Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

Το Κυνήγι της Γνώσης

                Εδώ και πολλούς αιώνες γίνονται συστηματικά λάθη στην παιδεία. Λάθη στο πώς πρέπει να προβάλλεται η γνώση, τι πρέπει να έχει σημασία και τι όχι, πώς οφείλει ένας εκπαιδευτικός να προσεγγίσει τον μαθητή και να του μεταδώσει την γνώση και, ίσως το πιο κύριο, πώς να κάνει το παιδί ν’ αγαπήσει το σχολείο και τις γνώσεις που θα λάβει.
                Κάπως έτσι η σημερινή κοινωνία έχει καταντήσει να είναι γεμάτη από νέους που μισούν το σχολείο και συνεπώς την ίδια τη γνώση. Από μικροί λαμβάνουν πολλές εργασίες, πολλές ευθύνες, πολλές απειλές και τιμωρίες, με αποτέλεσμα να νιώθουν την διαδικασία της γνώσης σαν αγγαρεία. Σε παλιότερες εποχές -χρυσές κι ανεκτίμητες για κάποιους- ο δάσκαλος είχε την βέργα, χτυπούσε, απειλούσε και φώναζε και το σχολείο είχε στρατιωτική πειθαρχία. Πώς μπορεί με αυτούς τους τρόπους ένα παιδί ν’ αγαπήσει τη γνώση;
                Το αντίθετο βλέπουμε σε ιστορίες απομονωμένων κοινωνιών, όπου παιδιά γονιών αμόρφωτων ανακαλύπτουν το διάβασμα και την γνώση και τα λατρεύουν. Εκείνα τα παιδιά βλέπουν την γνώση σαν κάτι μαγικό, ελκυστικό, αναντικατάστατο. Έχουν την τάση να μην αποχωρίζονται ποτέ την ιδέα της γνώσης, να είναι αχόρταγοι και να θέλουν συνεχώς να μαθαίνουν. Η τάση αυτή παρομοιάζεται στο νου τους με την ανάγκη για εξέλιξη και την απέχθεια του να μένουν στάσιμοι γνωστικά, κοινωνικά και υπαρξιακά. Η γνώση γίνεται ένα υπέροχο ταξίδι σε κόσμους μαγικούς κι ανεξερεύνητους.
                Το είδος αυτό της τάσης ισχύει και για κάποιους ανθρώπους της δικής μας κοινωνίας, που αποτελούν όμως μειοψηφία. Γι’ αυτούς, το κυνήγι της γνώσης δεν έχει τέλος. Η μάθηση είναι μια διαδικασία που, ενώ για άλλους είναι ένα βασανιστήριο που τελειώνει μαζί με το σχολείο, για εκείνους κρατάει μια ζωή και ποτέ δεν είναι αρκετή. Δεν μαθαίνουν για να έχουν, για να αποκτήσουν και να κερδοσκοπήσουν. Μαθαίνουν για να είναι ο εαυτός τους και να εκπληρώνουν την ύπαρξή τους. Διότι υπάρχει μέσα τους μια αλήθεια: όσο ζεις μαθαίνεις κι όσο μαθαίνεις ζεις.
Αυτό το αίσθημα πληρότητας κατά την διάρκεια της μαθητείας είναι αναντικατάστατο. Για να προσεγγίσω ίσως αυτή την εγκεφαλική λειτουργία, θα παρομοιάσω την άγνοια με το σκοτάδι. Η πλειοψηφία φοβάται το σκοτάδι. Απομακρύνεται απ’ αυτό και δεν κοντοζυγώνει. Η μειοψηφία όμως, αυτή η μερίδα των ανθρώπων της γνώσης, θα εισέλθει στον σκοτεινό χώρο με σκοπό να ψηλαφίσει, να γνωρίσει, ν’ ανακαλύψει και να φέρει φως. Διότι υπάρχει η ανάγκη στον απειροελάχιστο χρόνο ζωής -σε σχέση με τον χρόνο ζωής του κόσμου μας- που διαθέτουμε, να μάθουμε όσο το δυνατόν περισσότερα γι’ αυτόν. Να μαγνητιζόμαστε απ’ το άγνωστο και να μας προκαλεί να το μετατρέψουμε σε γνωστό.

                

Τετάρτη 10 Μαΐου 2017

Κοίτα Ποιος Μιλάει...

