". Ο ελληνικός, όπως και κάθε ζωντανός πολιτισμός, υπάρχει για να εξελίσσεται, να δίνει και να αφομοιώνει στοιχεία. Εξάλλου, δεν υπάρχει διευκρίνιση για το "ποιοι ήταν οι αρχαίοι Έλληνες", εφόσον υπήρξαν τόσοι διαφορετικοί λαοί που έζησαν και έδρασαν για τόσους αιώνες! Αυτή είναι και η απάντησή μου στα εθνικιστικά κινήματα που έχουν γιγαντωθεί στην Ελλάδα και, βαδίζοντας στα τυφλά, χαράζουν τη δική τους πορεία...  

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Ο Βασιλιάς

   Ο Βασιλιάς. Ο απόλυτος άρχων και παράλληλα ο μεγαλύτερος υπηρέτης. Δε θα ήθελα να στραφώ σε πολιτικό επίπεδο με αυτή τη δήλωση. Αντίθετα, θέλω να παραλληλίσω το βασιλιά του σκακιού, το κομμάτι-κλειδί για το παιχνίδι, με τους "βασιλιάδες" της καθημερινότητας...
   Στο σκακιστικό επίπεδο, ο βασιλιάς είναι το πιόνι που χρειάζεται προστασία: ο αντίπαλος θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να τον αιχμαλωτίσει. Κάθε σκέψη του είναι στραμμένη γύρω απ' αυτό! Κάθε σχέδιο και κάθε τακτική ή στρατηγική γυρνάει γύρω από το κυνήγι του βασιλιά. Όλα τα υπόλοιπα πιόνια απλά υποστηρίζουν και προστατεύουν, προσπαθώντας να αποτρέψουν αυτή την απειλή. Τα 8 στρατιωτάκια, η πρώτη γραμμή άμυνας (και επίθεσης βέβαια!) είναι αυτά που θα κρύβουν, απ' την αρχή μέχρι το τέλος, τον πολύτιμο βασιλιά από τις εχθρικές διαθέσεις του αντιπάλου. Τα "ελαφρά" κομμάτια, αξιωματικοί και άλογα, έχουν αρκετή παραπάνω δύναμη και είναι τα όργανα που, με πονηριά και μανούβρες, θα προσπαθήσουν να ενισχύσουν την αμυντική γραμμή. Όσο για τα "βαριά", οι πύργοι και η βασίλισσα, αυτή είναι η εκλεκτή δύναμη του οπλοστασίου ενός σκακιστή: θα επιτεθούν συνήθως μετά την έλευση πιονιών και ελαφρών κομματιών και με τη δύναμη που έχουν θα προκαλέσουν ισχυρότατο πλήγμα στον εχθρό. Ή θα χρησιμοποιηθούν για την καλύτερη δυνατή άμυνα. Αμυντικά, όλα τα κομμάτια θα προστρέξουν στο κάλεσμα του βασιλιά.  
   Αν σκεφτεί κανείς τη ζωή του σε σχέση με το σκάκι, θα προσπαθήσει να βρει τη θέση του στο παιχνίδι. Οι πιο ματαιόδοξοι θα σκεφτούν πως είναι οι ισχυροί πύργοι. Οι πονηροί, αυτοί που λειτουργούν στην αφάνεια, θα παραλληλίσουν τον εαυτό τους με αξιωματικούς και άλογα... Μια μερίδα ανθρώπων, φιλοσοφημένοι μεν αλλά μηδενιστές  (είμαστε δεν είμαστε, τίποτα δεν είμαστε!), θα πουν πως είναι ένα από τα 8 στρατιωτάκια, αναλώσιμοι και με μικρή αξία. Μια φιλόδοξη γυναίκα, ξέροντας τη θέση της και την επιρροή της, ίσως φτάσει να πει πως είναι η βασίλισσα. Τέλος, ο καθένας μας θα κάνει τη σκέψη κάποτε πως είναι ο ίδιος ο βασιλιάς, το κέντρο γύρω από τον οποίο κινούνται όλα. Δεν είναι κάτι παράλογο: η οπτική μας γωνία μας παρακινεί να βλέπουμε τα πάντα γύρω από τον εαυτό μας!
