Κυριακή 21 Απριλίου 2019

Άγγελος Μπάκας - "Ο Σιωπηλός Μπου" και "ο Χορός του Σίβα"

   Μια πολύ όμορφη πινελιά από την Ανατολή φέρνει στην ελληνική λογοτεχνία με τα δύο βιβλία του ο γραφίστας και συγγραφέας Άγγελος Μπάκας. Τα βιβλία του "Ο Σιωπηλός Μπου" και "Ο Χορός του Σίβα" αναφέρονται στην κινεζική και την ινδική παράδοση αντίστοιχα. Είναι και τα δύο σχετικά μικρά αλλά μεστά νοήματος και εμπειριών, μιας και ο συγγραφέας γράφει για χώρες στις οποίες έχει ταξιδέψει.

Ο Σιωπηλός Μπου 

Άγγελος Μπάκας εκδόσεις ελκυστής

   Αυτό το βιβλίο ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για μένα. Πρόκειται για τέσσερις ιστορίες που έχουν μια χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους αλλά πραγματεύονται διαφορετικά στοιχεία της κινεζικής παράδοσης το καθένα. Αναφέρονται σε παλαιότερες εποχές γενικότερα και είναι πολύ μεστές σε νόημα. Κρύβουν μέσα τους πολλά στοιχεία φιλοσοφίας και πορισμάτων από την ανατολική διανόηση, με πεμπτουσία το ίδιο το νόημα της ζωής και την κατανόηση του θανάτου. Με κράτησε πάρα πολύ η διαφορετικότητα και η πολυπλοκότητα των χαρακτήρων, αλλά κυρίως η πολύ όμορφα χτισμένη ατμόσφαιρα των ιστοριών, που με ταξίδεψαν σε μεγαλοπρεπέστατους ναούς, αχανείς ερήμους και απόκρημνα βουνά.

Ο Χορός του Σίβα

Άγγελος Μπάκας εκδόσεις Ελκυστής

   Ένα βιβλίο πολύ σύντομο, με εύπεπτες, μικρές ιστορίες που μεταφέρουν τον αναγνώστη στην Ινδία, τους ανθρώπους της και τη νοοτροπία της. Στο τέλος έχει μπόνους τέσσερα παραμύθια που σχετίζονται με την περιοχή και ταξιδεύουν πιο πολύ σε φανταστικές σφαίρες. Προσωπικά κράτησα την αύρα και την ατμόσφαιρα που διαχεόταν στις αφηγήσεις και τις περιγραφές του βιβλίου αλλά και τα τόσο διαφορετικά από την ελληνική κουλτούρα στοιχεία. Οι ιστορίες δε σχετίζονται μεταξύ τους αλλά σε όλες υπάρχει ένα μικρό ξάφνιασμα, καθώς δεν περιμένει εύκολα ο αναγνώστης τη συμπεριφορά των Ινδών. 

   Σε σχέση με τον Σιωπηλό Μπου, οι ιστορίες είναι πολύ συντομότερες, πολύ πιο καθημερινές και μάλιστα αφηγημένες απ' την προσωπική οπτική γωνία του συγγραφέα, που βρίσκεται μέσα στο έργο.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2019

Βασίλης Παπαθεοδώρου - Τη Νύχτα που έσβησαν τ' Αστέρια

   Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου, ένας Έλληνας λογοτέχνης που έχει γράψει αρκετή παιδική λογοτεχνία, προσφέρει στην ελληνική λογοτεχνία το βιβλίο "Τη νύχτα που έσβησαν τ' αστέρια". Ένα βιβλίο γεμάτο ρεαλισμό, έναν ρεαλισμό που έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία. Έναν ρεαλισμό που λειτουργεί σαν καθρέφτης και μας δείχνει την καθημερινή μας ασχήμια, όμως λειτουργεί και ως έναυσμα για να αλλάξουμε προς το καλύτερο.
   Όλα ξεκινάνε από την εξαφάνιση μιας κοπέλας της Γ' λυκείου, της Λένας Μανιέ. Από εκεί και πέρα, το βιβλίο περιστρέφεται γύρω απ' το περιβάλλον της και τους διαφορετικούς ανθρώπους του: οικογένεια, φίλοι, σχολείο και αρκετοί άλλοι. Ο καθένας κάτι έχει να προσθέσει στο δράμα, κάτι να μας διδάξει για την ίδια την κοινωνία. Η αλήθεια πουθενά δεν κρύβεται, η πένα του συγγραφέα τίποτα δεν ωραιοποιεί: όλα βγαίνουν στο φως με μια γλώσσα φυσική, αληθινή.
   Ο καθένας μπορεί να ταυτιστεί με άλλον χαρακτήρα: υπάρχει πληθώρα ευκαιριών γι' αυτό. Η ταύτιση μπορεί να γίνει και με καταστάσεις, μιας και αλλάζουν πολλά κατά την πλοκή. Ο συγγραφέας είχε την ευκαιρία -και δεν την άφησε ανεκμετάλλευτη- να περάσει όσα μηνύματα ήθελε να περάσει πριν φτάσει στο τέλος, που μόνο τέλος δεν είναι...

Τη νύχτα που έσβησαν τ' αστέρια

Τρίτη 16 Απριλίου 2019

Προτάσεις για παιδική λογοτεχνία

   Ειλικρινά, δεν ξέρω τι συμβαίνει με τις επιλογές της σύγχρονης (της μετά το 2010 δηλαδή) παιδικής λογοτεχνίας, μιας και πλέον δε διαβάζω. Οπότε θα ταξιδέψω πάλι πίσω στη δική μου παιδική ηλικία και θα κάνω κάποιες προτάσεις με τα δικά μου αγαπημένα παιδικά-εφηβικά βιβλία. Δεν είναι παραμύθια και δεν απευθύνονται στη νηπιακή ηλικία. Μεταξύ τους δεν έχουν σχεδόν καμία σχέση, πέρα από την προφανή: πως ανήκουν στη βιβλιοθήκη μου και πως έχουν διαβαστεί από εμένα πολλές φορές το καθένα!

