Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Η Πατριαρχία και τα Στραβά της

   Δεν ξέρω αν σε αυτό ή σε κάποιο παράλληλο σύμπαν θα μπορούσαν να συμβιώσουν τα δύο φύλα εν ειρήνη, χωρίς την τάση να επιβληθούν και να εξουσιάσουν το ένα το άλλο. Επίσης δεν ξέρω πώς θα ήταν ένα μητριαρχικό μοντέλο, στο οποίο οι γυναίκες να έχουν την πρωτοκαθεδρία και να λειτουργούν οι κοινωνίες με τα δικά τους μέτρα και σταθμά. Αυτό που ξέρω είναι πως στον δικό μας κόσμο το αντρικό φύλο είναι το λεγόμενο "ισχυρό", ενώ το γυναικείο το "αδύναμο". Υπάρχει αυτό που αποκαλούμε πατριαρχία, ανδροκρατία κτλ.
   Αυτό το κοινωνικό μοντέλο είναι προαιώνιο. Δεν είμαι σε θέση να ξέρω πώς ξεκίνησαν όλα αλλά μπορώ να υποθέσω πως η μεγαλύτερη σωματική δύναμη του αρσενικού σιγά-σιγά κυριάρχησε πάνω στο θηλυκό. Η τεστοστερόνη, η ορμόνη που κυριαρχεί στους άνδρες, είναι εκείνη που κυρίως ευθύνεται για την μεγάλη σωματική διάπλαση, την επιθετικότητα, την τάση για την επιβολή και την κυριαρχία, καθώς και την καταπίεση προς τους αδύναμους. Έτσι, μετά από πολλές δεκάδες χιλιετίες οργανωμένων ανθρώπινων κοινωνιών, η πατριαρχία συνεχίζει να δείχνει το σκληρό πρόσωπό της και να διαιωνίζει τον πόνο και τη δυστυχία. Όχι πως το αντρικό φύλο δεν έχει καλά στοιχεία να επιδείξει. Απλά η εξουσία που διαρκεί από την αρχή του γένους μας και με αόριστο τέλος είναι φυσικό και επόμενο να βγάλει τον κακό εαυτό του εξουσιάζοντα απέναντι στον εξουσιαζόμενο. Σ' αυτό το άρθρο θα αναλύσω και θα τονίσω τα διάφορα επίπεδα καταπίεσης και κακοποίησης που υπάρχουν επειδή οι άντρες είναι η εξουσία και έχουν αφήσει το στίγμα τους στην ιστορία.
   Πρώτο είδος καταπίεσης είναι φυσικά η καταπίεση προς τη γυναίκα. Ο άνδρας ανέκαθεν θεωρούσε τον εαυτό του ανώτερο και λίγο-πολύ η γυναίκα ήταν κατώτερη κοινωνικά. Σε κάθε πατριαρχική κοινωνία υπήρχαν (και υπάρχουν!) αρκετά στοιχεία και συμπεριφορές υποτίμησης του αντίθετου φύλου, άλλοτε με πιο "πολιτισμένο" τρόπο κι άλλοτε πιο βάρβαρα. Παραδείγματα αυτών είναι η κλειτοριδεκτομή, η σωματική βία, ο βιασμός, ατομικός ή ομαδικός, η χρήση της γυναίκας σαν σκεύος ηδονής, η χρήση της σαν αναπαραγωγική μηχανή, η παντελής έλλειψη δικαιωμάτων, οι περιορισμοί των ελευθεριών πάνω στο σώμα της (η απαγόρευση άποψης σε θέματα εγκυμοσύνης-έκτρωσης, η αναγκαστική κάλυψη των επίμαχων σημείων ενώ ο άντρας δεν έχει τέτοια προβλήματα, ο φόβος για τα έμμηνα και ο χαρακτηρισμός της γυναίκας ως "μιαρής", οι χαρακτηρισμοί κάθε συμπεριφοράς της με βάση την αντρική νοοτροπία και πολλά άλλα), η ίδια η απαγόρευση κυκλοφορίας (η γυναίκα χρειάζεται συγκεκριμένο λόγο για να βγει, αλλιώς χαρακτηρίζεται συχνά ασυνόδευτη, τσούλα κτλ. από πολλούς - φανταστείτε κάτι αντίστοιχο για τον άντρα), η ψυχολογική βία στην οποία υπόκειται η κάθε γυναίκα στην καθημερινότητά της, η σεξουαλική παρενόχληση και η έλλειψη περιθωρίων απέναντί της, η ανελευθερία απέναντι στην σεξουαλικότητά της (αν δεν θέλει σεξ το παίζει δύσκολη/ακατάδεχτη, αν θέλει σεξ είναι "πόρνη" κτλ.). Κι αυτά είναι λίγα παραδείγματα από συμπεριφορές χιλιοακουσμένες, επαναλαμβανόμενες, βασανιστικές και κατάπτυστες, που όμως δεν ενδιαφέρουν τον πολύ κόσμο και δεν συγκινούν μια μεγάλη μερίδα του αντρικού φύλου. Ο φόβος μιας γυναίκας να βγει από το σπίτι της μετά από ένα επιθετικό κι απαιτητικό φλερτ ή μια απόπειρα βιασμού, η έκθεση σε επίμονες και ασταμάτητες προσπάθειες για συνεύρεση (που πρέπει να αποκρούονται ευγενικά κι υπομονετικά για να μην παρεξηγηθεί ο άντρας) για έναν άντρα είναι αδιανόητες ενώ για την γυναίκα καθημερινότητα. Ο προαιώνιος φόβος του βιασμού δε λέει κάτι στον άντρα. Και δυστυχώς η καταπίεση που δεν ζούμε συνήθως δε μας αφορά...
   Έπειτα έρχεται η παρενόχληση των αδύναμων. Αυτή υπάρχει κυρίως διότι το μοναδικό κριτήριο σεβασμού ανάμεσα σε μια αντρική παρέα είναι η δύναμη (ασχέτως του τι είδος δύναμης είναι αυτό). Ο δυνατός έχει λόγο, περνάει το δικό του και γίνεται αρχηγός ενώ ο αδύναμος υφίσταται καταπίεση, αφαίρεση δικαιωμάτων και γίνεται υποχείριο, περίγελος και κλωτσοσκούφι των δυνατών. Όποιος δεν έχει νιώσει έτσι ποτέ στη ζωή του, μάλλον ήταν στην αντίθετη παράταξη ή στην ενδιάμεση τάξη των αδιάφορων. Αυτή η έμφυτη συνεχής σύγκριση δύναμης ανάμεσα στους άντρες επηρεάζει κάθε σχέση τους: ο αδύναμος απλά περιφρονείται και καταπατιέται. Δεν ξέρω πώς θα ήταν η αντίστοιχη αντιμετώπιση από μια μητριαρχική κοινωνία αλλά σίγουρα δε θα ήταν αυτή. Το μητρικό ένστικτο/φίλτρο, η στοργή προς τα αδύναμα μέλη, η δεύτερη ευκαιρία και η συγχώρεση είναι αρκετά πιο ανεπτυγμένα χαρακτηριστικά στις γυναίκες παρά στους άντρες. Καταντάει σχεδόν αστείο το ότι πρέπει να θεσπιστούν νόμοι, ηθικοί κανόνες και καμπάνιες προκειμένου να διασφαλιστούν τα βασικά δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, των ψυχικά ασθενών κτλ. Διότι η φύση της πατριαρχίας θέλει αυτά τα άτομα υπόδουλους των δυνατών. Ας μην ξεχνάμε τον Καιάδα, αυτή τη μελανή σελίδα της ελληνικής ιστορίας που κάποιοι αναπολούν...
