Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Η "Αφύπνιση"

   Ένα νέο φαινόμενο εμφανίζεται στα καταπονημένα ελληνικά δρώμενα. Ή μάλλον έχει 5-6 χρόνια ζωής αλλά φουντώνει με κάθε στιγμή που περνάει. Έχει να κάνει με μια μερίδα συμπολιτών μας, οι οποίοι έχουν πάντα τη δική τους εκδοχή για κάθε σημαντικό γεγονός και θεωρούν πως είναι ήδη ενημερωμένοι, πονηρότεροι κι εξυπνότεροι και τους υπόλοιπους και καταλαβαίνουν γρηγορότερα τις "συνωμοσίες": από δω και στο εξής θα ονομάζονται "αφυπνισμένοι".
   Η μερίδα πολιτών αυτή έχει την τάση να μπαίνει σε οποιοδήποτε forum, blog, chat ή συζήτηση και να παρουσιάζει την πεφωτισμένη, ρηξικέλευθη και πρωτάκουστη άποψή της σχετικά με το θέμα. Προσφιλή θέματα όπου παρουσιάζονται είναι τα νέα νομοσχέδια, οι εφευρέσεις και ανακαλύψεις, τα σχέδια μεγάλων εταιρειών κτλ. και σχολιάζουν με περισπούδαστο και δασκαλίστικο ύφος (πιστεύω ότι αν μπορούσαν, θα μας κουνούσαν και το δάχτυλο online). Τα σχόλιά τους είναι αρκετά εύκολο να τα αναγνωρίσεις και αρκετά δύσκολο να τα αγνοήσεις, διότι είναι σχεδόν πάντα με caps lock, τα greeklish αποφεύγονται (διότι είμεθα και Έλληνες) αλλά τα ορθογραφικά λάθη είναι πολλά και καραμπινάτα. Πρώτα πρώτα στριμώχνονται κάποια αυθαίρετα (αυταπόδεικτα κατ' αυτούς)  συμπεράσματα και κάποια επιχειρήματα στηριγμένα σε μια κλωστή και σε εικασίες. Στη συνέχεια, ο "αφυπνισμένος" χρησιμοποιεί τις αγαπημένες του εκφράσεις: "ξυπνήστε ρε!", "μας πουλάνε κι εσείς κοιμάστε!", "έτσι κατάντησαν την Ελλάδα μας", "αυτοί οι ανθέλληνες νομίζουν ότι μπορούν αλλά δε θα τους περάσει".
   Χαρακτηριστικά σημάδια τους:
   Θεωρούν συνωμοσία κάθε δραστηριότητα διασήμων πιο σημαντική από έξοδο στα μπουζούκια και δεν σταματάνε να το διακηρύττουν. Πριν 10 χρόνια θαύμαζαν αυτές τις δραστηριότητες και τις ζήλευαν κρυφά.
   Συχνότατα αναφέρονται σε ένα άγνωστο γ' πληθυντικό πρόσωπο: "αυτοί που τα κάνουν όλα", "μας τα φάγανε τα λεφτά", "μας τα παίρνουν τα παιδιά μας στο εξωτερικό", "οι αλήτες που θέλουν το κακό μας".
   Σπάνια έχουν δευτεροβάθμια μόρφωση και, ακόμα σπανιότερα, τριτοβάθμια. Αυτό εξηγεί πολλά ως προς την γλώσσα που χρησιμοποιούν και ως προς τον στρουθοκαμηλισμό τους.
   Έχουν πλήρη άγνοια για την ιστορία της Ελλάδας, πόσο μάλλον για την παγκόσμια. Θεωρούν πως η εποχή μας είναι μοναδική, τα πράγματα μόνο σήμερα έχουν φτάσει στο απροχώρητο και "οι πρόγονοί μας θα μας έφτυναν". Ξεχνούν τα ενδιάμεσα στάδια της Ελλάδας και θεωρούν πως είμαστε άμεσοι, αγνοί απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Την αρχαία Ελλάδα πάλι την φαντάζονται ως τον παράδεισο επί της γης.
   Συνήθως οι "αφυπνισμένοι" δείχνουν μια μεγάλη αγάπη για την εκκλησία και τα μοναστήρια. Θεωρούν πως όλοι οι "άγιοι γέροντες" είναι αθώες περιστερές και το κράτος τους καταστρέφει επειδή "ούτε τη θρησκεία μας δε σέβονται οι αλήτες". Φυσικά, γεγονότα όπως το αφορολόγητο των μοναστηριών ή οι με περίεργο τρόπο εκτεταμένες αχανώς εκτάσεις γης των μοναστηριών δεν τους κάνουν να πονηρεύονται στο ελάχιστο. Αντίθετα, όποιος χρησιμοποιήσει επιχειρήματα τέτοιου τύπου "είναι ανθέλληνας, αντίχριστος και δε σέβεται τίποτα".