   "Κοίτα ποιος μιλάει...". Μια πολύ συνηθισμένη φράση, την οποία ακούμε οι περισσότεροι από μικροί. Είναι μια φράση-καθρέφτης, θα έλεγα, καθώς αντικατοπτρίζει την νοοτροπία της κοινής γνώμης σχετικά με το δικαίωμα λόγου και την βαρύτητα που έχει ο λόγος του καθενός.
   Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, σε οποιαδήποτε λόγια υπάρχουν δύο συνιστώσες: το πρόσωπο που μιλάει και το νόημα των λεγομένων του. Σε μια κοινωνία λογικών όντων, το 80-85% της προσοχής μας θα στρεφόταν στο νόημα, το περιεχόμενο των λόγων κάποιου. Θα μας ενδιέφερε η οπτική του γωνία, η -ακόμα και αντίθετη με τα δικά μας δεδομένα- άποψή του και θα ζυγίζαμε τα λόγια του ακριβώς ως έχουν, ψάχνοντας ταυτόχρονα και επιχειρήματα υπέρ ή κατά αυτής της άποψης για να εξετάσουμε την αληθοφάνειά τους.
   Αυτά σε μια λογική κοινωνία. Στην δική μας κοινωνία, που μόνο κατ' ευφημισμόν ονομάζεται λογική (θα έλεγα πως είναι wannabe λογική η κοινωνία μας), το 80-85% της προσοχής στρέφεται στο πρόσωπο που μιλάει, όχι στο περιεχόμενο των λόγων του. Γιατί; Για πολλούς λόγους. Πρώτον, διότι έτσι είναι όλα πιο εύκολα. Δεν χρειάζεται να αποδομήσουμε τα λόγια κάποιου και να χρειαστεί να σκεφτούμε με βάση την λογική και τα επιχειρήματα. Μπορούμε απλά να τον λασπολογήσουμε, να τον κατηγορήσουμε για οτιδήποτε που (κατά την γνώμη μας πάντα) είναι καταδικαστικό και, τρόπον τινα, να του αφαιρέσουμε το δικαίωμα του λόγου.
   Δεύτερον, έτσι είναι πιο εύκολο να παρασύρουμε κι άλλους. Αν έπρεπε να ξοδέψουμε χρόνο για να επιχειρηματολογήσουμε, να δεχτούμε έστω και για λίγο την αντίθετη άποψη καθώς την αποδομούμε ή να μπούμε σ' εκείνη την λογική, αυτό θα έπαιρνε χρόνο. Χρόνο δικό μας για χάρη κάποιου άλλου. Και πώς θα μπορούσαμε να "πείσουμε" εύκολα κάποιον ότι ο τάδε ομιλητής έχει άδικο; Θα έπρεπε να του προβάλλουμε επιχειρήματα, αντεπιχειρήματα, συλλογισμούς. Κοντολογίς θα έπρεπε να σκεφτούμε, κάτι που μισεί η κοινή γνώμη. Επίσης θα μας έβγαζε απ' την βολική θέση του καναπέ μας.
   Τρίτον, ασχολούμαστε με το πρόσωπο κι όχι με τα λεγόμενα επειδή δεν θέλουμε ν' αλλάξουμε! Τόσο απλά! Αν κάποιος χρησιμοποιεί την λογική του, ακούει όλες τις απόψεις, τις φιλτράρει, βρίσκει ψήγματα αλήθειας και τα ενσωματώνει στην ήδη υπάρχουσα άποψή του, σιγά-σιγά αλλάζει. Προς το καλύτερο, θα έλεγα εγώ, όμως για την κοινωνία η αλλαγή είναι κακή. Αλλαγή έχει φτάσει να σημαίνει αστάθεια απόψεων, λες και είμαστε γεννημένοι με συγκεκριμένες απόψεις και πρέπει να τις υπερασπιστούμε άνευ όρων.
   Το συμπέρασμα, έτσι όπως το βλέπω, είναι πως, αντί να γίνουμε κριτές απόψεων, πετάμε την κριτική ικανότητα στην γωνία και γινόμαστε φανατικοί οπαδοί απόψεων. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του φανατισμού; Οι παρωπίδες, που είναι τόσο βολικές επειδή μας επιτρέπουν να μην σκεφτόμαστε! Φανατιζόμαστε χρωματίζοντας πρόσωπα και μέσω αυτού του χρωματισμού δεχόμαστε ή απορρίπτουμε απόψεις a priori. Αν ένας αρθρογράφος, πολιτικός, δημοσιογράφος ή ακόμα και πρόσωπο της καθημερινότητάς μας είναι της συμπαθείας μας, τότε καταπίνουμε αμάσητα όσα λέει. Αν ανήκει στην αντίπερα όχθη, αυτήν που εχθρευόμαστε, τότε κλείνουμε τ' αφτιά μας σε οτιδήποτε πει. Αυτό είναι παρόμοιο με το γιουχάρισμα στα γήπεδα, μια πρακτική που ανέκαθεν χρησιμοποιείται για να μην ακούγεται καν η αντίθετη άποψη κι έτσι η δύναμη της μάζας και του φανατισμού να νικάει την δύναμη της λογικής.
   Αυτή η νοοτροπία βέβαια είναι άμεσος εχθρός της δημοκρατίας. Γιατί; Επειδή η δημοκρατία θέλει πολίτες, όχι πρόβατα χρωματισμένα με αυτό ή εκείνο το χρώμα. Ο χρωματισμός αυτός και η παράλογη κώφωση προς την αντίθετη άποψη σταματάνε κάθε έννοια ελευθερίας του λόγου. Ας παρατηρήσουμε λίγο ένα κοινοβούλιο: όταν μιλάει ένας πολιτικός μιας παράταξης, δεν χρειάζεται να ακούσουμε το περιεχόμενο των λόγων του. Φτάνει να ξέρουμε ποιοι συστρατεύονται και ποιοι είναι πολιτικοί του αντίπαλοι. Ξέρουμε από πριν ποιοι θα χειροκροτήσουν και ποιοι θα γιουχάρουν ή θα διαμαρτυρηθούν. Είτε αναλύσει την πιο υπέροχη θεωρία είτε την πιο γελοία, υπάρχει από πριν τοποθέτηση των υπόλοιπων "βουλευτών" (αστείος ο όρος, θα έλεγα - αλήθεια, πού υπάρχει ελεύθερη βούληση;) ανάλογα με το κόμμα.
   Έχει όμως πολύ μεγάλο νόημα να ακούμε την αντίθετη άποψη. Μας κάνει να αμφισβητούμε προσωρινά την δική μας και είτε να την ισχυροποιούμε, αν αποδειχθεί ορθότερη απ' την αντίπαλη, είτε την αναθεωρούμε, αν έχει λάθη. Μόνο έτσι εξελισσόμαστε, μόνο έτσι αλλάζουμε. Την επόμενη φορά που θα ακούσετε κάποιον να λασπολογεί τον ομιλητή χωρίς να ασχολείται με τα λεγόμενά του, να ξέρετε πως είναι ένα άμυαλο πιόνι. Όχι ένας πολίτης. Ακούστε εσείς αντί γι' αυτόν τα λεγόμενα του ομιλητή. Είτε είναι σωστά είτε σαθρά, θα ωφεληθείτε περισσότερο από το να ακούσετε τις φανατισμένες μπαρούφες ενός άμυαλου πιονιού.

Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

Μεσσίας

   Η ιδέα του μεσσία είναι αρχαιότατη. Πιθανότατα υπάρχει από τότε που δημιουργήθηκαν και οργανώθηκαν οι ανθρώπινες κοινωνίες, καθώς ο, αδύναμος σε σχέση με την φύση, άνθρωπος, έψαχνε τον σωτήρα του σε φυσικά και μεταφυσικά πρόσωπα. Ο μεσσίας δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από μια δύναμη, αδιευκρίνιστη συνήθως, που έρχεται και δίνει μια μαγική λύση σε υπαρκτά προβλήματα. Οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν χωρίς αυτόν και τον λατρεύουν.
   Την έννοια αυτή αν δεν απατώμαι την συναντάμε πολύ σε εβραϊκά κείμενα, καθώς οι εν λόγω ζητούσαν ανέκαθεν κάποιον μεσσία εξ ουρανού για να τους γλιτώσει απ' τα δεινά τους. Άνθρωποι θαυμαστοί και θαυματουργοί έρχονταν κι έφευγαν, παίρνοντας μαζί τους οπαδούς που τους πίστεψαν για μεσσίες και δημιουργώντας σχίσματα στο "ορθόδοξο" δόγμα, κάτι όχι και τόσο διαφορετικό από ισχυρές φυσιογνωμίες στην λίθινη εποχή που αμφισβητούσαν τον φύλαρχο κι επεδίωκαν να πάρουν την θέση του. Μια τέτοια περίπτωση, αρκετά μεγαλύτερου μεγέθους, δημιούργησε και την θρησκεία του Χριστιανισμού, την ισχυρότερη που υπάρχει σήμερα.
   Όμως υπάρχουν αρκετά προβλήματα με την ιδέα του μεσσία. Πρώτον, η ίδια η ιδέα είναι αόριστη και δεν μπορεί κανείς να αποδείξει πως κάποιος είναι ή δεν είναι μεσσίας. Δεν έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, οπότε οποιοσδήποτε μπορεί να ετεροπροσδιοριστεί ή και να αυτοπροσδιοριστεί ως μεσσίας χωρίς δυνατότητα απόδειξης ή κατάρριψης του ισχυρισμού.
   Δεύτερον, η ιδέα του μεσσία προκαλεί κοινωνική χαύνωση και έλλειψη σκοπού, ιδανικών και αλλαγής. Όσο κάποιος περιμένει τον μεσσίας μένει άπρακτος: δεν εξελίσσεται, δεν παίρνει αποφάσεις, δεν παίρνει την κατάσταση στα χέρια του, δεν παράγει, δεν δημιουργεί, δεν εμπνέεται και μένει στάσιμος σ' έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει, καθηλωμένος σε μια ιδέα. Είναι μια περίπτωση σπάνια, όπου η ελπίδα βλάπτει. Αντίθετα, κάποιος που έχει αποτινάξει την ιδέα του μεσσία από μέσα του (ή την έχει απορρίψει εξαρχής) θα συνεχίσει να βασίζεται στον εαυτό του, να αυτοβελτιώνεται, να δρα, να παράγει, να έρχεται αντιμέτωπος με ηθικά διλήμματα, να τα λύνει και να εξελίσσεται.
   Παραδείγματα μεσσιανισμού υπάρχουν πολλά, όχι πάντα καθαρά θρησκευτικά. Υπάρχουν παραδείγματα πολιτικών που παρουσιάστηκαν ως μεσσίες-ελευθερωτές και κέρδισαν την λατρεία των λαών τους. Κατά την γνώμη μου αυτό είναι κάτι τρομερά επικίνδυνο, διότι, όταν ένας λαός ανάγει μια οντότητα σε θεϊκή, παύει να την κρίνει και δέχεται οτιδήποτε εκείνη επιτάσσει. Έτσι καταστρέφεται κάθε έννοια λογικής και ηθικής. Εξάλλου πόσοι άνθρωποι δεν περιμένουν μια "εθνοσωτήριο μέρα", έναν πολιτικό που θα αλλάξει τα πάντα χωρίς να αλλάξει τους ίδιους. Άνθρωποι που δεν έχουν ηθικούς φραγμούς προκειμένου να περισώσουν την βόλεψή τους.
   Θα έλεγα πως ο μεσσίας εξ ορισμού λείπει από την επιστήμη, τουλάχιστον όσον αφορά πρόσωπα. Ο επιστήμονας είναι κάποιος που αναπτύσσει μια θεωρία που κρίνεται και αμφισβητείται από πολλούς άλλους επιστήμονες, ακόμα κι όταν εκείνος έχει φτάσει στην κορυφή. Επιπλέον, μιας και η επιστήμη είναι κάτι συνεχώς αναπτυσσόμενο, οι παλιές θεωρίες αναιρούνται και οι παλιοί επιστήμονες αρκετές φορές εκθρονίζονται. Υπάρχει θαυμασμός αλλά όχι λατρεία. Υπάρχει θαυμασμός αλλά πάντα μαζί με κριτική.
    Παρόλα αυτά, το ζήτημα στην επιστήμη γίνεται πιο περίπλοκο. Αυτό συμβαίνει διότι τα επιτεύγματά της συχνά παίρνουν μαγικές διαστάσεις στα μάτια του κόσμου, ο οποίος είναι συνήθως άσχετος με το θέμα, την έρευνα, τον πειραματισμό και γενικά με τις μεθόδους της επιστήμης. Ο απλός κόσμος θέλει απλές λύσεις. Τίποτα παραπάνω. Τίποτα που θα του δώσει ευθύνες. Τίποτα που θα τον αναγκάσει ν' αλλάξει ο ίδιος. Οπότε οι περίπλοκες και αέναα αμφισβητούμενες λύσεις τη επιστήμης δεν αρέσουν. Δεν χωράνε στον εγκέφαλο, ας πούμε. Η άσχετη με την επιστημονική κοινότητα κοινωνία κρατάει απλά συμπεράσματα. Κι έτσι γεννιούνται "μεσσίες", αυτήν την φορά απρόσωποι, άβιοι. Αντικείμενα ή ιδέες.
   Ας μην παραξενευόμαστε με την ιδέα των αλχημιστών που έχει επιζήσει έως σήμερα. Τι ήταν οι αλχημιστές; Επιστήμονες του καιρού (οι γνήσιοι τουλάχιστον) που έψαχναν διάφορες αλήθειες με βάση την μεταστοιχείωση ουσιών σε άλλες. Τι έχει επιζήσει από αυτούς σήμερα; Ότι οι αλχημιστές έψαχναν να δημιουργήσουν χρυσό και να βρουν την αιώνια ζωή. Όχι πως αυτό είναι ψευδές, όμως σίγουρα υπερπηδάει πολλά στάδια και είναι μια απλή διατύπωση, η μόνη που μπορούσε να καταλάβει ο απλός κόσμος.
   Σήμερα υπάρχουν κι άλλα τέτοια "μαγικά φίλτρα", τα οποία μοιάζουν με μεσσίες. Για παράδειγμα, το πολυθρύλητο "φάρμακο για τον καρκίνο". Κάθε τόσο ξεπετάγεται κάποιος που λέει πως το βρήκε, κάποιες φήμες πως υπάρχει αλλά το κρατάνε κρυφό κ.ά. Πολλοί επιστήμονες που πασχίζουν να βρουν λύση κάνουν εικασίες και δοκιμές, ενώ ο απλός λαός κρατάει ό,τι καταλαβαίνει: ή το φάρμακο υπάρχει ή δεν υπάρχει. Δοκιμές, περιπτώσεις και υποπεριπτώσεις δεν τον ενδιαφέρουν.
   Κι έτσι γεννιέται ο μεσσίας "φάρμακο για τον καρκίνο". Η μαγική λύση για ένα υπαρκτό πρόβλημα. Μπορεί να υπάρξει στο μέλλον; Θα υπάρξει; Θα θεραπεύει κάθε είδος καρκίνου; Σε κάθε στάδιο; Και τις μεταστάσεις; Δεν μπορούμε να απαντήσουμε σε τέτοια ερωτήματα. Τουλάχιστον εγώ σίγουρα δεν μπορώ. Όμως η ιδέα αυτού του φαρμάκου είναι επιζήμια κι επικίνδυνη. Διότι τείνει να ακυρώσει κάθε έρευνα και κάθε προειδοποίηση της επιστημονικής κοινότητας. Οι επιστήμονες βγάζουν ανακοινώσεις πως "η τάδε τροφή είναι καρκινογόνα", "η τάδε ακτινοβολία είναι κακινογόνα", "η τάδε δραστηριότητα/συνήθεια/κατάσταση προκαλεί ή επιταχύνει την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων" κτλ. Όλες αυτές οι ανακοινώσεις έχουν γίνει μετά από αναρίθμητα παραδείγματα, έρευνα και πειραματισμούς, προκειμένου να μας βοηθήσουν να προλαμβάνουμε οι ίδιοι την νόσο με ραγδαία αλλαγή του τρόπου ζωής μας.
   Ο απλός κόσμος όμως θέλει απλές λύσεις. Από άλλους φυσικά. Χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει ο ίδιος. Οπότε αγνοεί πολλές προειδοποιήσεις, αγνοεί τους επιστήμονες και περιμένει αγωνιωδώς πότε θα έρθει το φάρμακο για τον καρκίνο, ενώ ο ίδιος θα αράζει νωχελικά καπνίζοντας. Αυτή η ελπίδα στον μεσσία τούτο μόνο κακό φέρνει: κάνει τους ανθρώπους μοιρολάτρες, μη δεκτικούς στην αλλαγή και αδιάφορους ως προς τον τρόπο ζωής τους.
   Υποπτεύομαι πως, αν στο μέλλον υπάρξει μια μορφή θεραπείας, θα βοηθάει κάποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις. Δεν θα είναι πανάκεια για κάθε είδος και κάθε στάδιο του καρκίνου. Ακόμα και τότε η πρόληψη θα είναι το σημαντικότερο κομμάτι της απαλλαγής απ' την νόσο. Ίσως, αν δεν υπήρχε ο συγκεκριμένος απρόσωπος μεσσίας, οι απλοί άνθρωποι να έκαναν απόπειρες να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους προς το καλύτερο. Ίσως να έπαιρναν την απειλή πιο σοβαρά. Αλλά και πάλι, ο απλός λαός σε κάθε μεγάλο πρόβλημα έχει ανάγκη από έναν φανταστικό σωτήρα, προκειμένου να μην χρειαστεί να κουνήσει το δαχτυλάκι του. Ο μεσσιανισμός ίσως είναι μια μάστιγα της ανθρωπότητας που απλά μας κρατάει πίσω, σαν σιδερένια μπάλα δεμένη στο πόδι του φυγά, ο οποίος τρέχει για ν' ανασάνει τον αέρα της ελευθερίας.
   