1. Τα Χρυσά Γεράκια του Τζένγκις Χαν, της Ρίτα Ρίτσι

Ρίτα Ρίτσι

Ένα βιβλίο που θεωρώ αριστούργημα. Βγάζει τον αναγνώστη εντελώς από τον ελλαδικό (και τον ευρωπαϊκό) χώρο, τον ταξιδεύει αρκετούς αιώνες πίσω και τον βάζει να ταυτιστεί με έναν πρωταγωνιστή που ψάχνει τον εαυτό του μέσα απ' το πάθος του, τα γεράκια. Το βιβλίο προσφέρει τόσες εικόνες, ήχους και ελευθερία, που στο μυαλό του αναγνώστη γίνεται ένα πανηγύρι αισθήσεων. Το ταξίδι στην έρημο, η γνωριμία με 2 διαφορετικούς πολιτισμούς, οι γεμάτοι νόημα και ρεαλισμό χαρακτήρες αλλά και η αναζήτηση που διατρέχει όλο το βιβλίο το καθιστά εξαιρετικό για κάθε παιδί.

2. Οι Πειρατές της Καμινάδας, του Ευγένιου Τριβιζά

Ευγένιος Τριβιζάς

Ένα βιβλίο πολύ διασκεδαστικό, χαρακτηριστικό θα έλεγα της γλώσσας και της ιδιοσυγκρασίας του Τριβιζά. Απευθύνεται σε μεγαλύτερα παιδιά, σε αντίθεση με τα παιδικά παραμύθια του, και έχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για να δουλέψουν τη φαντασία του: λογοπαίγνια και λεξιπλασίες, ενδιαφέροντες χαρακτήρες με βάθος και χιούμορ, πρωτότυπες περιγραφές, αφηγήσεις και καταστάσεις, πολλούς διαφορετικούς χαρακτήρες που βρίσκουν κάτι κοινό... Γενικά, ένα πολύ καλά δουλεμένο βιβλίο που έχει πολλά να προσφέρει στο παιδί.

3. Ντάνι ο Πρωταθλητής του Κόσμου, του Ρόαλντ Νταλ

Ρόαλντ Νταλ

Άλλα βιβλία του συγγραφέα είναι πιο γνωστά αλλά το συγκεκριμένο έχει πολύ ιδιαίτερα στοιχεία. Δείχνει την αξία της προσπάθειας, τον θρίαμβο του καλού και της ηθικής, την πίστη στη δουλειά κάποιου παρά την εμφανή υπεροχή του αντιπάλου του. Ως αρνητικό στοιχείο βρίσκω την εμμονή με το κυνήγι αλλά και πάλι δεν αφαιρεί κάτι από τη λογοτεχνική αξία του έργου.

4. Ο Χάρι Πότερ και ο Αιχμάλωτος του Αζκαμπάν, της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ

Τζόαν Κάθριν Ρόουλινγκ

Είμαι δηλωμένος φαν όλης της σειράς αλλά θέλω να σταθώ στο συγκεκριμένο βιβλίο. Είναι το πρώτο που διάβασα, τότε που η σειρά δεν είχε ακόμα την αίγλη και τη διασημότητα που απέκτησε αργότερα. Το διάβασα πολλές φορές ως παιδί πριν μάθω για τα υπόλοιπα βιβλία. Θυμάμαι πως το έπαιρνα πάντα μεσάνυχτα μετά από εφιάλτη και το ξεκινούσα για να ξεχαστώ. Γιατί το ξεχωρίζω;
-Σε σχέση με τα υπόλοιπα βιβλία, είναι αυτό που έχει την πιο ομαλή μαθητική χρονιά, που έχει ικανούς καθηγητές και μαθαίνει ενδιαφέροντα ξόρκια. Οπότε με ευχαριστεί.
-Εισάγει δύο αγαπημένους χαρακτήρες: τον Σείριο Μπλακ και τον Ρέμους Λούπιν. Period.
-Έχει το εξαιρετικό στοιχείο της χρονομηχανής, τους τρομακτικούς Παράφρονες, που δίνουν μια σκοτεινή διάσταση στο έργο αλλά και την εκτεταμένη σκηνή με τον αποκαλυπτικό διάλογο στο τέλος.

5. Οι Δασοφάγοι, του Κιμ Άλντανυ

Κιμ Άλντανυ

Ένα βιβλίο πολύ μπροστά για την εποχή του. Ταξιδεύει τον αναγνώστη στο διάστημα, σ' έναν διαφορετικό πλανήτη. Εξάπτει τη φαντασία με τους διαφορετικούς νόμους στους οποίους μας εισάγει, δημιουργεί την αίσθηση του αποκαλυπτικού σκηνικού, την αδυναμία του ανθρώπου και την αγωνία για την επιβίωση. Σίγουρα έχει πάρει στοιχεία από Star Wars.

6. Παραμύθι χωρίς Όνομα, της Πηνελόπης Δέλτα

Πηνελόπη Δέλτα

Ένα παραμύθι αφύπνισης και αυτοβελτίωσης, χωρίς να δηλώνει τέτοιο. Αρχικά είναι μια ιστορία που ξεκινά σε μια διαλυμένη χώρα και δίνεται η εικόνα της ολοκληρωτικής εξαθλίωσης ενός κράτους. Έπειτα σταδιακά, μετά από πολλή προσπάθεια, συμβουλές, αγνόηση των μηδενιστών που υπάρχουν παντού γύρω από τον πρωταγωνιστή, εκείνος καταφέρνει να ξαναστήσει το κράτος στα πόδια του και παράλληλα να ωριμάσει κι ο ίδιος. Ένα ανάγνωσμα ευχάριστο κι ελπιδοφόρο!