   Αμέσως επόμενο θέμα είναι η σεξουαλική ελευθερία. Ακολουθούμενη από ζωώδη ένστικτα, η πατριαρχική κοινωνία επιτρέπει στον δυνατό κάθε σεξουαλική ελευθερία, ενώ όλοι οι υπόλοιποι καταπιέζονται για τις γενετήσιες ορμές τους. Προφανώς περιλαμβάνονται οι γυναίκες σε αυτό τον φριχτό κατάλογο αλλά επίσης κατατάσσονται οι ομοφυλόφιλοι (μιας και είναι "λιγότερο άντρες"), οι αμφιφυλόφιλοι και όλοι, μα όλοι, οι μη ετεροφυλόφιλοι άντρες. Θεωρείται σκάνδαλο έστω η ύπαρξη αυτών των επιθυμιών και θεωρείται από την πλειοψηφία πως κάποιος προκαλεί και μόνο που βγάζει στην επιφάνεια τον εαυτό του. Φυσικά δεν υπάρχει κανένα επιχείρημα πάνω σε αυτό. Απλά ο ετεροφυλόφιλος άντρας είναι ισχυρότερος άρα το δικό του περνάει ενώ οι υπόλοιποι πρέπει να ζούνε με το μαστίγιο και την χλεύη. Οποιοσδήποτε ετεροφυλόφιλος διατυμπανίζει την οργή που νιώθει για την ύπαρξη και την εκδήλωση διαφορετικών σεξουαλικών προσανατολισμών δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ακολουθεί τη μάζα. Να λειτουργεί με βάση την "κοινή γνώμη", να κρύβεται πίσω από παγιωμένες και προστατευμένες συμπεριφορές, να περιορίζει ελευθερίες που ο ίδιος δεν κινδυνεύει να χάσει και να καταπιέζει από συνήθεια, χωρίς να ξέρει ο ίδιος γιατί. Γιατί αλήθεια ο οποιοσδήποτε να τιμωρείται για τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, εφόσον δεν εμπεριέχουν βία; Σημειωτέον ότι οι ετεροφυλόφιλοι άντρες προκαλούν δια της βίας συνεύρεση σε απείρως περισσότερες περιπτώσεις από τους ομοφυλόφιλους! Παρόλα αυτά η κατακραυγή φυσικά πηγαίνει στην άλλη πλευρά.
   Ένα ακόμα φλέγον ζήτημα, το οποίο δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο, είναι η θρησκεία. Ας σκεφτούμε λίγο πώς ήταν κάποιες πρωτόγονες λατρείες, πριν η πατριαρχία πατήσει πόδι και εκεί: η πρωταρχική και ισχυρότερη θεότητα ήταν γυναίκα. Είχε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στο πάνθεον των πολυθεϊστικών θρησκειών και αδιαμφισβήτητη δύναμη στις μονοθεϊστικές. Γιατί; Μα διότι η δύναμη της γυναίκας να τεκνοποιεί θεωρούνταν μαγική. Επίσης διότι τα έμμηνα προκαλούσαν ανείπωτο δέος στους άντρες. Καθώς όμως οι αιώνες περνούσαν, κάποιες από τις θεότητες αυτές (Ιστάρ, Αφροδίτη, Κυβέλη, Ρέα, Γαία, Νιου-Βα) απέκτησαν δευτερεύοντα ρόλο. Αξιοσημείωτες οι περιπτώσεις μιας σχετικής ισότητας σε ζεύγη όπως Γκεμπ-Νουτ (Αίγυπτος), Αψού-Τιαμάτ (Βαβυλώνα), Ιζανάγκι-Ιζανάμι (Ιαπωνία). Φυσικά και θεότητες που συμβόλιζαν την σεξουαλική ελευθερία (Μπέρφομετ, Παν) δαιμονοποιήθηκαν αργότερα και έγιναν σύμβολα του κακού. Έτσι "αποκαταστάθηκε η τάξη", μια τάξη δηλαδή στην οποία η σεξουαλική ελευθερία είναι έγκλημα. Κάπως έτσι στις περισσότερες θρησκείες ο Θεός (ο άφυλος, το απόλυτο Ον) είναι άντρας. Δεν μπορεί να θεωρηθεί καθόλου περίεργο μιας και η πατριαρχία δεν αφήνει άλλα περιθώρια. Οι γυναίκες είναι σαν παιδιά κατώτερων θεών. Απλά ατύχησαν που γεννήθηκαν γυναίκες.
   Ένας άλλος τομέας όπου η πατριαρχία έχει ρίξει χάος και σκοτάδι είναι η πολιτική. Μιας και το αντρικό φύλο χαρακτηρίζεται (από την προϊστορική εποχή) από τυχοδιωκτισμό, λόγω της ανάγκης να βγαίνει σε μεγάλα και αβέβαια κυνήγια, η συμπεριφορά του τζογαδόρου έχει περάσει στα γονίδιά μας. Οπότε η πολιτική χαρακτηρίζεται από μεγάλες και όχι σίγουρες κινήσεις, οι οποίες όμως στοιχίζουν αμέτρητα κι ανώνυμα θύματα. Πόλεμοι, οικονομικές κρίσεις, δολοφονίες, τρομοκρατικά χτυπήματα, πραξικοπήματα κτλ. είναι αποτελέσματα βιαστικών υπολογισμών, παιχνιδιών εξουσίας, ανάγκης για καθυπόταξη, υποδούλωση και καταπίεση των αδύναμων. Γενικά ένα μητριαρχικό μοντέλο εξουσίας πιθανόν να τα πήγαινε καλύτερα σε επίπεδο πολιτικής. Βέβαια τα παραδείγματα που έχουμε σήμερα είναι μεμονωμένα και όχι αντιπροσωπευτικά: είναι γυναίκες ζυμωμένες μέσα στην πατριαρχία και μετρημένες στα δάχτυλα.
   Το πιο σημαντικό όμως σφάλμα, κατά τη γνώμη μου, της πατριαρχίας, η μεγαλύτερή της αδυναμία, το πιο απαράδεκτο κι ανώριμο στοιχείο της είναι η έλλειψη αυτογνωσίας. Η κοινή γνώμη δεν μπορεί ούτε καν να σκεφτεί πως μπορεί να έχει λάθος. Το μπαλάκι πάντοτε κι ανεξαιρέτως πάει αλλού: φταίνε οι γυναίκες που οι άντρες οργίζονται, φταίνε οι ομοφυλόφιλοι για την διατάραξη της ηθικής, φταίνε οι ανάπηροι που ζητάνε τα δικαιώματά τους για τον εκφυλισμό και την αδυναμία των επόμενων γενεών.. Πολλά τέτοια εξευτελιστικά παραδείγματα που δείχνουν πόσο αμετανόητα στρουθοκαμηλίζουμε. Πώς γίνεται μειοψηφίες, οι οποίες δέχονται κάθε είδους πόλεμο και καταπίεση, δεν έχουν πολιτική και στρατιωτική δύναμη, δεν έχουν συνήθως δικαίωμα λόγου ή εξουσίας, να ευθύνονται για τα δεινά μας; Και πώς γίνεται η πλειοψηφία, η ίδια η πατριαρχία, να μην ευθύνεται; Τελικά η έλλειψη αυτογνωσίας είναι ένα τρομερό ελάττωμα σε ένα άτομο. Μπορεί ο καθένας να φανταστεί τώρα τον αποπροσανατολισμό όταν η ίδια έλλειψη εντοπίζεται σε κλίμακα μιας χώρας ή της υφηλίου. Τα αποτελέσματα είναι η αδιάκοπη δυστυχία που μαστίζει τον κόσμο. Ας μην κλείνουμε τα μάτια μας. Η ισχυρή πλειοψηφία ευθύνεται. Η ευθυνοφοβία δε θα κάνει τον κόσμο καλύτερο.

Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

Το Κυνήγι της Επιβίωσης

   Θεωρητικά κάθε οργανισμός που έχει φτιαχτεί οπουδήποτε στο σύμπαν ενδιαφέρεται να επιβιώσει. Όσο πολύχρωμος κι αν είναι ο κόσμος μας, ένα πράγμα παραμένει ασπρόμαυρο: η εναλλαγή ζωής και θανάτου. Και η μάχη για επιβίωση είναι σκληρή. Όποιος παρακολουθεί ρεπορτάζ από ντοκυμαντέρ σχετικά με τη φύση συχνά μπορεί να καταλάβει αρκετά για την ποικιλομορφία του κόσμου και των πλασμάτων του, όπως και για τους διάφορους τρόπους που αυτά εφευρίσκουν για να εξασφαλίσουν το πιο πολύτιμο αγαθό απ' όλα, την επιβίωση.
   Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους. Βέβαια το έχουμε ξεχάσει. Όταν λέμε "φύση" και "περιβάλλον" συνήθως αναφερόμαστε στο σύνολο των υπόλοιπων μορφών ζωής, αφήνοντας εμάς απέξω. Θεωρούμε δηλαδή κατά βάθος πως υπάρχει από τη μια η φύση κι από την άλλη οι άνθρωποι, οι οποίοι πλέον έχουμε εξασφαλίσει την επιβίωσή μας, ενώ τα υπόλοιπα είδη ακόμα παλεύουν γι' αυτήν...
   Πόσο οικτρά πλανευόμαστε! Η μάχη για την επιβίωση δεν σταματά ποτέ! Αλλά υπάρχουν αρκετοί παράγοντες από τους οποίους προέρχεται αυτή η πλάνη, δύο από τους οποίους είναι η υπεροψία μας και η κτητικότητα. Η κτητικότητα ας πούμε πως είναι η ανάγκη μας για κτήση, για να έχουμε κάτι δικό μας. Είναι το μεγαλύτερο ψέμα απ' όλα. Τίποτα δεν μας ανήκει, διότι τίποτα δεν ορίζουμε. Ένα παλιό ινδιάνικο ρητό έλεγε: "Η γη δεν ανήκει σε εμάς. Εμείς ανήκουμε στη γη". Τα παιδιά μας είναι οργανισμοί που αποσχίζονται και λειτουργούν εντελώς ανεξάρτητα από τη θέλησή μας, αν και πολλοί γονείς θέλουν να πιστεύουν πως τα ελέγχουν. Οι φίλοι μας, τα ζώα μας, τα σπίτια μας, οι περιουσίες μας... όλα αυτά είναι όμορφες ψευδαισθήσεις που μας κάνουν να νομίζουμε πως κάτι μας ανήκει, το οποίο θα μας κρατήσει σε αυτό τον κόσμο αφότου αποδημήσουμε για πάντα. Από αυτή την πλάνη προέρχεται και η έκφραση "ο πλανήτης μας". Δεν είναι δικός μας. Είναι κάτι αχανές, τεράστιο σε σχέση με εμάς, το οποίο προϋπήρχε και θα συνεχίσει να υπάρχει μετά από την έλευση του ανθρώπου.
   Έπειτα η υπεροψία. Η ανθρώπινη υπεροψία είναι μια μάστιγα εφάμιλλη με την προηγούμενη. Νομίζουμε πως είμαστε κυρίαρχοι των πάντων, η κορωνίδα της δημιουργίας, ενώ δεν ελέγχουμε καν τον εαυτό μας. Πιστεύουμε πως κάνουμε κάτι καλύτερο από τα ζώα, όμως μάλλον δεν είμαστε καλοί παρατηρητές: τα ζώα κάνουν κάθε κίνησή τους προκειμένου να επιβιώσουν. Να ζήσουν λίγο παραπάνω και να κάνουν απογόνους. Να μην εξαφανιστούν. Είναι απαλλαγμένα από το κυνήγι της ευτυχίας. Κάθε τους κίνηση είναι ένας κώδικας που, αν αποκωδικοποιηθεί, γίνεται φανερό πως οδηγεί στην επιβίωση. Κι ακριβώς γι' αυτό δεν πέφτουν στις παράλογες πλάνες του είδους μας, το οποίο προκειμένου να έχει "ευτυχία" βάζει την επιβίωση σε δεύτερη μοίρα. Τα μόνα είδη ζώων που ξεχνάνε την επιβίωση σε μεγάλο βαθμό είναι τα οικόσιτα. Κι αυτό επειδή έχουν επηρεαστεί από τον άνθρωπο, που τους παρέχει τροφή, στέγη, ζεστασιά και προστασία.
   Όταν η Riot Games έδωσε στον κυνηγό-αιλουροειδές Rengar την ατάκα "η άνεση γεννάει αδυναμία" έκανε κάτι πολύ σοφό: τόνιζε πως όταν η επιβίωση είναι εξασφαλισμένη, το είδος εκφυλίζεται. Ξεχνάει τον πραγματικό σκοπό της ύπαρξής του, παθαίνει ένα σοκ από την ξαφνική έλλειψη φόβου, κινδύνου και ανάγκης για επιβίωση και μετά ψάχνει αλλού τον σκοπό της ζωής του. Επίσης γίνεται απροετοίμαστο να αντιμετωπίσει θανάσιμες παγίδες και κινδύνους και ζει άσκοπα.
   Ας περάσω στον σύγχρονο άνθρωπο, ο οποίος εδώ και πολλούς αιώνες έχει εξασφαλίσει τα βασικά προς το ζην αγαθά και νιώθει ανώτερος από οποιοδήποτε πλάσμα της δημιουργίας. Αυτό το άσκοπο κυνήγι της ευτυχίας μας οδήγησε στο να ψάχνουμε λύσεις για να βρούμε κι άλλη ευτυχία ή να γίνουμε "πιο ευτυχισμένοι" από άλλους ανθρώπους. Κι εκεί ξεχάσαμε πως για να έχουμε την πολυτέλεια να είμαστε ευτυχισμένοι πρέπει πρώτα να μάθουμε να επιβιώνουμε. Οπότε κυνηγάμε κάθε πολυτέλεια που εσφαλμένα ονομάσαμε ευτυχία, πετώντας την υγεία μας, την εγγύηση της επιβίωσής μας, στην άκρη. Γι' αυτό βλέπω και κάτι ηλιθιότατες δηλώσεις όπως "αν πρόκειται να μην καπνίζω καλύτερα να πεθάνω", "καλύτερα να πεθάνω στα 60 μου πίνοντας αλκοόλ παρά στα 80 μου υγιής", "αν η ζάχαρη και το αλάτι είναι δηλητήρια θα πεθάνω τρώγοντάς τα" και άλλες πολλές, οι οποίες αυτόματα υποβιβάζουν δραματικά το IQ του είδους μας.
   Αλήθεια; Νομίζουμε πως είμαστε τόσο δυνατοί που μπορούμε να ελέγξουμε τον ίδιο μας τον θάνατο; Ποιοι; Εμείς, τα ανόητα ανθρωπάκια, τα οποία δεν έχουμε αποδεχτεί την ιδέα του θανάτου. Που όταν είμαστε νέοι πιστεύουμε πως το σώμα μας θα κρατήσει για πάντα και όταν γερνάμε ανάβουμε κεράκια για να σωθεί η ψυχή μας. Που πειθόμαστε από παραμύθια περί ανάστασης για να μην αποδεχτούμε τον θάνατο ως κάτι τετελεσμένο. Φυσικά τον θάνατο μόνο να τον καθυστερήσουμε μπορούμε, τίποτα περισσότερο. Κι αυτό γίνεται με τρόπους που οι περισσότεροι αγνοούμε ή δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε. Οπότε οι παραπάνω δηλώσεις δείχνουν πόσο επιρρεπείς είμαστε στην ανθρώπινη αλαζονεία και στην πεποίθηση πως κάποιος άλλος θα φροντίσει για την επιβίωσή μας, ενόσω εμείς θα φερόμαστε με την υπευθυνότητα νηπίου. Καταστρέφουμε το συκώτι, τα νεφρά, το στομάχι, την καρδιά, τους πνεύμονες, τον εγκέφαλο και οποιοδήποτε ζωτικό όργανο με αναισθησία και αδιαφορία, πολλές φορές γελώντας. Διαλύουμε τον ίδιο μας τον εαυτό εθισμένοι πάνω απ' όλα με την ιδέα της ευτυχίας. Δεν αναγνωρίζουμε τα σημάδια που μας δίνει ο οργανισμός μας και κάθε μας αίσθηση πετιέται στα σκουπίδια μαζί με τη λογική μας. Δεν πειράζει. Μας αξίζει. Οι οργανισμοί που πραγματικά νοιάζονται για την επιβίωσή τους πολεμάνε οι ίδιοι γι' αυτήν.
   Τι είναι αυτό που μπορεί να μας αφυπνίσει; Μα ο φόβος του θανάτου φυσικά. Ένα ισχυρό και απότομο χτύπημα που έρχεται να μας θυμίσει πως η ύπαρξή μας είναι πρόσκαιρη και πως είμαστε αδύναμοι. Αδύναμοι να ελέγξουμε τη ζωή ή τον θάνατό μας. Ένα ρεύμα νερού την ώρα που κολυμπάμε, το οποίο μας τραβάει προς τα κάτω, μας δίνει την στιγμιαία αίσθηση του τι σημαίνει επιβίωση. Τι σημαίνει "πολεμάω για τη ζωή μου". Οι κινήσεις μας γίνοται σπασμωδικές και άτεχνες, διότι η ανάγκη για επιβίωση μας βρίσκει απροετοίμαστους. Η αρπάγη του θανάτου, η οποία πλησιάζει ξαφνικά απειλητικά κοντά, μας δίνει γνώση. Βάσει αυτού θυμάμαι τον μύθο για τον θεό Όντιν, ο οποίος κρεμάστηκε με σκοπό να πεθάνει και να αποκτήσει την απόλυτη γνώση. Αυτός ο μύθος έχει κάποια αλήθεια μέσα του τελικά. Διότι ο θάνατος, ή απλά μια μικρή γεύση του όσο είμαστε εν ζωή, μας δίνει γνώση και σοφία. Στο χέρι μας είναι να την αξιοποιήσουμε.