Κυριακή 16 Απριλίου 2017

Ειλικρινείς Ευχές

   Είμαστε περήφανοι που είμαστε άνθρωποι. Το είδος που εξελίσσεται, που ξεπερνάει τα δεδομένα, τα ήδη υπάρχοντα, το είδος που ατενίζει το μέλλον. Το ότι στην συνομοταξία μας υπήρξε και υπάρχει μια μειοψηφία λαμπρών μυαλών μας κάνει και νιώθουμε ξεχωριστοί. Περήφανοι ίσως. Περήφανοι για κάτι που είναι άλλοι, όχι εμείς. Εμείς απλώς περιμένουμε να μας έρθουν τα πάντα δεδομένα, δουλεμένες σκέψεις από άλλους, ώστε να μην χρειαστεί να αλλάξουμε. Όταν έρθει η αλλαγή, θα έρθει με το ζόρι και θα την αποδεχτούμε μόνο διότι δεν θα έχουμε άλλη επιλογή. Και μετά θα νιώσουμε εκ νέου περήφανοι που είμαστε άνθρωποι.
   Ένας μηχανισμός που έχει το πλήθος των ανθρώπων (και φυσικά μας εξομοιώνει με τα υπόλοιπα ζωντανά) είναι πως ακολουθεί τις αποφάσεις της αγέλης. Τις περισσότερες φορές αυτό γίνεται χωρίς σκέψη. "Αφού το κάνουν κι οι άλλοι, σωστό θα είναι", "Πάντα έτσι το κάναμε", "Έθιμα είναι αυτά", "Έτσι επιτάσσει η παράδοση" κι άλλα τέτοια όμορφα. Δικαιολογίες για να μην σκεφτόμαστε. Για να μην αλλάζουμε. Για να μένουμε πεισματικά ίδιοι σ' έναν κόσμο αεικίνητο.
   Αυτό το άρθρο θ' ασχοληθεί με ένα συγκεκριμένο παράδειγμα της παράδοσης: τις ευχές. Έχετε σκεφτεί πότε ακριβώς ευχόμαστε κάτι καλό; Κάθισα και μέτρησα και δεν μου άρεσε καθόλου το αποτέλεσμα. Ευχόμαστε σε κάποιον να ζήσει πολλά χρόνια (αποκλειστικά και μόνο, φοβάμαι να πω) όταν το επιτάσσει η παράδοση. Στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, στις εθνικές επετείους, στα γενέθλια και στις ονομαστικές γιορτές. Αυτά. Αυτές οι μέρες χαρακτηρίζονται "ιερές" (λες και διαφέρουν απ' τις υπόλοιπες) και οι υπόλοιπες όχι ιερές. Στις ιερές μέρες λοιπόν ευχόμαστε. Ευχόμαστε διότι έτσι πρέπει, έτσι λέει το έθιμο, έτσι κάναμε πάντα...
   Πόσο ειλικρινής όμως είναι μια τέτοια ευχή; Εδώ θα κάνω μια εικασία. Πιστεύω πως η αρχική έννοια της ευχής, από τα αρχαιότατα χρόνια, είναι να εκφράσουμε μια προσδοκία μεγαλόφωνα και να μεταφέρουμε θετική ενέργεια στο άτομο που δέχεται την ευχή. Ακριβώς το αντίθετο είναι η κατάρα, όπου κάποιος προσπαθεί να μεταφέρει αρνητική ενέργεια. Ενώ όμως κατάρες ρίχνονται καθημερινά και χωρίς πολύ δισταγμό, οι ευχές περιορίζονται σε συγκεκριμένες μέρες. Και μάλιστα δίνονται συνήθως χωρίς την θετική ενέργεια που αναμένεται. Απλά μουρμουρίζουμε (ή πληκτρολογούμε) τα λόγια για να φύγουμε από την υποχρέωση. Κι έτσι τελειώνει το έθιμο κι όλοι είμαστε ευτυχισμένοι!
   Κατά την γνώμη μου δεν υπάρχει "ιερή μέρα". Όλες οι μέρες είναι ίδιες. Μάλιστα θα χαρώ αν ακούσω κάποιον καλό λόγο μια τυχαία μέρα, διότι θα νιώσω ξεχωριστός από κάποιον άνθρωπο χωρίς να υπάρχει κάποιο έθιμο που να τον διατάζει να μου μουρμουρίσει κάποια τυπικά λόγια. Επίσης, δεν θα χαρώ περισσότερο αν ξεπορτίσω στα γενέθλιά μου ή στην ονομαστική μου γιορτή με φίλους. Θα είναι το ίδιο ευχάριστη συγκυρία με μια ωραία έξοδο οποιαδήποτε άλλη μέρα. Υποπτεύομαι πως κάποια παλιότερα χρόνια, όταν οι Έλληνες ζούσαν στην ανέχεια, όντως είχε νόημα αυτή η έξοδος ή η μάζωξη σε συγκεκριμένες μέρες, μιας και τις υπόλοιπες μέρες δεν υπήρχε η πολυτέλεια του πλουσιοπάροχου γεύματος ή της ξεγνοιασιάς. Ήταν ένα διάλειμμα από μια δύσκολη καθημερινότητα. Τώρα πια όμως;
   

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017

Οι Τρεις Δρόμοι (The Handmaiden)

   (Το άρθρο περιέχει spoilers, δηλαδή αποκαλύπτει την πλοκή της ταινίας The Handmaiden)
 