   Παρόλα αυτά, η δική μου άποψη δεν ταιριάζει με καμία από αυτές. Θεωρώ πως η θέση μας (στο παιχνίδι της ζωής γενικότερα) είναι η θέση του παίκτη, αυτού που κινά τα πιόνια! Δική μας η επιλογή των κινήσεων, δική μας η αντίληψη για την αξία των πιονιών, δικά μας τα λάθη και το εκάστοτε αποτέλεσμα της παρτίδας. Ο καθένας μπορεί να βάλει στη θέση των πιονιών, ανάλογα με την αξία τους και τη θέση τους, κομμάτια της δικής του καθημερινότητας, έμψυχα ή άψυχα. Τα μικρότερα σε αξία στη ζωή μας, τα στρατιωτάκια, είναι ίσως οι άνθρωποι που μας άλλαξαν, μας βοήθησαν και μας στήριξαν χωρίς ποτέ να τους ρίξουμε μια ματιά, χωρίς να εκτιμήσουμε τα ευεργετήματά τους, χωρίς να καταλάβουμε ποτέ την αξία τους! Οι αξιωματικοί είναι οι σταθεροί συμπαραστάτες μας, οι πρώτοι που θα δούμε να τρέξουν σε βοήθειά μας αλλά και εκείνοι που θα μας απογοητεύσουν με τις αδυναμίες τους. Τα άλογα είναι οι περίεργες μορφές της καθημερινότητας, άνθρωποι που μας κάνουν να σαστίζουμε με τα λάθη και τα σωστά τους. Η έκπληξη που μας περιμένει κάθε μέρα, θα έλεγα! Όσο για τα βαριά κομμάτια...
   Οι πύργοι είναι οι πιο δυνατοί και αξιόπιστοι άνθρωποι γύρω μας. Αυτοί που θεωρούμε πως έχουν μια αξία και θέση στην κοινωνία και μπορούν κάθε φορά να μας ξελασπώσουν και να μας προστατέψουν κάτω απ' τη φτερούγα τους: πολύ ανώτεροι απ' τους αξιωματικούς, μας ανακουφίζουν με την αυτοπεποίθησή τους και τους θαυμάζουμε. Η βασίλισσα πάλι είναι ένας αμφιλεγόμενος ρόλος. Δεν είναι απαραίτητα έμψυχη. Αλλά είναι κάτι σημαντικό, στη δεύτερη θέση μετά το βασιλιά. Άλλοι θα ταιριάξουν κάποιο πρόσωπο στη θέση αυτή, άλλοι κάποιες αξίες, όπως πατρίδα, οικογένεια, εμπιστοσύνη, αλήθεια, αγάπη και ούτω καθ' εξής...
