Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Τυπολατρία και Ουσία

   Ας ξεκινήσω το σημερινό άρθρο με μία διευκρίνιση, που ίσως είναι αυτονόητη για τους περισσότερους: είναι διαφορετικό το να είναι κανείς τυπικός από το να είναι τυπολάτρης. Οι δύο έννοιες μοιάζουν αλλά έχουν άλλη βαρύτητα. Η πρώτη σημαίνει κοντολογίς το να έχει κάποιος αρχές, πρόγραμμα, σύστημα και να τα τηρεί επιμελώς. Η δεύτερη σημαίνει το να προσπαθεί κάποιος να τηρεί το λεγόμενο γράμμα του νόμου σε τέτοιο βαθμό, ώστε η προσπάθεια αυτή ξεπερνάει και αφήνει πίσω την πραγματική ουσία της ενέργειάς του. Οπότε η τυπολατρία, σε αντίθεση με την τυπικότητα, συχνότατα έρχεται σε αντίθεση με το νόημα μιας ενέργειας.
   Τρανό παράδειγμα η αντίθεση του Ιησού Χριστού με τους Φαρισαίους στην Καινή Διαθήκη. Οι κύριοι αυτοί ήταν επιδεικτικά τυπολάτρες στο θέμα της θρησκείας: έκαναν μεγάλες θυσίες, τηρούσαν ευλαβικά τις νηστείες κτλ. Ο Χριστός έφερε κάτι νέο και ουσιαστικό στην θρησκεία της εποχής, το οποίο αναγκαστικά διέλυσε συθέμελα κάθε είδος τυπολατρίας: έψαξε το πραγματικό νόημα του να υπάρχει θρησκεία και έφερε μια μεγάλη αλλαγή στο πώς την κατανοούσαν οι άνθρωποι. Φυσικά οι Φαρισαίοι ήρθαν σε αγεφύρωτη ρήξη μαζί του. Ήταν μια μάχη της τυπολατρίας με την ουσία.
   Βέβαια καλό θα ήταν να δούμε τα κίνητρα πίσω από την κάθε πλευρά. Από τη μία ο τυπολάτρης δείχνει υπερβάλλοντα ζήλο να δείξει ότι σέβεται κάτι, ότι είναι άξιος για κάτι ή ότι προσπαθεί για κάτι. Η προσπάθειά του είναι στραμμένη προς την κοινωνία επειδή έχει να αποδείξει στους άλλους (και κατά συνέπεια στον εαυτό του) πως κάνει το σωστό. Ακολουθώντας το γράμμα του νόμου ή της λατρείας επακριβώς λειτουργεί ως τελειομανής, θεωρώντας τις ενέργειές του απόλυτα σωστές και αδιαμφισβήτητες. Από την άλλη αυτός που ψάχνει για το πραγματικό νόημα κάνει ενδελεχή έρευνα στο τι πιστεύει και στο τι κάνει. Για να βρει τον δρόμο του πραγματοποιεί συστηματική ενδοσκόπηση και τελικά καταλαβαίνει ακριβώς τι πιστεύει και γιατί το πιστεύει. Δεν αφήνει αμφιβολίες στον εαυτό του και σπανίως ενδιαφέρεται να αποδείξει στην κοινωνία το νόημα των ενεργειών του. Φυσικά για να φτάσει σε αυτό το επίπεδο πρέπει να απαλλαγεί από πολλές προλήψεις, έθιμα και συνήθειες της εποχής του. Με λίγα λόγια οφείλει και καταφέρνει να είναι μπροστά από την εποχή του. Γι' αυτό εκείνοι που ανήκουν στην δεύτερη κατηγορία μετριούνται στα δάχτυλα και είναι παραδείγματα προς μίμηση.
   Το να λειτουργείς όπως έμαθες, όπως συνήθισες κι όπως σε διατάζουν είναι το εύκολο. Επίσης, το να ενεργείς χωρίς να χρειάζεται να κατανοείς ή να δίνεις νόημα γίνεται χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Μπορεί να το κάνει ο καθένας. Οπότε δεν ξεχωρίζεις ούτε γίνεσαι καλύτερος με το να τηρείς ευλαβικά τους τύπους: έχεις γίνει ένα με το σύστημα (με ένα σύστημα που δεν έψαξες και δεν καταλαβαίνεις) και κυλάς στην δική του ροή. Όταν κοιτάζω την σημερινή κοινωνία βλέπω κάτι τέτοιο: μια συντριπτική πλειοψηφία που ακολουθεί τους τύπους με βάση τις συνήθειες και τον τρόπο που είναι προγραμματισμένη να σκέφτεται και στον αντίποδα μια απελπιστικά μικρή μειοψηφία που είναι μπροστά από την εποχή της, ακριβώς επειδή ξεπέρασε τα όρια και τα δεσμά της.
   Όσον αφορά την θρησκεία, η ειρωνεία είναι πως οι πιο τυπολάτρες χριστιανοί, εκείνοι που ισχυρίζονται με πάθος πως πιστεύουν, πως κάνουν το σωστό και πασχίζουν να φέρουν και τους άλλους στον ίσιο δρόμο, δεν είναι παρά προγραμματισμένοι να σκέφτονται όπως τους έμαθαν. Δεν έκαναν ούτε ένα βήμα εμπρός σε σχέση με τα πιστεύω που διδάχθηκαν. Για να μην αδικώ το σύνολο, ξέρω πως υπάρχουν και αυτοί οι λίγοι οι οποίοι πραγματικά καταλαβαίνουν το νόημα της θρησκείας τους. Το σίγουρο είναι πως δεν περιορίζονται σε νηστείες, εκδηλώσεις κι εκφράσεις που τάχα αποδεικνύουν στην κοινωνία τα πιστεύω τους, και δραματοποίηση της ύπαρξής και της πίστης τους. Οπότε έχουμε μια τεράστια μερίδα ανθρώπων που θεωρούν πως η ζωή τους είναι πολύ κοντά σε αυτήν του Χριστού και ουσιαστικά αντιγράφουν σε απόλυτο βαθμό την νοοτροπία των Φαρισαίων, με τους οποίους εκείνος εναντιώθηκε! Ενώ οι λίγοι που καταλαβαίνουν το νόημα της αγάπης και δεν νιώθουν την ανάγκη να το διατυμπανίσουν ή να γίνουν το επίκεντρο της προσοχής, είναι ουσιαστικά πολύ πιο κοντά. Αν δεν είναι αυτή (τραγική) ειρωνεία, τότε ποια είναι;
   Ας γίνω πιο συγκεκριμένος. Ο τυπολάτρης θα κάνει τις ευχές που έμαθε να κάνει, γενικές, αόριστες και άνευ νοήματος, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Θα ευχηθεί στις 25 Δεκεμβρίου, στη 1 Ιανουαρίου, την Κυριακή του Πάσχα, στις εθνικές επετείους και σε άλλες "σημαντικές" μέρες. Δεν ξέρει τι εύχεται, δεν ενδιαφέρεται αν είναι κάτι πραγματοποιήσιμο. Προτιμά τις βαρυσήμαντες, απόλυτες ευχές που τον κάνουν να δείχνει μεγαλόψυχος και καλόκαρδος. Έχει κάνει το χρέος του. Η αντίπερα όχθη δεν θα ευχηθεί έτσι: έχει ξεπεράσει το ψέμα των "σημαντικών" ημερών και ξέρει πως η ευχή στις 23 Δεκεμβρίου δεν διαφέρει καθόλου από αυτήν στις 25 Δεκεμβρίου. Έχει ξεφύγει από τις επιταγές της κοινωνίας και τα άνευ νοήματος έθιμά της. Κι όταν ευχηθεί θα το εννοεί ειλικρινά, θα είναι κάτι πραγματοποιήσιμο και μάλιστα θα προσπαθήσει ίσως κι ο ίδιος να το κάνει πραγματικότητα!
   Όσον αφορά τις ελεημοσύνες, που είναι πράξεις αγάπης (συνήθως), ο τυπολάτρης θα δώσει κάτι σε συγκεκριμένες ημερομηνίες (μέρες που είναι...) και θα το κάνει μπροστά σε κόσμο: είπαμε, θέλει να αποδείξει στην κοινωνία πως είναι ελεήμων. Αντιθέτως ο άλλος θα βοηθήσει κρυφά, δεν θα μιλήσει ιδιαίτερα γι' αυτό και θα το κάνει όταν και όποτε το λέει η καρδιά του, όχι όποτε είθισται ή του έχουν πει. Όσον αφορά τις σχέσεις του με τους άλλους, ο τυπολάτρης θα πασχίσει να φερθεί ευγενικά σε κάποιον μπροστά σε κόσμο, ειδικά όταν είναι κάποια "σημαντική μέρα", τηρώντας τους τύπους, ενώ σε άλλη περίσταση, κρυφή ή καθημερινή, δεν θα διστάσει να δείξει το αληθινό του πρόσωπο απέναντι στον ίδιο άνθρωπο. Αντιθέτως, εκείνος που ενεργεί ζητώντας το νόημα δεν ενδιαφέρεται για την περίσταση, την ημέρα ή το ποιος είναι μπροστά: θα δείξει με ειλικρίνεια τα πραγματικά του αισθήματα οποτεδήποτε έχει την δυνατότητα να το κάνει, χωρίς να νοιάζεται αν το ζητάει η μέρα, η ώρα και το έθιμο.
   Γενικότερα ο τυπολάτρης υπεραγαπάει τα έθιμα και τις τυποποιημένες ημέρες, ακριβώς επειδή του επιτάσσουν τι να σκεφτεί και πώς να ενεργήσει. Δεν χρειάζεται να σκεφτεί ο ίδιος. Λειτουργεί όπως έμαθε χωρίς φόβο για κριτική, μιας κι έχει κρυφτεί πίσω από τη μάζα. Το "αντίπαλο δέος" αντιπαθεί ή απλά ανέχεται τις τυποποιημένες μέρες ή ενέργειες επειδή έχει μάθει να λειτουργεί με τον δικό του τρόπο και εκνευρίζεται όταν του επιβάλλουν τι να σκέφτεται ή πώς να ενεργεί. Δεν ανήκει στη μάζα, δεν επιθυμεί να κρυφτεί μέσα στο κοπάδι.
   Υπάρχει όμως κι άλλη μια ιδέα την οποία η μεγάλη μάζα ακολουθεί τυπολατρικά: η πατρίδα. Οι τυπολάτρες πατριώτες αγαπάνε την πατρίδα τους (ή την θυμούνται) στις εθνικές επετείους. Αν κρεμάσουν σημαία έξω από το σπίτι τους και εκφράσουν την φιλοπατρία τους εκείνες τις ημέρες, έχουν κάνει το χρέος τους για φέτος. Του χρόνου πάλι. Κι αν κάποιος δεν κάνει τα παραπάνω, μαύρο φίδι που τον έφαγε. "Δεν αγαπάει, δε σέβεται...".
   Κατά τη γνώμη μου η ιδέα της πατρίδας είναι εξαιρετικά ασαφής. Στην πραγματικότητα ο καθένας μπορεί να την υπηρετεί και να την αγαπάει με τον δικό του τρόπο με απαραίτητη προϋπόθεση να καταλαβαίνει τι ακριβώς υπηρετεί/αγαπάει. Το πρώτο βήμα είναι να κάνει ερωτήσεις στον εαυτό του μέχρι να έχει ξεκαθαρίσει με απόλυτη ακρίβεια πώς καταλαβαίνει ασαφείς, γενικές έννοιες όπως αυτήν. Μέχρι να το κάνει, κάθε σχετική πράξη του θα είναι άστοχη και θα πέφτει στο κενό. Μόνο όταν ολοκληρωθεί το πρώτο βήμα και ξέρει δίχως καμία αμφιβολία και με ακριβή ορισμό σε τι πιστεύει και τι εννοεί, μπορεί να προχωρήσει στο δεύτερο βήμα: να προσπαθήσει έμπρακτα υπέρ αυτού.
   Το πρόβλημα, κατ' εμέ, είναι πως τέτοιες έννοιες έχουν επίτηδες δημιουργηθεί για να είναι ασαφείς. Διότι όταν κάποιος καταλάβει σε βάθος περί τίνος πρόκειται, υπάρχει η περίπτωση να του γυρίσει την πλάτη. Οι τυπολάτρες βέβαια είναι εκείνοι που νομίζουν και θέλουν να δείχνουν πως στηρίζουν τέτοιες έννοιες, κάνοντας βέβαια τυφλά βήματα στο σκοτάδι. Εκείνοι που ψάχνουν και ζητάνε να μάθουν με ακρίβεια τι είναι αυτό που υπηρετούν μπορούν να ενεργήσουν ουσιαστικά υπέρ του. Απλά δεν δεσμεύονται από ημέρες, ώρες και περιστάσεις ούτε από μαζική υστερία και εκφράσεις έκδηλου ενθουσιασμού. Τα παραπάνω γίνονται για εντυπωσιασμό και για να βρει το δρόμο το κοπάδι, κάτι που αφήνει παγερά αδιάφορο εκείνον που ζητά το νόημα και την ουσία. Για εκείνον, η 27η Οκτωβρίου είναι το ίδιο σημαντική με την 28η Οκτωβρίου. Αγαπά αυτό που θεωρεί πατρίδα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, στην ίδια ακριβώς ένταση και χωρίς επιδειξιομανία.
   Εξάλλου τι σημαίνει επέτειος; Τι σημαίνει ετήσιος εορτασμός; Γιατί υπάρχουν; Ίσως υπάρχουν για να μας κάνουν να θυμόμαστε μία φορά τον χρόνο (τουλάχιστον) τι πρέπει να πιστεύουμε ή να αγαπάμε. Πιστεύετε ειλικρινά πως κάποιος που έχει μέσα του βαθιά ριζωμένο τον θαυμασμό, την εκτίμηση και την αγάπη για κάποια πρόσωπα και ορισμένες έννοιες έχει ανάγκη από επετείους; Έχει ανάγκη την υστερική εξωτερίκευση της δικής του άποψης σε αντιδιαστολή με την αντίθετη; Δεν θα το έλεγα. Όταν κάποιος έχει μια ιδέα ή κάποια ιδανικά μέσα του, τα έχει συνεχώς. Δεν χρειάζεται ετήσια ξυπνητήρια ούτε τυπολατρίες. Έχει ψάξει κι έχει κατακτήσει την ουσία.

