Τρίτη 21 Αυγούστου 2018

Η Σοφή Γιαγιά μας στο Χωριό

   Μια στερεοτυπική φιγούρα που υπάρχει στις αναμνήσεις των περισσοτέρων είναι η γιαγιά μας στο χωριό. Από τότε που τη θυμόμαστε είναι ηλικιωμένη, γλυκιά, καλή με όλους (αν είμαστε τυχεροί) και -πάνω απ' όλα- σοφή. Αυτή βέβαια είναι η εικόνα που έχει το εγγόνι για τη γιαγιά, η οποία φυσικά είναι εκτός πραγματικότητας.
   Ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή. Η ιδέα της σοφής γιαγιάς ή του σοφού παππού έρχεται από τις λεγόμενες στατικές κοινωνίες, με τις οποίες έχουμε ασχοληθεί στο παρελθόν. Σε κοινωνίες που η επιστημονική γνώση δεν υπάρχει, η εμπειρική γνώση των ηλικιωμένων είναι η καλύτερη δυνατή λύση, στην οποία βασίζονται όλοι. Αν δεν άκουγαν οι νεότεροι τους παλαιότερους, πολλά πράγματα ίσως να είχαν γίνει πιο στραβά απ' ό,τι ήδη είναι. Με την εμπειρία και τη σύνεσή τους όμως οι γηραιότεροι φέρνουν πολύ καλύτερα αποτελέσματα απ' ό,τι φέρνει η νιότη με την παρορμητικότητά της. Οπότε το γήρας δείχνει σοφό και πλέον όλοι ακούνε τις συμβουλές των γερόντων σε πάσης φύσεως θέματα.
    Όλα αυτά άλλαξαν όταν μπήκε η επιστήμη στις ζωές μας. Τότε μπήκε φως στο σκοτεινό δωμάτιο και οι νεότεροι κατάλαβαν πως η γιαγιά δεν ήταν και τόσο σοφή τελικά. Ήταν η μονόφθαλμη στους τυφλούς και βασίλευε ανάμεσά τους. Οι γνώσεις της, όταν συγκρίνονται με επιστημονικές γνώσεις, είναι παιδαριώδεις και, αυτός είναι ο λόγος που γράφω το άρθρο, άκρως επικίνδυνες. Γιατί όμως επικίνδυνες;
   Οφείλουμε να μπούμε στη θέση αυτών των ανθρώπων. Η εμπειρία που έρχεται απ' τα χρόνια και η καθολική εμπιστοσύνη μιας κοινότητας φέρνουν αυτοπεποίθηση στα ηλικιωμένα άτομα. Πολύ γρήγορα αυτό γίνεται έπαρση και, λόγω της ευθύνης που έχουν για το καλό της κοινωνίας, νιώθουν πως μπορούν να αντιμετωπίσουν τα πάντα, ακόμα κι αν δεν ξέρουν πού πάνε τα τέσσερα. Νιώθουν ότι πρέπει να ξέρουν, ότι εκείνοι πρέπει να δράσουν. Η κατάσταση έχει αλλάξει όμως. Πλέον υπάρχει επιστήμη, βιβλιογραφία και συστηματική μελέτη χρόνων, γνώση που προέρχεται από πειραματισμούς και εξαγόμενα αποτελέσματα ερευνών. Αυτό που δεν άλλαξε είναι η νοοτροπία της γιαγιάς και όσων ζούνε με μεσαιωνικές αντιλήψεις.
   Στο σημείο αυτό οφείλω να δώσω ένα απλό παράδειγμα: η κρίση επιληψίας. Δεν έχω δει ποτέ μπροστά μου να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Όταν το δω φοβάμαι. Σε παλιότερες, στατικές κοινωνίες τι πίστευαν για τους επιληπτικούς και για το ίδιο το φαινόμενο; Ότι ο άνθρωπος σεληνιάζεται, ότι μπήκε μέσα του ο σατανάς κι άλλα τέτοια συμπαθητικά. Πώς το αντιμετώπιζαν; Με απομόνωση -στην καλύτερη περίπτωση-, με εξωφρενικές "θεραπείες" ή με τιμωρία. Ακόμα και σε καλύτερες κοινωνίες όμως, που προσπαθούσαν να βοηθήσουν το άτομο αυτό, το βασικό τους ένστικτο τους έλεγε να προσπαθούν ν' ανοίξουν το στόμα του θύματος με ένα σιδερένιο αντικείμενο. Γιατί; Μα για να το βοηθήσουν να αναπνεύσει φυσικά. Κάντε ένα πείραμα: όταν πάτε στο χωριό και δείτε γηραιότερους, ρωτήστε τους αν είδαν ποτέ τους κρίση επιληψίας και τι συνιστούν να γίνει. Θα βγάλετε τα συμπεράσματά σας.