7. Το Καπλάνι της Βιτρίνας, της Άλκης Ζέη

Άλκη Ζέη

Ένα βιβλίο με έντονο ρεαλισμό, περιγραφή οικογενιακών καταστάσεων, καθημερινότητας, φύσης αλλά και ιστορικών τραγωδιών. Το βιβλίο αυτό είναι κομψοτέχνημα! Είναι από τα λίγα που με έκαναν να ταυτιστώ με πρωταγωνίστρια, έχει μέσα πολλά στοιχεία εξέλιξης χαρακτήρα, ανακάλυψης του κόσμου μέσα από τα μάτια ενός παιδιού και πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες, με ανάλογες οπτικές για τη ζωή. Οι εικόνες που μου δημιούργησε έχουν μείνει μέσα μου κι αυτό δείχνει πόσο καλά δουλεμένες είναι και πόσο ενδιαφέρον ως ανάγνωσμα!

8. Περσεφόνη, η Πάπια που πήγε Σχολείο, Κίρα Σίνου-Κωνσταντίνος Γεωργίου

Κίρα Σίνου Κωνσταντίνος Γεωργίου

Το πιο τρυφερό βιβλίο της λίστας. Αποδόθηκε με εξαιρετικό, κατ' εμέ, τρόπο η αγάπη για τα ζώα, η φροντίδα τους, σε συνδυασμό με την αρχαία ελληνική μυθολογία. Το τέλος ακόμα και σήμερα το βρίσκω συγκινητικό, καθώς έχει πολύ όμορφο νόημα κι αφήνει πολλά ερωτηματικά. Θέλω να σταθώ σε αυτό το σημείο: τα περισσότερα βιβλία αποτυγχάνουν σε αυτό, καθώς φοβούνται να αφήσουν ερωτηματικά και προσπαθούν να απαντήσουν σε όλες τις ερωτήσεις των αναγνωστών και, αν γίνεται, να προλάβουν και κάποιες που δεν έγιναν. Εμένα ως παιδί με κέρδισε η τελευταία εικόνα, η ιδέα της απουσίας αλλά και του μέλλοντος που μένει αφανές.

9. Ο ΆΛφρεντ Χίτσκοκ και οι Τρεις Ντετέκτιβ στο "Μυστήριο του Αόρατου Σκύλου"

Τρεις ντετέκτιβ και ο Άλφρεντ Χίτσκοκ

Η σειρά με τους τρεις ντετέκτιβ είναι ένα πολύ ξεχωριστό κομμάτι της εφηβικής μου ηλικίας. Στα γυμνασιακά μου χρόνια διάβασα το 90% της σειράς και δηλώνω εκστασιασμένος. Πλοκή τρομερή, αγωνία, φαντασία, το παραφυσικό και το ανεξήγητο στοιχείο... Είχαν πολλά μέσα. Διάφοροι συγγραφείς συνέβαλαν, λιγότερο ή περισσότερο, στη μοναδική αυτή σειρά βιβλίων. Μπορώ να πω πως διάβαζα ένα βιβλίο τη μέρα και δεν τα άφηνα απ' τα χέρια μου μέχρι να τελειώσουν. Ενδεικτικά αναφέρω το μυστήριο του αόρατου σκύλου, που είναι από τα καλύτερα της σειράς, αλλά κυρίως επειδή είναι από τα λίγα που αφήνει την πόρτα του παραφυσικού ανοιχτή...

Συνολικά, η λίστα αυτή δεν έγινε ούτε από το καλύτερο προς το χειρότερο ούτε με οποιαδήποτε παρόμοια λογική. Φυσικά δεν περιλαμβάνει τις εκατοντάδες των παιδικών βιβλίων που είχαν περάσει από τα χέρια μου. Ξύνει μονάχα την επιφάνεια. Παρουσιάζοντας όμως μια τέτοια λίστα δίνω έναν προσωπικό τόνο στην εξερεύνηση της παιδικής λογοτεχνίας, κάτι που είχα ανάγκη να κάνω.