   Η ταινία διαδραματίζεται στην Κορέα της δεκαετίας του 1930. Η χώρα είναι υπό ιαπωνική κατοχή και κάποιοι Ιάπωνες ευγενείς ζούνε πλουσιοπάροχα εκεί. Η πλοκή διαδραματίζεται στην έπαυλη ενός Ιάπωνα ευγενούς, που ζει με την ανιψιά του, η οποία είναι κληρονόμος της έπαυλης και της μεγάλης περιουσίας. Σε αυτήν την κοπέλα έχει δοθεί ένας αυστηρός και απάνθρωπος δρόμος: να παντρευτεί τον θείο της, ο οποίος είναι αδίστακτος, αιμοδιψής και διεστραμμένος. Της έχει εμφυτεύσει τον φόβο βαθιά μέσα της από μωρό και θέλει να την χειραγωγεί για να κρατήσει για τον ίδιο την περιουσία.
   Στην θλιβερή και απέλπιδη πραγματικότητά της εμφανίζεται ένας απατεώνας. Είναι χρόνια συνεργάτης του θείου της, μεγάλος ψεύτης, δολοπλόκος και αντιγραφέας έργων τέχνης. Γρήγορα προθυμοποιείται να την απαλλάξει από το βάρος του θείου της, να την προστατέψει απ' την οργή του και να την κάνει γυναίκα του. Έτσι, θα έχουν και οι δυο την περιουσία δική τους και θα ζήσουν ζωή χαρισάμενη. Της εξηγεί βέβαια κάθε λεπτομέρεια του σχεδίου, ώστε να ξέρει κι η ίδια πως όλα γίνονται με γνώμονα το κέρδος.
   Στο σχέδιό του μπαίνει ως εξιλαστήριο θύμα μια φτωχή πλην τίμια Κορεάτισσα, η οποία πρόκειται να κλειστεί σε ψυχιατρική κλινική στην θέση της προαναφερθείσας πλούσιας, ώστε εκείνη να μείνει ελεύθερη. Καθώς όμως το σχέδιο εκτυλίσσεται, η Κορεάτισσα ερωτεύεται βαθιά την κοπέλα και της ζητάει να τα παρατήσει όλα και να την ακολουθήσει.
   Έχοντας παρακολουθήσει την ταινία, έχω την αίσθηση πως αυτή η Γιαπωνέζα κόρη βρίσκεται μέσα σε όλους μας. Είναι ένα παιδί που γεννιέται έχοντας άθελά του μια μεγάλη κληρονομιά, η οποία περιπλέκει την ζωή της. Αυτή η κληρονομιά μπορεί να μεταφραστεί ξεχωριστά για τον καθένα μας. Για κάποιον είναι ακριβώς αυτό: πλούτος. Έχει γεννηθεί πλούσιος, ένα βάρος που θα τον ακολουθεί σε όλη του την ζωή με τα καλά του και τα κακά του. Πιθανόν να πέσει θύμα εκμετάλλευσης, να μην ξέρει ποτέ ποιος είναι πραγματικός φίλος του και ποιος τον θέλει για τα λεφτά του. Για κάποιον άλλο η κληρονομιά σημαίνει πως είναι γόνος ενός επιχειρηματία, φαρμακοποιού, γιατρού, δικηγόρου, αθλητή ή οποιουδήποτε άλλου καριερίστα. Σε τέτοια παιδιά συνήθως υπαγορεύονται επιλογές-μονόδρομοι, οι οποίες του στερούν κάθε ελευθερία στο να διαλέξει τον δικό του δρόμο, αυτόν που το ίδιο θα ήθελε. Σε μια άλλη περίπτωση, η κληρονομιά μπορεί να είναι μια ασθένεια που ακολουθεί το παιδί για όλην την ζωή του ή μια οικογενειακή τραγωδία.
   Ας ασχοληθούμε λίγο όμως με τους τρεις δρόμους. Αυτοί οι δρόμοι, οι επιλογές αν θέλετε, ακολουθούν, συνήθως με την συγκεκριμένη σειρά, τις ζωές μας. Πρώτος δρόμος, αυτός του διεστραμμένου θείου: ο δρόμος του φόβου. Δυστυχώς τα παιδιά είναι απροστάτευτα από τον δρόμο του φόβου και πολύ ευαίσθητα απέναντί του. Πρώτον, υπάρχει σε πολλές οικογένειες η απειλή της βίας ή η ίδια εφαρμογή της, λεκτικά είτε σωματικά είτε ψυχικά. Έπειτα, υπάρχει το φαινόμενο του bullying από μεγαλύτερους, συγγενείς, γνωστούς ή συμμαθητές, το οποίο συνήθως δεν γίνεται αντιληπτό από τους γονείς, θεωρείται ελάσσονος σημασίας και προτείνεται στο παιδί να μην ασχολείται (έλα μωρέ, σιγά...) και φυσικά δεν αντιμετωπίζεται καθόλου. Ο δρόμος του φόβου πολλές φορές σχετίζεται με την απειλή της υγείας, ότι θα αρρωστήσει αν δεν φάει το φαγητό του, ότι θα δυστυχήσει αν δεν ακούει τους γονείς του και αρκετές άλλες απειλές, μιας και τα φόβητρα είναι ο πιο εύκολος τρόπος να χειραγωγηθεί μια ευαίσθητη παιδική ψυχή. Φυσικά υπάρχει και ο ανείπωτος τρόμος μιας αιώνιας μεταθανάτιας τιμωρίας, ο οποίος χαρίζεται αθρόα και αφιλτράριστα σε παιδιά από τις πιο μικρές ηλικίες.
   Ο δεύτερος δρόμος, ο οποίος συνήθως παρουσιάζεται στην εφηβική ή στα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής, είναι ο δρόμος των υλικών αγαθών. Ο δρόμος του κέρδους, ο δρόμος της απληστίας. Αυτός είναι ένας πολλά υποσχόμενος δρόμος, πλήρως εγωιστικός: υπόσχεται την απαλλαγή από ευθύνες, δυσβάσταχτα βάρη, μια μέτρια ζωή και χρόνια οικονομικά προβλήματα. Μας προτείνει βέβαια να αφήσουμε τους συναισθηματισμούς στην άκρη, μιας και είναι άχρηστοι πρακτικά. Αυτός ο δρόμος έχει πολλές μορφές: έχει να κάνει με τον τζόγο, ο οποίος υπάρχει παντού γύρω μας και μας κάνει να φαντασιωνόμαστε αμύθητα ποσά. Σχετίζεται με το "βόλεμα", την εύκολη λύση της βρώμικης συναλλαγής, όπου εξαγοράζεται μια ψήφος, η σιωπή, η συνενοχή, η σύμπραξη και πολλά άλλα. Συνήθως τα παραπάνω συμπορεύονται με μια μεγάλη, συνεχή διαφήμιση υλικών αγαθών, λαμπρών κι αστραφτερών, τα οποία δίνονται σαν υπόσχεση ευτυχίας: ένα μεγάλο αυτοκίνητο, ένα μεγάλο σπίτι, μια καλή δουλειά, τα οποία, χωρίς να δίνονται πολλές λεπτομέρειες, παρουσιάζονται ως ένας άπιαστος παράδεισος, ώστε να είναι θελκτικά.