   Συνήθως οι "αφυπνισμένοι" δείχνουν μια μεγάλη αγάπη για το στρατό (τυχαίο;), οπότε σε κάθε στρατιωτική δημοσίευση τα σχόλιά τους είναι στον αντίποδα. Παραδείγματος χάρη, σε μια δημοσίευση για τους φαντάρους ή ναύτες σε θέματα θητείας ή διαβίωσης πετάγονται και (συνήθως με caps lock) γράφουν κοινοτυπίες του τύπου: "μόνο ο στρατός έχει μείνει στην πατρίδα μας", "μπράβο στα παλικάρια μας", "να πεθάνουν οι ανθέλληνες που θέλουν το στρατό μας αδύναμο" και ούτω καθ' εξής,
   Συνήθως οι "αφυπνισμένοι" δείχνουν μια ιδιαίτερη αντιπάθεια και δυσπιστία προς την επιστήμη. Θεωρούν πως αυτή είναι μέρος του συστήματος, πως "έχουν ανακαλύψει τα πάντα αλλά μας τα κρύβουν" είτε μιλούν για το φάρμακο για τον καρκίνο είτε για νέες μορφές ενέργειας. Η αντιπάθεια για την επιστήμη φυσικά δεν είναι κάτι τυχαίο, διότι είναι κάτι που δεν καταλαβαίνουν, άρα άγνωστο, άρα επιζήμιο.
   Ο λόγος που υπάρχει αυτό το φαινόμενο των ξαφνικά "αφυπνισμένων" είναι προφανής. Όλοι αυτοί (ή τουλάχιστον η συντριπτική πλειοψηφία) είναι άτομα που έχουν ιδιαίτερα ανεπαρκή παιδεία και έχουν μείνει εκεί. Γι' αυτό και τα μόνα σοβαρά ερεθίσματα που έχουν είναι εκείνα που είχαν σαν παιδιά, δηλαδή τις αναμνήσεις από φανταχτερές στρατιωτικές παρελάσεις, μεγάλα προσκυνήματα και μεγαλοπρεπείς εκκλησιαστικές λειτουργίες (γι' αυτό και οι παραπάνω αγάπες που ανέφερα) αλλά στο σχολείο κοιμόντουσαν, γι' αυτό και η αντιπάθεια προς οτιδήποτε επιστημονικό: τους φέρνει στο μυαλό σχολείο και κακές αναμνήσεις.
   Τα καλά χρόνια, τα πριν την κρίση, δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Δεν υπήρχαν ηθικοί ενδοιασμοί και φραγμοί κι έτσι χρησιμοποιούσαν οποιοδήποτε μέσο για να επωφεληθούν από τους επιφανείς, να ρουσφετολογήσουν και να πλουτίσουν ή να βολευτούν. Εκεί που για τους υπόλοιπους η απληστία και η αδηφαγία ήταν ένας μονόδρομος προς το αδιέξοδο, εκείνοι δεν το έβλεπαν. Και όλως τυχαίως βρεθήκαμε παγκοσμίως σε ένα οικονομικό αδιέξοδο. Οι πάτρονές τους σκορπίσαν σαν σπουργίτια κι έτσι αυτοί δεν έχουν το στήριγμα που είχαν "τα καλά χρόνια". Είδαν μέσα σε διάστημα 6-12 μηνών την αυτονόητη αλήθεια που οι υπόλοιποι είχαμε δει εδώ και 10 χρόνια: πως ο άκρατος πλουτισμός και η έλλειψη ηθικής και παιδείας φέρνουν καταστροφή.
   Μετά την εξαγωγή αυτού του απλού συμπεράσματος, θεώρησαν πως ήταν οι μόνοι που το βρήκαν! Οι πρωτοπόροι, οι διαφορετικοί! Διότι το μυαλό ενός τέτοιου ανθρώπου αποφεύγει την αυτοκριτική όπως ο διάολος το λιβάνι. Άρα δε σκέφτονται ότι είναι οι ίδιοι οι πρόξενοι της καταστροφής τους ή ότι άργησαν 10-15 χρόνια να σκεφτούν. Και έγιναν από τη μια μέρα στην άλλη προφήτες της καταστροφολογίας. Η αφύπνισή τους βέβαια είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη: έχουν εντοπίσει ετεροχρονισμένα πως κάτι τρέχει αλλά δεν ξέρουν τι ούτε τον υπαίτιο.
   Τους φαντάζομαι σαν μια φωλιά με πουλάκια, όπου η οικογένεια κοιμάται. Το φίδι πλησιάζει αθόρυβα από πίσω. Οι γονείς-πουλιά ξυπνούν αλλά δεν καταλαβαίνουν τι γίνεται. Τιτιβίζουν ανήσυχα δεξιά κι αριστερά ενώ το φίδι, ανενόχλητο και άνετο, ανοίγει το στόμα και καταπίνει τη φωλιά.
   Και κάπως έτσι έφτασαν να είναι η πλειοψηφία, να έχουν παρεισφρήσει σε κάθε μέσο και να μας δασκαλεύουν από παντού με τις στρεβλές απόψεις τους. Δε θα δεχτούν επιχειρήματα ή αντίλογο, διότι η συζήτηση είναι άλλη μια από τις αντιπάθειές τους. Και κάπως έτσι ο φαύλος κύκλος κλείνει...