Μαγικοί καθρέφτες

   Υπάρχουν μαγικοί καθρέφτες; Η αλήθεια είναι πως η μαγεία με τον καθρέφτη είναι συνυφασμένη: είναι ένα εργαλείο μοναδικό, που επιτρέπει στον άνθρωπο να δει τον εαυτό του απέναντί του, κάτι θεωρητικά αδύνατον. Οπότε, εξ ορισμού, ο κάθε καθρέφτης έχει κάτι το μαγικό.
   Στο παραμύθι της Χιονάτης, ο μαγικός καθρέφτης ήταν ένα ζωντανό αντικείμενο που μπορούσε να πει πάντα την αλήθεια. Πώς θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει ο οποιοσδήποτε; Φαντάζομαι για να αποκτήσει κάποια υπερβατική γνώση, για να μάθει πώς να χαλιναγωγεί τις ανθρώπινες ψυχές, για να κάνει τον κόσμο καλύτερο, για να μάθει όλα τα μυστικά της ζωής... Πώς τον χρησιμοποίησε όμως η βασίλισσα;
   Τον ρωτούσε συνεχώς ποια είναι η ομορφότερη του κόσμου. Προσοχή όμως: δεν τον ρώτησε ποτέ πώς θα γίνει η ίδια πολύ ομορφότερη, μονάχα αν είναι η ίδια στην κορυφή εκείνη τη στιγμή. Κι όταν τελικά ο φόβος της έγινε πραγματικότητα, όταν ξεπεράστηκε δηλαδή από τη Χιονάτη, δεν έψαξε να βρει πώς θα γίνει ομορφότερη -ό,τι κι αν σημαίνει αυτό- αλλά βάλθηκε να εξοντώσει τη νεαρή καλλονή για να μείνει εκείνη η ομορφότερη. Ένας σκοπός τρομερά εγωιστικός, ναρκισσιστικός μάλλον, ανούσιος και βρώμικος, που φανερώνει τη φαυλότητά της. Σε τελική ανάλυση, είχε το ισχυρότερο μαγικό αντικείμενο του κόσμου και το χρησιμοποίησε με τέτοιον τρόπο, που καλύτερα θα ήταν να το είχε δώσει αλλού εξαρχής...
   Αντί να κρίνουμε όμως τη σκοτεινή βασίλισσα του παραμυθιού, ας βρούμε άλλους, υπαρκτούς μαγικούς καθρέφτες. Ο ένας που μου έρχεται στο μυαλό είναι η τέχνη και τα έργα της. Μάλιστα το πρώτο πρόσωπο που καθρεφτίζεται, που κρίνεται μέσα απ' αυτήν, είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης: η στιγμή που αποφασίζει πως το έργο του έχει ολοκληρωθεί και μπορούν να το δουν άλλα μάτια είναι η στιγμή που έχει εκθέσει την ψυχή του στον κόσμο. Η όποια δύναμη και η όποια αδυναμία του έχουν βγει σε δημόσια θέα. Γι' αυτό δεν είναι απλό ούτε μια απόφαση που πρέπει να παίρνεται ελαφρά τη καρδία: απ' τη στιγμή που το έργο έχει φύγει απ' τα χέρια του καλλιτέχνη, ο μαγικός καθρέφτης φανερώνει δημόσια το είναι του, την ποιότητά του και τον χαρακτήρα του.
   Φυσικά μετά τον καλλιτέχνη, αυτός ο μαγικός καθρέφτης φανερώνει έναν-έναν και όσους αποτελούν το κοινό που παρακολουθεί την τέχνη. Πιθανόν να υπάρχουν έργα τέχνης που αιχμαλωτίζουν τις αισθήσεις, που δεν αφήνουν χώρο για προσωπική γνώμη και ελευθερία. Έργα τέχνης όπου η προσωπικότητα του καλλιτέχνη σκεπάζει κάθε ελευθερία στην άποψη και στις εναλλακτικές ερμηνείες. Παρ' όλα αυτά, τα περισσότερα έργα αφήνουν ένα μέρος αχρωμάτιστο για να βάλει το κοινό το δικό του χρώμα. Ή, αλλιώς, επιτρέπουν στο κοινό να καθρεφτιστεί μέσα στο έργο. Κι αυτό το καθρέφτισμα είναι τόσο φυσικό, τόσο αληθινό και τόσο αξεπέραστο, που ο καθένας μας έχει κριθεί προτού το καταλάβει...
   Ας δώσω μερικά παραδείγματα για να γίνω κατανοητός: μπαίνει κάποιος στο youtube κι ακούει ένα τραγούδι. Με το σχόλιο που θα κάνει δεν κρίνει μόνο το έργο τέχνης -κι ανάθεμά με αν το κάνει τελικά- αλλά κρίνεται ο ίδιος. Ο καθένας που διαβάζει το σχόλιο μπορεί να καταλάβει το ποιόν του ανθρώπου αυτού. Είδη σχολίων: 1) Απαξίωση του καλλιτέχνη και του έργου, βρισιές και κατάρες.
2) Άκρατος θαυμασμός, επανάληψη των στίχων, καμία προσθήκη στο έργο.
3) Σχόλια για το προσωπικό κέρδος του σχολιαστή από το έργο τέχνης, για το τι αποκόμισε από αυτό.
Ας αναλογιστεί ο καθένας τι συμπεράσματα βγαίνουν για το κάθε είδος σχολιαστή με βάση το σχόλιό του και τι συμπεράσματα για το ίδιο το έργο.
   Επιπλέον, υπάρχουν βιβλία που αρχικά υπόσχονται να δώσουν απαντήσεις σε μεγάλα ερωτήματα. Ή τουλάχιστον φαίνεται να το υπόσχονται. Ο ίδιος ο αναγνώστης μπορεί να γνωρίσει τον εαυτό του μέσα από την αντίληψη που έχει για το βιβλίο. Μπορεί να καταλάβει αν είναι διψασμένος για απαντήσεις, αν είναι έτοιμος να τις δώσει ο ίδιος, αν είναι άξιος να συμπληρώσει τα κενά του έργου ή ίσως και ανώτερος από τον συγγραφέα. Με λίγα λόγια, να γνωρίσει κάτι για τον εαυτό του που δεν το ήξερε πριν ανοίξει το βιβλίο. Ίσως η τέχνη να αξίζει έστω και γι' αυτό το καθρέφτισμα.
   Τελικά με ποιους τρόπους μπορεί να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του; Όλοι αυτοί οι τρόποι είναι οι λεγόμενοι μαγικοί καθρέφτες. Οι τέχνες, που προαναφέρθηκαν, η σχέση κάποιου με την εργασία και την ευθύνη, η σχέση του με τη φύση, με κάτι μικρότερο και πιο αδύναμο απ' αυτόν, όλα αυτά φανερώνουν τον χαρακτήρα του και τι κρύβει πραγματικά μέσα του.  

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

Φιλήμων, ο ερευνητής του μεταφυσικού

   Το παρόν άρθρο έχει ουσιαστικό σκοπό να συγκεντρώσω ό,τι σχετίζεται με το βιβλίο μου, "Φιλήμων, ο ερευνητής του μεταφυσικού", σ' ένα σημείο: αφιερώματα, παρουσιάσεις, συνεντεύξεις, αλλά και να καταγράψω κάποιες σκέψεις μου σχετικά με αυτό.
   Σχετικά με το περιεχόμενό του, μοιάζει με συλλογή διηγημάτων. Είναι 25 κείμενα, όχι πάνω από 2500 λέξεις το καθένα, που σχετίζονται με τις περίεργες υποθέσεις του Φιλήμονα, του άλαλου ερευνητή. Εκείνος επιλέγει να ασχολείται με υποθέσεις που έχουν κάτι το αλλόκοτο εντός τους: εκεί που ο κοινός νους δε βρίσκει ίχνη, συνοχή ανάμεσα στα στοιχεία ή λογική, ο Φιλήμων ψάχνει να βρει τη λύση. Κι αυτό τον κάνει μοναδικό.
   Ιδιαίτερη χαρά μου έδωσαν οι συνεντεύξεις που έδωσα επί τη ευκαιρία. Στην αρχή πίστευα πως θα είναι κάτι τυπικό, που δεν έχει ουσιαστική σημασία. Κι όμως, τις απόλαυσα. Παρακάτω τις παραθέτω μία προς μία.
1) Συνέντευξη στο blog Ταξίδι Ιδεών, του Θεόφιλου Γιαννόπουλου. Μια συνέντευξη πολύ καλύτερη απ' ότι περίμενα αρχικά. Ο Θεόφιλος έκανε πολύ καλές ερωτήσεις, μου έδωσε την ευκαιρία να αναπτύξω θεματικές που ένιωθα πως πρέπει να ξέρει το κοινό και μάλιστα για τα επόμενα βιβλία μου.
2) Συνέντευξη στη σελίδα Ματομπούκαλο, της Αλεξάνδρας Τσούκια. Ήταν μια πραγματική πρόκληση, μιας και έπρεπε να απαντήσω συνοπτικά. Δεν το συνηθίζω! Την απόλαυσα, διότι η επιλογή λέξεων ήταν πιο καίρια από κάθε άλλη φορά.
3) Συνέντευξη στη σελίδα Κουκιδάκι, της Τζένης Κουκίδου. Οι ερωτήσεις με ξάφνιασαν αυτή τη φορά. Έδιναν πιο πολλές επιλογές από κάθε άλλη συνέντευξη. Ήταν μια διακριτική παρουσία που με ωθούσε να μιλήσω. Και το έκανα!
4) Συνέντευξη στη σελίδα tovivlionet, του Θεόφιλου Γιαννόπουλου. Μία συνέντευξη διαφορετική, όπου απαντώ γενικά για τον κόσμο της λογοτεχνίας.