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016

Μια Παρέα στο Μικροσκόπιο

   Όταν κοιτάμε από μακριά μια παρέα, συνήθως μας έρχεται μια εσφαλμένη εικόνα: πως στην παρέα αυτή όλοι είναι ίσοι, όλοι διασκεδάζουν με όλους και όλοι γνωρίζουν καλά τους υπολοίπους. Βέβαια για να επιβεβαιώσουμε ή να καταρρίψουμε αυτό το συμπέρασμα θα πρέπει να δούμε μια παρέα στο μικροσκόπιο. Και τότε φυσικά θα καταλάβουμε πως τα πράγματα δεν είναι καθόλου ισότιμα: η πολιτική ορθότητα δεν έχει παρεισφρήσει τόσο στις ζωές μας.
   Σε κάθε παρέα συχνά υπάρχει ένας, κατά κάποιον τρόπο, "αρχηγός". Αυτός που έχει πιο στενές σχέσεις με τους περισσότερους, αυτός που συνήθως κανονίζει τόπο και χρόνο συνάντησης, αυτός από τον οποίο η πλειοψηφία περιμένει αποφάσεις ή απλά αυτός που είναι πιο ευθύς, εξωστρεφής ή θρασύς. Από αυτόν ξεκινά η ιεραρχία. Έπειτα ακολουθούν οι πιο κοντινοί του άνθρωποι, εκείνοι που εμπιστεύεται ή εκτιμά και τέλος οι υπόλοιποι: εκείνοι που εμφανίζονται πιο αραιά στην παρέα, εκείνοι που δεν χαίρουν εκτιμήσεως ή τα πρόσωπα που κάνουν μία στο τόσο την τιμητική τους. Αυτή είναι, έστω και χοντροκομμένα, η ιεράρχηση κάθε παρέας. Και συνήθως αυτή η ιεράρχηση έρχεται φυσικά, χωρίς να χρειαστεί να συζητηθεί κάτι. Ο καθένας αποδέχεται τον ρόλο του ή την θέση του, καταβάλλει προσπάθειες για να αλλάξει ή αποχωρεί.
   Ο καθένας μας έχει συνήθως πάνω από μία παρέα. Βέβαια για να θεωρηθεί ότι κάποιος έχει "παρέα" θα πρέπει να καλύπτονται οι εξής όροι: οι σχέσεις να είναι φιλικές, όχι απλά και μόνο επαγγελματικές ή αναγκαστικής φύσεως, να βρίσκονται τακτικά και να υπάρχει επαφή ανάμεσά τους. Υπάρχουν παρέες οι οποίες έχουν έναν κοινό προσανατολισμό, κοινή καταγωγή, κοινό χιούμορ και δείχνουν να είναι απροσπέλαστες, κλειστού τύπου. Κάτι σαν κάστες. Σε τέτοιες παρέες καλό είναι να αποφεύγει κάποιος να εισέρχεται, διότι θα βρεθεί μπροστά σε πολλές αμήχανες καταστάσεις και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα αποκλεισμού.
   Πώς τώρα μπορεί οποιοσδήποτε να αξιολογήσει αν η παρέα του ή κάποια από αυτές είναι "καλή"; Κάποιες φορές συνειδητοποιούμε πως δεν έχουν αλλάξει και πολλά από την παρέα του δημοτικού. Καλή (για κάποιον) παρέα είναι κατά πάσα πιθανότητα εκείνη στην οποία χαίρει εκτιμήσεως, κερδίζει (υλικά και πνευματικά), βρίσκει ενδιαφέρον και κατανόηση. Αντίθετα, κακή παρέα είναι εκείνη στην οποία δεν ισχύουν οι βασικές προϋποθέσεις: εκτίμηση και εμπιστοσύνη.
   Πώς καταλαβαίνει κάποιος ότι δεν υπάρχει εκτίμηση στο πρόσωπό του; τον διακόπτουν συχνά. Δεν υπολογίζουν τη γνώμη του. Οι υπόλοιποι δεν συζητάνε θέματα που τον ενδιαφέρουν ή αλλιώς, συζητάνε μανιωδώς θέματα που δεν τον ενδιαφέρουν χωρίς να σκέφτονται ότι βαριέται. χωρίς να κάνουν νύξη στο πρόσωπό του ή να κάνουν μια έστω απέλπιδη προσπάθεια να τον εντάξουν στη συζήτηση. Δεν τον υπολογίζουν, δεν τον ρωτάνε, δεν λαμβάνουν υπόψη την γνώμη του για το μέρος και τις ώρες των συναντήσεων, τον αφήνουν συχνά απ' έξω. Ή συνδυασμός των παραπάνω.
   Πώς καταλαβαίνει κάποιος ότι δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του: νιώθει πως δεν μπορεί να εκμυστηρευτεί οτιδήποτε σημαντικό για εκείνον στην παρέα. Ή όταν το κάνει βλέπει πως οι υπόλοιποι ξεκάθαρα ή επιδεικτικά αγνοούν την σημασία του θέματος και τον περιγελούν ή κάνουν κακοπροαίρετα σχόλια. Μένει πολύ συχνά έξω από το θέμα. Ή μιλάνε χαμηλόφωνα μπροστά του για να μην ακούσει τι λένε. Ή μιλάνε σκόπιμα με υπονοούμενα και δικό τους κώδικα επανειλημμένα, τον οποίο το άτομο αυτό δεν καταλαβαίνει.
   Επιπλέον, είναι μεγάλο ζήτημα να καταλαβαίνει μια παρέα την συναισθηματική κατάσταση των μελών της. Αν δεν το κάνει, αρχίζουν οι παρεξηγήσεις. Εξίσου σημαντικό είναι να πιάνουν όλοι την ατμόσφαιρα στην οποία κυμαίνεται η εκάστοτε παρέα ή μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ένα άτομο μπορεί να καταλάβει ότι ανήκει σε μια παρέα τη στιγμή πριν βρεθεί μαζί της ή τη στιγμή που φεύγει από αυτήν μετά την συνάντηση. Εκείνη είναι η κατάλληλη ώρα για να αναλογιστεί τα πράγματα και να συμπεράνει τι συμβαίνει. Συχνές ερωτήσεις που καλό είναι να κάνει κανείς στον εαυτό του: Πέρασα καλά; Ένιωσα πως με καταλαβαίνουν; Άξιζε η έξοδος; Με ενόχλησε κάτι; Κι αν ναι, είναι σοβαρό ή όχι; Αξίζει η παρέα με αυτά τα άτομα στο σύνολό της;
   Η παρέα όμως απαρτίζεται φυσικά από άτομα. Τα οποία άτομα είναι διαφορετικά μεταξύ τους. Έτσι, με τον καιρό ζυμώνονται σχέσεις, καλές ή κακές, ανάμεσα σε πρόσωπα. Αυτές οι σχέσεις είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη και τα προβλήματα να συζητιούνται, προτού γίνουν ενεργά ηφαίστεια και υπάρξουν ανεπανόρθωτες παρεξηγήσεις. Η αλήθεια είναι ότι δύσκολα μπορεί κανείς να προβλέψει κάθε σχέση ενός μέλους με κάθε άλλο. Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι δύσκολες και περίπλοκες. Μπορούν όμως να βγουν κάποια συμπεράσματα, αν κάποιος κάτσει να σκεφτεί και αξιολογήσει τις σχέσεις του με καθένα από τα υπόλοιπα άτομα της παρέας του.
   Παραδείγματα σχέσεων μέσα σε μια παρέα είναι τα εξής: Εκείνος που θαυμάζω. Εκείνος που ζηλεύω. Εκείνος που εμπιστεύομαι περισσότερο. Εκείνος που ανοίγει ενδιαφέροντα θέματα. Εκείνος που γενικά είναι πιο κοντά σε μένα. Εκείνος για τον οποίο αδιαφορώ πλήρως. Εκείνος που φοβάμαι.
   Για το τελευταίο πρόσωπο χρειάζεται, θαρρώ, επεξήγηση. Τι πάει να πει "φοβάμαι"; Στο δημοτικό ήταν εκείνος που μπορούσε να με χτυπήσει αν μαλώναμε. Ο δυνατός και παράλληλα οξύθυμος. Στις παρέες ενηλίκων, όπου σπάνια υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, φοβάμαι σημαίνει δεν κατανοώ και δεν εμπιστεύομαι τις ιδέες και τις αντιδράσεις του (ίσως χρησιμοποιώ κάπως καταχρηστικά τον όρο). Εκείνος που θα πετάξει εύκολα μια ανεπανόρθωτη χοντράδα, θα κάνει θέματα και σκηνές χωρίς προφανή λόγο και θα εκθέσει κάποιον ή την ίδια την παρέα σε ορισμένες περιστάσεις. Οπότε το "φοβάμαι" πηγαίνει μαζί με το "δεν εμπιστεύομαι" και "δεν εκτιμώ".
   Το ενδιαφέρον στο παραπάνω ζήτημα είναι πως αυτή η αξιολόγηση που θα κάνει κάποιος στα μέλη της παρέας του (και χρειάζεται αρκετή σκέψη και ανάλυση για το κάθε άτομο προτού προβεί σε συμπεράσματα) έχει κι άλλο αποτέλεσμα. Μπορεί να αξιολογήσει τι από τα παραπάνω είναι ο ίδιος στα μάτια του καθενός από τα άτομα της παρέας του. Ποιος με εμπιστεύεται; Ποιος με θεωρεί κοντινό του φίλο; Ποιος με εκτιμά και ποιος όχι; Ποιος με θαυμάζει; Σε ποιον προκαλώ το ενδιαφέρον και σε ποιον την αδιαφορία και γιατί; Ποιος με φοβάται; Γιατί με φοβάται;
   Για να καταλάβει λοιπόν κανείς την θέση του σε μια παρέα πρέπει οπωσδήποτε να επενδύσει χρόνο για να καταλάβει την προσωπικότητα του καθενός μέσα στην παρέα και την σχέση του με τον ίδιο. Αν δεν έχει την διάθεση να το κάνει, οι παρεξηγήσεις θα έρθουν σύντομα. Βέβαια είναι αναπόφευκτο να δημιουργηθούν προβλήματα σε οποιαδήποτε παρέα, όμως το ζήτημα είναι να είναι κανείς προετοιμασμένος από πριν. Είναι πιο έτοιμος και πιο αποτελεσματικός ο καπετάνιος που βλέπει την καταιγίδα από μακριά. Ναι, σε μια παρέα χρειάζεται μεγάλη παρατηρητικότητα. Εκτός αν κάποιος δεν ενδιαφέρεται, οπότε μοιραία θα βρεθεί προ εκπλήξεως (ή εκπλήξεων).
   Μάλλον θα αναρωτηθεί κάποιος σε αυτό το σημείο: και τι μπορώ να κάνω για να καταλάβω τον άλλον; Να μπω στο μυαλό του; Και αυτό, μόνο που είναι αρκετά δύσκολο κομμάτι. Η απάντηση συνήθως είναι άλλη: με πειραματισμούς. Το κάθε άτομο, για να καταλάβει το ποιόν οποιουδήποτε άλλου μέλους της παρέας του πολλές φορές θα πειραματιστεί, κατά λάθος ή επίτηδες, μαζί του. Και υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη πειραματισμού:
   Πρώτον, η επαφή με το χρήμα. Κέρνα και δέξου το κέρασμα. Δώσε λεφτά σε κάποιον (ακόμα κι ένα ευτελές ποσό φανερώνει πολλά) και ζήτα του όταν βρεθείς σε (έστω και μικρή) ανάγκη. Δες τις αντιδράσεις του. Την πιθανή επιπολαιότητα με την οποία διαχειρίζεται το χρήμα. Ή αντίθετα, τον δισταγμό του, που μπορεί να προδίδει έλλειψη εμπιστοσύνης. Μάθε πόσο ζυγίζει στο μυαλό του το χρήμα και πόσο ο άνθρωπος.
   Δεύτερον, η επαφή με τρίτους. Παρατήρησέ τον στο πώς μιλάει με "ανωτέρους" του: γονείς, αφεντικό, μεγαλύτερους σε ηλικία, ελεγκτικά όργανα, αξιωματούχους. Μπορείς να βγάλεις πολλά συμπεράσματα απ' αυτό. Η ειλικρίνεια, η ήρεμη στάση και η σοβαρότητα κερδίζουν πόντους. Η δουλοπρέπεια, οι άνευ λόγου και αιτίας υποχωρήσεις και οι κουτοπονηριές χάνουν πόντους. Στο πώς μιλάει με "κατωτέρους" του: με μικρότερους σε ηλικία, με παιδιά, με υπαλλήλους που είναι υποχρεωμένοι να τον εξυπηρετήσουν, με ζώα. Η συμπόνοια, η κατανόηση, η ευγένεια, η βοήθεια χωρίς ανταπόδοση και το ενδιαφέρον δίνουν πολλούς πόντους. Η σκληρότητα, η αδιαφορία, η προκλητικότητα και η αυταρχικότητα χάνουν ακόμα περισσότερους. Έτσι, μετά από προσεκτική παρατήρηση καταλαβαίνει κανείς το ποιόν κάποιου και πώς λειτουργεί. Συνεπώς, μπορεί να αντιμετωπίσει και να αξιολογήσει τις αντιδράσεις του, καθώς και να αποφευχθούν οι κακοτοπιές.
   Τρίτον, η ανάλυση απόψεων. Ο καλύτερος τρόπος να μπει κανείς στο μυαλό κάποιου είναι να του προσφέρει ένα αμφιλεγόμενο θέμα ηθικής φύσεως και να ακούσει προσεκτικά τις απόψεις του. Φαίνονται πολλά έτσι. Από αυτά μπορεί κανείς να συμπεράνει πράγματα για τον εσωτερικό κόσμο του άλλου και να δικαιολογήσει ή όχι τυχόν αντιδράσεις του προς τον ίδιο. Αυταρχικότητα, απόλυτος τρόπος σκέψης, επιθετικότητα, αντιδραστικότητα, ακραίες ιδέες, βίαιη συμπεριφορά, εκκεντρικότητα, όλα θα βγουν στη φόρα μέσα από 5-6 τέτοια θέματα.
   Όσον αφορά την ίδια την παρέα, μπορούν να γίνουν κι εκεί πειραματισμοί, οι οποίοι θα έχουν χάσει ίσως τον προσωπικό τόνο τους. Θα είναι λίγο-πολύ καθολικοί. Πρώτον η πρόσκληση άλλων φίλων στην παρέα, οι οποίοι είναι άγνωστοι με την παρέα. Πώς θα φερθεί η παρέα σε αυτούς; Πολλά συμπεράσματα εξάγονται και για την παρέα αλλά και για την εικόνα που έχουν για το μέλος της όταν έρχεται ο άγνωστος φίλος. Πόντους παίρνει η παρέα από το "καλωσόρισμα" του φίλου, το ενδιαφέρον των άλλων, την εύρεση κοινών, ευχάριστων θεμάτων για συζήτηση και την γενική αποδοχή του από την παρέα, πράγμα που καθρεφτίζει την καλή εικόνα της παρέας. Χάνουν πόντους η αδιαφορία, η έλλειψη ενδιαφέροντος, η έλλειψη οποιασδήποτε αλλαγής στην ατμόσφαιρα με την άφιξη του νέου προσώπου, το οποίο μοιάζει αόρατο για τους άλλους.
   Δεύτερον, η επαφή της παρέας με τον/την σύντροφο κάποιου μέλους της. Πώς θα φερθεί η παρέα; Πόντους παίρνουν η διακριτικότητα, η ευγένεια, το ευχάριστο κλίμα, τα ήπια και συνετά κοπλιμέντα για το ζευγάρι ως σύνολο και (το σημαντικότερο κατ' εμέ) το να παρουσιάσει η παρέα το μέλος της ως κάποιον σημαντικό και ενδιαφέροντα μπροστά στον/στην σύντροφό του. Πόντους χάνουν η αδιακρισία, η αγένεια, η αδιαφορία για το πρόσωπο, τα κακοπροαίρετα σχόλια και η ζήλια. Εδώ βέβαια υπάρχουν και παραπτώματα που όχι μόνο χάνουν πόντους αλλά που επιβάλλουν στο μέλος να φύγει ταχέως από την παρέα: Προσπάθεια μελών να προσεγγίσουν προσωπικά τον/την σύντροφο, η συστηματική υποτίμηση του μέλους-συντρόφου επιδεικτικά μπροστά στο πρόσωπο, καθώς και η προσπάθεια κάποιων να δημιουργήσουν παρεξηγήσεις ή να υποδαυλίσουν τσακωμούς. Εκεί τα πράγματα είναι εξαιρετικά άσχημα.
    Τρίτον, η επαφή της παρέας με σοβαρά προβλήματα. Αυτό θα έλεγα πως είναι αυτονόητο. Όσο καλή κι αν κρίνεται μια παρέα στις εύκολες καταστάσεις, τι θα κάνει σε δύσκολες περιπτώσεις για κάποιο μέλος της; Θα βοηθήσει το μέλος της που έχει πρόβλημα, θα το συμπονέσει, θα του προσφέρει έστω λύσεις; Ή αντιθέτως θα αδιαφορήσει, θα το στριμώξει και θα του προξενήσει κι άλλα προβλήματα; Επιπροσθέτως, τι θα κάνει η παρέα σε μια δύσκολη περίσταση που επηρεάζει τους πάντες; Παραδείγματος χάρη, σε ένα τροχαίο ατύχημα, σε μια απρεπή συμπεριφορά αγνώστων προς την παρέα, σε πιθανούς κινδύνους; Εκεί όχι μόνο θα φανεί η προσωπικότητα του καθενός αλλά και το δέσιμο ή η χαλαρότητα στους δεσμούς της παρέας.
    Είπαμε, οι ανθρώπινες σχέσεις είναι δύσκολες και περίπλοκες. Συχνότατα και απρόβλεπτες. Όποιος δεν είναι έτοιμος ή πρόθυμος να αντιμετωπίσει την προσωπικότητα του άλλου ή των άλλων ομαδικά, καλό θα είναι να είναι έτοιμος για φουρτούνες.