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

Γιατί να Διαβάσετε Βιβλία

   Τα βιβλία ποτέ δεν ήταν ο τρόπος διασκέδασης της πλειοψηφίας. Σε παλαιότερες εποχές επειδή ο αναλφαβητισμός ήταν τεράστιος, τα βιβλία δυσεύρετα και ο ελεύθερος χρόνος τρομερά λίγος και επαρκής μόνο για ξεκούραση. Στη σημερινή εποχή σε ένα μεγάλο βαθμό τα προβλήματα αυτά έχουν εκλείψει: οι περισσότεροι άνθρωποι δέχονται μια, υποτυπώδη στη χειρότερη περίπτωση, μορφή παιδείας, τα βιβλία είναι πιο προσβάσιμα από ποτέ και υπάρχει τεράστια ποικιλία. Επίσης ο τρόπος ζωής μας είναι αρκετά πιο άνετος και βολικός από παλιά και οι καναπέδες μας πιο αναπαυτικοί. Οπότε θα περίμενε κανείς από την πλειοψηφία να διαβάζει λογοτεχνία σε μεγάλο βαθμό. Γιατί όμως αυτό δε γίνεται;
   Κατά τη γνώμη μου το διάβασμα δεν είναι αρκετά ελκυστικό. Δεν πείθει ως τρόπος διασκέδασης. Επιπλέον είναι "δύσκολο", μιας και χρειάζεται συνεχή λειτουργία του μυαλού και συγκέντρωση. Δυστυχώς ζούμε στην εποχή όπου η έλλειψη συγκέντρωσης και η περιφρόνηση προς τη γλώσσα και τη λογοτεχνία βρίσκονται παντού. Διότι, αν κάποτε όσοι διάβαζαν ήταν προνομιούχοι και θεωρούνταν τετραπέρατοι, σήμερα θεωρούνται "περίεργοι", "αντισυμβατικοί" και μέτριοι. Αυτό φυσικά συμβαίνει διότι οι άνθρωποι μαθαίνουν από μικροί να μισούν το σχολείο, το διάβασμα και, συνεπώς, τη λογοτεχνία. Βέβαια αυτά διαφέρουν μεταξύ τους αλλά πώς να το εξηγήσεις αυτό σε κάποιον που αποφεύγει οτιδήποτε έχει να κάνει με διάβασμα;
   Φυσικά όταν το διάβασμα λειτουργεί σαν τιμωρία, σαν εγκλεισμός ή σαν δύσκολος άθλος, είναι δύσκολο να το αγαπήσεις. Όταν παρακολουθείς ως παιδί την καθημερινότητα των γονέων και δεν υπάρχει πουθενά το διάβασμα, πώς να πειστείς ότι είναι κάτι καλό; Πώς να το θεωρήσεις διασκέδαση και να το συμπεριλάβεις στο πρόγραμμά σου; Αντίθετα, υπάρχει μια δυσπιστία και μια άρνηση σε οποιαδήποτε σχετική δραστηριότητα. Στη συνέχεια αυτή η άρνηση καλλιεργείται και στους απογόνους, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Κι έτσι στο μυαλό της πλειοψηφίας της κοινωνίας το διάβασμα, και κατ' επέκταση οι αναγνώστες και οι συγγραφείς, είναι κάτι αξιοπερίεργο και απρόσιτο.
   Εν αντιθέσει, η σημερινή διασκέδαση είναι κάτι εύκολο. Δεν προϋποθέτει τη χρήση του μυαλού. Κι αυτό είναι βολικό κι εξυπηρετικό. Τα νυχτερινά μαγαζιά έχουν τόσο δυνατά τη μουσική (το λέω και σίγουρα θα παρεξηγηθώ από πολλούς "νέους"), ώστε κάθε δυνατότητα επικοινωνίας ή σκέψης είναι αδύνατη. Η τηλεόραση έπειτα δεν λειτουργεί αμφίδρομα: ο τηλεθεατής δέχεται παθητικά χωρίς να επιλέγει τι θα δει. Ενώ στο βιβλίο οι σελίδες γυρνάνε με το ρυθμό που θέλει ο αναγνώστης. Μπορεί να κοντοσταθεί σε μια παράγραφο, σε μια φράση, σε μια λέξη. Να την υπογραμμίσει. Να ανατρέξει σε ήδη διαβασμένες σελίδες για να βγάλει εκ νέου συμπεράσματα. Τόσο απλές κινήσεις αλλά τόσο σημαντικές! Είναι αυτές κυρίως που κάνουν το διάβασμα μια ενεργητική ενασχόληση κι όχι μια στείρα, παθητική αποδοχή πληροφοριών.
   Για να περάσω τώρα σε ένα άλλο θέμα, παλιότερα σκεφτόμουν πώς θα ήταν να έχω υπερδυνάμεις. Νομίζω πως το κάθε παιδί έχει ονειρευτεί πως ξεφεύγει μέσω υπερδυνάμεων από την πραγματικότητα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Μετά όμως από χρόνια διαβάσματος συνειδητοποίησα πως η "υπερδύναμη" που είχα αποκτήσει ήταν η αφύσικη εμπειρία που παίρνω από τους συγγραφείς που διαβάζω: "κλέβω" τις ιδέες τους, δέχομαι τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους, μαθαίνω να αντιμετωπίζω τους φόβους τους, να ζω μέσα από τις ζωές τους, να ανακαλύπτω κομμάτια του εαυτού μου. Διότι η συγγραφή είναι μια κατάθεση ψυχής. Όταν διαβάζω ένα λογοτεχνικό έργο, ξέρω πως ο συγγραφέας δεν έδειξε φειδώ σε όσα μοιράστηκε. Αντίθετα, εμπλούτισε το έργο του με όσες σκέψεις, ιδέες και νοοτροπίες μπόρεσε. Ο συγγραφέας μιλάει τόσο μέσω των πρωταγωνιστών όσο και μέσω των ανταγωνιστών. Άρα οι αντικρουόμενες απόψεις που συναντάμε είναι όλες μέσα στο μυαλό του. Κι όταν καταλήγουμε να τελειώσουμε ένα βιβλίο έχουμε κάνει δικό μας ένα ζωντανό κομμάτι της ψυχής του συγγραφέα.
   Οπότε ναι, νιώθω πως έχω την "υπερδύναμη" του να κουβαλάω μέσα μου τις ζωές πολλών συγγραφέων που έχω διαβάσει. Χάρη σε αυτό έχω αποκτήσει συνείδηση που αγαπά το διαφορετικό, δέχεται την παραξενιά κάποιου και έχει μάθει να μαθαίνει, κάτι που είναι αδιανόητο για τους περισσότερους ενήλικες, οι οποίοι έχουν σταθερές, αμετακίνητες θέσεις για τα περισσότερα θέματα.      Κάτι που η πλειονότητα των ανθρώπων δεν έχει σκεφτεί είναι πως ως οντότητες είμαστε περιορισμένοι σε μια οπτική γωνία. Βλέπουμε τον κόσμο μόνο μέσα από τις δικές μας αισθήσεις κι αυτό μας κάνει να χάνουμε ένα τεράστιο κομμάτι γνώσεων. Με το διάβασμα όμως αυτό ανατρέπεται: είναι από τα λίγα μέσα που επιτρέπουν σε κάποιον να ζήσει, όσο πιο άμεσα γίνεται, την εμπειρία και την σκέψη ενός άλλου ανθρώπου. Ως εκ τούτου, είχα και έχω την ευκαιρία να δω μέσα από την οπτική γωνία χιλιάδων ανθρώπων. "Έζησα" ως φαλαινοθήρας, εξερευνητής, ποιητής, δάσκαλος, γιατρός, αντιστασιακός, αδιάφορος, απολιτίκ, πλούσιος, φτωχός, παιδί, γέρος, μεσήλικας, μουσικός, αλεξιπτωτιστής και πολλά άλλα. Βέβαια όλα αυτά θα μπορούσα να τα ζήσω κι αλλιώς.
   Παρόλα αυτά, αυτό δεν ισχύει το ίδιο για άλλες "ιδιότητες" που έχει κανείς την ευκαιρία να "ζήσει" μέσα από τα βιβλία. Ιδιότητες που, λόγω των κοινωνικών συνθηκών ή λόγω της ίδιας της φύσης μας, αδυνατεί να ζήσει. Ή είναι παρεξηγήσιμο να ζήσει. Για παράδειγμα, να δει μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας (ή ενός άντρα), ενός ομοφυλόφιλου, ενός ρατσιστή, ενός αρχαιοκάπηλου, ενός τυμβωρύχου, ενός καταζητούμενου, ενός δολοφόνου, ενός παρανοϊκού, ενός καταθλιπτικού και ούτω καθ' εξής. Όσο κι αν κάποια από αυτά σοκάρουν στην ανάγνωση, είναι πολύτιμο να μπορεί κανείς να δει μέσα από την οπτική γωνία τους προκειμένου να καταλάβει την αξία της μοναδικότητας, την διαφορετικότητα, να νιώσει βαθιά μέσα του πόσο διαφορετικά κίνητρα υπάρχουν, πόσες επιλογές, πόσο πολύχρωμος είναι ο κόσμος.
   Υπάρχουν πολλά ταξίδια που μπορούμε να κάνουμε και τα μεγαλύτερα από αυτά γίνονται χωρίς καν να κουνηθούμε από την καρέκλα μας. Είναι κάτι τόσο εκπληκτικό, μα τόσο υποτιμημένο. Δεν ξέρω αν ισχύει πως μια εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις, πάντως ο σημερινός άνθρωπος παίρνει συχνά σαν δεδομένο πως από κάθε εικόνα παίρνει και τις χίλιες, ενώ μάλλον δεν λαμβάνει ούτε τις εκατό, ενώ γρήγορα ξεχνάει πάνω από τις πενήντα. Προσωπικά θεωρώ πως η ευφυία χρειάζεται ένα δικό της είδος "ιδρώτα": να διαβαστούν οι λέξεις μία-μία, να κατανοηθεί η σχέση μεταξύ τους, να βγουν πορίσματα με αργό ρυθμό κι όχι με βιασύνη, να γίνουν πολλά νοητικά συνέδρια και να "συνομιλήσουμε" με πολλές ξεχωριστές προσωπικότητες, οι οποίες έχουν πεθάνει. Διότι, αν ένα βιβλίο επιζήσει στο χρόνο, τότε κατά πάσα πιθανότητα όποιος το έγραψε ήταν ξεχωριστός. Κι όποιος το πάρει στα χέρια του μπορεί να εκμαιεύσει τον τρόπο σκέψης του. Οπότε μια βιβλιοθήκη είναι ένας χώρος όπου αποθηκεύονται οι σκέψεις των πιο ξεχωριστών προσωπικοτήτων της Ιστορίας, οι οποίες όμως είναι εξαιρετικά προσβάσιμες! Ποια τηλεόραση, ποια εφαρμογή και ποιο νυχτερινό μαγαζί μπορεί να το προσφέρει αυτό;