   Εγώ λοιπόν μπήκα στον κόπο να παρακολουθήσω σεμινάρια πρώτων βοηθειών και πέρασα καιρό κοντά σε διασώστες, επαγγελματίες και μη. Αυτό που έμαθα είναι πως σε κάθε περίπτωση που χρειάζεται διάσωση υπάρχουν μύθοι για το τι πρέπει να γίνει, οι οποίοι προέρχονται από παλιά, απ' τη λεγόμενη λαϊκή σοφία. Στην περίπτωση της επιληψίας, τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά: με τα δύο του χέρια, ο διασώστης φέρνει το κεφάλι σε υπερέκταση, τεντωμένο προς τα πίσω δηλαδή, και η γλώσσα απελευθερώνεται, με αποτέλεσμα το θύμα να αναπνέει κανονικά. Για να μην τραυματιστεί το κεφάλι απ' τους σπασμούς βάζουμε μαλακό ύφασμα από κάτω. Δεν κάνουμε τίποτα άλλο. Περίεργο που είναι τόσο απλό, έτσι;
   Τώρα σκεφτείτε τι θα γίνει σ' ένα χωριό αν η εγγονή της γιαγιάς πάθει επιληψία και υπάρχουν δίπλα πέντε χωριανοί, ένας διασώστης -έστω κι εθελοντής- και η γιαγιά της. Ο εθελοντής θα προσπαθήσει να εκτελέσει την απλή μέθοδο που εξηγήθηκε παραπάνω. Η γιαγιά, έχοντας την ευθύνη του γηραιότερου, πιθανότατα θα προτείνει τις λύσεις της, που περιλαμβάνουν να ανοίξουν το στόμα με τη βία με κουτάλια κτλ. και οι νεότεροι θα πάρουν το μέρος της και θα προσπαθήσουν να απομακρύνουν τον διασώστη. Η μόνη περίπτωση που πιθανόν να μη συμβεί αυτό είναι αν είναι επαγγελματίας ΕΚΑΒίτης κι έχει πρόχειρη τη στολή του. Στη θέα της στολής θα τους κοπεί η φόρα. Αν όμως αφεθεί το θύμα στα χέρια των συγγενών, θα καταλήξει με ματωμένα ούλα, σπασμένα δόντια και τραυματισμένο κεφάλι. Γιατί όλα αυτά; Για μια κρίση επιληψίας, που "θεραπεύεται" πολύ απλά.
   Κι εκεί βρίσκεται όλο το ζουμί του άρθρου. Το πρόβλημα δεν είναι η γιαγιά και οι εμπειρικές της γνώσεις. Αυτά ήταν χρήσιμα κι απαραίτητα σε άλλες εποχές. Δυστυχώς, όσο αλλόκοτες κι αν ήταν οι θεωρίες της, ήταν οι καλύτερες που μπορούσαν να έχουν οι άνθρωποι τότε. Οι εποχές όμως έχουν αλλάξει ανεπιστρεπτί. Το πρόβλημα είναι οι σημερινοί άνθρωποι και κυρίως οι νέοι, που ακόμα εμπιστεύονται πιο πολύ τους γηραιότερους παρά τους επιστήμονες. Που όταν το παιδί τους έχει κάποιο πρόβλημα, συμβουλεύονται τη γιαγιά (ή τον παπά του χωριού!) αντί για τον παιδίατρο. Αν έχει κάποιο ψυχολογικό θέμα συμβουλεύονται τη γιαγιά και τον παπά αντί για τον ψυχολόγο. Γενικά σε θέματα υγείας, συμβουλεύονται τη γιαγιά γιατί "αυτή ξέρει". Όχι, δεν ξέρει. Ζούμε σε μια εποχή που η πρόσβαση σε ιατρικές γνώσεις είναι πιο κοντά μας από ποτέ και είναι καθήκον μας να μεταδώσουμε όσο μπορούμε τη γνώση και να διώξουμε όσο το δυνατόν πιο μακριά την άγνοια. Αν αυτό φαίνεται υπερβολικό ή κακό απέναντι προς τη γιαγιά του χωριού -με την οποία δεν έχω τίποτα προσωπικό- σκεφτείτε ποιος θέλετε να είναι κοντά σας σε περίπτωση επιληψίας: ο πιστοποιημένος διασώστης ή η γιαγιά, ο παππούς, ο παπάς και το πρωτοπαλίκαρο του χωριού. 