Αφυπνισμένοι, ψεκασμένοι, καταστροφολογία, κινδυνολογία

Σάββατο 16 Αυγούστου 2014

Μέρες Που Είναι

   Μην βρίζεις "μέρες που είναι". Μην σκέφτεσαι κακά πράγματα "μέρες που είναι". Αυτή η έκφραση είναι τόσο συνηθισμένη πλέον που την ακούω παντού μέρες Χριστουγέννων, Πάσχα και Δεκαπενταύγουστο κυρίως (αλλά όχι μόνο). Είναι γιορτινές μέρες κι όλες οι αμαρτίες μας καλό θα ήταν να πάρουν ένα ρεπό. Θα τις χρησιμοποιήσουμε ξανά όταν οι μέρες πάψουν να είναι ιερές και οι αμαρτίες μας είναι και πάλι προβλεπόμενες...
   Τι νοοτροπία κι αυτή! Και δυστυχώς βλέπω πως, όχι μόνο δεν περιορίζεται σε άτομα "παλιάς κοπής", αλλά ξεστομίζεται συχνότατα κι από νέους, "προοδευτικούς" ανθρώπους. Τέλος πάντων, ας είναι. Το θέμα δεν είναι ποιοι επηρεάζονται από το κλίμα των "άγιων ημερών" αλλά τι κρύβεται πίσω από τη νοοτροπία.
   Το πρώτο που κατακρίνω σε αυτούς τους "παραδοσιακούς" και "θεοσεβούμενους" τύπους είναι η έλλειψη λογικής. Με ποιο κριτήριο κάποιες μέρες θεωρούνται ιερές; Βάσει κοινωνικών και θρησκευτικών συμβάσεων φυσικά. Δεκτό, διότι κάθε θρησκεία έχει ορόσημα, τοπικά και χρονικά. Εφόσον πιστεύεις, πιθανώς δικαιούσαι να αισθάνεσαι κάπως διαφορετικά τέτοιες μέρες. Παρόλα αυτά, κάνοντας αυτό το διαχωρισμό ουσιαστικά κρίνεις τις υπόλοιπες μέρες ως ανίερες. Όταν δε βρίζεις  επειδή "είναι άγιες μέρες" σημαίνει ότι τις υπόλοιπες, που δεν υπάρχουν ηθικοί ενδοιασμοί, επιτρέπεται να βρίζεις. Δεν αμαρτάνεις το δεκαπενταύγουστο ακριβώς επειδή είναι δεκαπενταύγουστος κι όχι επειδή ο τρόπος ζωής σου υποβάλλει να μην αμαρτάνεις.
   Το επόμενο που σκέφτομαι είναι τι ιδέα μπορεί να έχει μια τυχούσα ανώτερη ύπαρξη, η οποία παρακολουθεί τη συμπεριφορά των πιστών της. Όταν βλέπει ότι το δόγμα της ακολουθείται τις ιερές μέρες ευφραίνεται αλλά μόλις περάσει το κλίμα, όπου τα πάντα επιτρέπονται, κάνει τα στραβά μάτια;  Τι είδους θεός θα έκανε έναν τέτοιο διαχωρισμό; Οπότε είτε κάποιος υποτιμάει τη νοημοσύνη αυτού στο οποίο πιστεύει είτε η θεϊκή αυτή υπόσταση αυτοαναιρείται. Διότι ένα δόγμα που ακολουθείται περιστασιακά κι όχι καθολικά είναι για γέλια. Η δικαιολογία των περισσότερων είναι πως ακολουθούν τις τυπικότητες των ημερών λόγω παράδοσης. Ακόμα δεν καταλαβαίνω: δηλαδή κάνουν κάτι το οποίο δεν πιστεύουν οι ίδιοι, απλώς επειδή υπαγορεύτηκε από ανθρώπους χρόνια ή και αιώνες πριν;
   Παρόλα αυτά, εγώ ο αμαρτωλός, ή οποιοσδήποτε δεν επηρεάζεται από το κλίμα οποιωνδήποτε ημερών, έχουμε το ελεύθερο να ζούμε χωρίς ανωτέρω επιταγές. Όχι, δε θα δώσω χρήματα σε ζητιάνο επειδή είναι δεκαπενταύγουστος: είναι πράξη του φαίνεσθαι, πράξη υπαγορευμένη από αλλού και δε δείχνει καλοψυχία. Το να δώσεις χρήματα απλά επειδή το θέλεις, χωρίς να κοιτάξεις το ημερολόγιό σου, ε ναι, αυτό είναι δείγμα ηθικού ανθρώπου. Έπειτα, το να διαλέγεις να απέχεις από κάποια αμαρτία λόγω ημερών είναι παράλογο. Ή θεωρείς καθολικά μια πράξη κολάσιμη και δεν την κάνεις ή την έχεις "αποποινικοποιήσει" σύμφωνα με την προσωπική σου ηθική (είτε αυτό είναι ορθό είτε όχι). Όταν απέχεις προσωρινά αλλά ξέρεις ότι θα επιστρέψεις στην τάδε αμαρτία μεθαύριο, τότε δείχνεις στην καλύτερη περίπτωση αδύναμος χαρακτήρας και χειραγωγούμενος, και στη χειρότερη άνθρωπος χωρίς αρχές, κριτική σκέψη και επίπεδο. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας: όσο άσχημη είναι η εξύβριση των θείων τον δεκαπενταύγουστο, άλλο τόσο είναι και όλο τον υπόλοιπο χρόνο!  