Βιβλίο, διάβασμα, μελέτη, λογοτεχνία, ποίηση, νους, εξέλιξη

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

2 Λέξεις που Μισώ

   Υπάρχουν λέξεις που χρησιμοποιούμε (σχεδόν) καθημερινά αλλά το κάνουμε από συνήθεια. Χωρίς ίσως να καταλαβαίνουμε την πραγματικότητα πίσω από αυτές. Λένε πως, όποιος δεν καταλαβαίνει όσα λέει, χρησιμοποιεί περίπλοκες ορολογίες και πομπώδεις λέξεις για να καλύψει τη γύμνια των γνώσεών του. Στην περίπτωσή μας οι λέξεις που αναφέρω είναι φτιαγμένες έτσι ώστε να καλύπτουν έξυπνα το σημαντικό και να εξυπηρετούν τον σκοπό κάποιου, συνήθως του ομιλούντος.
   Πρώτον, η λέξη "πρέπει". Ο βασιλιάς των απρόσωπων ρημάτων, το ρήμα που διατάζει χωρίς να αποκαλύπτει ποιος είναι αυτός που διατάζει. "Πρέπει" ίσον "είναι ανάγκη", "επείγει". Χωρίς όμως να ξέρουμε ποιος έκρινε το παρόν επείγον ή αναγκαίο. Βέβαια σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει ανάγκη να γίνει μια ενέργεια αλλά το ρήμα "πρέπει" ανακατεύει τις αληθινά επείγουσες περιπτώσεις με όλες τις υπόλοιπες, βαπτίζοντας και τις τελευταίες επείγουσες. Κι εκεί έγκειται η πονηριά του: όταν πλέον οι πάντες χρησιμοποιούμε αυτήν την, εύκολη να ειπωθεί, λέξη, είναι δύσκολο να σταματήσουμε. Σπάνιο να κοντοσταθούμε και να απορήσουμε "γιατί πρέπει", "πότε πρέπει και πότε όχι" ή "ποιος ορίζει τι πρέπει". Γνωστό είναι πως ένα λάθος που επαναλαμβάνεται από πολλούς εύκολα περνά σαν σωστό. Κάπως έτσι βλέπω την αθρόα και απερίσκεπτη χρήση του "πρέπει".
   Η λύση που προτείνω; Να σκεφτούμε βαθιά τη χρήση του και να την περιορίσουμε στις αληθινά αναγκαίες περιπτώσεις. Για τις υπόλοιπες υπάρχουν πιο ακριβείς λέξεις ή φράσεις. Οκ, πρέπει να δοθεί αίμα και πρώτες βοήθειες σε έναν τραυματία, πρέπει να υπολογίζουμε τη ζωή μας και των άλλων, κτλ. (ακόμα κι εγώ αοριστολογώ αρκετά τώρα). Αλλά δεν "πρέπει" να πάω στην αγορά για ψώνια. "Θέλω" να πάω. Αν δε θέλω απλά δεν πάω. Η γη θα συνεχίσει να γυρίζει γύρω απ' τον ήλιο. Έπειτα, δεν "πρέπει" να πληρώσω το νοίκι μου. Πιο ωραία, εύσχημη και υπεύθυνη λέξη είναι το "οφείλω". Μου δημιουργεί ένα αίσθημα ευθύνης και τονίζει την προσωπική μου ενέργεια. Οφείλω, είναι δική μου υποχρέωση, όχι "πρέπει" γενικά κι αόριστα.
   Ακόμα και σε περιπτώσεις που το "πρέπει" σχεδόν επιβάλλεται από τις περιστάσεις μου αρέσει να χρησιμοποιώ το "καλό θα ήταν". Όχι μόνο επειδή μαλακώνω την έκφραση αλλά κυρίως επειδή χρησιμοποιώ ένα επίθετο. Λέω "καλό θα ήταν" και εννοείται το "για κάποιον". Για εμένα, για εσένα, για την ανθρωπότητα, για κάποιον πάντως. Η αοριστία χάνει έδαφος, έστω και σε μικρό βαθμό. Η αοριστία που, μαζί με την διαταγή και το φόντο του κατεπείγοντος, δημιουργεί αυτή την αγχωτική, απρόσωπη και τόσο βολική για κάποιους λέξη.
   Δεύτερον, η λέξη "φυσιολογικός". Είναι μια λέξη για την οποία έχω αναφέρει πολλά και την μισώ. Την μισώ διότι είναι το προπύργιο του αμαθούς, του ημιμαθούς, του δεσποτικού, αυτού που πιστεύει ακράδαντα πως η άποψή του είναι γεγονός και πως ό,τι σκεφτεί ή κάνει ορίζεται από τη φύση. Το αστείο όμως είναι πως οι άνθρωποι που δεν αρκούνται στην ημιμάθεια, που δεν κουράζονται από την σκέψη, που δεν επιλέγουν να παραβλέψουν σημαντικούς παράγοντες και λεπτομέρειες αρνούνται να χρησιμοποιήσουν αυτή την λέξη. Γιατί; Διότι είναι αόριστη, βαρύγδουπη, τελεσίδικη και αυτός που την χρησιμοποιεί το κάνει για να ξεμπερδεύει. Για να βάλει ένα τείχος μπροστά στα λόγια του και να μην χρειάζεται να αντικρούσει επιχειρήματα ή να ξανασκεφτεί τα λεγόμενά του.
   Το πρόβλημα όμως είναι πως στην κλίμακα της "φύσης", όπως και να την ορίσουμε, είμαστε απειροελάχιστες, αφελείς υπάρξεις. Στον ελάχιστο χρόνο που έχουμε για να ζήσουμε δεν προλαβαίνουμε να καλύψουμε τις βασικές μας ανάγκες, πόσο μάλλον να καθορίσουμε γιατί και πώς δημιουργήθηκε η φύση. Ποιοι είμαστε εμείς που θα κρίνουμε τη φυσική ανάγκη ή το πώς εξελίχθηκε μια ιδιομορφία; Η ομοφυλοφιλία είναι φυσική; Η βία είναι φυσική; Η οδήγηση είναι φυσική; Τι από όσα κάνουμε στο τραπέζι, στο κρεβάτι, στο δρόμο ή στην ύπαιθρο είναι "φυσιολογικό";
   Επιπλέον, για να ορίσουμε τι είναι φυσιολογικό, οφείλουμε (και όχι πρέπει) να ορίσουμε και να κατανοήσουμε σε βάθος τι είναι φύση. Με τον κίνδυνο να φανώ μηδενιστής θα πω πως οι άνθρωποι δεν έχουμε τον τρόπο να το κάνουμε. Όσο κι αν κρυφοκοιτάξουμε τον κυτταρικό κόσμο, όσο κι αν ατενίσουμε τους αστερισμούς, παίρνουμε μια εικόνα μόνο από αυτό που είναι. Μια μικρή εικόνα, φιλτραρισμένη μέσα από τις αισθήσεις μας και την αντίληψή μας. Τα υπόλοιπα είναι υποθέσεις, εικασίες και ευσεβείς πόθοι.
  Αφήστε που θυμάμαι μια πανέμορφη, τόσο γεμάτη βάθος, ρήση ενός πρωταγωνιστή της ταινίας "The Man from Earth", του Art. "Υπερφυσικός. Τι ηλίθια λέξη. Αφού όλα γίνονται μέσα στη φύση". Εδώ νομίζω πως βρίσκεται ο ακρογωνιαίος λίθος της ιδέας μου πως είμαστε πολύ μικροί για να ορίζουμε τη φύση. Πώς γίνεται να δεχόμαστε την έννοια "υπερφυσικός"; "Μεταφυσικός"; Δηλαδή έχουμε ξεψαχνίσει το 100% των νόμων της φύσης, έχουμε δει και μάθει τα πάντα και έπειτα ορίζουμε τι μένει εκτός; Πόσο καλά φαίνεται ότι οι αισθήσεις και η διάνοιά μας είναι μικροσκοπικές και αδυνατούν να δουν τη μεγάλη εικόνα!
   Τι είναι φύση; Το "περιβάλλον"; Τα φυτά και τα ζώα; Μαζί με τα φυσικά (δηλαδή ποια είναι τα αφύσικα) φαινόμενα; Εμείς, οι παρατηρητές, είμαστε εντός ή εκτός φύσης; Όσα κάνουμε είναι επιταγές της φύσης; Η φύση περιορίζεται σε ό,τι γίνεται στη γη; Στο ηλιακό μας σύστημα; Στο γαλαξία μας ίσως; Είμαστε απολύτως βέβαιοι πως σε άλλα πλανητικά συστήματα όλα όσα ξέρουμε δεν είναι άκυρα;
   Η απάντηση είναι όχι. Κι όσο πιο γρήγορα το δεχτούμε, τόσο το καλύτερο για εμάς. Τόσο πιο εύκολα θα πάψουμε να καθόμαστε στον "φυσικό" μας θρόνο κρίνοντας ό,τι δε μας αρέσει αφύσικο. Τόσο πιο γρήγορα θα νιώσουμε ελεύθεροι από την ανάγκη μας να πάμε με τη φύση. Εγώ θα προσθέσω πως, εφόσον μπορούμε να έχουμε μια μικρή εικόνα της φύσης, για την οποία δεν ξέρουμε τα πώς και τα γιατί, καλό θα ήταν να αφήσουμε την άγνοιά μας να μας διδάξει αντί να γεμίζουμε το μυαλό μας με κενές αντιλήψεις, τις οποίες ούτε ψάξαμε ούτε αντιλαμβανόμαστε. Προσωπικά δε νιώθω ότι "πρέπει να είμαι φυσιολογικός". Δε με τιμάει, δε μου αξίζει. Αν πρόκειται να γαντζωθώ σε ανουσιότητες τέτοιες με την ψευδαίσθηση της σταθερότητας, μοιάζω με το παιδάκι που δεν μπορεί να αφήσει το χέρι της μαμάς και να γνωρίσει τον κόσμο. Ευτυχώς όμως είμαι περίεργος. Περίεργος να δω, να μάθω και να ψάξω σε βάθος κι αυτή η περιέργεια είναι που με ωθεί να αφήσω τις "σταθερές", "φυσιολογικές" μου αντιλήψεις, όσα "πρέπει" να πιστεύω, που με ωθεί να αποδεχτώ την άγνοιά μου και να αρχίσω να σκέφτομαι αληθινά.
 