Τρίτη 31 Ιουλίου 2018

Η Δημιουργία ενός Κόσμου

   Ποιο είναι το στοίχημα που βάζει ένας δημιουργός ενός καινούριου κόσμου; Ως δημιουργούς μπορούμε να θεωρήσουμε τους παραγωγούς ταινιών, τους συγγραφείς, τους παραμυθάδες, ή ακόμα και τους διακοσμητές. Το πρώτο στοίχημα που βάζουν είναι να κάνουν τον κόσμο τους όσο πιο θελκτικό γίνεται για να προσκαλέσουν τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό εξερευνητών. Από εκεί ξεκινάει το δεύτερο στοίχημα.
   Αυτό είναι να καταφέρουν να πλάσουν τον κόσμο αρκετά εκτός πραγματικότητας, αρκετά μοναδικό και φανταστικό, ώστε να αφεθούν μέσα του οι εξερευνητές ολόψυχα και να ξεχάσουν την πραγματικότητα, τον κόσμο από τον οποίο ήρθαν. Εκτός βέβαια των φαντασιακών στοιχείων, ο δημιουργημένος κόσμος πρέπει να έχει πολύ καλή συνοχή, σταθερότητα στους κανόνες και τους νόμους και να δείχνει πειστικός και ρεαλιστικός, χωρίς όμως να φαίνονται οι πινελιές του δημιουργού. Ο εξερευνητής, δηλαδή ο θεατής, ο τηλεθεατής, ο αναγνώστης και το κοινό γενικότερα, δεν πρέπει να βλέπει το αόρατο χέρι που δημιουργεί ούτε ημιτελή και πρόχειρα δημιουργήματα. Αυτό θα τον αποπροσανατόλιζε, θα τον έκανε να συγκρίνει τον κόσμο αυτόν με άλλους ή με τον δικό του και θα χανόταν η μαγεία.
   Φυσικά αυτό το δεύτερο στοίχημα είναι πολύ πιο κοπιαστικό από το δεύτερο, όντας απαραίτητο για την αιχμαλωσία του κοινού, όμως ακολουθεί άλλο ένα, ακόμα δυσκολότερο. Αφού ο εξερευνητής έχει προσκληθεί και γοητευτεί από τον καινούριο αυτόν κόσμο κι αφού έχει καταφέρει να τον εξερευνήσει όσο θέλει και μπορεί, να ταυτιστεί με αυτόν. Να νιώσει μέρος του, σαν να γεννήθηκε σ' αυτόν. Αν αυτό γίνει από έναν καλλιτέχνη σε ικανοποιητικό βαθμό, τότε ο εξερευνητής θα ξεχάσει την πραγματικότητα. Φυσικά, μιας και ο δημιουργημένος κόσμος είναι φτιαγμένος από ανθρώπινο χέρι, θα είναι πεπερασμένος. Όσο μεγάλος κι αν είναι, όσο κι εκτείνεται χωρικά και χρονικά, κάποια στιγμή υπάρχει ένα τέλος. Τότε ο εξερευνητής θα πρέπει να βγει απ' τον κόσμο και να επιστρέψει στην πραγματικότητα.
   Εδώ έρχεται η αξία του τρίτου στοιχήματος. Αν ο εξερευνητής ταυτίστηκε αρκετά, τότε νιώθει την επιστροφή του στην πραγματικότητα μια απογοητευτική εμπειρία. Η επιθυμία να ξαναμπεί και να χαθεί σ' εκείνον τον κόσμο είναι εθιστική, σαν ναρκωτικό. Μάλιστα θα έλεγα πως οι ναρκωτικές ουσίες είναι μια βίαιη, αθέμιτη προσπάθεια να εισαχθεί κάποιος σ' έναν τέτοιο κόσμο. Το θέμα είναι ότι μετά την επιστροφή του στον πραγματικό κόσμο, ο εξερευνητής θα θελήσει να ξαναζεί συνεχώς μέσα σε αυτόν και να φέρνει όλο και περισσότερους φίλους του για να ζήσουν την ίδια εμπειρία και πνευματική ολοκλήρωση.
   Αυτά οφείλει να έχει κατά νου ο κάθε δημιουργός ενός κόσμου, όσο μικρός κι αν είναι αυτός. Όταν δημιουργεί, πρέπει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια, να βάλει όλο του το μεράκι και τη φαντασία για να φτιάξει κάτι μοναδικό, πρωτότυπο και συνεπώς ασύγκριτο. Μια προσπάθεια φτιαγμένη με μισή καρδιά πάντα αφήνει τα σημάδια της.
   Σ' αυτό το σημείο οφείλω να πω πως μια τέτοια ενασχόληση είναι αρκετά επικίνδυνη. Μπορεί να κάνει το κοινό αλλά και τον ίδιο τον δημιουργό να χάσει την αίσθηση του τι είναι πραγματικό και τι δημιούργημα. Αν δεχτούμε τις θρησκευτικές θεωρίες περί κοσμογονίας, στις περισσότερες αναφέρεται ένα αρχικό Όν, το οποίο δημιούργησε τον κόσμο από το τίποτα και χάθηκε μέσα σε αυτόν, αφήνοντας τη μοναδικότητα της ύπαεξής του για να φέρει την ισορροπία και τη θέλησή του στον κόσμο αυτόν και στα δημιουργήματα. Αν δηλαδή ο κόσμος που ζούμε είναι το δημιούργημα ενός υπεράνθρωπου, αψεγάδιαστου καλλιτέχνη, ο οποίος μας έκανε να αγαπήσουμε τόσο πολύ τον κόσμο του ώστε να τον θεωρήσουμε την απόλυτη πραγματικότητα, τότε πιθανότατα η ζωή -η ανάγκη μας για επιβίωση, για παραμονή σε αυτόν τον κόσμο- είναι η συνέπεια της αποτελεσματικότητας του ίδιου του δημιουργού. Κι αν τελικά υπάρχει μια εξώτερη πραγματικότητα, την έχουμε ξεχάσει όσο είμαστε μαγεμένοι από την αρμονία αυτού του κόσμου. 