Παρέα, προβλήματα, σχόλια, ζήλια, σχέσεις

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

Αν είχαν Φωνή τα Αυτοκίνητα

   Τα αυτοκίνητα δεν έχουν φωνή: είναι άψυχα εργαλεία που υπάρχουν για να μας εξυπηρετούν. Παρόλα αυτά, είμαστε τόσο δεμένοι με δαύτα ώστε τους δίνουμε ονόματα, ξοδεύουμε χρόνο και χρήμα για την καλή κατάστασή τους, τους δίνουμε ονόματα και κάποτε στεναχωριόμαστε όταν χρειάζεται να τα αποσύρουμε. Είναι σύντροφοι που περνάμε αρκετές ώρες της καθημερινότητας μαζί τους: πολλές φορές τις πιο δύσκολες και πιο αγχωτικές. Αφού όμως τους έχουμε αποδώσει τόσα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, γιατί να μην τους δώσουμε και φωνή; Πάμε λοιπόν.
   Αυτοκίνητο με νέο οδηγό (η φωνή είναι σταθερή, τυπική, επιβλητική): Καλώς ήρθες νεαρέ. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξέρεις είναι πως είμαι κάτι παραπάνω από εργαλείο. Είμαι όπλο, φτιαγμένο με τρόπο που μπορεί να τραυματίσει εσένα ή και άλλους. Όταν με οδηγάς μπορεί να χάσεις την ζωή σου ή να προκαλέσεις τον θάνατο κάποιου άλλου. Μην ηρεμείς ποτέ όσο οδηγάς ένα όχημα που μπορεί να γίνει ο τάφος σου. Εντάξει; (Ο νέος οδηγός, αγχωμένος και ανήσυχος, ξέρει ακριβώς τι σημαίνουν αυτά τα λόγια. Η εμπειρία του όμως θα τον κάνει να τα ξεχάσει σύντομα).
   Αυτοκίνητο με νεαρό έμπειρο οδηγό: Έμαθες πολλά βλέπω. Το χέρι σου δεν τρέμει, το τιμόνι κρατάς γερά. Είσαι τόσο σίγουρος, το αυτοκίνητο είναι σύμβολο της δύναμής σου. Με αυτό ονειρεύεσαι: θα τρέξεις, θα πας όσο πιο μακριά μπορείς, θα βάλεις τον έρωτα και την φήμη μπροστά, καθώς και αξέχαστες εμπειρίες. Οι τέσσερις τοίχοι μου θα αντηχούν απ' τα γέλια σου. Αλλά ήδη έχεις ξεχάσει όσα σου είπα εξαρχής. Σε είδα που μπήκες μεθυσμένος, μύριζαν τα χνώτα σου. Ένιωθες δυνατός, σίγουρος λόγω συνήθειας. Ούτε που πήγε το μυαλό σου στο φριχτό δυστύχημα που σε περίμενε σε εκείνη την στροφή. Κάποιες φορές είσαι κουρασμένος ή το μυαλό σου τρέχει αλλού. Αφαιρείσαι και δεν προσέχεις. Αλλά είσαι νέος και πιστεύεις πως θα ζήσεις για πάντα. Κρίμα. Όσο γαντζώνεσαι στην ομορφιά της ζωής, τόσο ο θάνατος θα σε πλησιάζει. Πρόσεχε.
   Αυτοκίνητο με γυναίκα οδηγό: Πρόσεξε καλά. Νιώθεις την θέση του οδηγού ως το αποτέλεσμα της γυναικείας χειραφέτησης. Όταν οδηγάς είσαι το ίδιο ικανή, ίσως και ικανότερη, από έναν άντρα. Μπράβο σου. Αν έχεις τις οδηγικές ικανότητες που απαιτούνται, κράτα γερά το τιμόνι. Όμως μην ξεχνάς: η πολιτικά ορθή πραγματικότητα που έχεις στο κεφάλι σου δεν υφίσταται. Το τιμόνι δεν είναι σύμβολο εξουσίας, δύναμης ή ισότητας. Είναι ένα εργαλείο, χρήσιμο και θανάσιμο ταυτόχρονα. Έχει στοιχίσει περισσότερες ζωές απ' ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, το ξέρεις; Υπάρχουν άντρες και γυναίκες που δεν κάνουν για το τιμόνι. Να έχεις αυτογνωσία και να αφήσεις τους εγωισμούς. Αν δεν μπορείς, μην οδηγάς. Αν μπορείς, ξέρω πως θα τα καταφέρεις να με χρησιμοποιήσεις σωστά. Η χρησιμότητά μου είναι μεγάλη εξάλλου.
   Αυτοκίνητο με γέρο οδηγό: Πέρασαν τα χρόνια. Βλέπεις γύρω σου νεαρούς, παιδαρέλια που εσύ μεγάλωσες να με οδηγούν καλύτερα από σένα. Εσύ πια δεν βλέπεις και δεν ακούς όπως παλιά. Αλλά και πάλι νιώθεις πως μπορείς. Τι στο καλό; Τόσα χρόνια οδηγάς. Όμως τα αντανακλαστικά σου φθίνουν μέρα με τη μέρα. Για σένα το τιμόνι είναι το σημάδι της αιώνιας νεότητας: κρατάς πεισματικά το δίπλωμα. Θα το ανανεώσεις με την υπογραφή του παλιόφιλού σου του γιατρού πάση θυσία. Δεν το λες ούτε στον εαυτό σου αλλά φοβάσαι. Χωρίς το δίπλωμα νιώθεις αδύναμος. Η απουσία του είναι σαν να παραδέχεσαι πως πέρασαν τα χρόνια ανεπιστρεπτί. Κι αυτό πώς να το δεχτεί κανείς; Αλλά δεν πρόσεξες. Εκείνη η γυναίκα που παραλίγο θα χτυπούσες είχε δίκιο που φώναζε. Εσύ έφταιγες. Τι τα θες. Όσο περνάνε τα χρόνια ο εγωισμός μεγαλώνει. Νιώθεις γερο-σοφός μα είσαι ξεκούτης. Κρατάς με μανία το δίπλωμα σαν εισιτήριο για την αθανασία, ενώ τα παιδιά σου, που δε σε καταλαβαίνουν, συνεχώς σε πιέζουν να το παραδώσεις. Αν δεν το κάνεις σήμερα, αύριο μπορεί να είναι αργά. Αλλά όσο γερνάς ξεχνάς. Ξέχασες τα λόγια που σου είπα, χρόνια πριν, όταν η νεανική σου καρδιά χτυπούσε γρήγορα στο πρώτο σου μαρσάρισμα. Εύχομαι να βάλεις μυαλό σύντομα και να αντικρίσεις την πραγματικότητα. Είπαμε, το αυτοκίνητο δεν αποδεικνύει τίποτα. Όλα είναι στο κεφάλι σου.