   Πέρα από τις συνεντεύξεις, ιδιαίτερα διαφωτιστικές σχετικά με το έργο μου ήταν οι δύο παρουσιάσεις που έγιναν με αφορμή την έκδοσή του. Η πρώτη έγινε στη Θεσσαλονίκη και η δεύτερη στη Δράμα. Στη Δράμα μάλιστα, την ιδιαίτερη πατρίδα μου, υπήρξαν πολλές εκπλήξεις, ανάμεσα στις οποίες κι ένα διαδραστικό παιχνίδι με το κοινό, δικής μου παραγωγής!
   Βοηθός και αρωγός σε όλα τα παραπάνω οι Εκδόσεις Ελκυστής και η όμορφη δουλειά τους σχετικά με το βιβλίο μου, το οποίο συγκαταλέγεται στη σειρά βιβλίων Παράξενος Ελκυστής.
   Βαγγέλης Ιωσηφίδης


Προσθήκη 13/4/2019: Το βίντεο από τη διπλή παρουσίαση στο φεστιβάλ του φανταστικού Fantasmagoria στη Θεσσαλονίκη, μαζί με τον συγγραφέα Βασίλη-Νίκολα Συράκη.

ΝΕΟ: 3/6/2019: Υπάρχει διαθέσιμο στο youtube το μονόλεπτο βίντεο για το βιβλίο μου! Είναι ιδιαίτερο, ατμοσφαιρικό και κατατοπιστικό. Σας προτρέπω να το παρακολουθήσετε!