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Ευτυχώς που υπάρχουν Θρίλερ

   Είναι να αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο οι άνθρωποι βλέπουν ταινίες τρόμου. Το βασικό στοιχείο αυτών των ταινιών είναι θαρρώ πως υπάγονται στις ταινίες θρίλερ (thrill = ενθουσιάζω): είναι υποσύνολό τους κι όχι ταυτόσημες έννοιες. Από αυτό απορρέει το συμπέρασμα πως βλέπουμε ταινίες τρόμου επειδή μας ενθουσιάζουν, μας εξιτάρουν. Τι το ενθουσιώδες υπάρχει όμως σε ένα ξεκοίλιασμα, μια δολοφονία, έναν βασανισμό ή ένα τερατούργημα;
   Για να εξηγήσω το γιατί θα πρέπει να πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή. Ο άνθρωπος λοιπόν (και δη η ψυχοσύνθεσή του) είναι κάτι το πολυδιάστατο και ασταθές. Τα συναισθήματα και οι σκέψεις του εκτείνονται από το ένα άκρο στο άλλο: χαρά και λύπη, ελπίδα και φόβος, ενθουσιασμός κι απελπισία, θαυμασμός και ζήλια. Όλα είναι απαραίτητα, όλα μας προσδιορίζουν και πλάθουν τον χαρακτήρα μας, τόσο τα καλά όσο και τα κακά. Αν ένας άνθρωπος γνώριζε μόνο τα θετικά ή μόνο τα αρνητικά συναισθήματα θα είχε μισή προσωπικότητα. Αλλά αυτό δε συμβαίνει. Παρατηρούμε ακόμα και σε ανθρώπους που πλέουν σε πελάγη ευτυχίας να υπάρχουν νέφη στεναχώριας, για πράγματα φαινομενικά ασήμαντα. Ένας πλούσιος και υγιής άνθρωπος αγωνιά για ένα ματς ποδοσφαίρου και στεναχωριέται σοβαρά αν η ομάδα του χάσει. Το ίδιο και στην αντίθετη περίπτωση: άνθρωποι που ζουν στη φτώχεια και τη μιζέρια χαίρονται με κάτι μικρό και ασήμαντο, το οποίο επ' ουδενί θα αλλάξει την άσχημη κατάστασή τους. Παραδείγματος χάρη, ένας άστεγος που ανάβει ένα τσιγάρο και φανερώνει μια στιγμιαία ευτυχία.
   Θα έλεγα πως τέτοιου είδους συναισθήματα είναι "υποκατάστατα" των "πραγματικών". Αυτός που βρίσκει παντού γύρω του ευτυχία δημιουργεί κάποια αγωνιώδη ή στενάχωρη κατάσταση κι εκείνος που ζει απελπιστικά άθλια δημιουργεί οάσεις ευτυχίας μέσα στην έρημο της κακομοιριάς του. Με άλλα λόγια, όταν δεν υπάρχει πραγματικός λόγος για κάποια συναισθήματα, δημιουργούνται δευτερεύοντες, ανούσιοι λόγοι. Κι αυτή είναι η ουσία της ανάγκης μας για ταινίες.
   Ο άνθρωπος που ζει μια βαρετή ζωή έχει ανάγκη να δει μια περιπέτεια και να ζήσει μέσα απ' αυτήν. Ο κλειστός και ακοινώνητος καίγεται για ταινίες με καταστάσεις που τον κάνουν να νιώθει κοντά στους υπόλοιπους, μέλος της κοινωνίας. Και φυσικά, αυτός που δε ζει σε κάποια κατάσταση πραγματικού φόβου, αναζητά τον πλασματικό, ψεύτικο φόβο που του δημιουργεί μια ταινία τρόμου. Κοινώς, έχουμε ανάγκη να υπάρχει φόβος στη ζωή μας και τον αναζητάμε με αυτό τον τρόπο.
   Συμπέρασμα; Ευτυχώς που υπάρχουν ταινίες τρόμου, ή γενικότερα θρίλερ, ταινίες που αυξάνουν την αδρεναλίνη. Διότι αυτό σημαίνει πως στην καθημερινότητά μας υπάρχει σχετική ηρεμία και γαλήνη. Δεν πιστεύω πως ένας άνθρωπος που ζει σε εμπόλεμη ζώνη ή ένας στρατιώτης εν καιρώ πολέμου έχει ανάγκη να δει τέτοιες ταινίες. Ζει τον τρόμο συνεχώς, υπάρχει πάντα γύρω του. Οπότε δε χρειάζεται να τον αναπλάσει. Αντίθετα, εκεί που δεν υπάρχει βία και τρόμος οργιάζουν τέτοιου είδους ταινίες. Θα έλεγα πως, όσο αναπτύσσεται αυτό το είδος ταινιών σε μια κοινωνία, τόσο πιο ευτυχισμένη είναι...


                                             
Θρίλερ, τρόμος, φαντάσματα, πνεύματα, ταινία, ανατριχίλα

Τρίτη 27 Μαΐου 2014

Η Έννοια του Μαλάκα