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016

Αγύριστο Κεφάλι (Μάης του '68)

   Αυτό το εξαιρετικό τραγούδι, σε στίχους του αείμνηστου Άλκη Αλκαίου, μουσική και ερμηνεία Μιλτιάδη Πασχαλίδη, μου είχε κεντρίσει πολλές φορές το ενδιαφέρον να το ψάξω και να το αναλύσω. Κάποια στιγμή διάβασα το ομώνυμο βιβλίο του Πασχαλίδη, το οποίο εμβαθύνει αρκετά στο νόημα του τραγουδιού. Παρόλα αυτά θα ήθελα το άρθρο και η απόπειρα ερμηνείας των στίχων να είναι βασισμένα στις καθαρά δικές μου ιδέες, σε αυτές που είχα προτού διαβάσω το βιβλίο και μάθω μέρη του νοήματος από τους ίδιους τους δημιουργούς. Αυτό φυσικά σημαίνει πως η ερμηνεία μου δεν θα αναφερθεί στην σχέση των στίχων με το τεράστιο κίνημα του 1968 στο Παρίσι, που στάθηκε ίσως αιτία για αυτούς τους στίχους.
   Φυσάει ένας αέρας που σαρώνει/ ενθύμια παλιά και φυλακτά: ξεκάθαρος συμβολισμός, κατά την γνώμη μου. Ο αέρας είναι η πολιτική αλλαγή, που "σαρώνει" παλιές και συντηρητικές πολιτικές ιδέες και νοοτροπίες (ενθύμια/φυλαχτά). Η ομορφιά και η ευστοχία των λέξεων με συγκλονίζει: οι παλαιές, πατροπαράδοτες απόψεις χαρακτηρίζονται έτσι, δημιουργώντας την εικόνα του σκονισμένου, του ανέγγιχτου, του ανεπεξέργαστου, όπως ακριβώς είναι οι "σταθερές" απόψεις οπισθοδρομικών ανθρώπων.
   Οι ήρωες το σκάνε απ’ την οθόνη/ ξυλάρμενοι τραβάνε στ’ ανοιχτάειρωνεία, θα έλεγα. η λέξη "ήρωες" δίπλα από την ρηματική φράση "το σκάνε" δείχνει έντονη διάθεση του στιχουργού να περιπαίξει κάποια γραφικά πρόσωπα της παλιάς καθεστηκυίας τάξης που ξαφνικά έχασαν την γη κάτω από τα πόδια τους. Παλιότερα ήρωες δηλαδή, τώρα ξυλάρμενοι, μια ισχυρή λέξη που μπορεί να σημαίνει αβοήθητοι, ακυβέρνητοι, απροετοίμαστοι ή με πλέοντες με μαζεμένα τα πανιά. Σε κάθε περίπτωση δηλώνεται η κωμικοτραγική κατάσταση των παθόντων που ξαφνικά βγαίνουν στ' ανοιχτά, δηλαδή κινδυνεύουν εκεί που δεν το περιμένουν και κάνουν βεβιασμένες απόπειρες διαφυγής (κυριολεκτικά και μεταφορικά).
    Πού μας πηγαίνει αυτό το τρεχαντήρι;/ δεν ξέρω γέμισε μου το ποτήριΑυτή η ερωταπόκριση σκιαγραφεί την μη πολιτικοποιημένη, αδιάφορη στάση της πλειοψηφίας ενός πληθυσμού, ο οποίος έχει συνηθίσει να μην σκέφτεται και η πολιτική αλλαγή τον βρίσκει ανέτοιμο, αδιάφορο (πρβλ. τις εκφράσεις "ε, όλοι το ίδιο είναι", "τι θα κάνει τώρα κι αυτός ο καινούριος", ξεκάθαρα σημεία ωχαδερφισμού). Η ερώτηση δείχνει φόβο κι αγωνία για το μέλλον ενώ η απάντηση πολιτική αδιαφορία και ενδιαφέρον για την βολή και την ζωούλα σε μια περίοδο που τα πάντα στον πολιτικό χώρο αλλάζουν και τα πράγματα κινούνται ταχύτερα από την βραδυκίνητη πολιτική σκέψη (ή την πλήρη έλλειψή της). Τρεχαντήρι (=σκάφος, γρήγορο κατ' ευφημισμόν) είναι η αλλαγή που "κουβαλάει" μέσα της ένα κίνημα ανθρώπων, άλλους εκούσια κι άλλους ακούσια (που απλά τους σάρωσε ο αέρας παραπάνω).
   Τα μάρμαρα στο φως αντιφεγγίζουν/ σε ποιο ταξίδι σ’ έχω ξαναδείδύσκολοι στην ερμηνεία στίχοι.Τα "μάρμαρα" θα έλεγα πως είναι οι "κατεργασμένοι" πολιτικά άνθρωποι. Σε μια ήρεμη κατάσταση δεν ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους ανθρώπους αλλά "στο φως", δηλαδή στην δράση, φαίνεται η πραγματική τους αξία και ήθος (αντιφεγγίζουν δηλαδή). Τότε ακολουθεί η αναγνώριση από τους συντρόφους του κινήματος, οι οποίοι διαπιστώνουν με έκπληξη ότι υπάρχουν ομοϊδεάτες που εμφανίστηκαν απροειδοποίητα.
    Τυφλά πουλιά το τζάμι μου ραμφίζουν/ το πλένει στα φανάρια ένα παιδίΙσχυρή εικονοπλασία για άλλη μια φορά. Το τζάμι (του αυτοκινήτου) μας μεταφέρει μάλλον στην θέση του οδηγού, ο οποίος είναι ακόμα απρόσβλητος από την αλλαγή και την βλέπει "μέσα από το τζάμι", προσπαθώντας να βγάλει συμπεράσματα και να καταλάβει πού ανήκει ιδεολογικά. Αλλά βρίσκεται μπροστά σε δύο "περίεργα" φαινόμενα. Τα "τυφλά πουλιά" είναι πιθανότατα οι φοβισμένοι και ανίδεοι κράχτες, κράχτες ή καταστροφολόγοι, ανιστόρητοι και παράλογοι, οι οποίοι διατυμπανίζουν παντού την τρομολαγνεία τους και προσπαθούν να διαμορφώσουν άποψη στους υπολοίπους. Ειρωνικό το "τυφλά" φυσικά, όπως και οι απόψεις τους, που παρομοιάζονται με το ενοχλητικό ράμφισμα. Η δεύτερη εικόνα, αυτή του παιδιού που πλένει το τζάμι, είναι εκείνη που ραγίζει καρδιές. Η σκληρή εικόνα της ωμής, αφιλτράριστης πραγματικότητας που χτυπάει τον οδηγό κατάστηθα (ή τον αφήνει αδιάφορο αν έχει να κοιτάξει την ζωούλα του) και δυνητικά του περνάει κοινωνικά μηνύματα και τον ενεργοποιεί. Τέτοιες εικόνες υπάρχουν πολλές, όμως η εικόνα της εξαναγκαστικής παιδικής εργασίας, και μάλιστα σε σκληρές συνθήκες, είναι μία από τις δυνατότερες.
     Κι ένας τελάλης σ’ έρημη πλατεία/ τριάντα χρόνια ψάχνει την αιτίαστο βιβλίο του Πασχαλίδη ο Αλκαίος εκμυστηρεύεται πως ο μυστήριος "τελάλης" του είναι ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ένας παλιός μουσικός που έχει επίσης ερμηνεύσει το τραγούδι. Για εμένα, που δεν στέκομαι (καλώς ή κακώς) σε πρόσωπα και ερμηνεύω απρόσωπα, αυτός ο τελάλης είναι ένας έμπειρος, μπαρουτοκαπνισμένος θα μπορούσα να πω, παλαίμαχος της ζωής, ο οποίος έχει δει την αλλαγή από πριν, έχει ερμηνεύσει, έχει απαρνηθεί, έχει ξαναπιστέψει και γενικώς έχει μια σφαιρική άποψη για την ιστορία και την αλλαγή των καιρών. Η "έρημη" πλατεία ίσως υποδηλώνει την ερημιά που νιώθει ένας τόσο συνειδητοποιημένος άνθρωπος μέσα σε ένα ανίδεο, σχεδόν χυδαία αδιάφορο, πλήθος (profanum vulgus που έλεγε κι ο φίλος Οράτιος). "Ψάχνει την αιτία", διότι η φιλοσόφηση των πραγμάτων και η εξαγωγή συμπερασμάτων θέλει να αναρωτιόμαστε συνεχώς, να διαλύουμε ό,τι έχουμε δεδομένο και να ξαναχτίζουμε από την αρχή τις απόψεις μας με βάση τις εμπειρίες μας, αντί να το παίζουμε γνώστες και να εμμένουμε σε παλιές απόψεις σε πείσμα των καιρών.
   Στους δρόμους καβαλάρηδες καλπάζουν/ και κυνηγούν τ’ αδέσποτα σκυλιάΆλλη μια πολύ όμορφη εικόνα, μία από αυτές που μας έχει συνηθίσει ο καλλιτέχνης. Θα έλεγα πως εδώ φαίνεται το πραγματικό πρόσωπο της κοινωνίας, ο παραλογισμός που αντικρίζει κάποιος όταν απορρίψει ό,τι θεωρούσε δεδομένο και δει την κοινωνία με τα μάτια της λογικής. Οι "καβαλάρηδες" είναι ίσως τα όργανα της τάξης που, ενώ είναι πολιτικά αμέτοχοι, "καλπάζουν", δηλαδή μεταφορικά κάνουν επίδειξη δύναμης σε εύκολους και ανίσχυρους στόχους για το θεαθήναι και για να τους καμαρώνει η ανόητη πλέμπα. "Τ' αδέσποτα σκυλιά" που κηνυγιούνται θα μπορούσαν να είναι οτιδήποτε γίνεται στόχος; μικροαπατεώνες, πολίτες που βρέθηκαν στο λάθος μέρος την λάθος στιγμή, γενικώς αποδιοπομπαίοι τράγοι που βγαίνουν "οι κακοί" σε έναν κόσμο που γίνονται σημεία και τέρατα αλλά πρέπει επίσημα και για τα μάτια του κόσμου να υπάρχουν ένοχοι.
   Και οι νοικοκυραίοι που τρομάζουν/ ξορκίζουν μ’ αγιασμό το σατανάΗ συνέχεια της παραπάνω εικόνας. Η έντονη ειρωνεία συνεχίζεται με τον περιφρονητικό όρο "νοικοκυραίοι", οι "σοβαροί άνθρωποι" που κοιτάζουν την δουλειά τους (διαβάζουν δημόσια εφημερίδα για να δείξουν ότι είναι έξυπνοι, καλλιεργημένοι και πληροφορημένοι ίσως) και ταράζονται από την πολιτική αλλαγή (δείτε πού μας κατάντησαν οι αλήτες!). Φυσικά είναι τόσο αποπροσανατολισμένοι (υπάρχει εντονότατο το στοιχείο της θρησκείας εδώ), ώστε μεταφράζουν την αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό και τις δραματικές συνέπειες στην κοινωνία ως "το κακό" και το "ξορκίζουν". Το ξόρκι δείχνει την ανοησία, την αγραμματοσύνη και την δεισιδαιμονία που χαρακτηρίζει δυστυχώς την πλειοψηφία, η οποία αδυνατεί να ερμηνεύσει με την λογική και πορεύεται όπως έχει μάθει: με τυφλή πίστη, φόβο προς οποιαδήποτε αλλαγή και προσευχή μέχρι τελικής πτώσης.
   Δεν είναι εδώ Βαλκάνια, σου το `πα/ εδώ είναι παίξε γέλασε και σώπαΣε αυτό το σημείο ο Μίλτος Πασχαλίδης στο βιβλίο του αναφέρει πως ταράχτηκε και ρώτησε τον Αλκαίο αν θα "επιτεθούν" στον Σαββόπουλο και ο Αλκαίος του απάντησε πως ο στίχος δεν είναι του Σαββόπουλου. Τέλος πάντων, σε αυτό το σημείο οι δύο στίχοι τσαλαπατάνε τις πατροπαράδοτες ιδέες της πατρίδας (της πατριδολαγνείας ουσιαστικά) και φανερώνουν το γελοίο κομμάτι της κοινωνίας, η οποία είναι γεμάτη από μεγάλα λόγια και πολλή παραφιλολογία χωρίς την ανάλογη δράση, ενεργοποίηση ή έστω ηθική στην καθημερινότητα (παίξε γέλασε και σώπα). Το "σου το 'πα" δείχνει ότι αυτός που δεν πίστευε εξαρχής στην σωστή και λογική στάση της κοινωνίας επιβεβαιώνεται (πάλι δυστυχώς).
   Φυσάει ένας αέρας που σαρώνει/ μα εγώ είμ’ ένα τραγούδι αλλοτινό/ στου δρόμου το λιοπύρι και το χιόνι/ αγύριστο κεφάλι θα γυρνώΝοσταλγικός τόνος μάλλον. Ο δεύτερος στίχος φανερώνει την αδυναμία και την έλλειψη δράσης του παλιού αγωνιστή, ο οποίος είδε πως αφιερώνοντας την ζωή του σε έναν αγώνα και κάποια ιδανικά δεν είδε τον κόσμο ν' αλλάζει με τον τρόπο που θα ήθελε. Υπάρχει μια αίσθηση ματαιότητας επίσης. Το "λιοπύρι και το χιόνι" του δρόμου είναι μάλλον οι δύσκολες συνθήκες της καθημερινότητας ή του νέου αγώνα (ξαναφυσάει αέρας - ή μήπως δεν σταμάτησε ποτέ;) που έρχεται και στον 4ο στίχο υπάρχει μάλλον αμφισημία: "Αγύριστο κεφάλι" σε τι; Στις ιδέες ενός παλαιού αγώνα ή στην άρνηση να ξανασυμμετέχει; Μήπως αγύριστο σημαίνει ότι δεν γυρίζει να κοιτάξει το παρελθόν; Ή ότι δε θέλει να γυρίσει να κοιτάξει το ίδιο κι απαράλλαχτο παρόν; Μπορεί να σημαίνει κιόλας ότι δεν θέλει να γυρίσει να κοιτάξει το μέλλον διότι θα γεμίσει απελπισία. Ποιος ξέρει, οι γνώμες ποικίλλουν.
   Στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι/ κι η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνειΟυσιαστικά εδώ δημιουργείται η εντύπωση πως ο παλιός αγωνιστής, κουρασμένος κι απογοητευμένος ίσως, "αφήνει το τιμόνι" (του τρεχαντηριού;) στον νεότερο. Ίσως εννοεί πως όλη η νέα γενιά μπορεί να σηκώσει το βάρος ενός αγώνα για αλλαγή από την εφιαλτική καθημερινότητα. Η "πιο μεγάλη νύχτα" ίσως πάλι να είναι η νύχτα των τύψεων που τον βασανίζουν επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει να συνεχίσει να αγωνίζεται. Επίσης μπορεί να σηματοδοτεί την αλλαγή μιας εποχής, όπου οι αγώνες πρέπει να γίνουν από άλλα χέρια. Το μέλλον πάντως δείχνει να παρουσιάζεται αισιόδοξο, καθώς οι στίχοι τελειώνουν με μία εικόνα ήλιου που βγαίνει.
   Βέβαια δεν μπορώ να ξέρω σε πόσα έπεσα μέσα σε αυτήν μου την ανάλυση ή αν ήμουν εκτός θέματος. Ήθελα εδώ και χρόνια να δώσω μια δική μου ερμηνεία σε αυτό το ποίημα/στιχούργημα, μιας και με κέντρισε με τον συμβολικό του τόνο από την πρώτη στιγμή που το διάβασα. Τουλάχιστον για την πολιτική και κοινωνική του χροιά ελπίζω πως δεν έπεσα έξω. Βαγγέλης Ιωσηφίδης
   