Βαγγέλης Ιωσηφίδης εκδόσεις παράξενος ελκυστής

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019

Νίκος Καββαδίας το μαχαίρι - Το τίμημα της οπλοφορίας

Ο Νίκος Καββαδίας στην ποιητική του συλλογή Μαραμπού, που εκδόθηκε το 1933, περιλαμβάνει το πολύ γνωστό πια ποίημα "Ένα μαχαίρι", που γνώρισε μεγάλη επιτυχία ως τραγούδι κι έχει ερμηνευτεί από μεγάλους μουσικούς, όπως ο Κώστας Μυλώσης, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου κι ο Γιάννης Κούτρας. Το ποίημα είναι ιδιαίτερα περιγραφικό, όπως συνηθίζει ο Καββαδίας, έχει έντονο το ναυτικό στοιχείο και περιστρέφεται γύρω από ένα μαχαίρι και την καταραμένη χρήση του.
   Ιδιαίτερα γοητευτικό για μένα είναι το στοιχείο του απόκοσμου που αποπνέει το συγκεκριμένο αντικείμενο: ο παράξενος τρόπος που αποκτήθηκε, τα ίδια του τα χαρακτηριστικά και κυρίως η μοιραία του χρήση. Μέσα στο ποίημα δίνονται πολλές λεπτομέρειες, τις οποίες θα ερμηνεύσω εγώ καταπώς ξέρω, απ' τη δική μου οπτική γωνία.
Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
   Το ποίημα ξεκινάει με ένα δίστιχο έντονο: απ' τον πρώτο στίχο κρατάω δύο λεπτομέρειες. Πρώτον, το πάντοτε, το απόλυτο αυτό χρονικό επίρρημα. Πάντοτε: στη δουλειά, σε κάθε λογής βάρδια, στην ξεκούραση, στο φαγητό, στον ύπνο. Δεύτερον, το μαχαίρι είναι σφιγμένο, μιας και δεν υπάρχει πουθενά χαλάρωση. Δηλώνει προφανώς μια ανάγκη για ασφάλεια, ένα αποκούμπι σ' έναν κόσμο που δεν εμπνέει ασφάλεια πουθενά. Μόνο ένα μαχαίρι πάντοτε σφιγμένο πάνω του μπορεί να δώσει αυτοπεποίθηση στον ποιητή.
   Στον δεύτερο στίχο υπάρχει η περιγραφή: παλιό μαχαίρι σημαίνει χρησιμοποιημένο μαχαίρι, που γνώρισε πολλούς ιδιοκτήτες και πιθανότατα ευρύτατη χρήση. Αφρικάνικο: το στοιχείο της αφρικανικής ηπείρου δίνει στο αντικείμενο μια αύρα αγριότητας, πρωτόγονης δύναμης και μυστικισμού. Είναι ένα μαχαίρι που έχει εξυπηρετήσει πρωτόγονη οργή και ανθρώπους μακριά απ' τον πολιτισμό. Ατσάλινο: δίνει την έννοια της αλύγιστης δύναμης και της σκληρότητας.
όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ' Αλγέρι.
   Είναι ένα μαχαίρι που δείχνει πρακτικότητα, καθώς οι αραπάδες μια -κατά τη γνώμη πολλών- άγρια κι αδάμαστη φυλή συνηθίζουν να χρησιμοποιούν τέτοια μαχαίρια. Συμπέρασμα; Είναι αποτελεσματικό στη χρήση του. 
   Στον δεύτερο στίχο ξεκινάει ο θρύλος για την απόκτηση του αντικειμένου, καθώς πια ο ποιητής αφηγείται τις ειδικές συνθήκες κάτω απ' τις οποίες αποκτήθηκε. Το Αλγέρι κάνει το σκηνικό εξωτικό, ενώ η εικόνα του γέρου έμπορου φέρνει στο μυαλό το παρατημένο, το ήσυχο μαγαζί στο οποίο μπορεί να κρύβονται θησαυροί ξεχασμένοι και καταραμένα κειμήλια. Ένα μέρος στο οποίο ένας ναυτικός που έπιασε λιμάνι μπορεί να βρει αυτό που ψάχνει...
Θυμάμαι, ως τώρα να 'τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιογραφία του Γκόγια,
   Μαθαίνουμε πως η αγορά του μαχαιριού δεν ήταν συνηθισμένη: είχε τόση σημασία, που ο ποιητής τη θυμάται ακόμα. Όσον αφορά την αινιγματική αναφορά στον Γκόγια: ο Φρανθίσκο Γκόγια ήταν ένας Ισπανός ζωγράφος και χαράκτης που έζησε τα χρόνια 1746-1828. Θεωρείται κορυφαίος καλλιτέχνης αλλά η ζωή του σημαδεύτηκε από μια βαριά ασθένεια (πιθανότατα σύφιλη) που του άφησε παντοτινές συνέπειες. Οι επονομαζόμενοι Μαύροι Πίνακές του είχαν ιδιάζουσα λεπτομέρεια στα ανθρώπινα πρόσωπα και σε τρομερά, φρικιαστικά χαρακτηριστικά. Η σύνδεση λοιπόν του σκηνικού της αγοράς με έναν καταραμένο, μακάβριο καλλιτέχνη φέρνει ανάλογους συνειρμούς.
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:
   Η εικόνα του παλαιοπώλη "δεμένου" με τα κειμήλια που πουλάει σε μια ενιαία εικόνα δίνει μια άλλη διάσταση μυστικισμού στη σκηνή της διαλογής και της αγοράς του μαχαιριού. Η βραχνή του φωνή μάλιστα δυσοίωνα πράγματα μονάχα μπορεί να σημαίνει...
Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν' αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει,
   Η παρουσίαση των πράξεων του μαχαιριού από τον παλαιοπώλη έρχεται αντίθετη με την τυπική τακτική των καταστηματαρχών. Αυτό έχει μεγάλη σημασία: ο παλαιοπώλης δυσφημεί το ίδιο του το εμπόρευμα, αποτρέποντας τον πελάτη από το να το αγοράσει. Από το ρήμα "θέλεις" σημαίνει πως ο ποιητής μπήκε στο μαγαζί με συγκεκριμένο σκοπό, αποφασισμένος.
   Στον δεύτερο στίχο, ο παλαιοπώλης φανερώνει πως γνωρίζει πολύ καλά τι ακριβώς έχει κάνει αυτό το μαχαίρι και έχει λόγους που δε θέλει να το πουλήσει. Η προφανής ερώτηση "τότε γιατί το έχει για πούλημα;" μου φέρνει την εξής απάντηση: το έχει για να βάζει σε πειρασμό τους ανθρώπους, να τους δίνει την επιλογή να το πάρουν, έχοντας επίγνωση των συνεπειών της αγοράς αυτής. Γι' αυτό έχει κι έτοιμο τον μονόλογο που τον κάνει να αποποιείται των ευθυνών για το αντικείμενο που θα πουλήσει. 
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το 'χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.
   Οι "ιστορίες αλλόκοτες" που αναφέρονται παραπάνω φαίνεται πως είναι πασίγνωστες. Η πιάτσα ξέρει γι' αυτό το μαχαίρι. Μάλιστα είναι, φαίνεται, κοινό γνώρισμα των κατόχων του να σκοτώνουν κάποιο δικό τους πρόσωπο, πράξη ειδεχθή. Σημειωτέον πως η συζυγοκτονία, η πατροκτονία, η αδερφοκτονία, η μητροκτονία και η παιδοκτονία θεωρούνταν ανέκαθεν οι χειρότερες πράξεις και σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία υπήρχε ο καυτός ποταμός Πυριφλεγέθων, στον οποίον καίγονταν οι ένοχοι για τέτοια εγκλήματα. Το κοινό χαρακτηριστικό των ιδιοκτητών του μαχαιριού φέρνει έναν τόνο μοιραίου σε όποιον το αποκτήσει από εδώ και πέρα (χαρακτηριστικό παράδειγμα που συσχετίζεται με το μαχαίρι του ποιήματος είναι το ραβδί από κουφοξυλιά στο 7ο βιβλίο του Χάρι Πότερ).Το αντικείμενο, που είναι άψυχο, ορίζει την τύχη του έμψυχου κατόχου, αντί να γίνεται το αντίθετο. Αυτή είναι όμως και η ουσία που κάνει ένα αντικείμενο καταραμένο...
Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
   Η πρώτη γνωστή αναφορά συζυγοκτονίας είναι από έναν ευγενή, που πραγματοποίησε ένα έγκλημα πάθους. Το μαχαίρι βάφτηκε, δηλαδή, με αίμα ευγενών, που υποτίθεται πως απέχουν από τη φυσική αυτουργία εγκλημάτων και συνήθως δίνουν εντολές σε κατώτερης τάξης ανθρώπους να εκτελέσουν τους εχθρούς τους.
ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.
   Η δεύτερη αναφορά επιβεβαιώνει τον κανόνα, πως το μαχαίρι αυτό κάνει τον χρήστη αδίστακτο. Ένας ακόμα ευγενής, κόμης αυτή τη φορά, προβαίνει σε αδελφοκτονία, χωρίς να αναφέρεται η αιτία. Πιθανώς λοιπόν να γίνεται αναφορά σε φόνο εν ψυχρώ, κάτι που καθιστά το μαχαίρι ακόμα πιο δυσοίωνο.
Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
   Οι αναφορές πια γίνονται ανώνυμες, καθώς και απλοί άνθρωποι προβαίνουν σε αντίστοιχα εγκλήματα πάθους ή αντιζηλίας. Στο πρώτο παράδειγμα, φανερώνεται η έλλειψη δισταγμών, καθώς ένας αράπης, δηλαδή ένας άνθρωπος πιθανότατα με μεγάλη σωματική διάπλαση, φόνευσε τη μικρή ερωμένη του, ένα πλάσμα προφανώς πιο αδύναμο κι ανυπεράσπιστο. Στο δεύτερο παράδειγμα, ο Ιταλός ναύτης φαίνεται πως είτε είχε πρόβλημα με τον ανώτερό του ναυτικό είτε πως επρόκειτο για ρατσιστικό έγκλημα, γεγονός που δίνει μια μακάβρια ποικιλία στις χρήσεις του μαχαιριού...
Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.
   Η αφήγηση και η απαρίθμηση των φόνων κλείνει με μια σοκαριστική πληροφορία: πως αυτός ο παλαιοπώλης, γνώστης και κάτοχος τόσων και τόσων κειμηλίων, εργαλείων κι αντικειμένων, που βρίσκεται καθημερινά "πλάι σε μακριά σπαθιά", τρομάζει από ένα μαχαίρι, ένα αντικείμενο δηλαδή λιγότερο φονικό. Είναι εύλογο πως όταν κάποιος που εμπνέει τρόμο φανερώνει τους φόβους του, αυτοί οι φόβοι έχουν πολύ μεγαλύτερη σοβαρότητα.
Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
   Επιστροφή στις περιγραφές. Ο παλαιοπώλης ξαφνικά αλλάζει στάση: λες και θυμήθηκε πως έχει απέναντί του αγοραστή, τον βάζει σε πειρασμό να το αγοράσει περιγράφοντάς το. Τον φαντάζομαι να έχει πιάσει το αντικείμενο και να το γυροφέρνει στα χέρια του, δείχνοντας τις λεπτομέρειές του στον υποψήφιο αγοραστή. Αυτή η αλλοπρόσαλλη, οξύμωρη στάση του παλαιοπώλη κάνει την αγορά ακόμα πιο ασυνήθιστη.
   Όσον αφορά τα ίδια τα χαρακτηριστικά του μαχαιριού: η άγκυρα φανερώνει πως το μαχαίρι αυτό ταιριάζει σε ναυτικό. Ίσως συμβολίζει και το τελεσίδικο του πράγματος, πως εφόσον αγοραστεί, το μαχαίρι "αγκυροβολεί" στον κάτοχο μέχρι εκείνος να πραγματοποιήσει το μοιραίο έγκλημά του. Το οικόσημο πάλι φανερώνει λεπτοδουλειά: το αντικείμενο κατασκευάστηκε κατά παραγγελία από ευγενείς και είναι πιο θελκτικό στα μάτια ενός συλλέκτη. Το γεγονός πως είναι ελαφρύ ευνοεί την πρακτική του αξία, καθώς μοιάζει ιδανικό για εύκολη και γρήγορη χρήση. Όπως -τυχαίο παράδειγμα!- για έναν φόνο.
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις.
Πόσο έχει; Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ'το.
   Μετά την, τυπική μάλλον, διαφήμιση του προϊόντος, ο παλαιοπώλης επιστρέφει στην αρχική του στάση: αποτρέπει τον πελάτη του από την αγορά. Τον φαντάζομαι να παίρνει το αντικείμενο απ' το βλέμμα του ποιητή, κρύβοντάς το επιμελώς πίσω απ' τον πάγκο του.
   Στον δεύτερο στίχο φαίνεται ξεκάθαρα η επιθυμία του ποιητή να το αγοράσει. Ρωτά την τιμή κι αφού είναι ικανοποιημένος, απαιτεί να το αγοράσει. Ο παλαιοπώλης τελικά νικημένος δίνει το αντικείμενο και σφραγίζει τη συμφωνία του ποιητή με το καταραμένο μαχαίρι.
Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ' έκαμε και το 'καμα δικό μου,
   Ο ποιητής έχει φύγει απ' το αλγερινό παλαιοπωλείο, έχοντας βάλει το νεοαποκτηθέν αντικείμενο στη ζώνη του. Το μαχαίρι, στιλέτο εδώ (αντικείμενο ιδανικό για δολοφόνους), χαρακτηρίζεται μικρό: οξύμωρο σχήμα, μιας κι έχει κάνει μεγάλες και τρομερές πράξεις. Ο τωρινός κάτοχος αποκαλύπτει πως δεν ήταν η ανάγκη αλλά η ιδιοτροπία που τον έβαλε να το αγοράσει, κάτι που αποκαλύπτει αστάθεια στον χαρακτήρα του. Ποιος ξέρει τι έχει στο μυαλό του;
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου.
   Οι σκέψεις του ποιητή αποκαλύπτονται στο τελευταίο δίστιχο του ποιήματος: για πρώτη φορά, το μαχαίρι έχει πέσει στα χέρια ενός ανθρώπου που δεν έχει εχθρούς. Οπότε, η επιλογή που μένει, προκειμένου να επιβεβαιωθεί ο θρύλος, είναι η αυτοκτονία... Ένας μόνιμος φόβος, που κάνει το αντικείμενο να μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα.