   Μαλάκας. Μια λέξη που ακούμε εδώ και δεκαετίες. Μια λέξη που συνηθίσαμε. Μια λέξη με την οποία κάνουν "τσ τσ" οι γιαγιάδες όταν την ακούνε από τα 12χρονα (και αν) εγγόνια τους, χωρίς να ξέρουν τι άλλο ξεστομίζουν τα καμάρια τους. Μια λέξη, τέλος, με καταβολές από την αρχαία ελληνική γλώσσα (συνώνυμη κάποτε του μαλθακός), με τόσο ποικίλη χρήση που πλέον δεν ξέρουμε καν τι πραγματικά σημαίνει. Ας αποπειραθούμε όμως, μέσα στην άγνοιά μας, να την εξετάσουμε.
   Αρχικά θέλω να εξετάσω τον πομπό κι έπειτα να περάσω στον δέκτη και στο κανάλι επικοινωνίας, αλλά τα παραδείγματα είναι πολλά, για να μην πω χαοτικά. Οπότε η εξέταση θα είναι αναπόφευκτα μεικτή. Πραγματικά, υπάρχει ίσως ένα 10% των Ελλήνων που να μην έχουν πει ποτέ αυτή τη λέξη. Οι υπόλοιποι, περήφανα, την αναμασάμε σαν καραμέλα. Μία χρήση είναι η προσφώνηση σε φίλο (έλα ρε μαλάκα, τι μαλάκας που είσαι κτλ), η αθώα θα έλεγα version της λέξης. Η δεύτερη είναι η χρήση της με αρνητικό τρόπο απέναντι σε ένα γνωστό μας πρόσωπο. Μια κοπέλα προς τον μαλάκα γκόμενό της, ένας φίλος προς το μαλάκα κολλητό του που τον στήνει συνεχώς, ένας πατέρας προς τον μαλάκα γιο του. Και η τρίτη, η συχνότερη, η προσφώνηση σε άγνωστους, που δεν τους ξέρεις αλλά εύκολα τους χαρακτηρίζεις.
   Είναι πολύ εύκολο να πεις κάποιον μαλάκα, παρά οτιδήποτε άλλο. Μπορεί έτσι να χαρακτηριστεί ο τεμπέλης εργαζόμενος, ο εγωιστής εργοδότης, ο διεφθαρμένος πολιτικός, ο λαϊκιστής δημοσιογράφος, ο άμπαλος ποδοσφαιριστής καθώς και πολλοί άλλοι. Είδατε πόσα ενοχλητικά επίθετα παρακάμπτονται με τη λέξη μαλάκας; Μας γλυτώνουν από υπερβολικές υστερίες και τσουχτερά παράπονα. Είναι ένας χαρακτηρισμός που προσδιορίζει χωρίς να χρειαστεί να προσδιορίσει κάτι: κι εκεί χάνεται το παιχνίδι. Αν οι λέξεις είχαν νοημοσύνη και δεν ήταν απλώς εργαλεία μας, θα πίστευα πως είναι πανέξυπνη λέξη. Και γι' αυτόν που την ξεστομίζει και γι' αυτόν που τη δέχεται. Διότι ο δέκτης πλέον έχει ανοσία. Για σκεφτείτε τι θα σας πειράξει περισσότερο: αν σας πει κάποιος μαλάκα ή οποιοδήποτε επίθετο από τα παραπάνω παραδείγματα; Ο τεμπέλης, διεφθαρμένος κτλ νιώθουν άσχημα και πρέπει να απολογηθούν. Ο μαλάκας όχι. Μπορεί κάποιος να σε πει μαλάκα και, αντί να παρεξηγηθείς, να γελάσεις χωρίς ενοχές.
   Κι έτσι περνάμε στο επόμενο επίπεδο. Σ' αυτό όπου η λέξη εκείνη, που είναι υποκατάστατο κάθε άλλης και 99% απενοχοποιημένη, χρησιμοποιείται και για "πταίσματα". Ή ακόμα χειρότερα, για υποψία αυτών. Μπορεί την ίδια μέρα να πεις μαλάκες δύο άτομα, από τα οποία το ένα είναι ένας πρωθυπουργός που κατέστρεψε τη χώρα του και το άλλο ο αδερφός σου που δεν τάισε τη γάτα. Διαφορετικής βαρύτητας εγκλήματα αλλά ίδιος ο χαρακτηρισμός! Σας φαίνεται δίκαιο; Κι όμως γίνεται. Κι έτσι καταλήγει ο εραστής να νιώθει αδικημένος που η κοπέλα του τον λέει μαλάκα, όπως έλεγε και τον πρώην της. Μια παρέα καταλήγει να είναι μια παρέα από μαλάκες, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους.
   Κι αυτός ήταν περί του μαλάκα ο λόγος. Δεν πιστεύω πως κάποιος ανάμεσά μας είναι άτρωτος απέναντί σ' αυτήν. Όλοι την χρησιμοποιήσαμε και όλοι γίναμε ο στόχος της. Αλλά be cool. Όπως είπαμε, ο καθένας που πιπιλάει αυτή την λέξη δεν έχει απαραίτητα και δίκαιο επειδή σου βάζει την ταμπέλα. Δε χρειάζεται να βροντοφωνάξεις πως δεν είσαι: απόδειξέ το.