    

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2016

Λίγες Σκέψεις για τον Μικρό Πρίγκιπα

   Έπεσε χτες στα χέρια μου το βιβλίο του Αντουάν Ντε Σαιντ Εξυπερύ "Ο Μικρός Πρίγκιπας". Είχα εδώ και καιρό την επιθυμία να το ξαναδιαβάσω, να κάνω μια βαθύτερη ανάγνωση και να βγάλω ίσως κάποια συμπεράσματα για το έργο και τον συγγραφέα. Πέρα από τα αυτονόητα, πως είναι ένα εξαίρετο δείγμα - για κάποιους το καλύτερο - παιδικής λογοτεχνίας, ας αναλύσω λιγάκι τους χαρακτήρες, τα μέρη και τις καταστάσεις που αναφέρονται.
   Πρώτα απ' όλα, το έργο αυτό μοιάζει να είναι αυτοβιογραφικό, ή τουλάχιστον να αντλεί σχεδόν εξ' ολοκλήρου αναμνήσεις από προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα. Στο έργο δεν κρύβεται αυτό, μιας και ο πρωταγωνιστής είναι πιλότος της πολιτικής αεροπορίας, όπως ακριβώς κι ο συγγραφέας. Υπάρχει ταύτιση. Αρχικά ο συγγραφέας με την αναδρομή στο παιδικό του παρελθόν και στην πρώτη σύγκρουση παιδιού-ενηλίκων, μας παρουσιάζει την απαράδεκτα αρνητική σκοπιά των ενηλίκων προς την παιδική δημιουργικότητα, η οποία έκανε και τον ίδιο να χάσει κάτι από την παιδικότητά του.
   Έπειτα περιγράφεται μια μοναχική πτήση του, η οποία όμως καταλήγει σε αναγκαστική προσγείωση στην έρημο Σαχάρα. Εδώ αναφέρει πως είναι απομονωμένος από τον πολιτισμό και ο χρόνος είναι εναντίον του, μιας και πρέπει ο ίδιος να επιδιορθώσει μόνος του μια βλάβη. Εκείνη τη στιγμή που αντιλαμβάνεται την δύσκολη κατάστασή του εμφανίζεται μπροστά του ο μικρός πρίγκιπας, ένα παιδί που αναφέρει πως κατέβηκε από τ' άστρα, από έναν δικό του πλανήτη.
   Κατά την πρώτη ανάγνωση είχα δεχτεί τον χαρακτήρα ως είχε. Πλέον όμως σκέφτομαι πως σε αυτή την απελπιστική κατάσταση, όπου ο ενήλικος πιλότος οφείλει να αναλάβει την ευθύνη της ζωής του, ξυπνάει πάλι μέσα του απροσδόκητα η χαμένη παιδική του αθωότητα. Απροσδόκητα όπως περιγράφεται και η ξαφνική εμφάνιση του πρίγκιπα, με ενοχλητικές παιδικές ερωτήσεις που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την επιτακτική ανάγκη των πρακτικών γνώσεων του πιλότου. Αν δεχτούμε πως πιλότος και πρίγκιπας είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, εξηγείται η παράξενη κι απρόσμενη εμφάνιση του νεαρού παιδιού, του οποίου η παρουσία είναι απόκοσμη όσο και ανεξήγητη.
   Σημαντική για την εξέλιξη του βιβλίου είναι η επιτακτική απαίτηση του μικρού πρίγκιπα να του ζωγραφίσει ο πιλότος ένα αρνί για να το πάρει στον πλανήτη του. Η αθώα αυτή επιθυμία δείχνει το πώς η φαντασία "φέρνει στη ζωή" κάτι στα μάτια ενός παιδιού, πώς το μυστικό κασόνι δίνει την λύση (κάτι σαν κρυμμένος θησαυρός ή κουτί των ευχών) και πώς η παιδική απαίτηση δεν σταματιέται μέχρι να απαντηθεί. Ουσιαστικά ο ενήλικος πρωταγωνιστής έρχεται σε μια ήπια αντιπαράθεση με τον παλιό, παιδικό εαυτό του. Αργότερα υπάρχει και η προσθήκη του φίμωτρου στο αρνί, που θα προστάτευε το λουλούδι από το αρνί, το οποίο όμως δίνεται ατελές, χωρίς λουρί. Αν το αρνί υποδηλώνει την κρυφή επιθυμία και το λουλούδι τον έρωτα και την φροντίδα προς οτιδήποτε όμορφο αγαπάμε, θα μπορούσαμε να πούμε πως τα δύο παραπάνω είναι αλληλοσυγκρουόμενα: η επιθυμία, αν είναι ανεξέλεγκτη, μπορεί να καταστρέψει κάτι που είναι πολύτιμο και έχει αξία στη ζωή μας, ενώ το αναξιόπιστο φίμωτρο δείχνει πως δεν υπάρχει επαρκής τρόπος να βάλουμε όρια στην επιθυμία μας.
   Ας περάσουμε στον πλανήτη του Μικρού Πρίγκιπα. Όπως δείχνει η περιγραφή, ο πλανήτης (συγκεκριμένα ο αστεροειδής Β612) είναι μικρός, απλός, χωρίς πολλά περιττά πράγματα και συμβολίζει τον παιδικό κόσμο του πρίγκιπα-πιλότου. Φυσικά στον πλανήτη εκείνο (όπως και στους υπόλοιπους που αναφέρονται παρακάτω) δεν υπάρχει έγνοια για φαγητό, νερό, οξυγόνο κτλ. Στην παιδική σκέψη αυτά τα καθημερινά πρακτικά προβλήματα δεν υπάρχουν. Το πιο σημαντικό στοιχείο του πλανήτη αυτού είναι το λουλούδι. Κατά τη γνώμη μου, το λουλούδι αυτό συμβολίζει μια γυναίκα που ερωτεύτηκε παράφορα ο συγγραφέας μα πληγώθηκε στο παρελθόν. Η πρώτη εντύπωση του λουλουδιού είναι το πολύ όμορφο παρουσιαστικό του, το οποίο όμως γρήγορα επισκιάζεται από τις παράλογες απαιτήσεις και τον ασταθή χαρακτήρα του. Αν η αναλογία λουλουδιού-γυναίκας ευσταθεί, τότε η εξέλιξη της σχέσης περιγράφεται λεπτομερώς: φαίνεται να την αγάπησε τόσο πολύ που ξαφνικά ένιωσε την ανάγκη να την φροντίζει παρά τις ιδιοτροπίες της. Εκείνη έκανε όλο τον κόσμο του να μοσχοβολάει αλλά παράλληλα του έφερνε αμηχανία και άγχος. Στο τέλος έχουμε τον αποχωρισμό του πρίγκιπα από το λουλούδι. Αυτό το σημείο πρέπει να ήταν και το πιο συγκινητικό για τον συγγραφέα, μιας και δηλώνεται η μετάνοια και οι ενοχές για την απόφασή του να αφήσει το λουλούδι.
    Έπειτα ξεκινάει το ταξίδι του μικρού πρίγκιπα στο διάστημα. Αυτό το ταξίδι, καθώς και οι σταθμοί που συναντά, μπορούμε να υποθέσουμε πως είναι ο δρόμος προς την ενηλικίωση. Κάθε σταθμός αλλάζει τον πρίγκιπα, του δίνει ολοένα και πιο πολύ την εντύπωση πως οι άνθρωποι (οι ενήλικες άνθρωποι) είναι περίεργοι. Μπορούμε επίσης να υποθέσουμε ότι κάθε άνθρωπος που περιγράφεται να ζει στον μικρόκοσμό του έχει συντεθεί από ανθρώπους που πραγματικά γνώρισε ο Εξυπερύ ή από ομάδες ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά.
   Πρώτος σταθμός ο βασιλιάς: συμβολίζει τους αυταρχικούς ανθρώπους, οι οποίοι έχουν μάθει μόνο τον τρόπο της επιβολής για να ζούνε τη ζωή τους και να συνδιαλέγονται με τους άλλους. Η υπεροψία και η ανάγκη για εξουσία είναι το περίβλημα, ενώ εσωτερικά ο βασιλιάς του μικρού πρίγκιπα βγάζει μια τρυφερότητα προς τους "υπηκόους" του. Αυτό φανερώνει πως η σκληρότητα πολλές φορές είναι φαινομενική, ενώ ο εσωτερικός κόσμος ενός τέτοιου ανθρώπου μπορεί να είναι εκ διαμέτρου αντίθετος.
   Ο δεύτερος σταθμός, ο πλανήτης του ματαιόδοξου, φανερώνει μια τελείως ρηχή κατηγορία ανθρώπων, την οποία ο συγγραφέας πιθανώς να συνάντησε πολλάκις. Ο ματαιόδοξος δείχνει παράλογος, εγωκεντρικός και βγάζει ίσως έναν οίκτο προς το πρόσωπό του από τον αναγνώστη. Ίσως ο Εξυπερύ πραγματικά να λυπόταν τους ανθρώπους που έχουν καταντήσει να απορροφώνται τόσο πολύ στον εαυτό τους. Λύπηση αντί θαυμασμού λοιπόν, παρά τους ευσεβείς πόθους του ματαιόδοξου.
   Ο τρίτος, πιο σύντομος σταθμός συμβολίζει ξεκάθαρα τον κόσμο των εθισμών, που στο βιβλίο εκπροσωπούνται από το αλκοόλ. Ο μεθύστακας δείχνει εντελώς απορροφημένος από το ποτό, τα λόγια του δείχνουν να σχηματίζουν έναν ατέρμονο, φαύλο κύκλο και η συνάντηση γεμίζει λύπη τον πρίγκιπα. Άλλη μια κατηγορία ανθρώπων που ο Εξυπερύ λυπάται.
   Ο τέταρτος σταθμός είναι αυτός του επιχειρηματία. Ένας ακόμα παράλογος μικρόκοσμος, όπου η ουσιαστική ζωή παραγκωνίζεται και ο παθών τρώγεται από την ιδέα του πλούτου. Ο τρόπος που ο κάτοικος εκείνου του πλανήτη παρουσιάζεται τον δείχνει εντελώς ανίκανο να συλλάβει την λογική σκέψη και να εναρμονιστεί με τον υπόλοιπο κόσμο. Είναι ικανοποιημένος μόνο με το στοίβαγμα φαινομενικά δικών του αγαθών και παράλληλα αιώνια αχόρταγος για παραπάνω. Ακριβής και εύστοχη απεικόνιση της απληστίας.