   Ο τρίτος δρόμος είναι ο πιο μυστήριος. Είναι ο δρόμος της αγνής, ανεπιτήδευτης αγάπης. Δεν έχει να κάνει με τον φόβο, δεν έχει να κάνει με το κέρδος. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη ηλικία που εμφανίζεται και δεν μπορεί κανείς εύκολα να καταλάβει πώς μοιάζει. Πολλές φορές είναι καλά μεταμφιεσμένος ή είναι τόσο έκδηλος, που διστάζουμε (χάρη στον φόβο που μας έχει εμφυτευτεί από παιδιά) να πιστέψουμε πως είναι αληθινός. Έπειτα, πολλοί είναι αυτοί που μας υπόσχονται αυτόν τον δρόμο, ώστε να αποσπάσουν κάτι από εμάς. Για όλους αυτούς τους λόγους είναι πολύ δύσκολο κι επίπονο να δοθεί κανείς ελεύθερα σ' αυτόν. Διότι είναι ένας δρόμος που υπόσχεται διαρκή αμφιβολία, αστάθμητους παράγοντες και συνήθως είναι ο πιο "αδύναμος" από τους τρεις, μιας και δεν κάνει επίδειξη δύναμης. Ένα λάθος πολλών γονέων είναι πως με ζήλο δείχνουν στο παιδί τους άλλους δρόμους "για το καλό του", με αποτέλεσμα αυτό το παιδί να μην εμπιστευτεί εύκολα τον τρίτο δρόμο και να χάσει την ευκαιρία να τον ζήσει. Τέλος, δεν υπόσχεται ασφάλεια, εύκολες λύσεις, βολικά ψέματα και ίσως να μην είναι τόσο θελκτικός αρχικά.
   Υπάρχουν αρκετές κατηγορίες ανθρώπων που ακολούθησαν καθέναν από τους παραπάνω τρεις δρόμους για τόσον πολύ καιρό και σε τέτοια απόσταση, ώστε ενίοτε δεν υπάρχει επιστροφή. Παιδιά που καταδυναστεύτηκαν από τον φόβο και δυσκολεύονται να απαλλαγούν απ' αυτόν για όλη τους την ζωή. Είναι συνήθως διστακτικά, δυσκολεύονται να πάρουν αποφάσεις και παραιτούνται στην πρώτη δυσκολία. Ένα μεγάλο ποσοστό του ανθρώπινου πληθυσμού ανήκει σε αυτήν την κατηγορία: το άτομο φοβάται τις επιλογές του για να μην κριθεί γι' αυτές και βολεύεται με το να αφήνει άλλους να επιλέγουν για το ίδιο. Δεν νιώθει ικανό να ξεπεράσει τους φόβους του, τους εθισμούς του και προσπαθεί να βρει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μια γωνία για να κρυφτεί.
   Έπειτα, βρίσκονται άνθρωποι που από μικροί έχουν κυριαρχηθεί από την ιδέα του κέρδους, της δύναμης και της απληστίας. Είναι άνθρωποι που σπάνια εκφράζουν τα συναισθήματά τους, τα περιφρονούν και δεν έχουν ηθικές αξίες. Το συναίσθημα είναι αδυναμία. Ο αλτρουισμός είναι αδυναμία. Είναι, θα έλεγα, άνθρωποι αποχαυνωμένοι, που έχουν ξεχάσει την θνητότητά τους. Κυρίως εξαιτίας τέτοιων ανθρώπων ο κόσμος μας δεν είναι ένα ιδανικό μέρος (ενώ θα μπορούσε να είναι εκπληκτικά εύκολο το να γίνει!). Είναι οι άνθρωποι που ξεκινάνε πολέμους, χρησιμοποιούν πλύση εγκεφάλου και εκμετάλλευση κάθε είδους και έχουν μεθύσει από την ιδέα της δύναμης.
   Τέλος υπάρχουν άνθρωποι που έχουν οδεύσει για χρόνια στον σιωπηλό τρίτο δρόμο. Σπάνια θ' ακούσεις γι' αυτούς. Έχουν βρει την ευτυχία και δύσκολα την αφήνουν. Δεν έχουν την ανάγκη να μιλήσουν γι' αυτήν, δεν ψάχνουν τρόπους να κερδίσουν κι άλλα μέσω αυτής. Γίνονται αντικείμενα περιφρόνησης των υπολοίπων, κρυφού φθόνου και ζήλιας, διότι μπορούν και χαμογελούν και τελικά καταφέρνουν να ζουν με ελάχιστα έως καθόλου παράπονα. Δεν είναι άδικο αυτό; Όχι. Διότι για να μπει κάποιος σε αυτόν τον δρόμο χρειάζεται να εμπιστευτεί τις επιλογές του, να πάρει ευθύνη γι' αυτές, να αγνοήσει σε απόλυτο βαθμό τις "συμβουλές για το καλό του" και να βαδίσει προς το άγνωστο, το μη ασφαλές, το απρόβλεπτο. Επίσης, χρειάζεται να δοκιμάζει την αμφιβολία πολύ συχνά, τους πειρασμούς πολύ συχνότερα και να καταφέρνει να μην ξεστρατίζει. Διότι αυτός ο δρόμος έχει λησμονηθεί τόσο πολύ από την κοινωνία, που είναι πολύ δύσκολο να καταλάβει κανείς πότε πηγαίνει σωστά και πότε ξεστρατίζει. Ένα από τα λίγα σημάδια της σωστής πορείας είναι η πληρότητα που νιώθει χάρη στις σωστές επιλογές του.