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018

Μακάριοι οι Πτωχοί τω Πνεύματι

   Τις προάλλες έβλεπα ένα βίντεο με αφορμή κάποιους ανθρώπους που έφυγαν από τη Βόρειο Κορέα για να γλυτώσουν από το καθεστώς. Τότε υπήρχε η 4ετία της μεγάλης πείνας και, παρά τις ωμότητες του καθεστώτος, ήταν αυτός ο παράγοντας που τους έκανε να φύγουν. Μετά από περιπέτειες λοιπόν, έφτασαν να είναι πολιτες της Νότιας Κορέας, με εργασία, δικαιώματα και φυσιολογική ζωή. Όταν ο δημοσιογράφος ρώτησε: "Πού πιστεύετε ότι οι άνθρωποι είναι πιο ευτυχισμένοι;" η κοπέλα που ερωτήθηκε απάντησε με απόλυτη βεβαιότητα: "Στη Βόρεια Κορέα! Οι άνθρωποι εκεί, παρά τα όσα συμβαίνουν, ζούνε απλά κι ευτυχισμένα, χωρίς έγνοιες. Ενώ στη Νότια Κορέα, αν και έχουν πάμπολλες ευκαιρίες, ελευθερίες και δικαιώματα, είναι τόσο πολύ το άγχος που οι άνθρωποι δεν είναι ευτυχισμένοι".
   Το συμπέρασμα με σόκαρε. Ποτέ δεν περίμενα πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ειπωθεί, πόσο μάλλον να ισχύει. Δεν ήξερα πως το κυνήγι της ευτυχίας έχει τόσο απλή λύση. Όταν ήμουν παιδί και διάβαζα παραμύθια για βασίλεια, σκεφτόμουν πως είναι τρομερά δυστυχισμένοι οι άνθρωποι εκεί, καθώς έχουν από πάνω τους έναν βασιλιά που τους ορίζει κι έχει δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω τους. Τώρα πια καταλαβαίνω πως δεν είναι έτσι: το κλειδί είναι η έλλειψη γνώσης. Εφόσον εκείνοι οι άνθρωποι μεγάλωσαν με την ιδέα πως "έτσι είναι", δεν έχουν σκεφτεί ποτέ τους πως ίσως κάπου να υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα. Ακόμα κι αν βλέπουν δημόσιες εκτελέσεις μέρα παρά μέρα, αν αυτό ανήκει στην καθημερινότητα, στη ροή της πραγματικότητας, και οι άνθρωποι δεν ξέρουν κάτι διαφορετικό, η άγνοια τους προστατεύει από τη δυστυχία.
   Εγώ πάλι, που έχω γνωρίσει, μέσω βιβλίων ή εμπειριών, για πιο εξελιγμένες κοινωνίες, οικτίρω αυτούς τους ανθρώπους. Είναι η γνώση που με βάζει να κάνω συγκρίσεις και να θεωρώ ότι ο Α είναι ευτυχισμένος ενώ ο Β όχι. Αν δεν είχα καθόλου γνώση, δε θα έμπαινα στον κόπο να το σκεφτώ κι αυτό πιθανότατα θα με έκανε ευτυχισμένο. Με βάση αυτόν τον συλλογισμό, η γνώση φέρνει συγκρίσεις κι αυτές φέρνουν ευτυχία μόνο αν είναι ικανοποιητικές. Όμως επειδή πάντα υπάρχουν παγκοσμίως παραδείγματα που είναι καλύτερα απ' τα δικά μας, η γνώση μας κάνει να τρωγόμαστε και να μακαρίζουμε τον μακρινό τόπο, οικτίροντας εμάς γιατί δεν είμαστε έτσι.
   Γενικά υπάρχει ανέκαθεν η απορία αν η συσσώρευση γνώσεων αυξάνει τα επίπεδα ευτυχίας. Ίσως η συνειδητοποίηση κάποιων καταστάσεων να σχετίζεται, πάντα μέσω της σύγκρισης, όμως οι απλές και σκόρπιες γνώσεις δε βοηθάνε. Συνήθως η περιέργεια, αν και χρήσιμη, φέρνει κακά μαντάτα: ας σκεφτούμε τις ειδήσεις που βλέπουμε καθημερινά στους δέκτες μας. Οι περισσότερες σχετίζονται με κάτι κακό και αυξάνουν τα επίπεδα άγχους. Συνήθως ο τηλεθεατής έχει ήδη δεχτεί αρκετές ψυχρολουσίες προτού εμφανιστούν δυο-τρία καλά νέα, που επ' ουδενί αρκούν ως αντιστάθμισμα. 
   Αντίθετα, η έλλειψη γνώσεων φέρνει ξεγνοιασιά. Η πληροφόρηση ότι κάπου στη Ρωσία ένα ζευγάρι κάηκε ζωντανό ή ότι στη Μαλαισία οικογένεια ωθούσε τα παιδιά της στην πορνεία δε μου χρησιμεύει κάπου. Το να μην ξέρω για όλα αυτά όμως μου χαρίζει ανεμελιά, χαλαρότητα και έλλειψη πνευματικού φόρτου. Μπορώ να συγκεντρωθώ σε όσα έχω, σε όσα υπάρχουν γύρω μου και, αν είμαι άνθρωπος ευχάριστος και ανέμελος, να ευτυχήσω.
   Βέβαια η ανάγκη για πληροφόρηση είναι εθισμός. Ένας άνθρωπος που έχει συνηθίσει να βλέπει ειδήσεις καθημερινά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτές. Ο καθημερινός βομβαρδισμός από ειδήσεις είναι αναπόσπαστο μέρος της ζωής του, κι ας μην τον κάνουν πιο ευτυχισμένο. Η συνήθεια, όπως πολύ συχνά γίνεται, κερδίζει τη μάχη ενάντια στην ευτυχία. Είναι μια εύκολη λύση, απλή και αυθόρμητη, που αφήνει μακριά το κυνήγι της ευτυχίας, το οποίο είναι μακρινό, αόριστο και ίσως-ίσως άπιαστο. Από την άλλη, ο άνθρωπος που δεν έχει έγνοιες στο κεφάλι του έχει την ευτυχία του μικρού παιδιού: όταν οι υπόλοιποι φροντίζουν για τα υπόλοιπα, ενώ ο ίδιος ζει τη ζωή του, χωρίς να νοιάζεται να σώσει τον κόσμο, το περιβάλλον, τη χώρα του ή την οικογένειά του έστω, μπορεί να δηλώνει -και να είναι- ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος. Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι λοιπόν, κι ας συνδεθεί αυτή η φτώχεια με την έλλειψη πληροφόρησης και γνώσεων, όχι με την έλλειψη πνευματικής διαύγειας.
   