    Ο κάτοικος του επόμενου σταθμού στην ελληνική μετάφραση αποδίδεται ως "φανανάφτης". Δηλαδή ένας άνθρωπος που δουλειά του είναι να ανάβει έναν φανοστάτη όποτε νυχτώνει και να τον σβήνει όποτε ξημερώνει. Η δουλειά του αυτή δείχνει να του απορροφά όλο τον χρόνο, μιας και στον μικρό του πλανήτη οι μέρες κυλούν ταχύτατα. Ο χαρακτήρας αυτός συμβολίζει τους τυπολάτρες ανθρώπους, οι οποίοι απλά ενεργούν χωρίς να σκέφτονται το γιατί και να δίνουν ουσία και περιεχόμενο στις πράξεις τους. Επίσης καταδεικνύει τους ανθρώπους που υπακούνε στον νόμο χωρίς να ερευνούν, να καταλαβαίνουν και να αμφισβητούν.
   Ο έκτος πλανήτης, αρκετά μεγαλύτερος, ανήκει σε έναν γεωγράφο, ο οποίος μελετάει στο γραφείο του. Στην αρκετά εκτενή συζήτησή του με αυτόν, ο μικρός πρίγκιπας μαθαίνει για τον τρόπο που λειτουργούν οι γεωγράφοι (και οι επιστήμονες γενικότερα), με έμφαση στην ανάγκη για πειστήρια παρά στην περιέργεια και την φιλομάθεια. Βέβαια ο επιστήμονας αυτός δείχνει πιο λογικός από τους προηγούμενους, προκαλεί ενοχές στον πρίγκιπα με τις γνώσεις που του μεταβιβάζει σχετικά με το λουλούδι του και τον προτρέπει να επισκεφτεί την Γη.
   Εκεί ξεκινάει το μεγαλύτερο κομμάτι του ταξιδιού του μικρού πρίγκιπα, το οποίο διαρκεί συνολικά έναν χρόνο. Σε αυτό έρχεται σε επαφή με αρκετούς μοναδικούς χαρακτήρες: το φίδι, τα λουλούδια, την αλεπού, τον σταθμάρχη και φυσικά με τον πιλότο, τον πρωταγωνιστή! Το φίδι, το πρώτο πλάσμα που συναντά ο μικρός πρίγκιπας, κατά την - τολμηρή ίσως - άποψή μου, συμβολίζει τον θάνατο και την φιλοσοφία γύρω από αυτόν. Είναι δηλητηριώδες, μιλάει με γρίφους και τα λόγια του άλλοτε προκαλούν ενδιαφέρον, όπως στην πρώτη τους συνάντηση, κι άλλοτε τρόμο, όπως στην δεύτερη συνάντησή τους, στην οποία η ενηλικίωση φέρνει και το αίσθημα του φόβου μαζί με την γνώση.
   Τα λουλούδια, τα οποία είναι πάρα πολλά σε αριθμό και μοιάζουν μεταξύ τους, κάνουν τον μικρό πρίγκιπα να αναλογιστεί την αξία του δικού του λουλουδιού. Είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα στο να συνειδητοποιήσει την αγάπη και την μοναδικότητα του δικού του λουλουδιού: αρχικά θα αναιρέσει την αξία του, ενώ μετά τη συνάντηση με την αλεπού θα καταλάβει εκ νέου και χτίζοντας από την αρχή τη σκέψη του θα ξανατοποθετήσει το λουλούδι στην καρδιά του. Ας πούμε πως συμβολίζεται η πρώτη εμπειρία ενός άβγαλτου παιδιού με τον έξω κόσμο, όπου αναιρούνται όλα τα δεδομένα που έχει από το σπίτι του και πρέπει να τα ανασυνθέσει με την δική του λογική πια. Ο πρίγκιπας φαίνεται να βασανίζεται πολύ από αυτή την συνάντηση και κλαίει.
   Η αλεπού έπειτα αποτελεί ένα από τα πιο συμπαθή πρόσωπα του βιβλίου. Προβληματίζει ίσως η αναγωγή της σε ένα πραγματικό πρόσωπο στην ζωή του συγγραφέα αλλά έχω μια θεωρία: πιστεύω πως η αλεπού συμβολίζει την πρώτη επαφή με την εμπειρία και την σοφία, ίσως μέσα από την παρέα με ένα ηλικιωμένο πρόσωπο. Αυτή η επιμονή της στο "εξημέρωσέ με" μου θυμίζει το "άφησέ με να έρθω μαζί σου" της ηλικιωμένης κυρίας στην "Σονάτα του Σεληνόφωτος" του Ρίτσου. Ο μικρός πρίγκιπας μέσω της αλεπούς γίνεται αποδέκτης αγάπης και, ενώ αρχικά δεν καταλαβαίνει τίποτα και φέρεται αδέξια, στο τέλος καταλαβαίνει κάτι από τον κόσμο χάρη στην υπερβολική αγάπη της αλεπούς. Ένα από τα ωραιότερα διδάγματα (αν όχι το ωραιότερο) του βιβλίου παρουσιάζεται κατά την στιγμή του αποχαιρετισμού με την αλεπού: "Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία τα μάτια δεν την βλέπουν".
   Η επόμενη συνάντηση, αυτή με τον σταθμάρχη και τα διάφορα τρένα, προσφέρει στον μικρό πρίγκιπα μια γεύση από τον παραλογισμό της ενήλικης ζωής. Οι άνθρωποι δείχνουν συνεχώς να βιάζονται να φτάσουν κάπου, χωρίς όμως να έχουν κάποιον ιδιαίτερο λόγο γι' αυτό. Είναι απορροφημένοι με το να κυνηγάνε τους στόχους τους, χωρίς όμως αυτό να τους προσφέρει ικανοποίηση. Εξαίρεση εδώ αποτελούν τα παιδιά, τα οποία απολαμβάνουν το ταξίδι και διψάνε για γνώση.
   Μετά ο μικρός πρίγκιπας βρίσκει τον έμπορο, ο οποίος πουλάει χάπια για εξοικονόμηση χρόνου. Άλλος ένας παραλογισμός της ενήλικης ζωής. Οι άνθρωποι, οι οποίοι δεν ξέρουν τι να κάνουν με τον χρόνο τους, νιώθουν ότι κερδίζουν με κάθε προσπάθεια εξοικονόμησής του. Αυτήν την εντελώς αφιλοσόφητη πλευρά της ζωής αντικρούει με μεγάλη ωριμότητα ο μικρός πρίγκιπας.
   Η πιο σημαντική συνάντηση, εκείνη με τον πιλότο-πρωταγωνιστή, μας οδηγεί ξανά στο παρόν, αφού ο μικρός πρίγκιπας του έχει διηγηθεί τις προηγούμενες περιπέτειες. Αρχικά οι δύο χαρακτήρες φαίνονται να ανήκουν σε δύο διαφορετικούς κόσμους: στον αιθέριο κόσμο του παιδιού, όπου δεν υπάρχει καμία έγνοια, και στον πρακτικό κόσμο των ενηλίκων, όπου οι έγνοιες δεν αφήνουν χρόνο για ηρεμία και χαλάρωση. Παρόλα αυτά, στο ταξίδι τους στην έρημο προς αναζήτηση πηγαδιού ο πιλότος καταφέρνει να βρει την χαμένη του παιδικότητα και έτσι μπορεί να ξαναδεί την ομορφιά του κόσμου, αφήνοντας πίσω του τις αγωνίες του ενήλικα. Χάρη σε αυτήν την μεταβολή καταφέρνει να βρει το πολυπόθητο πηγάδι, Δίνεται μεγάλη σημασία στο ιδιαίτερο νερό εκείνου του μοναδικού πηγαδιού, το οποίο "κάνει καλό στην καρδιά". Θα έλεγα πως συμβολίζει την χαμένη μας ξεγνοιασιά, την αγνή κι αμόλυντη αγάπη μας για τον κόσμο, την οποία δεν μπορεί κανείς να βρει αν δεν συμφιλιωθεί πρώτα με το παιδί μέσα του.
   Ο τελικός αποχαιρετισμός δείχνει κάτι το αμετάκλητο: ο ενήλικας δεν μπορεί να μείνει για πάντα παιδί. Πρέπει να επιστρέψει στις ευθύνες και την καθημερινότητά του (όπως ο πιλότος στο αεροπλάνο του) και ταυτόχρονα να μην ξεχάσει ποτέ την επαφή του με τον παιδικό κόσμο. Το νόημα είναι, θαρρώ, το εξής: "Μην ξεχάσεις το παιδί που ζει μέσα σου". Ο αποχωρισμός είναι δύσκολος, επώδυνος και συγκινητικός.
   Η δεύτερη συνάντηση με το φίδι ξεκινά με έναν ακόμα γρίφο: "Ναι, ναι, αυτή είναι η μέρα, αλλά δεν είναι αυτό το μέρος...". Πιθανόν αυτό να σημαίνει πως ο χρόνος περνά αμετάκλητα και ακόμα και να βρεθεί κανείς στο ίδιο μέρος δεν μπορεί να πάρει πίσω τον χρόνο που πέρασε. Το φίδι - επαναλαμβάνω πως το ταυτίζω με την ιδέα του θανάτου - υπόσχεται να έρθει και να πάρει τον πρίγκιπα.
   Ας επιστρέψουμε στον τελικό αποχαιρετισμό. Ο ενήλικος πιλότος δείχνει να έχει αγαπήσει τόσο τον μικρό πρίγκιπα που δεν μπορεί να δεχτεί πως θα τον χάσει. Ο μικρός πρίγκιπας αντίθετα δείχνει συνειδητοποιημένος και έχει δεχτεί την ιδέα του αμετάκλητου αποχωρισμού. Δεν μπορώ παρά να σκεφτώ πως ο συγγραφέας με αυτή τη σκηνή ανακαλεί τον θάνατο ενός αγαπημένου του προσώπου και παρηγοριέται με την προσωποποίηση και την αναπαράσταση του σκηνικού, καθώς και με την αισιόδοξη, αν και μελαγχολική, σκέψη πως η αγάπη και η ανάμνηση μπορούν να γιατρέψουν τον πόνο του αποχωρισμού. Πως είναι κάτι σαν θεραπεία του αποχωρισμού.
   Η σκηνή του "θανάτου-ταξιδιού" του μικρού πρίγκιπα έχει κάτι το τόσο συγκινητικό μέσα της, που περιγράφεται με δάκρυα και από τους δύο, φόβο, αναστολές και λόγια παρηγοριάς. Το σκηνικό τελειώνει κι απομένει ο επίλογος, στον οποίο ο πρωταγωνιστής-συγγραφέας αναπολεί τον μικρό πρίγκιπα, αναρωτιέται για το πώς να περνάει και δείχνει άλλοτε εμπιστοσύνη κι άλλοτε αγωνία για την τύχη του. Καταλήγει με την πολύ ωραία ερώτηση: "Το αρνί έφαγε ή όχι το τριαντάφυλλο;" Αυτήν μπορώ εγώ να την μεταφράσω ως εξής: Η ασυγκράτητη επιθυμία κατάφερε να διαλύσει την ομορφιά και την σταθερότητα όσων έχουν αξία στη ζωή μας; Ή αλλιώς μπορώ να την αφήσω αμετάφραστη και απλά να κοιτάξω κι εγώ τον ουρανό, αναλογιζόμενος τι να κάνει ο μικρός πρίγκιπας και πόσο ευτυχισμένοι είναι εκείνοι που ακόμα αγαπάνε το παιδί που ζει μέσα τους...