   Μετά την ανάλυση και τον σχολιασμό των στίχων, μου γίνεται φανερό πως το βασικό θέμα του ποιήματος, πέρα απ' το απόκοσμο στοιχείο του καταραμένου αντικειμένου, είναι το τίμημα της οπλοφορίας. Ο κάθε άνθρωπος έχει δύσκολες στιγμές, τα πάνω του και τα κάτω του. Μόνο που όταν έχει ένα όπλο πάντοτε διαθέσιμο, είναι προορισμένος να το χρησιμοποιήσει σε στιγμές συναισθηματικής έντασης. Αυτή η συναισθηματική αστάθεια κάνει την οπλοφορία απαράδεκτη κι επικίνδυνη.
   Ζούμε σ' έναν κόσμο γεμάτο πάθη, ανθρώπους που δεν εκτιμούν τη ζωή, τη δική τους και των άλλων, και η οπλοφορία μοιάζει ένας εφιάλτης: το να είμαι υπέρ της θα σήμαινε πως εμπιστεύομαι απόλυτα όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους γύρω μου, κάτι αδύνατο. Οι θιασώτες υπέρ της οπλοφορίας δεν το σκέφτονται έτσι: σκέφτονται εντελώς επιπόλαια, σκεπτόμενοι πως το όπλο σημαίνει δύναμη υπέρ τους, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια δαμόκλειος σπάθη που κρέμεται πάνω απ' τον καθένα μας. 
   Βέβαια, μιας και είμαι λάτρης του συμβολισμού, θα ήθελα να δώσω άλλη μια οπτική γωνία στο καταραμένο αντικείμενο του ποιήματος. Αυτό που χαρακτηρίζεται μοιραίο όπλο θα μπορούσε να είναι η ίδια η λογοτεχνία. Επιβεβαιώνοντας το ρητό "η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει", ο ποιητής ίσως αναφέρει τη σκηνή της αγοράς ως την πρώτη του επαφή με την έμπνευση και την ποίηση και ως ιδιοτροπία την επιθυμία του να ασχοληθεί με αυτήν. Είναι ένας δρόμος για τους λίγους, γι' ανθρώπους ιδιόρρυθμους και μοναχικούς, συνήθως αυτοκαταστροφικούς. Ίσως ο ποιητής, παρομοιάζοντας την ποίηση/λογοτεχνία με το μαχαίρι -αν όντως το είχε έτσι στο μυαλό του-, ταυτίζει τη γλώσσα με όπλο που μπορεί να προκαλέσει κακό στους άλλους αλλά και στον ίδιο τον λογοτέχνη.