Τρίτη 24 Ιουλίου 2018

Στατικές Κοινωνίες: Ο Φόβος της Αλλαγής

   Στατική κοινωνία είναι εκείνη που δε βλέπει καμία μεταβολή με το πέρασμα του χρόνου. Από γενιά σε γενιά διδάσκονται τα ίδια πράγματα: ο πατέρας διδάσκει την τέχνη του στους γιους του, η μητέρα τα μυστικά της στις κόρες της και η οικογενειακή παράδοση συνεχίζεται. Η κοινωνία στηρίζεται στις ίδιες αξίες και ιδανικά, υπάρχει συνήθως έντονη θρησκευτικότητα και πίστη και το κύριο μέλημα όλων είναι η διαβίωση χωρίς μεταβολές, η σταθερότητα και η διατήρηση της παράδοσης.
   Έτσι λειτουργούν ακόμα πολλές κοινωνίες ανά τον κόσμο. Για αρχή, η πρώτη εντύπωση δεν είναι κακή. Αυτό το είδος κοινωνίας μοιάζει ιδανικό από πολλές απόψεις: προτρέπεται η τάξη και η ασφάλεια, συντηρείται η τέχνη και υπάρχει σεβασμός στην ανθρώπινη προσπάθεια, μιας και καμία τέχνη δε θεωρείται πεπαλαιωμένη και άχρηστη. Γίνονται πολύ συχνά γιορτές σε ημέρες επετείου, καθώς η συλλογική μνήμη είναι απαραίτητο λιθαράκι στο οικοδόμημα μιας τέτοιας κοινωνίας. Οπότε πού είναι το πρόβλημα;
   Το τρομακτικό με τέτοιες κοινωνίες είναι η έλλειψη ανοχής και ο τρομερός φόβος απέναντι στην αλλαγή. Οτιδήποτε είναι καινούριο, διαφορετικό και πρωτότυπο θεωρείται κακό, βλαβερό και ανήθικο. Τα παιδιά αποτρέπονται από οποιονδήποτε πειραματισμό, μιας και θεωρείται αποσκίρτημα από τον πατροπαράδοτο τρόπο ζωής και δίνονται προληπτικά συμβουλές για να εντυπωθεί στο μυαλό των παιδιών τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουν και να πιστεύουν. Η αλλαγή για εκείνους τους ανθρώπους είναι μια απειλή στα θεμέλια της κοινωνίας, μιας και φέρνει σκέψεις, ιδέες και πολλά που διατηρούνται ξεπερνιούνται. Για παράδειγμα, το επάγγελμα του λατερνατζή, του νερουλά και του γανωτή σε μια στατική κοινωνία περνούν από γενιά σε γενιά απαράλλακτα, όμως σε μια κοινωνία που προτρέπει τα μέλη της στον πειραματισμό, την επιστήμη και την τεχνολογία ξεπερνιούνται. Αυτό σε μια κοινωνία στατική δε θα συνέβαινε ποτέ.
   Το ζήτημα είναι, πέρα απ' τον ρομαντισμό και τη γλυκιά αναπόληση του παρελθόντος, αν μας λείπουν όντως αυτά τα επαγγέλματα. Η εξέλιξη τα κατέστησε άχρηστα διότι ο τρόπος ζωής έγινε παράλληλα πιο άνετος. Το επάγγελμα του νερουλά, για παράδειγμα, δεν έχει κανένα νόημα όταν το κάθε σπίτι έχει παροχή νερού. Αυτό δε θα το φανταζόταν ποτέ μια στατική κοινωνία: από φόβο μη χάσει τον νερουλά θα έμενε σ' αυτόν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, που είναι δυσκολότερος. Από την οπτική γωνία του σήμερα, της εξελίξιμης κοινωνίας, μπορούμε να δούμε μόνο τα καλά του παρελθόντος. Αυτά θυμόμαστε, αυτά μας έμειναν επειδή η μνήμη κράτησε τις όμορφες στιγμές του παρελθόντος. Υπάρχουν βέβαια και ιστορίες για τις δυσκολίες του τότε αλλά σπανίζουν.
   Αν ξεφύγουμε λοιπόν από την ωραία πρώτη εντύπωση των στατικών κοινωνιών, μπορούμε να εξάγουμε το συμπέρασμα πως είναι δομημένες λάθος. Ζούμε σ' έναν κόσμο που αλλάζει και το είδος μας εξελίσσεται. Η άρνηση της αλλαγής και της εξέλιξης είναι το πιο ανούσιο κι επικίνδυνο πράγμα. Δεν εμπιστεύομαι καθόλου μια κοινωνία που μένει ίδια διότι δε μαθαίνει απ' τα λάθη της. Δεν την ενδιαφέρουν καθόλου, θα έλεγα. Τα διαιωνίζει, χωρίς να μάθει τίποτε από αυτά. Αρνείται πεισματικά να βελτιωθεί καθώς το ποτάμι του χρόνου κυλά και κρατιέται απ' τους βράχους για να μην παρασυρθεί απ' το ρεύμα.
   Ο χρόνος όμως κυλά, είτε το θέλουμε είτε όχι, και πρέπει να είμαστε ελαστικοί και έτοιμοι για οποιαδήποτε συμφορά, καταστροφή ή απλούστερα σοβαρή μεταβολή στη ζωή μας. Οι ανελαστικές κοινωνίες δεν έχουν μηχανισμούς άμυνας απέναντι σε οτιδήποτε δεν έχουν αντιμετωπίσει ακόμα και οι απόπειρες λύσης τους είναι αναποτελεσματικές. Βασίζονται στην πίστη σε θέματα που θέλουν πρακτικές λύσεις, ξορκίζουν κάποιο αόριστο κι αόρατο κακό εκεί που μια δραστική αλλαγή στη νοοτροπία θα έλυνε πολλά προβλήματα κι αρνούνται να κοιτάξουν κατάματα τα προβλήματά τους, προσπαθώντας να βρουν δικαιολογίες ώστε να μην αλλάξουν.
   Η Ελλάδα δεν είναι μια αμιγώς στατική κοινωνία ούτε όμως έχει φτάσει στο επίπεδο άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Ο ραγιαδισμός και η μοιρολατρία είναι ακόμα βαθιά ριζωμένα μέσα μας και γίνονται τροχοπέδη στην εξέλιξη και την πρόοδο. Αν και τα χρόνια που ζούμε είναι δύσκολα, είναι προτιμότερη η ζωή σε αυτά, καθώς υπάρχει μια προσπάθεια για αλλαγή, παρά σε μια κοινωνία χαμένη σ' έναν μεσαίωνα χωρίς καμία αλλαγή στον ορίζοντα. 