   Αλλά ο ρόλος-κλειδί είναι φυσικά ο βασιλιάς. Ο εκάστοτε "βασιλιάς" μας, ανάλογα με την αντίληψη του καθενός, είναι το σημαντικότερο κομμάτι της ζωής μας. Υπάρχουν άπειρες μεταβλητές που μπορούν να τον "ενσαρκώσουν". Για κάποιους, βασιλιάς είναι ένα πολύ σημαντικό γι' αυτούς πρόσωπο, ο/η σύζυγος ή τα παιδιά τους. Κάποιοι άλλοι θα βάλουν σ' αυτή την περίοπτη θέση κάτι άυλο, το οποίο διέπει τη ζωή τους: την αξιοπρέπεια, το χρήμα, τη δόξα, την αγάπη και οτιδήποτε είναι η πρώτη γραμμή πίσω από κάθε απόφασή τους και κάθε επιλογή τους. Σύμφωνα με το ποιος είναι ο βασιλιάς για τον καθένα μας, τα άλλα κομμάτια παίρνουν την ανάλογη μορφή. Αν το σκεφτεί κανείς, για όλους υπάρχει "κάτι", για χάρη του οποίου θα κινούσαν γη και ουρανό. Για χάρη του οποίου θα χρησιμοποιούσαν όλα τα άλλα "πιόνια" που υπάρχουν στη ζωή τους. Ποιος είναι ο βασιλιάς σας λοιπόν;  


Νίκος Γραμματικός, σκάκι, ταινία, ρατσισμός, πιόνια, σκακιέρα, βασίλισσα, αξιωματικός, ίππος, πύργος

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Καταγωγή

   Ακούμε καθημερινά τους γύρω μας να καυχιούνται για την καταγωγή τους. Την καταγωγή τους από μια σπουδαία οικογένεια (τους λεγόμενους γαλαζοαίματους), την φυλετική και γενετική τους καταγωγή. Μήπως όμως αυτό είναι μια κακή γενίκευση, μια σύγκριση της οκάς; Αυτό με προβληματίζει και αυτό θέλω να ερευνήσω.
   Φυσικά δεν κατακρίνω το να είναι κανείς περήφανος γι' αυτό που είναι. Η καταγωγή μας είναι μια σταθερά στο χώρο και στο χρόνο, ένας τρόπος να αυτοπροσδιοριζόμαστε, τρόπον τινα, μέσα στον αχανή παγκόσμιο πληθυσμό. Το να είμαι Έλληνας μπορεί να μου δώσει ώθηση να μυηθώ στην φιλοσοφία, τη νοοτροπία ή την αξιοπρέπεια και πολιτισμό που μετέδωσαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Υπάρχει μια προδιάθεση. Τίποτα παραπάνω όμως! Αυτή είναι μια παγίδα στην οποία πέφτουν πολλοί. Υμνώντας τους προγόνους τους παίρνουν κι οι ίδιοι, χωρίς να έχουν αποδείξει τίποτα, μέρος της δόξας. Θέλουν να πιστεύουν πως, απλά επειδή γεννήθηκαν με κάποια χαρακτηριστικά, είναι αυτόματα άξιοι συνεχιστές της γενιάς τους. Άγγλοι που νιώθουν τζέντλεμεν χωρίς λόγο, Αμερικάνοι που νιώθουν παντοκράτορες όταν επισκέπτονται ξένες χώρες, Γερμανοί που θεωρούν κατώτερους τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Και κυρίως: Έλληνες που θεωρούν τον εαυτό τους εκ γενετής ένα σύγχρονο Λεωνίδα, Σωκράτη, Περικλή και Μέγα Αλέξανδρο.
   Σ' αυτή την κατηγορία Ελλήνων θα ήθελα να αναφερθώ, διότι τη συναντώ καθημερινά. Έχω ένα ερώτημα να θέσω: πιστεύουν στ' αλήθεια πως, μετά από τόσους αιώνες, φέρουν το γνήσιο αίμα των αρχαίων Ελλήνων; Και (ακόμα κι αν αυτό είναι αληθινό) έχει σημασία το ίδιο το αίμα και η καταγωγή; Όταν δεν είναι κανείς πρόθυμος να αγωνιστεί, να γίνει καλύτερος ως άνθρωπος και να ψαχτεί με πάσης φύσεως ζητήματα, νομίζω πως όχι. Δεν έχει καμία σημασία. Κι ακόμα χειρότερα, η καταγωγή από σπουδαίους προγόνους ενέχει τον κίνδυνο να επαναπαυτεί κανείς και να ζει στον κόσμο του, αντί να πασχίζει συνεχώς για την προσωπική του εξέλιξη...