Κοσμοθεωρία, πρέπει, αιτιοκρατία, θεός, λέξεις, αστέρια, άστρο

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Η Παράλειψη/Άρνηση της Κλητικής Προσφώνησης

   Η κλητική είναι η πτώση που μπερδεύει τους περισσότερους μαθητές. Από πολλούς θεωρείται, λανθασμένα φυσικά, άχρηστη, κάποιοι δεν μαθαίνουν ποτέ την σωστή χρήση της και άλλοι μαθαίνουν τη χρήση της μόνο μέσα από την πράξη. Συχνότατα γίνονται λάθη σε αυτήν (Γιώργε!), μπερδέματα (είναι Παύλο ή Παύλε;) και είναι σύνηθες φαινόμενο να παραλείπεται.
   Παρόλα αυτά, η άρνηση της χρήσης της είναι φαινόμενο κοινωνικό θα έλεγα και όχι γραμματικό. Διότι από άποψη γραμματικής, ακόμα και να μην ξέρει να κλίνει έναν ονοματικό τύπο κάποιος, διαισθητικά έστω θα την χρησιμοποιήσει. Είναι ένα κοινωνικό ζήτημα, μιας και η προσφώνηση κάποιου σε κλητική τον εξισώνει, τρόπον τινα, με τον ομιλητή. Γίνονται συν-ομιλητές, άρα ίσοι. Αντίθετα η παράλειψή της, ηθελημένα και μη, δηλώνει ακριβώς το αντίθετο. Υποβιβάζει την προσωπικότητα και την αξία του απέναντι ανθρώπου, ο οποίος πλέον δεν αναγνωρίζεται ως έμβιο ον. Παρατραβηγμένο; Ίσως.
   Πάντως το μόνο σίγουρο είναι πως αν κάποιος σέβεται τον συνομιλητή του ποτέ δεν παραλείπει την κλητική προσφώνηση. Μάλιστα την στολίζει κιόλας: αξιότιμε κύριε, σεβαστέ φίλε, φίλτατε, σύντροφε κτλ. Ολόκληρες ιεραρχίες στηρίζονται στην κλητική προσφώνηση. Σκεφτείτε λίγο πόσες διαφορετικές κλητικές προσφωνήσεις γίνονται καθημερινά στην ιεραρχία των ιερέων και μάλιστα με περισσή ευλάβεια. Ο κατώτερος στο βαθμό ιερέας ποτέ δεν παραλείπει να προσφωνήσει τον ανώτερο με τον βαθμό του, διότι αυτό θα γινόταν η αρχή μιας παρεξήγησης. Επίσης μια ομιλία ξεκινάει με πολλές (κάποιες φορές ατελείωτες!) κλητικές προσφωνήσεις, που σκοπό έχουν να τονίσουν την παρουσία των παρευρισκομένων, να την τιμήσουν και να αναγνωριστεί η ύπαρξη αυτών με έντονο τρόπο. Φανταστείτε τώρα, μετά από αυτά τα παραδείγματα, τι σημαίνει η παράλειψη (συνειδητά ή μη) της κλητικής προσφώνησης σε κάποιον.
   Στην περίπτωση που γίνεται συνειδητά, η παράλειψη της κλητικής προσφώνησης δηλώνει ηθελημένη προσπάθεια κάποιου να μειώσει τον άλλον. Τρανταχτό παράδειγμα ο στρατός: όταν ο λοχαγός φωνάζει 2 στρατιώτες για μια εργασία, συνήθως ακούγεται: "Παπαδόπουλος, Παπαδάκης, ελάτε εδώ!". Διότι ο λοχαγός δεν έχει την ανάγκη να αναγνωρίσει ως ίσους τους στρατιώτες. Αντίθετα, θέλει όσο μπορεί να τονίσει την ανισότητα της ιεραρχίας, στερώντας τους εσκεμμένα την προσφώνηση. Φυσικά αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο στρατιώτης να νιώθει (δικαιολογημένα!) όχι άνθρωπος αλλά αντικείμενο. Όποιος έχει πάει στρατό μπορεί να το καταλάβει αυτό.
   Ακόμα πιο προβληματική είναι η περίπτωση που η παράλειψη της κλητικής προσφώνησης γίνεται υποσυνείδητα ή ασυνείδητα. Εκεί που ο καλών δεν καταλαβαίνει την έλλειψη της πτώσης αυτής αλλά έτσι έχει συνηθίσει. Ένα σύνηθες παράδειγμα είναι η οικογένεια. Δε θέλω να σκέφτομαι πως κάποιος γονέας ηθελημένα στερεί από το παιδί του το σεβασμό ή πως δεν αναγνωρίζει την ύπαρξή του ως σημαντική. Όμως σίγουρα η συνήθεια του να παραλείπει την κλητική προσφώνηση (Γιάννης! Γιώργος! Ελάτε για φαγητό!) υποβιβάζει την ύπαρξη και την σημασία αυτών των προσώπων, κάτι που δεν περνά απαρατήρητο ακόμα κι από ένα παιδί, ειδικά αν αυτό το παιδί βλέπει καθημερινά τον γονέα να προσφωνεί τους υπολοίπους "ίσους" του με επιμέλεια. Είναι τρομακτικό πως η προαναφερθείσα πράξη γίνεται υποσυνείδητα, διότι αυτό σημαίνει πως ο εν λόγω γονέας έχει σχεδόν ξεχάσει ότι οφείλει να σέβεται το παιδί του. Ή, με διαφορετική διατύπωση, έχει λησμονήσει πως η οντότητα που έχει συνηθίσει να έχει στην οικογένεια είναι ίση, το ίδιο σεβαστή και αξιοπρόσεχτη με τον ίδιο!
   Υπάρχουν και κάποιες γκρίζες ζώνες, όπου δεν είναι ξεκάθαρο το αν η παράλειψη της κλητικής προσφώνησης γίνεται σκόπιμα ή όχι, όπως στον χώρο του σχολείου από τον καθηγητή ή της εργασίας από τον προϊστάμενο. Σε κάθε περίπτωση δηλώνει κάποια απαξίωση, αδιαφορία για την οντότητα εκείνη και τα συναισθήματά της. Οπότε όποιος λειτουργεί έτσι, παραλείποντας αυτήν την τόσο χρήσιμη πτώση, αυτήν που αναγνωρίζει την ύπαρξη των άλλων γύρω μας, καλό θα ήταν να το ξανασκεφτεί. Διότι τέτοιες λεπτομέρειες συνήθως κάνουν τη διαφορά ανάμεσα σε μια υγιή και μια καταπιεστική σχέση.