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2018

Seedship: Παίζοντας τον Θεό

   Χάρη στην ιντερνετική εκπομπή SciTalksGr ανακάλυψα το διαδικτυακό παιχνίδι Seedship. Είναι εύκολο, γρήγορο, με αρκετά δεδομένα, πολλές επιλογές και άμεσα, αναπάντεχα αποτελέσματα. Ξεκινάει περιγράφοντας ένα σκάφος που φεύγει από μια γη στα όρια της καταστροφής. Μεταφέρει 1000 επιβάτες έτοιμους για εποίκιση άλλων πλανητών, όμως ευρισκόμενους σε ψύξη. Ένα ανεπτυγμένης νοημοσύνης ρομπότ ελέγχει το σκάφος και κάνει τις αναλύσεις βασισμένο στα εξελιγμένης τεχνολογίας ανιχνευτικά εργαλεία του σκάφους. Τον ρόλο αυτού του ρομπότ καλείται να παίξει ο παίκτης.
   Συνολικά θα έλεγα πως είναι ένα παιχνίδι αξιολόγησης δεδομένων, λήψης διαδοχικών σωστών αποφάσεων μέσα από ένα φάσμα με τελικό σκοπό την επιλογή του κατάλληλου σπιτιού για τη Νέα Εποχή των Ανθρώπων. Ένα παιχνίδι βιοηθικής που εγείρει πολλά φιλοσοφικά ερωτήματα. Επειδή το έπαιξα για πάρα πολλές ώρες, ενδεικτικά θα πω πως το τρίτο καλύτερο σκορ μου το κατάφερα οδηγώντας την ανθρωπότητα σε μια καινούρια Νεολιθική Εποχή, όπου όμως οι άνθρωποι κατάφεραν να ζήσουν αρμονικά και να απολαμβάνουν τη ζωή τους. Άλλες αποστολές, που κατέληξαν σε καλύτερη τεχνολογική ανάπτυξη, έφεραν άπληστες κυβερνήσεις ή μεγάλες εταιρείες να ελέγχουν τον πληθυσμό και, συνεπώς, κατώτερο σκορ.
   Η εμπειρία μου στην αρχή είχε τον ρόλο του ανιχνευτή ή και του σωτήρα: ένιωθα πως πρέπει να διαλέξω προσεκτικά κι ένιωθα μια κάποια ευθύνη, αν και επρόκειτο για παιχνίδι. Εξάλλου ήταν ανθρώπινες ζωές αυτές με τις οποίες έπαιζα. Έμεινα ευχαριστημένος από αρκετές επιλογές μου και συνέχισα σ' αυτόν τον ρυθμό, κάνοντας σωστές επιλογές, μέχρι που κάποια στιγμή σκέφτηκα να δοκιμάσω άλλους δρόμους.
   Μπήκα στη διαδικασία να αφήνω να θυσιαστούν άνθρωποι σε επικίνδυνες στιγμές της διαστημικής αποστολής αντί για θυσίες άλλου είδους ή από καθαρή περιέργεια επέλεγα να προσεδαφιστεί το σκάφος σε εντελώς ακατάλληλους πλανήτες με χείριστες συνθήκες, έτσι απλά για να δω τι θα γίνει. Τα αποτελέσματα μου φάνηκαν διασκεδαστικά: οι άνθρωποι κατέληγαν σε φριχτές δυστοπίες, χωρίς δυνατότητα ανέλιξης, αναπλήρωσης του χαμένου πολιτισμού ή κάτω από μιλιταριστικές ή αυταρχικές μορφές διοίκησης.
   Αυτό μου έμαθε πολλά για τον εαυτό μου: η περιέργεια είναι αυτή που με οδήγησε στο να παίζω ξανά και ξανά αυτό το υπέροχο, καλοσχεδιασμένο και εθιστικό παιχνίδι! Η περιέργεια, η οποία με ωθούσε στις καλύτερες αλλά και στις χειρότερες αποφάσεις. Κάποια στιγμή άρχισα να προσπαθώ να φτάσω το χειρότερο σκορ που μπορούσα, κάνοντας όλο και χειρότερες επιλογές. Όντας συνηθισμένος πια στο είδος του παιχνιδιού, "έπαιζα" με τις ζωές των ανθρώπων αυτών χωρίς να νοιάζομαι. Περίεργο το πόσο σαδιστική μπορεί να γίνει η φύση ακόμα κι ενός φιλειρηνιστή από ένα παιχνίδι!
   Τελικά το seedship με έκανε να νιώθω σαν ένας μικρός θεός. Μ' έκανε να σκεφτώ, πλήρως επιστημονικά και τεκμηριωμένα, την πιθανότητα ο Αδάμ και η Εύα να έχουν υπάρξει πραγματικά! Ποιος μας λέει πως είναι αδύνατον το ανθρώπινο είδος να έχει έρθει από ένα πολύ μακρινό πλανητικό σύστημα για να εποικίσει αυτόν τον υπέροχο πλανήτη; Ίσως το ότι ζούμε εδώ δεν είναι τυχαίο αλλά μία πολύ σοφή επιλογή, την οποία έκανε ο "θεός", δηλαδή μία μορφή νοημοσύνης στην οποία εμπιστεύτηκε η ανθρωπότητα την επιλογή νέου σπιτιού! Τέτοιου είδους σκέψεις περνάνε απ' το μυαλό κάποιου που παίζει ένα τέτοιο παιχνίδι, εύλογα ή όχι.
   Συμπερασματικά, δε μετανιώνω γι' αυτό το διασκεδαστικό ταξίδι. Το παιχνίδι αυτό διδάσκει το βάρος και την ποικιλία των επιλογών, τις αντίστοιχες συνέπειές τους και κάνει τον χρήστη να καταλαβαίνει καλύτερα τον εαυτό του. Μέσα στο χάος των επιλογών βρίσκει τις επιλογές που θεωρεί ανεκτές, καλές ή κακές, ανυπόφορες ή ελπιδοφόρες. Στο τέλος βρίσκει ποιο τέλος ευχαριστεί τον ίδιο, ποιες προσδοκίες δηλαδή έχει από την ευτυχία, και τι σημαίνει να είσαι ο θεός για λίγο, έστω και σε μια διαδικτυακή πλατφόρμα. Ενδεικτικά εκθέτω το καλύτερο σκορ μου:

Top score in Seedship: 11232
                                                  Με αυτό ένιωσα ικανοποιημένος!

Σάββατο 30 Ιουνίου 2018

Δίλημμα: Ταξίδι ή Προορισμός;