   Η καταγωγή είναι δίκοπο μαχαίρι λοιπόν. Μπορείς να έχεις ινδάλματα και να ελίσσεσαι προς τα πάνω ή μπορείς να ξεπέσεις, ζώντας με μια ιδέα και ένα ψεύτικο γόητρο. Η νοοτροπία αυτού του είδους μου θυμίζει ξεπεσμένους οίκους του Μεσαίωνα και άφραγκους λόρδους και βαρόνους, δήθεν αριστοκράτες, που ζούνε σε παρηκμασμένους πύργους... Μπορεί κανείς να αποφύγει αυτή την παγίδα αν, εγκωμιάζοντας τους προγόνους του ως άξιους, διαχωρίσει τον εαυτό του από αυτούς. Αν καταλάβει τη θέση του και θελήσει να χαράξει το δικό του δρόμο, σταματώντας να ζει στη σκιά των προγενέστερων. Ποιος μου εγγυάται τελικά πως θα γίνω μεγάλος και τρανός απλά επειδή γεννήθηκα Έλληνας;
   Έπειτα, όταν προσδιορίζει κανείς τον εαυτό του ανάλογα με την καταγωγή του, μπαίνει στο ίδιο καλούπι με χιλιάδες ή και εκατομμύρια άλλους ανθρώπους, καλούς και κακούς, άξιους και ανάξιους. Αξίζει τον κόπο; Είναι κάτι αντιπροσωπευτικό; Τι κερδίζω όταν βάζω τον εαυτό μου μέσα σε ένα σύνολο, το οποίο είναι ετερόκλητο και ανομοιογενές; Είτε θα αναδείξω, ακόμα κι έτσι, τις διαφορές μου με αυτό το σύνολο (οπότε μηδενικό το κέρδος) είτε θα γίνω μέρος μιας σύγκρισης ανόμοιων όρων.
   Η συμβουλή μου είναι η εξής: ας μάθουμε τον εαυτό μας χωρίς να προσδιοριζόμαστε από άλλους. Ας μην παίρνουμε τίποτα από τα περασμένα για δεδομένο: πρώτον, επειδή δεν το ξέρουμε αρκετά καλά και δεύτερον, επειδή δεν μας χαρίζει καμία ιδιότητα. Πρέπει πρώτα να κατακτήσουμε οι ίδιοι την πρέπουσα γνώση, αξία και αίγλη και μετά να παρομοιάσουμε τους εαυτούς μας με τους προγόνους...
   Το δώρο που μπορεί να δώσει η καλή καταγωγή πάντως είναι βάσεις. Η προδιάθεση, όπως ανέφερα πριν, του να γίνουμε καλύτεροι, να πάρουμε κάποια καλά στοιχεία και να τα εξελίξουμε. Να έχουμε αξίες και ιδανικά, χωρίς να σταματήσουμε την αναζήτηση και την τάση για άνοδο. Ακόμα κι αν πάλεψαν κάποιοι κάποτε γι' αυτά, υπάρχει ανάγκη να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για να τα διατηρήσουμε: αλλιώς οι παλιοί αγώνες είναι μάταιοι και συνεπώς η καταγωγή μας μια ματαιότητα.
   Θα παραθέσω τέλος τις ρήσεις δυο παλαιών ανδρών, σχετικές με το θέμα. Ο Σενέκας είχε αναφέρει: "όποιος καυχιέται για την καταγωγή του επαινεί κάτι, το οποίο ανήκει σε άλλον". Όποιος συνειδητοποιήσει πως όσα έκαναν οι πρόγονοί του είναι τόσο ξένα σ' αυτόν, όσο και τα έργα των μη προγόνων του, θα καταλάβει κάποια ψέμματα για το ζήτημα της καταγωγής. Υπάρχει η επιλογή να γίνουμε καλύτεροι από τους παλαιότερους, όπως και ο κίνδυνος να γίνουμε χειρότεροι. Λέει ο Οράτιος Μαν: "Μου φαίνεται ότι μεγαλύτερη τιμή προς τους προγόνους μας είναι να τους εγκωμιάζουμε λιγότερο μέσα από λόγια και να τους μοιάζουμε περισσότερο μέσα από έργα". Και ο νοών νοείτω...