Εναλλακτικές, δρόμοι, άγνωστο, μυστήριο, μονοπάτι, επιλογές

Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

Ο "Απαραίτητος" Ήρωας

   Αυτός ο άνθρωπος ένιωθε αόρατος. Όλοι στο χωριό τον αγνοούσαν. Έτσι, εκείνος έψαχνε έναν τρόπο να γίνει χρήσιμος, απαραίτητος. Είχε τρομερή επιδεξιότητα με το σπαθί, όμως αυτό δεν τον βοηθούσε σε τίποτα σ' εκείνο το ειρηνικό χωριό. Οπότε, αφού είδε κι απόειδε, πήγε στο σκοτεινό δάσος και βρήκε το τέρας. Το ξύπνησε από τον λήθαργό του και του περιέγραψε πόσο λαχταριστά θύματα ήταν οι άνθρωποι του χωριού. Αφού το έκανε να πεινάσει και να λαχταρήσει αίμα, του έδειξε το δρόμο για το χωριό. Το τέρας πήγε και κατέστρεψε, ενώ κανείς στο ειρηνικό χωριό δεν μπορούσε να το σταματήσει. Ο άνθρωπος έμεινε κρυμμένος και παρακολούθησε υπομονετικά την καταστροφή. Όταν έκρινε πως η ολοκληρωτική καταστροφή ήταν κοντά και όλοι οι χωρικοί είχαν στραμμένα τα βλέμματα στο τέρας, εμφανίστηκε μπροστά του και, πριν του δώσει χρόνο να τον αναγνωρίσει και να προδώσει το σχέδιο, το αφάνισε. Έτσι, ο άνθρωπος έγινε ήρωας.
   Αυτή η ιστορία, την οποία σκαρφίστηκα σήμερα, περιγράφει με συμβολικό τρόπο κάποιες αλήθειες που υπάρχουν καλά κρυμμένες στην ανθρώπινη κοινωνία εδώ και πάρα πολύ καιρό. Τελικά πόσο ήρωας θα φαινόταν ο άνθρωπος αυτός, αν η μυστική συμφωνία στο σκοτεινό δάσος και η ενεργοποίηση του τέρατος γίνονταν φανερά;
   Ο άνθρωπος αυτός είναι μια μεταβλητή. Μπορεί να αντικατασταθεί με πολλά πρόσωπα ή οργανώσεις που ξυπνάνε μια μεγάλη καταστροφή και έπειτα παρουσιάζονται σαν σωτήρες για να την αφανίσουν. Έπειτα απολαμβάνουν τον θαυμασμό και τη λατρεία του κόσμου στον αιώνα τον άπαντα.
   Για παράδειγμα, πόσους οπαδούς θα είχε μια θρησκεία αν δεν περιέγραφε με λεπτομέρεια την μεταθανάτια τιμωρία και την οργή του θεού/των θεών; Το πρώτο στοιχείο για να ανυψωθεί η δημοτικότητά της είναι να δημιουργήσει μια φανταστική μελλοντική καταστροφή και να κινδυνολογήσει σε όσο μεγαλύτερο βαθμό μπορεί. Αφού φυτέψει τον φόβο στις καρδιές της, μέχρι τότε ειρηνικής (τουλάχιστον από αυτή την άποψη) κοινωνίας, παρουσιάζεται ως σωτήρας και δίνει το δρόμο για τη λύτρωση. Έπειτα, απολαμβάνει τις ευλογίες και τα αγαθά του πλανημένου κοσμάκη και μπορεί να τον χειραγωγήσει σε απεριόριστο βαθμό.
    Εδώ μπορώ να παραθέσω μια ακόμα ιστορία, η οποία όμως δεν είναι δική μου: ένας ιεραπόστολος πήγε στη Γροιλανδία και βρήκε έναν Εσκιμώο που ζούσε μόνος του. Του είπε πως ένας αόρατος, παντοδύναμος θεός υπάρχει και θα ανταμείψει με αιώνια ζωή όσους τον ακολουθήσουν πιστά και αφιερώσουν τη ζωή του σε αυτόν. Χρειάζονται συνεχείς θυσίες, αποχή από τις απολαύσεις και τακτική εξομολόγηση. Ο Εσκιμώος τον ρώτησε τι γίνεται με όσους δεν είναι πιστοί του θεού αυτού. Κι ο ιεραπόστολος του εξήγησε πως αυτοί οι κανόνες αφορούν μόνο τους πιστούς. Όσοι δεν έχουν ακούσει γι' αυτά απλά θα κριθούν με βάση την καλοσύνη τους. Κι ο Εσκιμώος τελικά ρώτησε: "Τότε γιατί μου μίλησες για όλα αυτά;"
   Μια άλλη περίπτωση, αρκετά πιο περίπλοκη από την προηγούμενη, είναι αυτή με τον κόσμο της ιατρικής και τις φαρμακευτικές εταιρείες. Η πρώτη σκέψη που μπορεί να κάνει κανείς είναι: τα διοικητικά συμβούλια αυτών των εταιρειών-κολοσσών εύχονται για έναν κόσμο υγιή, στον οποίο τα φάρμακα δεν θα χρειάζονται; Όχι, διότι οι ίδιοι θα είναι άχρηστοι και θα βρεθούν απ' τα σαλόνια στ' αλώνια. Εκείνες οι εταιρείες επίσης δεν επιθυμούν μια τελειωτική θεραπεία σε μια ασθένεια, διότι αυτό θα έφερνε μείωση πελατείας. Βέβαια αυτή δεν είναι απόδειξη για τίποτε. Είναι απλά μια υπόθεση, η οποία βασίζεται στην ανθρώπινη απληστία και στην, καθόλου ουτοπική, στρατηγική για οικονομική ανέλιξη πατώντας επί πτωμάτων.
   Χρειάζεται όμως να ξεκαθαριστούν αρκετά πράγματα πρώτα. Δηλαδή στον πρωτόγονο κόσμο, όπου δεν υπήρχαν οι προαναφερθείσες εταιρείες και τα αντίστοιχα συμφέροντα, δεν υπήρχαν αρρώστιες; Υπήρχαν φυσικά και μάλιστα πολλές θανατηφόρες, οι οποίες σήμερα είναι εύκολα αντιμετωπίσιμες. Και δεν μπορώ να ισχυριστώ πως μπροστά σε μια επιδημία το αντίδοτο δεν είναι απαραίτητο. Ναι, ο άνθρωπος εξελίχθηκε και μαζί του εξελίχθηκε και η επιστήμη της ιατρικής, η οποία έφερε λύσεις σε πολλά προβλήματα, άλυτα μέχρι πρότινος. Το ερώτημα είναι το εξής: Τι άλλαξε από τότε; Έπαψαν να υπάρχουν ασθένειες; Η μαζική και αθρόα παραγωγή φαρμάκων έφερε μια κοινωνία άνοση και πανίσχυρη; Ούτε κατά διάνοια. Ενώ τα φάρμακα υπόσχονται υγεία, ο κόσμος είναι πολύ λιγότερο υγιής απ' όσο ποτέ.
   Βέβαια θαύματα δεν γίνονται. Τουλάχιστον όχι όπως τα έχουμε στο νου μας. Ακόμα κι αν υπήρχαν οι καλύτερες προθέσεις. Πόσο μάλλον τώρα που δεν υπάρχουν! Ίσως υπάρχουν λύσεις καλύτερες από πολλά φάρμακα, οι οποίες προϋποθέτουν μια φιλοσόφηση των πραγμάτων: να μην ψάχνουμε πώς καταπραΰνεται ο πόνος και το σύμπτωμα αλλά γιατί δημιουργήθηκε αρχικά. Αν βρεθεί η ρίζα του προβλήματος θα βρεθεί και ο κατάλληλος τρόπος αντιμετώπισης. Το πρόβλημα για εμάς τους ειρηνικούς χωρικούς είναι πως οι ήρωες πρώτοι ξύπνησαν το τέρας. Είναι συνεργάτες. Κι αν η βοήθειά τους πλέον, σύμφωνα με τα τωρινά δεδομένα, είναι πραγματικά κι αδιαμφισβήτητα σωτήρια, τα πράγματα θα μπορούσαν (και μπορούν) να είναι διαφορετικά με την πρόληψη. Δηλαδή αν το τέρας δεν βρει ποτέ το δρόμο προς το χωριό. Οι τρόποι αυτοί φυσικά προϋποθέτουν με τη σειρά τους μια ζωή πολύ πιο εγκρατή και φιλοσοφημένη από τον παραλογισμό που αποκαλούμε "φυσιολογική ζωή" σήμερα. Πλέον είμαστε τόσο μακριά από μια υγιή κοινωνία, μιας κι έχουμε πλανηθεί και χειραγωγηθεί βάναυσα σε απερίγραπτο βαθμό, ώστε η (καθ' όλα λογική) πορεία προς την υγεία μας φαίνεται γολγοθάς. Πρέπει να ξεβολευτούμε σ' έναν βαθμό που δεν ανεχόμαστε. Οπότε συμβιβαζόμαστε με την ιδέα της σημερινής κοινωνίας, σκύβουμε το κεφάλι υπακούοντας πειθήνια στις προσταγές των "απαραίτητων ηρώων" και δε σηκώνουμε ούτε το δαχτυλάκι για ν' αλλάξει κάτι στην ρουτίνα μας, πόσο μάλλον συνολικά στην κοινωνία.
    Ένα τρίτο παράδειγμα σχετίζεται με την μαζική ροή μεταναστών και προσφύγων παντού στην υφήλιο. Αυτή η ροή βαφτίστηκε πρόβλημα. Είναι μάλλον το τέρας της παραπάνω ιστορίας. Προσωπικά δε θεωρώ κανέναν άνθρωπο "πρόβλημα" απλά και μόνο επειδή υπάρχει, όμως οι συνθήκες ζωής που δημιουργούνται και στους μεν και στους δε είναι απαράδεκτες. Τα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε στη φάση του σχεδίου όπου πλησιάζει η καταστροφή του χωριού: η ροή των προσφύγων/μεταναστών έχει γίνει τεράστια, η ανάγκη οδηγεί σε βίαιες λύσεις και πλέον τα βλέμματα του κοσμάκη είναι στραμμένα στην εν λόγω ροή. Οι "απαραίτητοι ήρωες", οι οποίοι φυσικά προτείνουν δραστικές λύσεις (τις οποίες έχουν μελετήσει προ πολλού), είναι αδιαμφισβήτητα οι ίδιοι που προκάλεσαν το πραγματικό ξύπνημα του πραγματικού τέρατος: του πολέμου. Επίσης, προκειμένου να έρθουν οι ίδιοι στα πράγματα σαν σωτήρες και να παρακαλάει η κοινωνία γι' αυτούς, είναι έτοιμοι να θυσιάσουν κάθε ειρήνη, κάθε ευημερία και κάθε ευτυχία σε κάθε φιλειρηνικό χωριό. Και ήδη έχουν σχεδιάσει τους επόμενους πολέμους έχοντας κάνει πολλές μυστικές συμφωνίες σε πολλά σκοτεινά δάση. Δεν πρέπει όμως κάπου να σταματήσει αυτός ο, φανερά αιματοβαμμένος, φαύλος κύκλος;
    "Ήρωες" όπως οι προαναφερθέντες είναι όσοι σχεδιάζουν με ακρίβεια και μυστικότητα να φέρουν μια καταστροφή, προκειμένου να είναι οι ίδιοι απαραίτητοι για την κοινωνία εκείνη. Έχουν οι ίδιοι ανάγκη την κοινωνία, όχι η κοινωνία αυτούς. Απλά όταν εμφανιστούν σαν σωτήρες, θα έχει προηγηθεί ήδη ένα τόσο καλοστημένο σκηνικό που τα μάτια όλων θα είναι στραμμένα στην καταστροφή και κανείς δεν θα μπορεί να υποψιαστεί την ανάμειξή τους σε όλα αυτά. Τέτοιου είδους μηχανορραφίες πρέπει να μένουν για πάντα μυστικές, διότι αλλιώς οι απαραίτητοι ήρωες θα βρίσκονταν ενώπιον των θυμάτων τους ως προδότες αντί για ήρωες. 