   Πολλοί γύρω μας εκφράζουν τις επιθυμίες και τους διακαείς πόθους τους μπροστά μας: "Θα ήθελα να ξέρω βιολί", "θα ήθελα να μιλάω ισπανικά", "θα ήθελα να είμαι πρωταθλητής στο σκάκι/στο ποδόσφαιρο/στο τάε κβον ντο" κτλ. Θα έλεγε κανείς πως είναι εκπληκτικό το πόσο πολλοί από αυτούς δεν πραγματοποιούν ποτέ αυτούς τους πόθους τους. Είναι, όμως, επόμενο κι αναμενόμενο. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν μπερδέψει το ταξίδι με τον προορισμό.
   Ας σκεφτούμε λίγο τι έκανε τον Α φίλο μας να επιθυμεί να "ξέρει βιολί". Πιθανότατα άκουσε έναν επαγγελματία βιολιστή να εκτελεί υπέροχα ένα κομμάτι. Θα ήθελε να είναι στο επίπεδο εκείνου αμέσως, την επόμενη στιγμή. Αν του ζητηθεί όμως να περάσει όλη τη διαδικασία από το στάδιο του αρχάριου μέχρι αυτό του αναγνωρισμένου επαγγελματία, οπωσδήποτε θα δειλιάσει, επειδή μιλάμε για χιλιάδες ώρες εξάσκησης, λαθών, απογοήτευσης, στιγμές που ο βιολιστής έχει την παρόρμηση να τα παρατήσει, να πετάξει το βιολί του απ' το παράθυρο, μέρες που φθονεί όσους έχουν πετύχει και θεωρεί τον εαυτό του αποτυχημένο...
   Σίγουρα ο δρόμος προς την επιτυχία είναι σκληρός. Δεν έρχεται από τη μία μέρα στην άλλη. Εμείς, οι απλοί παρατηρητές, δεν έχουμε ιδέα για έναν άνθρωπο μέχρι να γίνει γνωστός. Τότε επιθυμούμε αυτή του την επιτυχία χωρίς όμως να είμαστε διατεθειμμένοι να περάσουμε όσα πέρασε. Ονειρευόμαστε τον προορισμό χωρίς να θέλουμε να κάνουμε το ταξίδι.
   Το ίδιο κι όταν βλέπουμε ένα διάσημο πρόσωπο στην τηλεόραση. Εκεί, θα πει κανείς, ο άνθρωπος μπορεί να μην έχει κάποια ιδιαίτερη ικανότητα που ήθελε χρόνια εξάσκησης: απλώς έκανε κάποιες σωστές κινήσεις. Αν τις έκανα κι εγώ, αν είχα τις ευκαιρίες του, θα ήμουν πρόθυμος να ζήσω το "ταξίδι" προκειμένου να φτάσω στον "προορισμό".
   Εγώ διαφωνώ. Θεωρώ πως από τη ζωή ενός διάσημου δεν ξέρουμε παρά το 1/10 κι αυτό με επιφύλαξη. Αυτό που ζητάμε, όλοι εμείς που στη ζωή μας νιώθουμε κοινοί και μας ξέρουν μια χούφτα άνθρωποι, είναι η διασημότητα. Η αναγνώριση. Να μας κοιτούν άγνωστοι με θαυμασμό, να μας σταματούν στον δρόμο για αυτόγραφο και να ελκύουμε τους άλλους με τη γοητεία της διασημότητας. Όλα τα υπόλοιπα όμως δεν τα ξέρουμε ή κάνουμε πως δεν τα βλέπουμε.
   Μέρος του ταξιδιού προς τη διασημότητα είναι ο αυτοσαρκασμός και η αυτοκριτική. Κανείς δεν μπορεί να γίνει πραγματικά διάσημος αν δεν μπορεί να τιθασεύσει τον εαυτό του και να μάθει τα όριά του. Η διασημότητα, σε όσο ανάξια χέρια κι αν μοιάζει πως χαρίζεται καμιά φορά, έχει ως βασική προϋπόθεση την τιθάσευση του Εγώ. Αν δεν μπορώ να αποδεχτώ τον εαυτό μου, δε θα αντέξω ούτε πέντε λεπτά στο σανίδι. Οι περισσότεροι δεν μπορούν, πράγμα που αποδεικνύεται από τον θυμό που τους διακατέχει από μία και μόνο κακή κριτική, δικαιολογημένη ή μη. Ένας διάσημος όμως δέχεται βολές κατά ριπάς από αγνώστους: αδικαιολόγητους κι απαράδεκτους ισχυρισμούς για πράγματα που συνήθως δεν είναι, δεν έχει κάνει ή δεν έχει υποχρέωση να δικαιολογηθεί. Αυτό θα οδηγούσε πολλούς στην κατάθλιψη ή στην αυτοκτονία.
   Επίσης, στη διασημότητα δεν υπάρχει γυρισμός. Από άγνωστος μπορεί κάποιος να γίνει γνωστός. Το αντίθετο όχι. Μπορεί μόνο να ξεχαστεί απ' το κοινό αν πασχίσει πολύ, αλλά ακόμα κι αυτό όχι εντελώς. Η προσωπική του ζωή, όπως επίσης και η ζωή του πολύ στενού του κύκλου, είναι θέαμα και παιχνίδι των δημοσιογράφων και του κοινού: θέλει πολύ αγώνα για να την κρατήσει κανείς κρυφή.
   Οπότε πολλές φορές ονειρευόμαστε τον προορισμό και νομίζουμε πως ξέρουμε για τις κακοτοπιές του ταξιδιού, όμως κάνουμε λάθος. Εκείνος που θα καταφέρει να φτάσει στο Ελ Ντοράντο του, στην προσωπική του Γη της Επαγγελίας, πρέπει πρωτίστως να αγαπήσει το ταξίδι προς τα εκεί. Αν το θεωρήσει ένα απαραίτητο εμπόδιο για να φτάσει στον προορισμό, αργά ή γρήγορα θα απελπιστεί και θα τα παρατήσει. Συμπερασματικά, ο Καβάφης δικαιώνεται: σημασία δεν έχει ο προορισμός αλλά το ταξίδι. Διότι χωρίς αγάπη για το ταξίδι, ο προορισμός μένει για πάντα μακρινός κι άπιαστος κι εμείς ριζωμένοι στο εδώ και στο τώρα.

Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

Η Χειρότερη Προδοσία

   Τους τιμημένους νεκρούς μας, αυτούς που σκοτώθηκαν για να είμαστε εμείς ελεύθεροι, τους θυμόμαστε συνήθως τις κεγόμενες ιστορικές μέρες. Κρίμα, διότι θα έπρεπε να τους έχουμε πάντα στον νου μας. Ανθρώπους που υπερασπίζονται την ελευθερία οφείλουμε να τους τιμάμε έμπρακτα και καθημερινά: όχι για το θεαθήναι ή τις μέρες που συνηθίζεται. Διότι η τιμή και η ευγνωμοσύνη δεν έχουν πρόγραμμα ούτε ημερομηνίες.
   Πέρα από αυτό, συνήθως αυτές τις θυσίες ανώνυμων ηρώων, που άφησαν οικογένειες, φίλους και δικούς, καθώς και την ελπίδα για την ίδια τους τη ζωή, τις θυμόμαστε και τις μνημονεύουμε ως επιχείρημα για να στηρίξουμε την πολιτική μας θέση. Κάνουμε μια επίκληση στο συναίσθημα, υπονοώντας πως μόνο εμείς και οι ομοϊδεάτες μας -και όχι οι πολιτικοί μας αντίπαλοι- έχουμε αίσθημα ευγνωμοσύνης και συνεχίζουμε την πορεία που χάραξαν αυτοί οι ήρωες. Αυτό είναι πατριδοκαπηλία. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να εκμεταλλεύεται θυσίες ηρώων για το προσωπικό ή το πολιτικό του συμφέρον. Βέβαια αυτό συνεχίζει να γίνεται κατά κόρον.
   Αν θέλουμε όμως να ερευνήσουμε καλύτερα το τι σήμαιναν (και συνεχίζουν να σημαίνουν) αυτές οι θυσίες, απαραίτητο είναι να δούμε ποιοι είναι αυτοί που σκοτώθηκαν και γιατί. Απλοί άνθρωποι ήταν, σαν εμάς. Άνθρωποι που έτρεμαν, όπως κι εμείς, όπως κάθε λογικός άνθρωπος, τον πόλεμο. Άνθρωποι που δεν ήθελαν να πάνε κι αν μπορούσαν να διαλέξουν, θα διάλεγαν την ειρήνη, διότι μόνο με ειρήνη υπάρχει πολιτισμός, ανάπτυξη, μέλλον. Όσοι δεν φοβούνται και δε μισούν τον πόλεμο είναι μόνο όσοι δεν καταλαβαίνουν το μέγεθος της θηριωδίας του. Όσοι έχουν πλήρη άγνοια κινδύνου ή βλέπουν αδιάφορα τις μαζικές εκτελέσεις και δολοφονίες, τους βιασμούς, τους αποκεφαλισμούς και την αποκτήνωση και πιστεύουν πως είναι για το καλύτερο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι τρομακτικοί για το μέλλον της ανθρωπότητας.
   Οι ήρωες σκοτώθηκαν, λένε, για την πατρίδα. Και τι είναι η πατρίδα; Το χώμα; Οι πόλεις; Οι κοινωνικές δομές; Κάτι αφηρημένο ίσως; Ίσως είναι λίγο απ' όλα. Πιο πολύ, θα έλεγα, η πατρίδα είναι ένα σπίτι, ένα τείχος ασφαλείας απέναντι στη σκληρότητα του κόσμου. Ένα τείχος που προστατεύει την ελευθερία και τη ζωή και ο άνθρωπος είναι το βαρόμετρό της. Χωρίς ελευθερία και χωρίς σεβασμό προς τη ζωή δεν υπάρχει πατρίδα και κανείς δεν αξίζει να υπερασπίζεται ένα κράτος που περιφρονεί αυτά τα ιδανικά. Το να θυσιάζεται κάποιος για ένα κράτος που περιφρονεί τη ζωή του είναι ό,τι πιο αντιφατικό, ό,τι πιο οξύμωρο.
   Πώς μπορούμε όμως έμπρακτα να υποστηρίξουμε τον σεβασμό προς τη ζωή και την ελευθερία; Είμαστε μικροί ως μονάδες, με ελάχιστη πολιτική και κοινωνική δύναμη. Το κράτος όμως από εμάς, τις μικρές μονάδες, αποτελείται. Ο καλύτερος τρόπος, θα έλεγα, είναι να επιζητούμε την ειρήνη. Όταν μνημονεύουμε τους νεκρούς μας, τους ήρωες που θυσιάστηκαν για την ελευθερία πρέπει να θυμόμαστε τι σημαίνει ελευθερία: ειρήνη, όχι πόλεμος. Ίσως κάποιες φορές ο πόλεμος, το απόλυτο κακό της ανθρωπότητας, να είναι αναπόφευκτος. Ποτέ όμως δεν είναι αρεστός, ποτέ δεν είναι ευπρόσδεκτος. Και η χειρότερη μορφή προδοσίας προς τους νεκρούς που θυσιάστηκαν είναι να επιζητούμε τον πόλεμο, να περιφρονούμε και να ξεχνάμε τις κραυγές απελπισίας του άμαχου πληθυσμού ή των επίστρατων που σκοτώθηκαν εν καιρώ πολέμου.
   Οπότε το επόμενο βήμα είναι η επιθυμία για ειρήνη. Η ειρήνη μπορεί να φέρει συνεργασία και ανάπτυξη και μόνο αυτά μπορούν να φέρουν την ειρήνη. Το μίσος, ο διαχωρισμός και η επακόλουθη περιφρόνηση της ζωής των άλλων (αφού είναι υποτίθεται διαφορετική από τη δική μας) μόνο πόλεμο και θηριωδία μπορούν να φέρουν. Για να θέλει, πάλι, κάποιος διακαώς τον πόλεμο, σημαίνει πως στην ειρήνη δε βρίσκει τον εαυτό του, δε βρίσκει μία θέση για τον ίδιο. Κι αυτό είναι μάστιγα.
   Η χειρότερη προδοσία λοιπόν είναι η προδοσία απέναντι στην ειρήνη. Η αγάπη και η προσδοκία για πόλεμο. Ο χειρότερος τρόπος για να τιμήσεις του νεκρούς ήρωες είναι να ονειρεύεσαι κι άλλους νεκρούς ήρωες, διότι δεν καταλαβαίνεις τον πόνο και τη θυσία τους. Αν υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε για να μην υπάρξουν άλλοι πόλεμοι είναι να βγάλουμε την ιδέα του πολέμου από μέσα μας. Η παγκόσμια ειρήνη είναι ένα μακρινό, άπιαστο ίσως, όνειρο αλλά κάθε μας βήμα πρέπει απαραιτήτως να οδεύει προς τα εκεί. Η ιδέα της συνεργασίας και της αλληλοκατανόησης, της εμπιστοσύνης και του οραματισμού πρέπει να υπερνικούν το σκοτάδι που υπάρχει μέσα μας. Ποιος δε θα ήθελε, αν μπορούσε, να φέρει την ειρήνη; Ε λοιπόν, το χρέος μας είναι να εργαστούμε γι' αυτό, πρώτα με τον εαυτό μας κι έπειτα με το κοινωνικό περιβάλλον μας. Χωρίς τέτοιου είδους θέληση, δεν υπάρχει ελπίδα.