Μικρός Πρίγκιπας, αστέρια, πλανήτες, ευχή, πιλότος, ερμηνεία

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2016

Αρχές Δομής στις Σχέσεις

   Κάθε σχέση έχει έναν θεμέλιο λίθο για να παραμένει ζωντανή. Ορισμένες φιλικές σχέσεις είναι χτισμένες πάνω στη συναδελφοσύνη: είμαστε φίλοι στη δουλειά ή στο σχολείο ή στο στρατό, άρα διατηρούμε μια ζεστή φιλική σχέση. Πιθανό είναι όταν σταματήσει να υπάρχει αυτός ο θεμέλιος λίθος να σταματήσει, σταδιακά ίσως, και η φιλία. Το να μην σταματήσει είναι ένδειξη πως η φιλία έχει περάσει σε άλλο επίπεδο. Παραδείγματα άλλων "θεμέλιων λίθων" υπάρχουν πολλά.
   Άλλες σχέσεις είναι χτισμένες πάνω στη νοοτροπία: είμαι οικολόγος, άρα κάνω παρέα με οικολόγους. Μου αρέσουν οι ιδέες τους, άρα βρίσκω ευχάριστη τη συντροφιά τους. Ταιριάζουμε στις πολιτικές θέσεις, οπότε ακούω από αυτούς όσα θέλω να ακούσω. Συχνά το μυαλό μας δημιουργεί την εντύπωση πως ο ομοϊδεάτης είναι και εξυπνότερος, κάτι που δεν μπορεί παρά να είναι ψευδαίσθηση: μπορεί όντως να είναι εξυπνότερος από τον μέσο όρο αλλά όχι επειδή έχει κοινές ιδέες μαζί μου. Σε κάθε ιδεολογική "παράταξη" υπάρχουν οι έξυπνοι, οι ψαγμένοι, οι ημιμαθείς και τα πρόβατα. Πάντως οι φιλίες τέτοιου τύπου κατ' εμέ δεν είναι ισχυρές. Μπορεί μεν να κρατήσουν μια ζωή, λόγω της σταθερότητας των πεποιθήσεων, όμως βασίζονται σε κάτι μη ουσιαστικό: δεν υπάρχει εγγύηση πως ο ομοϊδεάτης έχει και τα ίδια ιδανικά με μένα ή ότι σε μια μακροχρόνια φιλία θα ταιριάζουν τα χνώτα μας.
   Αλλά πέρα από τον θεμέλιο λίθο, αν θέλουμε να κάνουμε μια ολοκληρωμένη αναλογία, πρέπει να υπάρχει και το τσιμέντο, το οποίο είναι ρευστό μεν στην αρχή, σκληρότατο δε στη συνέχεια. Αυτό ίσως είναι η εμπιστοσύνη προς το άλλο πρόσωπο, η οποία φέρνει μαζί της και άλλα συναισθήματα. Η εμπιστοσύνη είναι το χαρακτηριστικό "εκ των ων ουκ άνευ" σε οποιαδήποτε σχέση για να είναι υγιής. Αν λείπει τίποτα δε χτίζεται σωστά. Σε μια φιλία, όταν ο ένας συνειδητοποιήσει πως έπαψε να εμπιστεύεται τον άλλον, τα πράγματα γίνονται χειρότερα. Η περίπτωση είναι ειδική, διότι όταν δένεται κανείς, στην αρχή σπάνια σκέφτεται αρνητικά σενάρια. Όταν αργά ή γρήγορα έρθουν ή του μπουν τρίτα λόγια, τότε είναι η κρίσιμη στιγμή, η στιγμή που αναλογίζεται αν εμπιστεύεται ή όχι...
   Σε μια ερωτική σχέση πάλι δεν αλλάζει η απαραβίαστη αρχή: αν εμπιστεύεσαι κρατάς. Αν όχι, χωρίζεις, και μάλιστα με συνοπτικές διαδικασίες. Το ποιος φταίει που δεν υπάρχει εμπιστοσύνη δεν είναι της παρούσης. Το αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι δεν υπάρχει, οπότε έπεται η αγωνία, η αμφιβολία και τέλος η δυστυχία. Φυσικά αν η έλλειψή της υπάρχει σε κάθε σχέση κάποιου, το πρόβλημα υπάρχει σε αυτόν και στην παιδεία που έχει λάβει. Όσον πάλι αφορά τους διαφόρων ειδών θεμέλιους λίθους στις ερωτικές σχέσεις, ο πρώτος είναι η καταγωγή. "Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο" έλεγαν οι σοφοί πλην αναίσθητοι παλαιότεροι, διότι ο έρωτας, η αγάπη και η αμοιβαιότητα δεν υπήρχαν στον ορίζοντα τότε. Μόνο η επιβίωση. Ας είναι. Σημαντικός μεν λίθος, η σημασία του οποίου φαίνεται όταν λείπει: όταν δοκιμάζει κάποιος μια σχέση με έναν αλλοδαπό/αλλόθρησκο/αλλόγλωσσο, όπου χρειάζεται ουσιαστική σχέση, κατανόηση, ανοιχτό μυαλό και αγάπη για να πετύχει. Δεν ξέρω αν πιάσατε το υπονοούμενο, όμως κάποιες φορές όταν υπάρχει ο θεμέλιος λίθος της κοινής καταγωγής τα παραπάνω περνούν σε δεύτερη μοίρα (καλό κορίτσι η Γιώτα, από φιλική οικογένεια, πάρ' την μωρέ Τάσο).
   Ο δεύτερος είναι οι κοινές παρέες. Πάντα υπάρχουν στον ορίζοντα είτε για καλό είτε για κακό. Αν υπάρχουν μακροχρόνια για καλό, τότε αποδεικνύονται δύο πράγματα: πρώτον, ότι το ζευγάρι έχει καλές πιθανότητες και δεύτερον, ότι και οι αντίστοιχες φιλίες έχουν τα φόντα να είναι υγιείς και μακροχρόνιες. Αν υπάρχουν για κακό, τότε θα συμβεί το αντίθετο: είτε κάποια στιγμή οι κακές παρέες θα βάλουν λόγια και θα χωρίσουν το ζευγάρι είτε θα διαλυθούν οι φιλίες αυτές. Είπαμε, ο θεμέλιος λίθος οφείλει να είναι σταθερός. Υπάρχουν αρκετοί ακόμα αλλά δε θα επεκταθώ.
   Σε μια σχέση γονέων-τέκνων τα πράγματα έχουν κάποιες διαφοροποιήσεις. Η μεγάλη διαφορά ηλικίας και εμπειρίας κάνουν την εμπιστοσύνη δύσκολο πράγμα. Από την μεριά των παιδιών, η εμπιστοσύνη στους γονείς συνήθως είναι κάτι έμφυτο και είναι μεγάλο σφάλμα των γονέων να την χάσουν, ενώ η ευθύνη σε μια τέτοια περίπτωση είναι πάντα δική τους. Από την άλλη, οι γονείς είναι πολύ καλό και ζωτικής σημασίας για την υγιή σχέση τους να εμπιστεύονται τα παιδιά τους. Δεν είναι κάτι που συνηθίζεται όμως. Αντίθετα, όταν μια σχέση χτίζεται πάνω στον εικοσαετή (και βάλε) βομβαρδισμό με συμβουλές, παροτρύνσεις, εξαναγκασμούς και απαγορεύσεις, είναι δύσκολο μετά να υπάρχει εμπιστοσύνη. Ο γονέας σπάνια εμπιστεύεται το παιδί του: δεν τον αφήνει η αγωνία του, οι αρνητικές σκέψεις του, τα παραδείγματα της κοινωνίας (χτες ο Γιαννάκης της Μαρίτσας χτύπησε με το αυτοκίνητο, πώς να αφήσω τον Κωστή μου να πάρει;), η εσφαλμένη και απαράδεκτη ιδέα "το παιδί μου είναι για πάντα παιδί στα μάτια μου", η οποία έχει γαλουχήσει, τυραννήσει και φέρει το μεγαλύτερο χάσμα γενεών από οποιαδήποτε άλλη νοοτροπία σε οικογένειες.
   Για να υπάρξει εμπιστοσύνη στην, προβληματική ενίοτε, αυτή σχέση πρέπει να χτιστεί από νωρίς. Όταν η μητέρα ή ο πατέρας καθημερινά βασίζονται στον πειθαναγκασμό για να περάσουν κάτι στο παιδί τους, χάνεται η εμπιστοσύνη και από τις δύο μεριές: "Πάνε για ύπνο", "Μην μπεις στη θάλασσα", "Μη βγαίνεις", "Μην κάνεις σχέσεις πριν τα 18 σου", "Μη φας το μήλο" κτλ. Πρέπει μετά από αυτές τις ερωτήσεις να υπάρχει το "επειδή..." στην καλύτερη περίπτωση. Θεωρώ αυτονόητο ότι από την πλευρά των παιδιών θα υπάρχει το "γιατί;", το οποίο οι γονείς οφείλουν να απαντούν κι όχι να κουράζονται. Για εκείνους είναι μια ακόμα κουραστική ερώτηση, για τα διψασμένα για γνώση παιδιά είναι η ερώτηση που χαρτογραφεί τον κόσμο. Αν δεν είναι κανείς έτοιμος ή διατεθειμένος να δώσει απαντήσεις ας το σκεφτεί ξανά τι σημαίνει γονέας.
   Έπειτα, για να συνεχιστεί η αναλογία, πέρα από τα τσιμέντα, υπάρχουν και τα τούβλα. Αυτά ίσως είναι οι σταθερές αρχές και τα ιδανικά. Δεν τα υπολογίζουμε πολύ όταν είμαστε ακόμα στα θεμέλια μιας σχέσης αλλά αργότερα βρίσκουμε πως είναι το απαραίτητο υλικό για να στεγαστεί μια οποιαδήποτε σχέση, ερωτική, φιλική, επαγγελματική κτλ. Αν έχουμε διαφορετικές αρχές υπάρχει θέμα μακροχρόνια, διότι οι αρχές διέπουν με πολλούς τρόπους τη ζωή μας. Όταν κάποιος έχει για αρχή το χρήμα, τότε δεν μπορεί να χτιστεί υγιής σχέση με κανέναν άλλο παρά με έναν που έχει την παρόμοια αρχή. Όταν κάποιος έχει για μέγιστο ιδανικό την αγάπη θα δυστυχήσει αν συμβιώνει με κάποιον που την περιφρονεί. Και πάει λέγοντας.
   Αφού μπουν τα τούβλα, πρέπει να υπάρξουν τα ηλεκτρολογικά, τα οποία δίνουν φως στον οίκο. Στην αναλογία μας, το φως μιας οποιαδήποτε σχέσης, αφού έχουν τακτοποιηθεί τα προηγούμενα, είναι το ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον στις συζητήσεις, στις ιδέες του άλλου, στις δραστηριότητες, τις παρέες. Πολλοί έχουν τα προηγούμενα αλλά δεν βλέπουν φως στο τούνελ επειδή βαριούνται. Το να βαριέσαι όμως έναν ερωμένο/η ή έναν φίλο σημαίνει πως ή τα ηλεκτρολογικά χρειάζονται επειγόντως αλλαγή ή το ίδιο το σπίτι έχει κάποιο σημαντικό πρόβλημα...
   Τέλος υπάρχουν τα υδραυλικά, τα οποία (ελπίζω τουλάχιστον) να υπάρχουν στις ερωτικές μόνο σχέσεις, τα άλλα δε θα ήθελα να τα αναλύσω. Δεν πρέπει να υπάρχουν διαρροές. Η διαρροή είναι εμφανές πρόβλημα. Ή τουλάχιστον αν υπάρχουν, να είναι γνωστό και αποδεκτό και να μπορεί το ζεύγος να ζήσει με αυτές. Τα υδραυλικά οφείλουν να λειτουργούν άψογα εν πάση περιπτώσει, αν αναφερόμαστε σε υγιή σχέση. Συνήθως σε πολλά σπίτια μετά από χρόνια μπάζει το σπίτι υγρασία από κάπου, κάποιο σιφόνι έχει σπάσει, και αργότερα έρχεται η μούχλα. Στις μακροχρόνιες σχέσεις αυτό φθείρει εξίσου. Δυστυχώς γι' αυτό δεν υπάρχει εύκολη λύση, παρά ο συνεχής έλεγχος και η διατήρηση των υδραυλικών. Αυτά.