ο μαλάκας, μαλακία, μαλακίζομαι, αυνανισμός, αυνανίζομαι, βλακεία

Κυριακή 18 Μαΐου 2014

Η Διεισδυτική Ικανότητα της Γλώσσας

   Έχω αναφέρει και παλιότερα το πόση αξία και βαρύτητα έχει η σωστή χρήση της γλώσσας. Μπορεί να ανοίξει πόρτες επαγγελματικές, κοινωνικές, να δέσει μια φιλία ή να ξεκινήσει μια σχέση. Ή από την άλλη να τα καταστρέψει όλα αυτά: έστω και μία μόνο λέξη! Δε λένε τυχαία πως η γλώσσα "κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει". Αλλά η οπτική γωνία του ομιλητή, η ικανότητα να μιλήσει και να εκφραστεί κανείς σωστά είναι η μία όψη του νομίσματος: η άλλη είναι τα συμπεράσματα που βγάζει κανείς ως ακροατής. Το κατά πόσο μπορεί να καταλάβει με ποιον έχει να κάνει...
   Ένα απλό παράδειγμα: ρωτάει κάποιος έναν άγνωστο που κάθεται στο λεωφορείο: "Μπορώ να κάτσω δίπλα σου;" Οι απαντήσεις ποικίλλουν και παίρνουμε ως δεδομένο πως μεταξύ των συνομιλητών δεν υπάρχει καμία οικειότητα. Ας τις πάρουμε μία μία:
   "Ναι". Η απλούστερη απ' όλες, αυτή που θα δώσει κάποιος που δε θέλει να αφήσει στίγμα του χαρακτήρα του ούτε να χρωματίσει ιδιαίτερα το λόγο του. Ούτε φιλική ούτε εχθρική. Η απάντηση του αποστασιοποιημένου ατόμου.
   "Ναι ρε". Αν ειπωθεί με ανάλαφρο τόνο, μπορεί να δείξει αυθορμητισμό. Σίγουρα πάντως δείχνει έλλειψη επισημότητας και ένα άτομο που δεν ασχολείται πολύ με τρόπους, πσοσχήματα ή προσέχει γενικότερα τα λεγόμενά του.
   "Παρακαλώ". Η ευγενική απάντηση. Αυτή που δείχνει τρόπους και παράλληλα δίνει έναν τόνο επισημότητας. Ο άνθρωπος αυτός πιθανότατα είναι τύπος που κρατάει τα προσχήματα και είναι ή μεγάλος σε ηλικία ή πολύ ώριμος για την ηλικία του.
   "Βεβαίως/φυσικά". Η επισημότερη απάντηση. Αυτή που αφήνει το στίγμα του πολιτισμένου και παράλληλα του εγκάρδιου ανθρώπου. Αυτού που δεν έχει πρόβλημα να σπάσει τον πάγο, χωρίς να παραλείψει παράλληλα να σταθεί στο ύψος του.
   "Μα ναι!". Η βιαστική απάντηση. Η απάντηση ενός ανθρώπου που πιθανότατα βιάζεται, εκπλήσσεται εύκολα και αφήνει πολλές φορές το άγχος του να κυριαρχήσει. Ο τύπος ανθρώπου που βιάζεται να απαντήσει για να μην παρεξηγηθεί ή δημιουργήσει πρόβλημα.
   "Μπορείς". Η "παιχνιδιάρικη" απάντηση. Θα την δώσει ο τύπος που έχει αίσθηση του χιούμορ ή αυτός που είναι τόσο παρατηρητικός από φυσικού του, που δίνει προσοχή και στα απλούστερα λεγόμενα ενός αγνώστου. Το μήνυμα που περνάει είναι πως οι οικειότητες είναι επιτρεπτές και ο ίδιος είναι ανοιχτός για συζήτηση.
   "Όχι". Η απλή άρνηση. Δεν είναι ουδέτερη απάντηση, όπως το ναι, ειδικά όταν οι συνομιλητές είναι άγνωστοι μεταξύ τους. Αντίθετα, δημιουργεί μια ψυχρότητα και δεν αφήνει περιθώρια για εξηγήσεις.
   "Όχι, με συγχωρείς". Η απολογητική απάντηση. Αυτή που θα δώσει ο άνθρωπος που νοιάζεται και κατανοεί τον άλλον και ενοχλείται από την ίδια την αδυναμία ή την απροθυμία του να βοηθήσει.
   "Αχ, είναι πιασμένη/περιμένω κάποιον". Αυτή και οι λοιπές παρόμοιες απαντήσεις αφήνουν να φανεί ένας χαρακτήρας συναισθηματικός. Η απολογία είναι πιο φανερή από την παραπάνω απάντηση και δίνεται έντονα η εντύπωση πως ο τύπος αυτός φοβάται μην παρεξηγηθεί. Πιθανότατα το φοβάται επειδή έχει συνηθίσει να σκέφτεται σε βάθος το καθετί και σε ανάλογη περίπτωση ο ίδιος θα παρεξηγιόταν.
   Με αυτό το απλό παράδειγμα θέλω να δείξω το πόση σημασία μπορεί να έχει για μια εντύπωση μια λέξη ή φράση. Το πόσες διαφορετικές περιπτώσεις μπορούν να εμφανιστούν στην ελάχιστη στιχομυθία με έναν ξένο. Φανταστείτε πόσο πλουσιότερα συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε όταν μιλάμε με έναν άνθρωπο με τον οποίο έχουμε οικειότητα ή και ανταλλάσσουμε πιο ουσιώδεις και λεπτομερείς πληροφορίες. Τελικά καμία συζήτηση δεν είναι τόσο απλή, αν σκεφτεί κανείς πως συμπεράσματα βγαίνουν με οτιδήποτε κι αν πούμε (ή δεν πούμε!)
   Τελικά, μπορούμε να διεισδύσουμε στη σκέψη του άλλου μόνο με την καλή γνώση της γλώσσας; Πιστεύω πως ναι. Ακόμα κι ως ακροατής, ο καθένας που προσέχει τα λόγια, τον τόνο και την έκφραση του λόγου του συνομιλητή του έχει κάνει μια μικρή "διείσδυση" στο μυαλό και στον χαρακτήρα του άλλου και, πάνω-κάτω, ξέρει με ποιον έχει να κάνει. Δεν είναι πάντα το ίδιο προφανές ούτε τα συμπεράσματα πάντα ασφαλή. Αλλά ένα είναι βέβαιο: αυτός που προσέχει τι λέει και τι ακούει, έχει ανοιχτό έναν ολόκληρο κόσμο μπροστά του, αόρατο για τον αμύητο: όποιον κατάσκοπο και να ρωτήσετε, είμαι σίγουρος πως θα συμφωνήσει μ' αυτό.