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο

ένα μικρό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2019

Μανώλης Σιμιτσάκης: Το Δέντρο του Άραϋ

   Τον Μανώλη Σιμιτσάκη τον γνώρισα μέσω της σελίδας του στο διαδίκτυο, όπου έχει γράψει μια σειρά άρθρων για την επιμέλεια βιβλίων. Φυσικά στη δική του σελίδα υπήρχε διαφήμιση για την τριλογία του "Το Δέντρο του Άραϋ". Μαγνητίστηκα από τα εξώφυλλα κι αποφάσισα να τη διαβάσω.
   Fast forward τρία χρόνια μετά. Δεν ξέρω τι σκοπεύει να κάνει αυτός ο συγγραφέας στο μέλλον· έχει ανακοινώσει πως ασχολείται με μια νέα συγγραφική δουλειά. Το αναγνωστικό κοινό όμως πιστεύω πως τον έχει συνδέσει αμετάκλητα με την προαναφερθείσα τριλογία. Παρακάτω θα αναφερθώ στα στοιχεία που μου έκαναν εντύπωση στην τριλογία αυτή.

   Χαρακτήρες: Οι χαρακτήρες, οι βασικοί ήρωες της τριλογίας, δεν είναι παρά καθημερινοί άνθρωποι. Απλοί άνθρωποι, όπως εσύ κι εγώ, που απλά βρέθηκαν μέσα σε μια θύελλα αλλόκοτων καταστάσεων. Ζουν και δρουν με βάση τα πάθη τους και τη συνείδησή τους, ενώ δε γίνεται καμία προσπάθεια να χτιστούν σαν επικοί ήρωες. Έχουν το χιούμορ τους, τους φόβους και τις ελπίδες τους. Ακόμα και τα πιο εξωκοσμικά πλάσματα που αναφέρονται είναι ανθρώπινα, γεμάτα πάθη, απαλλαγμένα από οποιαδήποτε μορφή επικότητας (ίσως με 1-2 εξαιρέσεις).

   Φιλοσοφία: έχοντας διαβάσει και τα τρία έργα του, αποκομίζω την ίδια εντύπωση που είχα κι όταν διάβασα το πρώτο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου: ο συγγραφέας είναι ένας εκ φύσεως αισιόδοξος άνθρωπος. Χρωματίζει όλο τον κόσμο του με πολλά χρώματα και, ενώ αφήνει έπειτα τον κουβά με το μαύρο να χυθεί πάνω στη ζωγραφιά, φυλάει πάντα ένα κομμάτι του πίνακα χρωματιστό. Ο συγγραφέας παρουσιάζει καταστάσεις αδιέξοδες, που προκαλούν θα έλεγε κανείς απελπισία, και, σαν μάγος που βγάζει τον λαγό απ' το καπέλο του, δείχνει στον αναγνώστη μια αόρατη έξοδο.

   Φανταστικό: πολλοί συγγραφείς γράφουν "Λογοτεχνία του Φανταστικού". Ονειρεύονται έναν κόσμο, τον χτίζουν, θέτουν τους δικούς τους κανόνες, τον κάνουν αρκετά ρεαλιστικό και τον παρουσιάζουν στον αναγνώστη. Ο Μανώλης Σιμιτσάκης κάνει κάτι διαφορετικό: δείχνει να συναρπάζεται από τη δημιουργία κόσμων, χωρίς να τους "δένει" όμως με αυστηρούς κανόνες. Το στοιχείο του φανταστικού δεν υπάρχει μόνο στον ίδιο τον κόσμο αλλά και στους νόμους που έχουν επιβληθεί σ' αυτόν. Με λίγα λόγια, ο αναγνώστης δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τίποτα. Κι αυτό κάνει το έργο του ξεχωριστό.

   Συνολικά, αυτό το τελευταίο, η δημιουργία κόσμων, είναι το κατεξοχήν στοιχείο που αποκόμισα από την τριλογία. Όπως υπόσχονται τα εξώφυλλα, οι περιγραφές είναι γλαφυρές και οι πιθανότητες που ανοίγονται χαοτικές. Ο θάνατος και η μεταθανάτια ζωή από μια διαφορετική, κατά την προσωπική μου γνώμη αθώα κι ελπιδοφόρα, σκοπιά.

Μανώλης Σιμιτσάκης, τριλογία