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Η Κοινωνία των Μυρίων Αυθεντιών

   Η εξέλιξη ανά τους αιώνες, ή ανά τις χιλιετίες σε μεγαλύτερη κλίμακα, φέρνει τεράστιες αλλαγές στη δομή και τη νοοτροπία των ανθρώπων. Κάποια πράγματα όμως αλλάζουν μόνο επιφανειακά: έρχεται δηλαδή η γνωστή αλλαγή του Μανωλιού. Κάτι τέτοιο βρίσκω πως συμβαίνει στον τομέα της γνώσης και της έρευνας.
   Αν στρέψουμε το βλέμμα μας σε αρχαίους πολιτισμούς, όπως οι Αιγύπτιοι, οι Σουμέριοι, οι Έλληνες, οι Κινέζοι κι άλλοι, εύκολα διακρίνουμε μια μεγάλη καθώς και ανεξήγητη τεχνολογική πρόοδο. Έτσι το συμπέρασμά μας είναι πως "οι αρχαίοι Έλληνες είχαν προηγμένη τεχνολογία". Εδώ έρχεται ο σκεπτικισμός. Διότι το να βάζουμε π.χ. όλους τους Έλληνες σε ένα καλούπι και να θεωρούμε πως η τεχνολογία αυτή ήταν ευρέως γνωστή και κατανοητή είναι ένα τεράστιο σφάλμα: είναι σαν να υποθέτουμε πως όλη η σύγχρονη κοινωνία σήμερα, το 100% του παγκόσμιου πληθυσμού, γνωρίζει και κατανοεί τα πειράματα στο CERN και τις ανακαλύψεις της NASA. Όχι. Όπως και τώρα, έτσι και τότε ένα πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού είχε γνώση και μέσω αυτής εξουσία, ενώ η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν μια μάζα: μια μάζα που, όπως και σήμερα, ζούσε χωρίς γνώση, χωρίς πνευματικές αναζητήσεις και έχασκε με ανοιχτό το στόμα, καταπίνοντας καθετί καινούριο σέρβιρε η ελίτ σαν χάπι.
   Περίπου το ίδιο και στον αιγυπτιακό πολιτισμό. Αν αναλύσουμε τον πληθυσμό δημιουργείται μια πυραμίδα, βάση της οποίας ήταν οι σκλάβοι, συνήθως κάτοικοι κατακτημένων περιοχών από τον Φαραώ. Στο δεύτερο επίπεδο οι τεχνίτες, στο αμέσως ανώτερο οι γραφείς και στο ανώτατο το ιερατείο, το οποίο είχε το προνόμιο της γνώσης των ιερογλυφικών, την δυνατότητα επαφής με τη γνώση. Ακρογωνιαίος λίθος της πυραμίδας αυτής φυσικά ήταν ο Φαραώ, ο οποίος μαζί με το ιερατείο αποτελούσαν την ελίτ. Οι σπάνιες εμφανίσεις τους στον κόσμο έχαιραν θαυμασμού, κατάνυξης και δέους. Ακόμα μία κοινωνία όπου οι μάζες ήταν αμόρφωτες (μάλλον όχι από επιλογή) και την γνώση κατείχαν ελάχιστες "αυθεντίες", οι οποίες έπαιζαν τον ρυθμό στον οποίο χόρευε, χωρίς ίσως να το καταλαβαίνει, ο κόσμος. Όλοι περίμεναν την αλλαγή άνωθεν, δεν είναι τυχαίο που θεωρούσαν τον Φαραώ "απόγονο" ή "απεσταλμένο" των Θεών.
   Αν επιστρέψουμε στον προηγούμενο αιώνα μετά από αυτή την αναδρομή μπορούμε να επικεντρωθούμε σε δύο τάσεις: την τάση της ανάδειξης αυθεντιών και την μεθοδευμένη αποστασιοποίηση από αυτές. Με πιο απλά λόγια, η κοινωνία αρχικά συνειδητοποιούσε το χαμηλό πνευματικό της επίπεδο, την οποία συνειδητοποίηση περνούσε μοιρολατρικά στις επόμενες γενιές, έπειτα θεοποιούσε λίγες εξέχουσες προσωπικότητες (στην ελληνική επαρχία ενσαρκώνονταν στις μορφές του παπά, του δασκάλου, του γιατρού και του προέδρου/δημάρχου), των οποίων τις γνώσεις και εξουσία δεν αμφισβητούσε κανείς.
   Πρακτικά θεωρώ πως, αν σε ένα χωριό κατά τύχη αυτοί οι παράγοντες ήταν προοδευτικοί και ανοιχτόμυαλοι, τότε η κοινωνία προόδευε και προχωρούσε μπροστά με αλματώδη ανάπτυξη. Το πρόβλημα είναι πως η υψηλή κοινωνική θέση και η μόρφωση δεν προδιαθέτουν ανοιχτό μυαλό κι ελεύθερο πνεύμα. Αποτέλεσμα; Πολλές κοινωνίες που μαστίζονταν από μορφωμένους "τυράννους" που είχαν σκοπό να εκμεταλλευτούν την αμάθεια του κόσμου προς όφελός τους. Θεωρώ πως μπορεί ο οποιοσδήποτε να ξεχωρίσει έναν προοδευτικό μορφωμένο άνθρωπο που έχει εξουσία από έναν εγωκεντρικό ομόλογό του με απλή παρατήρηση: ο πρώτος θα φροντίσει να μην είναι το επίκεντρο και θα πασχίσει να βοηθήσει τα πλήθη με απλούς αλλά αποτελεσματικούς τρόπους, ενώ ο δεύτερος θα πασχίζει να συγκεντρώνει τα βλέμματα στο πρόσωπό του, θα παλέψει για την ευημερία του, θα τονίσει την διαφορά του από τις μάζες και στο τέλος θα νοιαστεί για την υστεροφημία του, χωρίς να του καίγεται καρφί για το τι πρόσφερε στη ζωή του για το κοινό καλό.
   Αυτή η ανάλυση βέβαια διέπεται από έναν παράγοντα: τύχη. Αν τύχει και τα μεγάλα κεφάλια είναι προοδευτικά όλα καλά. Αν όχι, ατυχήσαμε. Δε θα έπρεπε να αλλάξει κάποτε αυτό; Κι αν ναι πώς;
   Πριν απαντήσω ας έρθω και στο σήμερα, που βρισκόμαστε στα σπάργανα μιας χιλιετίας, στην οποία ο Dan Brown αισιόδοξα προέβλεψε πως η επιστήμη παίρνει τη θέση της τυφλής πίστης. Αυτό φυσικά σημαίνει τεράστιες επιστημονικές ανακαλύψεις κι εφευρέσεις, άρα πρόοδο. Εγώ όμως βλέπω κι ένα άλλο στοιχείο, τιτάνιου μεγέθους βέβαια, το οποίο θα πρέπει να αρχίσει να μπαίνει στις ζωές μας: την μόρφωση και παιδεία των μαζών. Πλέον δε ζούμε σε αρχαίες κοινωνίες όπου ο δρόμος για τη γνώση ήταν πανάκριβος, δύσκολος και "για τους λίγους". Τα βιβλία και οι επιστημονικές έρευνες είναι στα χέρια του καθενός. Οι μάζες μπορούν να τις αποκτήσουν με μεθοδικότητα και σωστή εκπαίδευση και να πάψουν να είναι μάζες με στόματα ανοιχτά μπροστά στον μονάρχη. Το πρώτο εμπόδιο μπροστά σε αυτό είναι η νοοτροπία της μάζας, η οποία είναι μια μορφή ηττοπάθειας: οι μάζες πιστεύουν ότι είναι μάζες, γι' αυτό παραμένουν μάζες. Περιμένουν μοιρολατρικά την σωτηρία άνωθεν επειδή δεν πιστεύουν πως μια κοινωνία με μορφωμένη και ηθική πλειοψηφία μπορεί να κάνει τη διαφορά. Βαριούνται ίσως να μάθουν; Προτιμούν να καθορίζεται ο τρόπος ζωής τους από άλλους, εξυπνότερους, παρά να πάρουν τον δύσκολο δρόμο, αυτόν της γνώσης, και να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους.
   Οπότε βρισκόμαστε ακόμα σε ένα είδος μεσαίωνα. Έναν μεσαίωνα που δεν άλλαξε και πολύ, ή μάλλον δεν έφυγε ποτέ: απλά άλλαζε ονόματα με την πάροδο των αιώνων. Ο σκοταδισμός της άρνησης για γνώση, της αμφισβήτησης της γνώσης και της δαιμονοποίησής της είναι μεγάλα αίτια της κακοδαιμονίας μας. Διότι ο "απλός κόσμος" αρνείται να έχει γνώση (λες και κρατάει στα χέρια του μια ωρολογιακή βόμβα;) ή αδιαφορεί γι' αυτήν, κι αυτή η αδιαφορία καλλιεργείται επιμελώς από εκείνους που δεν έχουν συμφέρον προς την κατεύθυνση εκείνη. Βρισκόμαστε στην κοινωνία των μυρίων αυθεντιών, όπου το ποσοστό ειδικών και επιστημόνων μεγάλωσε αλλά οι μάζες παρέμειναν οι ίδιες: δεν ψάχνουν, δεν αμφισβητούν, δεν διδάσκονται. Θεωρούν μάλλον πως το σχολείο είναι ένα βασανιστήριο μέχρι τα 18 και μετά η γνώση και η εξέλιξη δεν χρειάζονται. Μετά "ζούμε τη ζωή μας". Γι' αυτό τα ΜΜΕ έχουν γεμίσει ειδικούς, οι οποίοι είναι μεν ειδικοί στον τομέα τους (στον οποίο σπάνια αμφισβητούνται), άσχετοι με τα υπόλοιπα και ο απλός θεατής/ακροατής ακόμα κοιτάει με το στόμα ανοιχτό αυτούς που έχουν γνώση. Κάποτε υπήρχε στην Αναγέννηση ο όρος "πανεπιστήμονας". Υπάρχει κάτι πιο ωραίο από αυτό; Από ανθρώπους με δίψα για σφαιρική, ολοκληρωμένη γνώση, που προσπαθούν να την μεταδώσουν;