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Συμπεριφορά ως Συνήθεια

   Κάθε μορφή αλληλεπίδρασης και συμβίωσης μεταξύ ανθρώπων δημιουργεί μια κοινωνία. Μικρή ή μεγάλη, δεν έχει σημασία. Και ως κοινωνία, είτε αναφερόμαστε στον επαγγελματικό είτε στον οικογενειακό είτε σε οποιονδήποτε άλλο τομέα, υπάρχουν κανόνες: κανόνες σχέσεων. Αυτοί οι κανόνες παραμένουν πάγιοι, όσο και οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, οι οποίες βασίζονται στην ψυχολογία. Θα ήθελα να επεκταθώ σε ένα φαινόμενο αυτών των κανόνων σχέσεων, το οποίο αποκαλώ "συμπεριφορά ως συνήθεια".
   Πρώτα απ' όλα, τι εννοώ λέγοντας συμπεριφορά; Ως συμπεριφορά εκλαμβάνω κάθε αντίδραση, συναίσθημα, τρόπο έκφρασης που μπορεί να εφαρμόσει κάποιος απέναντι σε κάποιον (ή σε κάτι) άλλο. Αλλά πώς ταιριάζει η συνήθεια με αυτά;
   Τις περισσότερες φορές, η λέξη συνήθεια μας πηγαίνει συνειρμικά στο υλικό επίπεδο κι όχι στο πνευματικό/ψυχολογικό. Συνήθεια είναι να τρώω πολύ, να καπνίζω, να πίνω, οι δουλειές που κάνω κάθε πρωί, τα μέρη που συχνάζω κτλ. Ο κατάλογος είναι αμέτρητος. Παρόλα αυτά, αν σταθούμε στο επίπεδο συμπεριφοράς, μπορούμε να βρούμε στοιχεία κάποιου, τα οποία επαναλαμβάνονται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ισχύει λίγο-πολύ για όλους και αυτή η συνήθεια είναι, θα έλεγα, κακή.
   Φανταστείτε δυο φίλους σας. Ο ένας θυμώνει πολύ συχνά, ενώ ο άλλος σπάνια. Πέρα από το αυτονόητο, ότι δηλαδή αυτός που θυμώνει συχνά γίνεται φορτικός, υπάρχει και το άλλο μειονέκτημα: ο θυμός του χάνει το νόημά του. Δεν ταράζει πλέον τα νερά. Δεν φανερώνει τα όρια αυτού του ανθρώπου. Θα έλεγα ότι ο απέναντι κάποια στιγμή παθαίνει "ανοσία" στο θυμό και, σε κάθε ξέσπασμα του άλλου, ξεφυσάει και σκέφτεται "άντε πάλι απ' την αρχή". Απλά ανέχεται την κατάσταση και δεν ακούει καν τους λόγους και το πιθανό δίκαιο του άλλου. Τι θετικό βγαίνει απ' την κατάσταση αυτή; Τίποτα. Η σχέση μεταξύ τους απλά τρίβεται μέχρι κάποτε να ξεφτίσει...
   Από την άλλη, ο ηπιότερος φίλος είναι και πιο ευχάριστος. Δε δημιουργεί σύγχυση, κακή διάθεση, φορτικότητα στην ατμόσφαιρα. Αλλά τη μία φορά που θα το κάνει, έχει ήδη σηματοδοτήσει τα όριά του, έχει κερδίσει την προσοχή του απέναντι και πιθανότατα θα κερδίσει μια ενδεχόμενη αντιπαράθεση. Γιατί; Διότι ο απέναντι θα τον σεβαστεί και θα τον ακούσει, με βασικότατο παράγοντα αυτόν της έκπληξης! Ο αιφνιδιασμός αυτός που θα προκαλέσει το ξαφνικό ξέσπασμα θα κερδίσει τον άλλον, κατά πάσα πιθανότητα.
   Αυτές οι δύο περιπτώσεις περιπλέκονται ακόμα περισσότερο στον επαγγελματικό τομέα. Κι αυτό διότι τον εργοδότη δεν τον έχουμε διαλέξει. Έχουμε έναν ξένο, τον οποίο ανεχόμαστε να φωνάζει και να απαιτεί καθημερινά, μέχρι η κακή του συμπεριφορά να γίνει συνήθεια. Πλέον είμαστε αδιάφοροι, έχουμε συνηθίσει τα ντεσιμπέλ του. Και φυσικά χάνει το δίκιο του, δεν κερδίζει την προσοχή μας και πέφτει το επίπεδο εργασίας. Ενώ ένας εργοδότης ήπιων τόνων, που θα πατήσει πόδι σπάνια, θα κερδίσει πολλά και θα προσφέρει εξίσου πολλά σε εργασιακό επίπεδο. Αρκεί ο θυμός να μη γίνει συνήθεια...
   Μια ακόμα κακή συνήθεια των ανθρώπων, που φανερώνεται σε σχέσεις, κυρίως ερωτικές, είναι η ανταλλαγή δώρων και οι υποχωρήσεις (κι αυτές δώρα είναι κατά κάποιον τρόπο). Όταν ο ένας από τους δύο υποχωρεί συνεχώς, αυτό γίνεται μια κακή συνήθεια. Μετά από κάποιο διάστημα, όχι μόνο το "παιχνίδι" θα είναι μονόπλευρο, αλλά και οι απαιτήσεις του άλλου θα αυξηθούν! Δε θα υπολογίζει καν τη γνώμη του υποχωρητικού, διότι έχει συνηθίσει να κερδίζει κάθε αντιπαράθεση! Είναι κάτι καινούριο αυτό; Όχι φυσικά, η έλλειψη μέτρου πάντα φέρνει αστάθεια.
   Το παράδειγμα των δώρων πάλι. Είτε αυτά είναι ένα μπουκέτο λουλούδια είτε ένα κέρασμα είτε το πλύσιμο των πιάτων, καλό είναι να γίνονται μετρημένα. Η συνήθεια σκοτώνει βάναυσα κάθε καλή πρόθεση. Κι όχι μόνο αυτό αλλά και το δώρο χάνει την αξία του. Ο ένας πλέον έχει συνηθίσει να δίνει κι ο άλλος να παίρνει. Κι όταν αυτό κάποια στιγμή σταματήσει, αυτός που έπαιρνε συνεχώς παρεξηγείται! Είναι αχάριστος;
   Κατά τη γνώμη μου όχι. Ή τουλάχιστον δεν είναι απόλυτα αχάριστος. Απλά έτσι έμαθε. Ο/η σύντροφος τον κακοέμαθε, τα δώρα έγιναν μια συνήθεια και το φυσιολογικό, η ίση σχέση δηλαδή, δεν τον ικανοποιεί. Ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει πως πήρε τα δώρα σαν δεδομένα; Αφού ο άλλος τα έδινε απλόχερα χωρίς να απαιτήσει τα ίδια: πούλησε πολύ φτηνά, για να μην πω χάρισε, την καλοσύνη του και την αγάπη του. Και, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, μπορώ με ασφάλεια να πω πως αυτοί οι τόσο διαφορετικοί κόσμοι δε θα συγκλίνουν: ποτέ δε θα καταλάβει "αυτός που παίρνει" το πώς συνήθισε να είναι κακομαθημένος και ποτέ ο άλλος δε θα δεχτεί την αχαριστία που βρήκε μπροστά του.
   Τι είναι τελικά αυτό που κάνει τη συνήθεια στη συμβίωση, τη συνήθεια στη συμπεριφορά, τόσο κακό οδηγό; Πιθανότατα το στοιχείο της έκπληξης που λείπει. Το να ζεις δίπλα σε κάποιον που σε ξαφνιάζει καθημερινά, που σου θυμίζει γιατί είσαι δίπλα του. Αν μη τι άλλο, μια συμβίωση που υπάρχει από συνήθεια σε κάνει να ξεχνάς τους λόγους ύπαρξής της: η μονοτονία κάνει τη ζωή ανώφελη και το νόημα ξεθωριάζει. Ποιο συναίσθημα αντέχει στο χρόνο όταν δε συδαυλίζουμε πού και πού τη φωτιά του;  