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Τρώω απ' όλα

   Από τότε που άρχισα, καλώς ή κακώς, να ασχολούμαι πιο ενεργά με τη διατροφή μου και να στρέφομαι (μερικώς) προς τη χορτοφαγία, έχω ακούσει πολλά σχόλια εναντίον αυτής της προσπάθειας. Το πρόβλημα μου είναι όχι η ύπαρξη καθεαυτή αρνητικού σχολιασμού αλλά πως τα σχόλια αυτά προέρχονται από άτομα που ουδέποτε έψαξαν ή ασχολήθηκαν με ανάλογα ζητήματα,.
   Πρώτον, τις προάλλες δέχτηκα το εξής: "Έγινες χορτοφάγος γιατί έτσι σου είπανε, άρα είσαι πρόβατο". Λοιπόν, πρώτα απ' όλα ποιοι μου είπανε; Γνωστοί με προέτρεψαν, μπήκα κι έψαξα κι έκανα 7 μήνες έρευνας πριν το δοκιμάσω. Επίσης, έχω διαβάσει τόσα και τόσα και ακολουθώ το 1/10 αυτών. Σε κάθε περίπτωση ο οποιοσδήποτε έγινε χορτοφάγος κάποια στιγμή στη ζωή του έχει κάνει κάποιες σκέψεις, τις οποίες ο μέσος άνθρωπος ούτε κάνει ούτε θα κάνει ποτέ:
   Η πρώτη είναι διατροφολογικής φύσεως: είναι απαραίτητο να τρώμε κρέας; Μπορεί να ζήσει, υγιεινά και αξιοπρεπώς, κάποιος έτσι; Η δεύτερη είναι μια συμπονετικής: γιατί να πεθαίνουν με φριχτό τρόπο ζώα για τη δική μου όρεξη; Και η τρίτη οικολογικής: εφόσον η κτηνοτροφία είναι τόσο επιζήμια για το περιβάλλον και η έλλειψή της θα έλυνε ικανοποιητικά το πρόβλημα πείνας, δίψας και τρύπας του όζοντος παγκοσμίως, γιατί υπάρχει ακόμα;
   Αυτές οι σκέψεις, οι οποίες φυσικά αναλύονται σε τεράστιο βαθμό, δεν μπορούν να απλοποιηθούν τόσο με τη φράση "έτσι σου είπανε". Το αντίθετο μάλιστα. Όσοι ποτέ τους δεν αναρωτήθηκαν αν κάνουν το σωστό ή όχι κι ακολουθούν την πεπατημένη οδό πράττουν "όπως ακριβώς τους είπαν". Και η χρήση επιχειρημάτων σε κάτι που δεν έχει ψάξει κάποιος είναι άκρως ενοχλητική: το να παπαγαλίζει κανείς πεποιθήσεις και ιδέες που δεν έχει αναρωτηθεί ποτέ αν είναι όντως αλήθεια αψηφά τη λογική και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια...
   Δεύτερον, πολύ συχνά άνθρωποι που με ρωτάνε γιατί ασχολούμαι με τη χορτοφαγία κλείνουν τη συζήτηση με ένα απλό, λιτό και περισπούδαστο "πρέπει να τρώμε απ' όλα". Έτσι κλείνει γι' αυτούς το κεφάλαιο και νιώθουν νικητές, θριαμβευτές, υγιείς, ακόλουθοι του φωτός και της αλήθειας.
   Λοιπόν έχω αμφιβολίες και γι' αυτό. Τι σημαίνει "τρώω απ' όλα"; Πώς ορίζεται το "όλα"; Δηλαδή ο έξυπνος, σωστός άνθρωπος τρώει και στάχτη, πλαστικό ή χαρτί; Μην είσαι ηλίθιος, Βαγγέλη, όχι φυσικά. Εννοούμε πως τρώει απ' όλα τα είδη λαχανικών και κρεάτων και παραμένει υγιής! Βέβαια αν ζούσαμε σε μια χορτοφαγική κοινωνία, οι ίδιοι άνθρωποι στο "απ' όλα" θα συμπεριελάμβαναν μόνο λαχανικά, φύτρες και φρούτα. Αν όμως ζούσαμε σε μια ανθρωποφαγική κοινωνία, τότε το "απ' όλα" θα σήμαινε βρώση και ανθρώπινου κρέατος. Άρα το "απ' όλα" είναι πολύ σχετικό και αλλάζει από τόπο σε τόπο, χωρίς να δίνει λύση ή εξήγηση στο τι είναι θρεπτικό, τι απαραίτητο και τι άχρηστο ή επικίνδυνο.
   Αν όμως υποθέσουμε πως η κατανάλωση κρέατος δεν βλάπτει (κάτι για το οποίο αμφιβάλλει πλέον επίσημα και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας), τότε αυτός που "τρώει απ' όλα" ας αναρωτηθεί: τρώει κοτόπουλο, χήνα, γαλοπούλα, γουρούνι, μοσχάρι, κουνέλι, ζαρκάδι, ελάφι κ.α. ισόποσα; Γιατί δεν τρώει γάτα ή σκύλο; Μήπως τελικά δεν τρώει απ' όλα; Μήπως η έλλειψη αυτών των κρεατικών είναι επιζήμια; Μήπως όσοι τρώνε και έντομα είναι πιο υγιείς;
   Η απάντησή μου είναι η εξής: όσα είδη κρέατος και να φάει κάποιος, σε οποιαδήποτε ποσότητα, είναι αδύνατον να τρώει απ' όλα, διότι τα είδη ζώων είναι πάρα πολλά. Ένα στομάχι έχουμε, προς θεού! Βέβαια το ζήτημα με τους τρώω-απ-όλα είναι πως νομίζουν ότι επειδή μπορούν να φάνε όλα τα είδη κρέατος σημαίνει ότι αυτό όντως συμβαίνει. Δηλαδή το ότι π.χ. η γαλοπούλα είναι θρεπτική και απαραίτητη (κατά τη γνώμη τους) καλύπτεται επαρκώς από το χριστουγεννιάτικο γεύμα. Τι, όχι; Ή μήπως δεν είναι και τόσο απαραίτητη τελικά; Ε τότε γιατί την τρώμε;
   Για να κάνω όμως και κάποια αυτοκριτική, κι εγώ, ο οποίος επί χρόνια ζούσα με τέτοιες αντιλήψεις, θεωρούσα πως το ότι στη χορτοφαγία το σίδηρο καλύπτεται από συγκεκριμένα λαχανικά κάνει τη διατροφή μου υγιή. Τελικά αποδείχτηκε πως η χορτοφαγία μεν τα έλεγε σωστά, εγώ όμως έκανα λάθος: τα λαχανικά αυτά προσφέρουν επαρκή σίδηρο για τον οργανισμό μόνο αν τα τρως σε αρκετή ποσότητα. Δηλαδή η δυνατότητα πρόσληψής τους δε λύνει κάτι αλλά η τακτική πρόσληψη καθεαυτή κάνει τη δουλειά. Ένα σημαντικό μάθημα, το οποίο δεν είναι καθόλου αυτονόητο.
   Ας γυρίσω όμως λίγο στους τρώω-απ-όλα. Αυτοί οι οποίοι θεωρούν το ότι μπορούν να φάνε καθετί (λες κι ένας χορτοφάγος δεν μπορεί) ισοδυναμεί με το να τα τρώνε όντως. Δηλαδή ότι η δυνατότητα ισοδυναμεί με την ενέργεια. Όσον αφορά τις τροφές που τρώνε εξίσου χορτοφάγοι και παμφάγοι, υπάρχει κι εκεί το ίδιο φαινόμενο. Ρωτάω: τι σημαίνει τρώτε απ' όλα; Απάντηση: σπανάκι, πράσο, λάχανο, ντομάτα, πατάτα, φασόλια κτλ. Αναρωτιέμαι: όλα αυτά όντως τα τρώνε; Τα τρώνε τακτικά, σε σωστή ποσότητα; Ή απλά εφησυχάζουν με τη σκέψη πως μπορούν;
   Αυτές οι σκέψεις μου έρχονται διότι, με αρκετές εξαιρέσεις βέβαια, δεν είναι πολλά τα νοικοκυριά που ξέρουν την διατροφική αξία, τις συνιστώμενες ποσότητες και την ποιότητα όσων τρώνε. Με τις καθησυχαστικές σκέψεις "τρώω απ' όλα" και "πάντα έτσι κάναμε" ή "όλοι έτσι κάνουν" (βλέπετε πόσο η έλλειψη γνώσεων πάει χέρι-χέρι με τη χρήση απόλυτων λέξεων), περνάνε όλη τη ζωή τους, αποδίδοντας τις συχνές αρρώστιες στο "απότομο κρύο" και στην έλλειψη ζακέτας αντί για την έλλειψη βιταμίνης C, καθώς και την αντίδραση στα νέα διατροφολογικής φύσεως, όπως το ότι τα γαλακτοκομικά προϊόντα, το επεξεργασμένο κρέας και τα αβγά είναι καρκινογόνα.
   Τελικά ίσως αυτοί οι άνθρωποι όντως να τρώνε λίγο απ' όλα. Λίγο κουτόχορτο σίγουρα. Λίγο κάρβουνο επίσης, κυρίως λόγω των ξεροψημένων τοστ, των κρεάτων στα κάρβουνα και του τσιγάρου. Επίσης ακόμα χειρότερη είναι η κόκα-κόλα, η οποία όμως στα μάτια του μέσου Έλληνα είναι πιο αθώα από τον λεμονοχυμό. Αφήνω τις σκέψεις μου εδώ, διότι η παραπάνω ενασχόληση με το θέμα προϋποθέτει να είμαι ο ίδιος διατροφολόγος κι όχι να ψάχνω, όπως κάνω εδώ και καιρό, ζητήματα διατροφής. Για την ώρα θα εμπιστευτώ την λογική: όχι όμως την κοινή, διότι μόνο λογική δεν είναι.