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Η Εποχή που Πέθανε το Επιχείρημα

Από τότε που ενηλικιώθηκα, και δυστυχώς πάνε πολλά χρόνια από τότε, μου κάνει ολοένα και αυξανόμενη εντύπωση ο τρόπος ανταλλαγής απόψεων και επιχειρηματολογίας που έχουμε (εμείς οι ενήλικες). Δεν ξέρω αν οφείλεται στην κρίση, την δική μας προσωπική κούραση ή αν πάντα έτσι ήταν τα πράγματα και απλά δεν το είχα παρατηρήσει.  Με ενοχλεί ιδιαιτέρως ότι στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων υπάρχει μια θεαματική έλλειψη λογικής κατά την ανταλλαγή απόψεων κι επιχειρημάτων. Επιπλέον το ότι οι εμπλεκόμενοι βασίζονται στο λεκτικό τρικ που αποσκοπεί στο να κερδηθούν βραχυπρόθεσμες εντυπώσεις κι όχι στο πραγματικό επιχείρημα ώστε να πείσει ο ομιλητής για την θέση του και ότι δυστυχώς αυτό δεν περιορίζεται στο καφενειακό επίπεδο ποδοσφαιροκουβέντας αλλά υφίσταται σε όλη μας την πολιτική ζωή (με την αυθεντική σημασία της λέξης, δηλαδή της ζωής των πολιτών) ως και την κεντρική πολιτική σκηνή (με την καθημερινή σημασία της λέξης, τους πολιτικούς). Κι εξηγώ:
Μάλλιαζε η γλώσσα του καθηγητή μου στο λύκειο να μας εξηγεί τους τρεις τύπους επιχειρημάτων:
1) Επίκληση στην αυθεντία.  “Παίρνω αντιβίωση γιατί ο γιατρός μου είπε ότι η ασθένεια μου θα ιαθεί έτσι".
2) Ευφυολόγημα:  "Φάε όλο σου το φαγητό γιατί τα παιδάκια στην Αφρική δεν έχουν και πεινάνε".
3) Γεωμετρική απόδειξη: “Αφού γνωρίζουμε πως το άθροισμα των τετραγώνων των δύο καθέτων ισούται με το τετράγωνο της υποτείνουσας, άρα εάν γνωρίζουμε τις δύο κάθετες μπορούμε να υπολογίσουμε την υποτείνουσα”.
Το πρόβλημα με τους δύο πρώτους τρόπους επιχειρηματολογίας είναι ότι σπανίως αποτελούν απόδειξη. Μα και ο τρίτος τρόπος ελλοχεύει αρκετούς κινδύνους. ..
Το δεύτερο που μάλλιασε η γλώσσα του καθηγητή μου να μας μάθει είναι η διαφορά είδησης και σχολιασμού. "Βρέχει" (είδηση). "Βρέχει καρεκλοπόδαρα" (σχολιασμός). Εδώ βρίσκεται και το πρόβλημα με τον τρίτο τρόπο απόδειξης επιχειρήματος. Ότι χρησιμοποιούνται “προσωπικοί σχολιασμοί” που περνάνε από εμάς άκριτα ώς ειδήσεις-επιχειρήματα και στηρίζεται η θέση του καθενός. Για παράδειγμα “η διαιτησία υποστηρίζει την τάδε ομάδα (σχολιασμός ξεκάθαρα, όμως περνάει σαν επιχείρημα), ο δείνα διαιτητής είναι γνωστός υποστηρικτής της τάδε ομάδας (επίσης 100% προσωπικός σχολιασμός) άρα ΔΕΝ ήταν πέναλτι”. Παρατηρούμε εδώ ότι τελικά η θέση “δεν ήταν πέναλτι” παρότι φαίνεται να αποδεικνύεται γεωμετρικά, δεν συνοδεύεται από κανένα απολύτως πραγματικό επιχείρημα παρά από δύο προσωπικούς σχολιασμούς. Αν μεταφέρουμε τώρα το άκρως ανούσιο παράδειγμα στο πως προσπαθεί να μας πείσει ένας πολιτικός για την χρησιμότητα ενός νομοσχεδίου αποκτάει αμέσως πολύ περισσότερη σημασία η διάκριση γεγονότος-είδησης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση γεωμετρικής απόδειξης και προσωπικού σχολίου.
Στις μέρες μας δυστυχώς βλέπουμε κουβέντες να γυρνάνε γύρω από το ποιος θα φωνάξει δυνατότερα, ποιος θα κάνει πιο εύστοχη επίκληση στο θυμικό μας ή στην καλύτερη το ποιος θα πει την μεγαλύτερη εξυπνάδα ώστε να αναφωνήσουμε οι υπόλοιποι λες και είμαστε στο δημοτικό: “Ωωωωωω τι του είπεεεεεε”. Ακόμη κι εάν προσπαθήσει κάποιος να επιχειρηματολογήσει σωστά το πιθανότερο είναι ότι δεν θα τον αφήσουν οι συνομιλητές του να ολοκληρώσει τη σκέψη του ή χειρότερα θα μας κουράσει και θα χάσουμε το ενδιαφέρον μας. Με αυτόν τον τρόπο όμως συνηθίζουμε ένα νοητικό “fast food”. Θέσεις που αποδεχόμαστε ή απορρίπτουμε με συνοπτικές διαδικασίες χωρίς ποτέ να αναλύσουμε πραγματικά τα επιχειρήματα. Προφανώς δεν έχει μεγάλο νόημα να αναλύσουμε διεξοδικά και με επιχειρήματα το που θα βγούμε, τι θα φάμε ή τι θα φορέσουμε. Έχει όμως πολύ μεγάλη σημασία για πιο σημαντικά ζητήματα της ζωής μας κι επειδή βομβαρδιζόμαστε από ΜΜΕ τα οποία κάνουν ότι μπορούν για να “σκεφτούν αντί για εμάς” και να μας αποβλακώσουν ακόμη περισσότερο πρέπει να κατανοήσουμε ότι ο εγκέφαλός μας είναι σαν ένας μυς, εάν τον έχουμε σε αχρησία ατροφεί. Πρέπει να τον προπονήσουμε να σκέφτεται κριτικά και πιστεύω ότι εάν ξεκινήσουμε οι ίδιοι στις κουβέντες μας να απαιτούμε τόσο από τον εαυτό μας όσο και από τους συνομιλητές μας σοβαρά, στιβαρά επιχειρήματα θα ήταν μία αρκετά καλή αρχή για μία συνολική άνοδο του επιπέδου συνομιλιών κοινωνία μας. Στο κάτω κάτω τι είναι η κοινωνία παρά ένας καθρέφτης μας;

Έγραψε ο Σκεπτικός