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Δαμόκλειος Σπάθη

   Η φράση προέρχεται από ένα κείμενο του Κικέρωνα, όπου αναφέρεται η ιστορία του Δαμοκλή. Ο Δαμοκλής λοιπόν ήταν ένας αυλικός στο παλάτι του τυράννου των Συρακουσών της Σικελίας Διονυσίου του Πρεσβύτερου. Μαζί με πολλούς ακόμα αυλικούς του ο Δαμοκλής, κόλακας και φθονών τα μεγάλα πλούτη και τη δόξα του τυράννου, ζήλευε και επιθυμούσε την ανώτατη θέση και το θρόνο του.
   Στην ιστορία αναφέρεται μια σπάνια και πανέξυπνη κίνηση, που δείχνει την σοφία του Διονυσίου: επέτρεψε στον Δαμοκλή να πάρει τη θέση του για μία μόνο μέρα. Αυτό περιελάμβανε κάθε αγαθό του βασιλικού αξιώματος, φαγητά, διαταγές, περιποιήσεις κτλ. Ο Δαμοκλής, περιχαρής μέσα στην άγνοιά του, δέχτηκε. Καθώς απολάμβανε λοιπόν την ξεχωριστή μέρα με όποιο τρόπο μπορούσε, παρατήρησε στη μεγάλη τραπεζαρία ένα σπαθί, το οποίο κρεμόταν από πάνω του. Το όπλο κρατιόταν μόνο από τρίχες αλόγου και η σταθερότητά του ήταν επίφοβη. Απορημένος ρώτησε τον Διονύσιο περί αυτού. Και ο τύραννος του απάντησε πως αυτό το σπαθί το τοποθέτησε ο ίδιος εκεί και ήταν αυτό που του θύμιζε καθημερινά την υπευθυνότητα και τους κινδύνους της θέσης του. Ένας τύραννος δηλαδή, καθώς κατέχει την ανώτατη θέση, έχει την ανώτατη ευθύνη απέναντι στο λαό του και πρέπει να παίρνει τις αποφάσεις του αφού τις ζυγίσει σωστά, μιας και η παραμικρή απροσεξία μπορεί να του στοιχίσει πολλά. Ο Δαμοκλής, αφού αντιλήφθηκε την αλήθεια αυτής της δήλωσης, κατάλαβε το πόσο κοντόφθαλμος  ήταν. Επέστρεψε λοιπόν στην προηγούμενή του κατάσταση χωρίς πια να επιθυμεί αυτό που δε μπορούσε να ελέγξει.
   Η ιστορία αυτή είναι σχετικά απλή, με ένα προφανές για πολλούς ηθικό δίδαγμα. Παρόλα αυτά, μπορεί να μεταφραστεί με διάφορους τρόπους. Στον επαγγελματικό τομέα, ακούω συνεχώς παράπονα για όσους κατέχουν θέσεις γραφείων, θέσεις όπου δεν υπάρχει ιδιαίτερη σωματική κόπωση ή υπεύθυνες θέσεις με πολύ προσωπικό. Η αλήθεια είναι πως η πλειονότητα όσων κάνουν παράπονα είναι άτομα σε απλά και κατώτερα πόστα, οι οποίοι απλά επιθυμούν αυτό που δεν μπορούν να έχουν. Ποιος όμως από αυτούς θα μπορούσε να έχει αυτή την υπεύθυνη θέση; Ποιος κατανοεί το άγχος και την αέναη κόπωση του ανθρώπου ο οποίος έχει την έγνοια άλλων; Ποιος συνειδητοποιεί τη Δαμόκλειο Σπάθη της πνευματικής εργασίας;
   Η Δαμόκλειος σπάθη των πλουσίων, κατά τη γνώμη μου, είναι διττή: για όσους έβγαλαν με κόπους ζωής την διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία τους, είναι το σαράκι του να ζεις για να μεγεθύνεις τον πλούτο, καθώς και το άγχος της ασφάλειάς του από καταστροφές, επιτήδειους που τον εποφθαλμιούν, επίδοξους κληρονόμους, για να μην προσθέσω και τον κίνδυνο της ίδιας της ζωής του κατέχοντα. Για όσους πάλι απέκτησαν ξαφνικά μια μεγάλη περιουσία, η Σπάθη είναι θαρρώ η άγνοια της αξίας του ποσού, καθώς ποτέ τους δεν έμαθαν (και πιθανότατα δε θα μάθουν) τις δυσκολίες της  πραγματικής ζωής και το τι σημαίνει πραγματικά να κατέχεις αυτό που ο άλλος στερείται. Αυτό συχνά οδηγεί νεόπλουτους ή κληρονόμους μεγάλων περιουσιών σε αυτοκαταστροφικές λύσεις...
   Έπειτα, η Δαμόκλειος Σπάθη μπορεί να ερμηνευτεί και σε πιο απλά παραδείγματα: αυτός που ζει μόνος φθονεί αυτούς που έχουν σύντροφο, αγνοώντας την αξία της ελευθερίας του, αυτός που έχει κοφτερή σκέψη ζηλεύει τον μακάριο πτωχό τω πνεύματι, ενώ κατά βάθος ξέρει πως δε θα μπορούσε να ζει έτσι, ο σκληρά εργαζόμενος ζηλεύει τον συνταξιούχο αλλά μόλις ο ίδιος βγει στη σύνταξη, παθαίνει κατάθλιψη από την απραγία...
   Εν κατακλείδι, κάθε περίπτωση είναι ένα δίκοπο μαχαίρι. Ή, ακόμα καλύτερα, η ζωή είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις. Τη ζεις συνήθως μονόπλευρα, μέχρι να αποκτήσεις τη σοφία και την εμπειρία αμφοτέρων των πλευρών. Έτσι, καθώς γυρνάς το νόμισμα από την άλλη μεριά, βλέπεις την προλίγο αόρατη Δαμόκλειο Σπάθη να κρέμεται απειλητικά από πάνω σου...



Συρακούσες, Διονύσιος, Κικέρων, Δαμοκλής, σπαθί κρέμεται