Χορτοφαγία, φρούτα, φυτικές τροφές, βιταμίνες

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Πρωταθλητισμός αντί του Αθλητισμού

   Διάβασα πριν λίγο μια μακροσκελή συνέντευξη του Χρήστου Ιακώβου σχετικά με τον πρωταθλητισμό, τα ντόπινγκ και την υποκρισία του αθλήματος. Ομολογώ πως δεν εντυπωσιάστηκα. Ούτε από την "αποκάλυψη" πως όλοι παίρνουν ουσίες ούτε από την πολιτική του πώς και πότε κάνουν ελέγχους οι αρμόδιες υπηρεσίες. Γιατί δεν εντυπωσιάστηκα; Είναι απλό.
   Καταρχάς, είναι πασιφανές πως ο πρωταθλητισμός είναι μια καλοστημένη επιχείρηση που βγάζει πολύ χρήμα. Δημιουργείται η ψευδαίσθηση των πολύ δυνατών αθλητών, οι οποίοι όταν βάζουν τα δυνατά τους ξεπερνάνε την ανθρώπινη δυνατότητα. Φανταζόμαστε έπειτα ως θεατές την τρομερή γυμναστική που φέρνει τους αθλητές σε τέτοια επίπεδα. Στην πραγματικότητα, ένας αθλητής μπορεί να είναι απλά καλός, κάτι παραπάνω από μέτριος υποθέτω, και την περισσότερη δουλειά να την κάνουν οι ουσίες.
   Το πρόβλημα είναι πως ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν στον πρωταθλητισμό. Παρακολουθούν έναν πρωταθλητή και τον θαυμάζουν. Τον ζηλεύουν. Θα ήθελαν να είναι στη θέση του, να έχουν τη δόξα του. Η αλήθεια είναι όμως πως πλέον, μετά την ραγδαία ανάπτυξη των θετικών/ιατρικών επιστημών τις τελευταίες δεκαετίες, σχεδόν τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Ο αθλητής θα "καταβάλλει υπεράνθρωπη προσπάθεια", θα βγει πρώτος, θα σπάσει το παγκόσμιο ρεκόρ ίσως και θα δοξαστεί. Μετά από καιρό βέβαια θα βγει η αλήθεια στη φόρα, πως είχε πάρει δηλαδή απαγορευμένες ουσίες. Οπότε χρόνια μετά το θρίαμβο έρχεται ο διασυρμός, αποσύρονται τα μετάλλια κι ο αθλητής, που συνήθως δεν είναι πλέον στην ενεργό δράση, χάνει την δημοτικότητά του.
   Και; Τι σημαίνει αυτό; Ο άνθρωπος αυτός για χρόνια είχε τη δόξα που ήθελε, είχαν ανοίξει αυτόν (ανάλογα με την νομοθεσία της χώρας του) προνομιούχες θέσεις εργασίας και ουσιαστικά κορόιδευε τον κόσμο. Αυτή είναι η πρώτη σκέψη. Η δεύτερη σκέψη, κάπως βαθύτερη από την αυτονόητη πρώτη, είναι πως ο ίδιος του ο οργανισμός είχε γίνει μια φούσκα, αποδοτική μεν για τη διάρκεια του αγώνα, έτοιμη να σκάσει στη συνέχεια...
   Πραγματικά, αν σκεφτούμε τον πρωταθλητισμό από άποψη νοοτροπίας, είναι ακριβώς το αντίθετο από τον απλό αθλητισμό. Δηλαδή ενώ ο τελευταίος προτρέπει την άσκηση, την έλλειψη υπερβολής, τη σωστή διατροφή και την υγεία πάνω απ' όλα, ο πρωταθλητισμός όλα αυτά τα πετάει στα σκουπίδια, διότι η νοοτροπία είναι να γίνει κάποιος "ο καλύτερος". Όχι ο πιο υγιής, ο πιο σωστός, ο πιο αληθινός προς τον εαυτό του και προς τους άλλους. Απλά ο καλύτερος. Άρα έχουμε τα εξής τινά: πρώτον, γίνεται ολοφάνερο πως μόνο με την άσκηση ποτέ δε θα γίνει κάποιος "ο καλύτερος". Θέλει κι άλλα. Έπειτα, η υπερβολή είναι η καθημερινότητα στον πρωταθλητισμό, μιας και ο σκοπός δεν είναι το καλό του ίδιου του αθλητή αλλά η προβολή του και η "ατσαλάκωτη" εικόνα του. Με λίγα λόγια το θέαμα, χωρίς έγνοια για τις επιπτώσεις...
   Ας περάσουμε τώρα στην υγεία του πρωταθλητή. Το βασικότερο είναι πως η σωστή διατροφή δε φτάνει. Χρειάζονται συμπληρώματα. Οπότε οι ουσίες καταστρέφουν την ουσία. Στέλνεται στα τάρταρα η ιδέα της υγιεινής ζωής του αθλητή, μιας και ο πρωταθλητής δεν έχει ως στόχο την υγεία. Θέλοντας και μη, γνωρίζοντάς το ή όχι, ο πρωταθλητής κάνει τον οργανισμό του μια ωρολογιακή βόμβα, η οποία κάποτε θα σκάσει. Έχει δώσει τη ζωή του για την πρόσκαιρη δόξα του. Με δεδομένο λοιπόν πως η υγιής εικόνα του είναι ψεύτικη και παρασύρει κι άλλους ανθρώπους στη λήψη επικίνδυνων ουσιών, είναι ανήθικος. Έχει πουλήσει την ψυχή του στο διάβολο για μετάλλια και προνόμια...
   Το πρόβλημα, όπως ανέφερα παραπάνω, είναι πως ακόμα και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν στον πρωταθλητισμό. Άνθρωποι που καταπίνουν αμάσητο το παραμύθι του "καλύτερου", του υπεργυμνασμένου, του φανταχτερού. Άνθρωποι που δε διστάζουν να παίρνουν ουσίες για να φτιάξουν όγκο στο σώμα τους. Προσπαθούν για κάποιο χρονικό διάστημα να δικαιολογήσουν την υγεία που προωθείται με τον τρόπο "διατροφής" τους αλλά τα παρατάνε γρήγορα. Μετά απλά καθησυχάζουν τον εαυτό τους λέγοντας πως "οι υπόλοιποι δεν ξέρουν". Κι όταν σκάσει η βόμβα π.χ. από την λήψη υπερβολικών (και άχρηστων) πρωτεϊνών τα πράγματα παίρνουν άλλη τροπή, που ουδεμία σχέση έχουν με την υγεία...